Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

ΓΙΟΧΑΝΕΣΜΠΟΥΡΓΚ 70s

Το rock στη Νότια Αφρική στα τέλη του ’60 και στα πρώτα χρόνια του ’70 δεν ήταν ευρέως αποδεκτό· λογικό να το πεις. Αφορούσε μηδαμινούς μαύρους και κάποιους μόνον από τους λευκούς. Η χώρα βρισκόταν σε διαρκή κοινωνική αναταραχή, το απαρτχάιντ δεν άφηνε πολλά περιθώρια για καλλιτεχνικές ωσμώσεις, ενώ δύσκολα, πολύ δύσκολα, κάποιο «όνομα» θα ξεκινούσε από την Αμερική ή την Αγγλία για να εμφανιστεί ζωντανά στη μακρινή χώρα. Όπως γράφει και ο παραγωγός του ραδιοφώνου Leon Economides, στο ένθετο τού άλμπουμ τού Duncan Mackay για το οποίο γράφω πιο κάτω, η μόνη μουσική πληροφόρηση που θα μπορούσε να έχει κάποιος Νοτιοαφρικανός, σ’ ένα επίπεδο πέραν της δισκογραφίας, ήταν το Melody Maker και το NME, τεύχη των οποίων έφθαναν στις μεγάλες πόλεις της χώρας. Αυτό, βεβαίως, δεν εμπόδισε τους εντόπιους μουσικούς να σχηματίσουν τα δικά τους συγκροτήματα, ξεκινώντας από τα fifties, διατρέχοντας, εννοείται, όλες τις επόμενες δεκαετίες. Αν η jazz και τα afro «χρώματα» ήταν προνόμιο των μαύρων κυρίως, το rock ήταν πεδίο δράσης, βασικά, των λευκών· τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του ’70, όταν «μεικτά» γκρουπ θ’ αρχίσει να εμφανίζονται με μεγαλύτερη συχνότητα. Σε προηγούμενο post (http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/harry-poulos-psych-hero-60.html) έγραψα για μερικά από τα πιο σημαντικά γκρουπ της χώρας εκείνη την εποχή (Freedoms Children, Abstract Truth, Otis Waygood), με αφορμή το κείμενο για τον Harry Poulos, τον ελληνικής καταγωγής μουσικό που υπήρξε μέλος τους. Τώρα, θα πω λίγα λόγια παραπάνω για μερικά συγκεκριμένα άλμπουμ τα οποία επανεκδίδει με προσοχή η εταιρία Fresh Music, που έχει για έδρα της το προάστιο Sandton του Johannesburg. Ο Dunkan Mackay ήταν Βρετανός, αλλά είχε βρεθεί στη Νότια Αφρική στα μέσα του ’60. Η “Chimera” [Vertigo, 1974/Fresh Music, 2009] πρέπει να ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη του δουλειά, ένα άλμπουμ που θεωρείται από τα αρτιότερα εκείνης της περιόδου (και όχι μόνο για τη Νότια Αφρική), όσον αφορά στην keyboard music ή το keyboard rock καλύτερα. Ακόμη και ο πιο αδαής, περί αυτού, ακροατής θ’ αναγνωρίσει αμέσως στο παίξιμο τού Mackay τον ήχο του Keith Emerson, προσαρμοσμένον όμως σε μία... “Yes” λογική. Αυτή η «συνύπαρξη», σε συνδυασμό με το πλήρες set πλήκτρων (πιάνο, hammond B3 – απαξιωμένο σχεδόν το ’74 –, ηλεκτρικό πιάνο, clavichord, ARP 2600 και ΑRP Odyssey synthesizers) προσφέρουν στον Mackay όλες τις ανέσεις, ώστε να παρατάξει τους δικούς του (προσπελάσιμους) keyboard-τοίχους, συμπυκνώνοντας σε κομμάτια όπως το 20λεπτο “Song for witches” (ο ίδιος τραγουδά επίσης, ο Gordon Mackay παίζει κι άλλα πλήκτρα συν βιολί, ο Mike Gray ντραμς) όλη την art-rock παράδοση. Η “Chimera” ακροβατώντας συχνά ανάμεσα στο mainstream του είδους και το περισσότερο πειραματικό και «υποχθόνιο» (Gentle Giant, Museo Rosenbach, Ακρίτας φερ’ ειπείν), εξακολουθεί να διατηρεί αναλλοίωτη τη γοητεία της «προοδευτικότητας». Το “Astra” [EMI-Parlophone, 1970/Fresh Music, 2005] των Freedom’s Children κυριαρχεί στις συνειδήσεις όσων γουστάρουν ακαταμάχητο space rock, βουτηγμένο σε ψυχεδελικές θάλασσες. Αυτοί θα το γνωρίζουν· και θα το τιμούν αναλόγως. Για όλους τους υπολοίπους ας πω πως το συγκεκριμένο δεύτερο άλμπουμ των νοτιοαφρικανών rockers (δίχως τον Harry Poulos στη σύνθεσή τους), είναι ένα αυθεντικό acid έργο, που παρήχθη κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες, σε μια χώρα θεωρητικώς αποκομμένη από τον αγγλο-αμερικανικό άξονα (του καλού). Και λέμε «θεωρητικώς» γιατί το όραμα, η όρεξη και το ταλέντο δεν έλειπαν, όπως δεν έλειψε κι ένα καθοριστικό ταξίδι στο Λονδίνο το 1969, όταν οι Freedom’s, ανάμεσα σε άλλα, θα παίξουν στην ίδια σκηνή με τους Pink Floyd, δοκιμάζοντας για πρώτη φορά LSD. To – με τον ελληνικό τίτλο – “Astra” είναι ένα περίτεχνο φουτουριστικό παραμύθι, ένα concept space trip, επηρεασμένο από το «μεγαλύτερο βήμα της ανθρωπότητας» τον Ιούλιο του ’69, πνιγμένο μέσα στα εφέ – πρωτόγονα μεν, τόσο δηλητηριώδη δε –, τα βαρέα παιξίματα, τις ανατριχιαστικές φωνές, τα επικά soli, την ακαταμάχητη ατμόσφαιρα. Με στίχους που άλλοτε εύκολα και άλλοτε δυσκολότερα αποκρυπτογραφούνται – το εισαγωγικό “Aileen” θα μπορούσε να παραπέμπει στην “Aelita”, τη φιλμική βασίλισσα του Άρη, του Σοβιετικού Γιάκοβ Προταζάνοβ, ενώ το “The kid came from Hazareth” μοιάζει βγαλμένο από βιβλίο του Kautsky, με το «παιδί» από τη... Ναζαρέτ, και από τ’ άστρα, να μην κρατάει μαστίγιο, αλλά όπλο! – οι Freedom’s Children όλοι μέσα στη ψυχεδελική παραζάλη φαίνεται να μην ξεχνούν ούτε την αγριότητα του πολέμου (“Medals of bravery”), ούτε την... ιδιότυπη νοτιοαφρικανή «δημοκρατία» τους (“Gentle beasts”, “Tribal fence”). Και δεν είπαμε τίποτα για το “The homecoming”, ίσως το επιβλητικότερο heavy-psych άσμα που χαράκτηκε ποτέ σε δίσκο. Ακούστε το όπως το αποδίδουν στο LP τους "Galactic Vibes" του 1971. Είναι κατώτερη η εκτέλεση από αυτήν του "Astra", όμως η ουσία είναι διακριτή...

Julian Laxton κιθάρες, Ramsay Mackay μπάσο, Gerard Nel πιάνο, harpsichord, Nicolas Martens όργανο, Brian Davidson φωνή, Colin Pratley ντραμς, κρουστά, τα ονόματα των ανθρώπων που άφησαν πίσω τους αυτό το αξεπέραστο άλμπουμ.Οι Abstract Truth υπήρξαν ένα από τα πιο deep-prog συγκροτήματα της Νοτίου Αφρικής. Είχαν πολύ καλή σχέση τόσο με την jazz, όσο με το rock και με τη folk, επιχειρώντας να συνθέσουν τα «τρία σε ένα», μέσα από τα λίγα άλμπουμ που πρόλαβαν να ηχογραφήσουν· βασικά το “Totum” [Uptight] και το “Silver Trees”, ΕΜΙ/ Parlophone], αμφότερα από το 1970. Στο CD-συλλογή της Fresh Music υπό τον τίτλο “Silver Tress & Totum” (2005), ακούμε όλο το “Silver Trees” και τα 7/9 του “Totum”. Ξεκινώντας απ’ αυτό, θα έλεγα πως έχουμε κατά βάσιν ένα ρεπερτόριο αποτελούμενο από jazz ("Coming home baby”, “Work song”, “Summertime”, “Moaning”) και folk standards (το “Oxford town” του Dylan, το “Fat angel” του Donovan, το παραδοσιακό “Scarborough fair”), τα οποία «ροκοποιούνται» με γνώμονα τις prog-psych συνταγές της περιόδου. Ο Sean Bergin κάνει πολύ καλή δουλειά στα σαξόφωνα και το φλάουτο, ενώ η κιθάρα του Ken E Henson παίζει soli με σύνεση, δίχως να... αυτοαναφέρεται. Το 10λεπτο “Fat angel/Work song” είναι ενδεικτικό του κλίματος που δημιουργούν οι Abstract Truth στηριγμένοι σε απλά εκφραστικά μέσα. Στο μεταξύ των δύο LP διάστημα θέση στην μπάντα, ως κιθαρίστας, είχε ο Harry Poulos. Φαίνεται πως η συμβολή του στην ταυτότητά τους υπήρξε αποφασιστική, καθότι στο “Silver Trees” όλα τα κομμάτια είναι και πιο «σίγουρα» και κυρίως δικά τους. Ο ήχος τους προσεγγίζει εκείνον των Βρετανών Skin Alley, έχει συναισθηματική δύναμη και βεβαίως θέματα όπως το φερώνυμο με τον τίτλο του άλμπουμ δείχνουν τη δύναμη των Abstract Truth να οικειοποιούνται «ξένες» προς εκείνους φόρμες, δημιουργώντας καινοφανείς καταστάσεις. Μάλιστα, θα ισχυριζόμουν πως η... δεύτερη πλευρά του LP (τα tracks 5-9) στέκεται τόσο ψηλά, ικανή να συγκριθεί, όσον αφορά στην ποιότητά της, μόνο με τον αφρό του british prog-rock. Δυστυχώς οι χαμένες ταινίες και η «επίπεδη» απόδοση του νέου master, που έγινε από κόπια βινυλίου, εμποδίζουν το καλύτερο... Μάλλον πρέπει ν’ ακούσω την πρόσφατη LP-reissue της γερμανικής Shadoks Music, για να δω μήπως φθάσει στ’ αυτιά μου κάτι παραπάνω... Και να μία ακόμη μεγάλη περίπτωση για το νοτιο-αφρικανικό rock. Οι Hawk ή Jo’Burg Hawk (όπως έγιναν περισσότερο γνωστοί στην Ευρώπη), μία αληθινή afro-rock μπάντα (με λευκούς στην αρχή, αλλά αργότερα και με μαύρους στη σύνθεσή της), που άφησε στο πέρασμά της τρία δυνατά άλμπουμ – με το πρώτο απ’ αυτά, το “African Day” του 1971, τώρα να μας απασχολεί. Αν και κυκλοφορεί από την Fresh Music εδώ και αρκετά χρόνια (σε CD, με bonus tracks), τίποτα δεν εμποδίζει να πούμε λίγα λόγια. Την καλή μουσική, εξάλλου, την ανακαλύπτεις οπουδήποτε, οποτεδήποτε. Σχηματισμένοι στο Johannesburg, στις αρχές των seventies, μπαίνουν στο στούντιο για την ηχογράφηση του “African Day” έχοντας στις τάξεις τους τούς Dave Ornellas φωνή, κιθάρες, κρουστά, Mark “Spook” Kahn κιθάρες, Braam Malherbe ντραμς, Richard Johnson μπάσο και Keith Hutchinson σαξόφωνο, φλάουτο, πιάνο.Κινητήριος μοχλός ήταν ο Ornellas, ο οποίος είχε εντρυφήσει στην τοπική αυτόχθονη κουλτούρα, δίνοντας στίγμα όχι μόνο με στίχους σαν κι αυτούς – “It’s dark and still in the chief’s village protected by the mountains of the great southern regions of Africa./ Drums echo through the village as the first fingers of light paint the sky with the fresh colours of morning, and so the days begins...” – όχι μόνο με τις μουσικές του, που βρίθουν κρουστών, afro φωνητικών και ρυθμολογίας, μα ακόμη και με τη σκηνική εμφάνιση του γκρουπ και τη δική του (ντυμένος, συχνά, με μακρυές πολύχρωμες ρόμπες και με afro coupe). Ζόρια; Από το νοτιοαφρικανικό κράτος της εποχής; Περίπου, αν σκεφθούμε το apartheid κλίμα, με τους Hawk, τουλάχιστον σ’ ένα επίπεδο συμβόλου, να εκπέμπουν σε άλλο μήκος κύματος. Το φερώνυμο 17λεπτο κομμάτι είναι η μεγάλη τους προσφορά – σ’ ένα επίπεδο «στρογγυλεμένου» afro-sound. (Θυμήθηκα το πολύ ωραίο “Letter from Zambia” των Καναδών Mashmakhan που είχε προηγηθεί κατά ένα χρόνο· αν και το κομμάτι των Hawk περνάει από σαράντα κύματα).
Επαφή: http://www.freshmusic.co.za/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου