Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – ΤΣΑΚΝΗΣ δύο «τώρα-τότε»…

Συνήθως μία... αλλαγή εταιρίας για έναν καλλιτέχνη, σηματοδοτεί κι ένα, ούτως ειπείν, ρετουσάρισμα της εικόνας του. Τούτο συμβαίνει και με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Το πιο νέο του άλμπουμ «Ουράνια Τόξα Κυνηγώ» [Lyra] είναι το αρτιότερο εξ όσων τελευταίων, πολλών, μπορώ να θυμηθώ. Περιέχει 12 τραγούδια σε μουσικές δικές του και στίχους του Άλκη Αλκαίου, τα οποία εκκινούν από ένα βασικό ατού· τα λόγια του Αλκαίου. Ο στιχουργός, αν και έχει αλλοιώσει τον λεκτικό του ορίζοντα, όπως έχω επισημάνει (και στο blog νομίζω), εντούτοις δεν έχει απωλέσει το πνεύμα και ενίοτε την διεισδυτικότητά του. Ο Παπακωνσταντίνου και ο συνεργάτης του Ανδρέας Αποστόλου μπορεί να μην έχουν τις... ριζοσπαστικότερες των ιδεών όσον αφορά στις ενορχηστρώσεις, μπορεί ο ίδιος να μετέρχεται πάντα τις γνωστές ερμηνευτικές μανιέρες, όμως έχει να παρουσιάσει και τις καλύτερες των επιρροών για τις μελωδίες του (τον Μάνο Λοΐζο εννοώ στο «χορό της πέτρας» και το «Μη νυχτωθείς», τα πιο άξια τραγούδια του δίσκου), πράγμα που, γενικώς, ανεβάζει το άλμπουμ. Σκέφθομαι πως μετά από 30 χρόνια «ροκ» δισκογραφίας έχει έλθει η ώρα για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να κατεβάσει εντελώς το volume και, κυρίως, να ακουστικοποιήσει τις ενοργανώσεις του. Το «Μπουρίνι», το «Μια καλησπέρα» – δύο άλλα ωραία τραγούδια – μ’ ένα κρουστό, ένα βιολί, ένα λαούτο, μια φυσαρμόνικα θα ήταν αλλιώς. Εντελώς αλλιώς. Ας δοκιμάσει. Ψάχνοντας πριν από λίγες μέρες να βρω μερικά τεύχη του περιοδικού Τάμαριξ, που εξέδιδε η… Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 (ένα εξώφυλλο το βλέπετε και στη στήλη δεξιά), έπεσα στο υπ’ αριθμόν 6, το «Μπητς Πάρτυ – Στέκια του ’70». Φωτογραφίες μέσα από Forminx, Up Tight, Monks, Olympians, καθώς και μία των Crosswords(!), του συγκροτήματος από το οποίο ξεκίνησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου εκεί γύρω στο ’67. Σας τη χαρίζω… (Οι Crosswords. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πρώτος από αριστερά. Ντράμερ, πρώτος από δεξιά, ο Νίκος Θεοδωράκης… που παρουσίαζε, παλαιότερα, κάτι μουσικές εκπομπές στην ΕΤ3 κι είχε και δισκάδικο)

«Οι Φίλοι Μου Είμαι Εγώ» [Legend] ισχυρίζεται ο Διονύσης Τσακνής, υπονοώντας – κατά κάποιο τρόπο – πως τα τραγούδια που αποδίδει εδώ δεν είναι δικά του, αλλά των φίλων του. Πρακτικώς αυτό δεν έχει καμμία σημασία, καθότι πρώτα ακούμε και στο τέλος κοιτάμε ποιος έχει γράψει τι. Από την άλλη σκέπτομαι και το εξής. Αν μία «δυνατή» παραγωγή δεν κινείται προς την κατεύθυνση εξομάλυνσης του διαφορετικού, τότε, πιθανώς, να υπάρχει πρόβλημα πριν καν ακούσουμε. Εδώ, κοιτάω τα credits... Γιώργος Μακράκης. Τα ευκόλως εννοούμενα, που λένε... Τον Τσακνή τον παρακολούθησα από το ξεκίνημά του, την «Μπαλάντα του ταξιδιώτη» (1983) – το πρώτο άλμπουμ του, στο οποίο συμμετείχαν η Δάφνη Μπόκοτα τραγούδι, ο Βασίλης Δερτιλής πλήκτρα, ο Κώστας Στρατηγόπουλος κιθάρες, ο Νίκος Τουλιάτος κρουστά κ.ά. – έως τα τέλη του '80. Θυμάμαι πως εκείνο το LP το είχα αγοράσει, 4 κατοστάρικα, μαθητής στο Λύκειο ακόμη, από ένα φίλο του Καρδιτσιώτη στην Πάτρα. Αργότερα, και μέχρι σήμερα, ακούω τυχαίως τραγούδια του εδώ κι εκεί. Θα πω κάτι που, πιθανώς, να μην έχει ειδικό βάρος. Είναι η πρώτη φορά που αντιλαμβάνομαι τον Τσακνή ως ερμηνευτή. Μπορεί να φταίνε τα τραγούδια που δεν είναι δικά του (τα περισσότερα), ίσως η φωνή του, που έχει μπασάρει, έχοντας αποκτήσει άλλα χρώματα, ίσως μια τυποποιημένη τεχνική που τον βοηθά να τραγουδά, συχνά, όπως μιλά· όχι στο βαθμό που το πράττει ο Cohen (που τραγουδά έτσι, φυσικά, από τότε που γεννήθηκε), αλλά προς τα ’κει. Πάμε λίγο στα πιο μέσα. Τρία τραγούδια ξεχωρίζουν, ξεχωρίζουν πολύ δηλαδή, με την πρώτη ακρόαση. Τα δύο του Κραουνάκη (Φεγγάρια σκοτεινά, Λήσταρχος Νταβέλης – εξαιρετικά) και το ένα του Ζούδιαρη σε ποίηση Francois Villion. Τι συμπεραίνουμε από τούτο; O στίχος είναι ο καθοριστικός παράγων. Τι έχεις να πεις και, κυρίως, πώς θα το πεις. Αλλιώς μιλάμε για μαγγανοπήγαδο· και άιντε πάλι, ξανά, τα ίδια. Το ελληνικό τραγούδι – το λέω με αφορμή το άλμπουμ του Τσακνή – θα πρέπει, ανάμεσα σε άλλα, να ξανα-ανακαλύψει τη μυθοπλασία. Αυτή είναι και η έννοια της μπαλάντας δηλαδή· ου μην και της ροκ μπαλάντας. Η εξιστόρηση. Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος, ο John Wesley Harding, ο Λήσταρχος Νταβέλης... Έλεος πια με την τεθλιμμένη ποιητικότητα και τις ανατροφοδοτούμενες (αμπελο)φιλοσοφίες. (Και δεν έχω, απαραιτήτως, τον Τσακνή στο νου μου).

2 σχόλια:

  1. Δεν γνωριζα πως ο Νικος Θεοδωρακης ηταν μουσικος.Στο μαγαζι του,το Rock-100,ως φοιτητης ξεκινησα να αγοραζω δισκους.Πολλους δισκους.Εκει ξοδευα το μηνιατικο μου.Εκει αγορασα και τον πρωτο τζαζ δισκο μου-ηταν το Lush Life του Coltrane.Μετα απο καιρο,"μετακομισα" στην Π.Π.Γερμανου και συγκεκριμενα στο μαγαζι του Γ.Τσακαλιδη το BeBop.Μαλιστα εδω ειχα την χαρα να συναντησω τον Σακη Παπαδημητριου.Ακομα θυμαμαι την μικρη κουβεντα που εκανα μαζι του.Μεγαλη Βδομαδα ηταν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τό'χε πει κι ο ίδιος σε κάτι εκπομπές που έκανε παλιά στην ΕΤ3. Θεσσαλονίκη έχω γυρίσει κι εγώ... Παλιά έβρισκες πράγματα... Τώρα δεν ξέρω τι γίνεται... Έχω να περιπλανηθώ κάμποσα χρόνια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή