Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΛΙΚΑΚΟΣ χειμώνας…

Τον Δημήτρη Πουλικάκο τον γνώρισα (εννοώ από κοντά) το Φλεβάρη του ’97. Θυμάμαι πως με είχε επιπλήξει, τότε, γιατί, ενώ είχα αναφέρει στο «Ραντεβού στο Κύτταρο», που κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή, το περιοδικό Πάλι και τους συντάκτες του Νάνο Βαλαωρίτη, Πάνο Κουτρουμπούση, Γιώργο Μακρή και Κώστα Ταχτσή, είχα λησμονήσει τον ίδιον. Θεώρησε την έλλειψη σοβαρό ατόπημα, κι είχε δίκιο. Του είχα πει «λάθος μου». Κυρίως, γιατί είχα υποτιμήσει – κακώς – τη συμβολή του στο στήσιμο εκείνου του εντύπου· ένα φωτεινό παράθυρο στο βόρβορο των greek sixties. Το 2004, όταν κυκλοφόρησαν τα «Αδέσποτα Σκυλιά» [MBI] έγραψα ένα κείμενο στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 134), το οποίον ανασύρω (σ’ ένα μέρος του – το πιο γενικό), τώρα, με αφορμή την επικείμενη κυκλοφορία της κασετίνας του (σε συνεργασία με το Σταύρο Λογαρίδη) μεθαύριο Κυριακή, από την Ελευθεροτυπία. Αυτό που ονομάζουμε «ελληνικό ροκ» κανείς δεν το εκπροσωπεί πιστότερα, μέσα στο χρόνο, από τον Δημήτρη Πουλικάκο. Πιθανώς, ο ίδιος να διαφωνεί με την κατηγοριοποίηση αυτή, αφού ουδείς αρέσκεται να χρεώνεται ξεφτισμένες ταμπέλες… εγώ, όμως, θα επιμείνω. Αν λοιπόν «ελληνικό ροκ» αποκαλούμε ό,τι μετέρχεται στη φόρμα τον κλασικό ηλεκτρισμό του ’60, την ελληνική γλώσσα στο στίχο και βεβαίως ένα πνεύμα out, αντι-εξουσιαστικό, ασυμβίβαστο και σκωπτικό, που δεν εμποδίζεται να πει αλήθειες, με πίκρα, με χιούμορ, με πλάκα χοντρή, τότε το ροκ του Πουλικάκου είναι ελληνικό, και είναι το ίδιο ακριβώς, στον πυρήνα του, 40 χρόνια τώρα. Έτσι, γίνεται κατανοητό γιατί (και για μένα) ο όρος «ελληνικό ροκ» έχει υψηλή νοηματική αξία, αφού θέτει εκτός, αυτομάτως, πλήθος τυχάρπαστων, προσκυνημένων και σαλονάτων. Κι αν το «σαλόνι» είναι για το χώρο η Σκύλλα, από την άλλη μεριά το «περιθώριο» είναι η Χάρυβδη. Προσωπικώς, αδιαφορώ και για τα δύο. Γι’ αυτό ακριβώς δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ η ναρκω-καριέρα του Σιδηρόπουλου π.χ. (ο Πουλικάκος ήταν φίλος και συνεργάτης του, ok), μεγάλο κομμάτι του ροκ των Εξαρχείων – τη εξαιρέσει του Άσιμου – και γενικώς ένας φαινότυπος ροκ μιζέριας, κοινός σ’ ένα μέρος της σκηνής, που δεν γνωρίζει από υψηλά αναχώματα. Έχω την αίσθηση πως ο Πουλικάκος ήταν, μονίμως, έξω απ’ αυτά. Άνθρωπος με καλλιέργεια, με άποψη, που έζησε στην αλλοδαπή τότε που έπρεπε, είχε πάντα κατά νου ένα τραγούδι original, με στίχο κοινωνικό. Ισχυρό ατού; O σαρκασμός και το χιούμορ του· εκείνο το σούρεαλ πνεύμα, που κουβαλoύσε (και κουβαλά) μονίμως πάνω του από την εποχή του Πάλι…
Για ν’ ακούσουμε…

Υ.Γ. Κάπου διάβασα χθες-προχθές, υπό τύπον ερώτησης (σε free press, σε εφημερίδα, στο δίκτυο; – δεν μπορώ να το βρω τώρα), πώς είναι δυνατόν να «γιορτάζονται» τα sixties στην Αθήνα, δίχως τη συμμετοχή του Πουλικάκου. Προσωπικώς, την ξέρω την απάντηση. Μα και όσοι δεν τη ξέρουν, νομίζω πως τη φαντάζονται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου