Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Πάντα δε μένει κάτι;

Μάνος Ελευθερίου. Περίπτωση απρόβλεπτη. Ακατάτακτη· υπό την έννοια ότι πρόκειται για το μοναδικό στιχουργό της γενιάς του – πρωτοέγραψε το 1961, όπως ο ίδιος εξομολογείται – που δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπι. Δεν διαθέτει, με άλλα λόγια, εκείνο το περιώνυμο... προσωπικό στίγμα. Μισό λεπτό, να εξηγήσω. Ενώ για τον Λευτέρη Παπαδόπουλο π.χ. έχεις σαφέστατη εικόνα εκείνου που ο ίδιος εννοεί ως «λαϊκότητα», είτε πρόκειται για ένα στίχο του τού ’60, είτε για ένα σημερινό, ενώ για τον Νίκο Γκάτσο έχεις, μονίμως σχεδόν, την αίσθηση μιας ποιητικής μεγαλοσύνης, με τον Μάνο Ελευθερίου δεν συμβαίνει το ίδιο. Δεν υπάρχει κάποια ενωτική γραμμή που να διατρέχει το έργο του. «Η σούστα πήγαινε μπροστά/ κι ο μάγκας τοίχο-τοίχο» (Δήμος Μούτσης), «αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο θερίζει την αυγή ωκεανό» (Γιάννης Μαρκόπουλος), «όσους κρυφά περπάτησαν μαζί σου/ να σημαδεύουν πάλι τη ζωή σου/ και νά’σαι το πουλί κι ο κυνηγός/ στις μαύρες λαγκαδιές του παραδείσου» (Θάνος Μικρούτσικος), «αυτοί που χειροκρότησαν το τέλος μιας αγάπης/ το έργο δεν το είδανε ποτέ απ’ την αρχή/ είδαν μονάχα μια μορφή κι αυτήν απ’ τη σκιά της/ που ανάμεσά μας έμεινε σκιά παντοτεινή» (Βασίλης Τερλέγκας) – όλα εξαίρετα. Το ερώτημα προκύπτει άνευ βίας. Ποιος είναι εν τέλει ο Μάνος Ελευθερίου; Ένας άνθρωπος με λαϊκές, σίγουρα, καταβολές, αλλά και με μία αστική κατόπτευση των πάντων (στην Ερμούπολη, την ιδιαίτερη πατρίδα του, συναντάς, συναντούσες, λαό και μπουρζουαζία σε συσκευασία μία), η οποία του επιτρέπει να «παίζει» όχι μόνο με το λόγο – το δικό του λόγο, που είναι δημιούργημά του και άρα τον κάνει ό,τι θέλει –, αλλά, νομίζω, και με το ίδιο του το είναι. Αν και ακριβοθώρητος (μέχρι πρότινος τουλάχιστον), αν και ολιγόλογος, σου δίνει την αίσθηση ενός ανθρώπου με καθαρτήριο χιούμορ, αθόρυβα προκλητικού (για την πρόκληση πολλάκις), σκωπτικού, που ό,τι κι αν πει έχει αξία και κυρίως, αιτία. Το ότι έγραψε το «Έχω πρόβλημα υγείας» για τον Ψινάκη ή τα 3-4 τραγούδια για το τελευταίο CD της Πέγκυς Ζήνα, είναι πλήρως ενδεικτικό ενός ευγενούς χαμαιλεοντισμού, με κίνητρα παιγνίου· κάτι που φαίνεται να διακρίνει τον Μάνο Ελευθερίου, χρόνια τώρα, στην τραγουδο-στιχουργική καριέρα του (το ξέρουν όσοι τον παρακολουθούν). Έπεσαν πολλοί, ή έστω κάποιοι, να τον φάνε... Νομίζω πως, ο ίδιος, θά’γνεψε με συγκατάβαση, παρά θα στενοχωρήθηκε. Αυτόν λοιπόν τον άνθρωπο τιμά η έκδοση «Πάντα Κάτι Μένει» [Universal Music/ Καμπανάκι], ενταγμένη στη σειρά «Άξιος Λόγος», που ετοίμασαν ο Γιώργος Νταλάρας και ο Μιχάλης Κουμπιός και η οποία, εδώ, τριτώνει. Κατ’ αρχάς διαβάζοντας τους στίχους των τραγουδιών, πριν καν ακούσω, μού δημιουργήθηκε η, όχι ισχυρή πάντως, αίσθηση εκείνων που έγραψα πιο πάνω. Εξάλλου, εδώ έχουμε να κάνουμε με λόγια που συντάχθηκαν μέσα στο τελευταίο μόλις διάστημα (υποθέτω), και όχι σ’ ένα συνολικό έργο 40 χρόνων. Λόγια μ’ ένα στυλιστικό βάρος, χαρκτηριστικά ενός βαθυστόχαστου Μάνου Ελευθερίου («Τα σύνορα φυλούν σταθμάρχες/ σαν κάποιους μετρ ξενοδοχείων./ Μοιάζουν με λήγοντες λαχείων/ και με παλιές χαμένες μάχες», «Ένας ζητιάνος στα χρυσά και στην πορφύρα του/ εκλιπαρεί για λίγο μπλε και νοσταλγία./ Μοιράζει αρώματα και φώτα από τη μοίρα του/ και στους ναούς σε ανακήρυξε αγία»), αλλά και λόγια πιο κοντά σ’ ένα καθημερινό τραγούδι αγάπης ή... για την αγάπη («Είχα μι’ αγάπη τ’ όνειρό μου ν’ ακουμπώ/ κι έγινε θέατρο κι αυτό πυρπολημένο»). Είναι η άνεση αυτή του Μάνου Ελευθερίου να γράφει άσματα διαφορετικών επιπέδων, άλλοτε πλημμυρισμένα από διανοητικά παιγνίδια (σ’ αυτό υπήρξε κάτι σαν δάσκαλος του Άλκη Αλκαίου) και άλλοτε... σοφόν το σαφές, έτοιμα για το στόμα της Μαρινέλλας («Δεν είναι που φεύγεις») ή της Στανίση («Το τηλέφωνο»). Με την ανάγνωση όμως «παίζεις» και κάπου αλλού. Προσπαθείς ν’ αντιληφθείς ποιο από τα τραγούδια που, οσονούπω, θ’ ακούσεις θα τραγουδιέται πραγματικά. Ποιο θα είναι έτοιμο να πάρει θέση (αμέσως ή συν τω χρόνω) δίπλα στο «Τραίνο» και την «Ατέλειωτη εκδρομή»... Κι εδώ, και επιτυγχάνεις και λαθεύεις. Οι «Σταθμάρχες» (μουσική Δημήτρης Παπαδημητρίου) είναι πολύ καλό τραγούδι, αλλά ο Γιώργος Νταλάρας, ως οικοδεσπότης, θα μπορούσε να το αφήσει για άλλον. Ok, το αντιλαμβάνομαι, είναι πειρασμός. Ένα καλό τραγούδι το θέλεις, προφανώς, για τον εαυτό σου, αλλά εμπεριέχεται κι ένας συμβολισμός στην αβρή κίνηση τού να το παραχωρήσεις. Το «Ένας ζητιάνος στα χρυσά», πάλι, στιχουργικώς από τα κορυφαία του άλμπουμ, από συνθετικής πλευράς (Χρήστος Θηβαίος) είναι κατώτερο – κι αυτό το λέει ο Νταλάρας. Και αν λοιπόν «πέσαμε μέσα» για τους «Σταθμάρχες», δεν θα μπορούσαμε ποτέ να μαντέψουμε πως το πιο δυνατό άσμα του CD θα ήταν το «Σαββάτο βράδυ» σε μουσική του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και ερμηνεία της Μελίνας Κανά. Πράγματι εξαιρετικό. Έχω γράψει «δύστροπα» κατά καιρούς (στο Jazz & Τζαζ εννοώ) τόσο για τον Μαχαιρίτσα όσο και για την Κανά και χαίρομαι όταν «εξαναγκάζομαι» να μην το κάνω. Η «Πανοπλία που φοράς» (μουσική Γιώργος Καζαντζής, απόδοση Σταύρος Σιόλας) επίσης ξεχωρίζει - και για τη "δεύτερη φωνή" του Νταλάρα. Ο Μπάμπης Στόκας λέει ωραία το «Κάπου υπάρχει ένα νησί», μια σύνθεση του Στέργιου Γαργάλα, όπως και ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης το «Παράσταση θα δώσω» σε μουσική του Νικόλα Κουμπιού. Απεναντίας, οι δυνατοί στίχοι του Μάνου Ελευθερίου στου «Σπιτιού τη σάλα» («Μέσα στου σπιτιού τη σάλα/ δυο στρατοί μονομαχούσαν./ Τ’ άλογά τους μες στο χιόνι/ κι οι στρατιώτες τραγουδούσαν/... Μέσα στου σπιτιού τη σάλα/ άπλωνες τα νυφικά σου./ Κι είχες βάζα δυο οβίδες/ για τα ροζ χρυσάνθεμά σου») – τι γράφει ο άνθρωπος – δεν ευτυχούν από τον Διονύση Τσακνή (άδει ο Νταλάρας). Το τραγούδι «κολλάει»· πλην του τρίτου και του τελευταίου τετράστιχου. Δεν απογειώνεται. Δε «χάνεται». Δε συγκλονίζει. Τέτοια λόγια! Χίλιες φορές spoken word... Διάβασέ το χρυσόστομε...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου