Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

JAZZ-ROCK και FUSION 10 άλμπουμ με αξία II

Κι εδώ τα επόμενα πέντε LP...6. CHICO HAMILTON – El Exigente (The Demanding One Chico Hamilton) – Flying Dutchman FDS-135 – 1970
Έχω την αίσθηση – θά’θελα να κάνω λάθος – πως ο μέγας ντράμερ Chico Hamilton δεν χαίρει μεγάλης και διαχρονικής εκτίμησης στο «στενό» jazz στρατόπεδο· καλά, για το rock δεν το συζητώ. Μάλλον, γιατί υπήρξε (υπάρχει και σήμερα στα 89 του) ένας πράγματι απρόβλεπτος μουσικός· τουλάχιστον μετά τα μέσα των sixties, όταν άρχισε να φλερτάρει με τον ηλεκτρισμό, το rock, το funk και τις λοιπές... δημοκρατικές δυνάμεις. Το “El Exigente” είναι ένα άλμπουμ (πάντα στην Flying Dutchman του Bob Thiele) το οποίο, αν και σημαντικό, όπως θα επιχειρήσω να δείξω, πέρασε νύχτα... Πιθανώς γι’ αυτό το λόγο να το αλίευσα κι εγώ στο Μοναστηράκι, πριν από μερικά χρόνια, από τις «προσφορές». Πιθανώς γι’ αυτό το λόγο να το προσπερνά και ο Stuart Nicholson στο πολύ καλό βιβλίο του. Ροκάρει στο “El Exigente” ο El Chico, όχι αγρίως, μα σίγουρα τζαζ-ροκικώς. Και «ψυχεδελίζει» θα έλεγα, ακόμη-ακόμη, στην 14λεπτη b-side, με τον κιθαρίστα Bob Mann (αργότερα στους Dreams, και πιο αργότερα στους Mountain, σ’ εκείνο το βρωμερό live στην Osaka!) να λαμβάνει τα σχετικά εύγε. Παράξενο άλμπουμ, ίδιον της φυσιογνωμίας του Hamilton, το “El Exigente” διαθέτει θέματα που λες και ξεπήδησαν από το (άρτι προηγηθέν) άλμπουμ της Liberation Music Orchestra (“I came and saw the beauty of your love”) και άλλα που προβοκάρουν μόνο και μόνο με τους τίτλους τους (το μεταλλικό “Swingin’ on a sitar” – σιτάρ δεν υπάρχει στο άλμπουμ). Ο Hamilton είναι ο «ηγέτης», όμως εκείνος που κερδίζει ίσες εντυπώσεις είναι ο ηλεκτρο-αλτίστας Arnie Lawrence (ψάξτε τον). Α... μην το ξεχάσω. Μπάσο κρατά ο Steve Swallow.7. JEREMY STEIG – Legwork – Solid State SS 18068 – 1970
Αν το φλάουτο στο rock λέγεται “Ian Anderson” και στην jazz “Eric Dolphy” ή “Roland Kirk”, στο jazz-rock έχει επίσης ένα όνομα. Λέγεται “Jeremy Steig”. Εννοώ στο jazz-rock circuit της εποχής, αφού η καριέρα του Steig ξεκίνησε νωρίς στα sixties, καταλήγοντας έως τις μέρες μας. Και μεγάλος παίκτης, με... φυσικές (multiphonics παίξιμο) και στούντιο τεχνικές (διπλές-τριπλές εγγραφές), τις οποίες δούλευε παραλλήλως με τον Roland Kirk, αλλά και «ανοιχτό μυαλό» όσον αφορά στη διάχυσή του σε ποικίλα fusion πεδία, ο Jeremy Steig έδωσε σπουδαία άλμπουμ στην πρώτη περίοδο του είδους, τα οποία εκτιμούνται σήμερα από διαφόρων ομάδων μουσικόφιλους – το “Legwork” π.χ. θεωρείται funky treasure, δίχως να το χαρακτηρίζει κάποια τέτοια σαφή κατεύθυνση. Άλμπουμ πλήρες, όσον αφορά στο κεφάλαιο “Steig”, το “Legwork” δεν είναι εκείνο που θα λέγαμε το κλασικό jazz-rock LP (π.χ. η παρουσία του κιθαρίστα Sam Brown – από την Liberation Music Orchestra – είναι περιοροσμένη σε σόλο), όμως σ’ ένα επίπεδο κλασικού fusion η απόλαυση που παρέχει είναι μεγίστη (το 8λεπτο “Hot head” είναι πλήρως αποκαλυπτικό της προσωπικότητας ενός σπάνιου μουσικού). Γειωμένο το rhythm section των Eddie Gomez μπάσο, Don Alias ντραμς. 8. CHARLES LLOYD – Warm Waters – Kapp KS 3647 – 1971
Είναι πολλοί εκείνοι που θεωρούν το “Warm Waters” ως το χειρότερο άλμπουμ στην μακρόχρονη καριέρα του Charles Lloyd – μην τους πιστεύετε! Ο λόγος; Το γεγονός ότι αποτέλεσε το απόλυτο pop ατόπημά του. Βεβαίως, ο Lloyd φλέρταρε εντόνως στα sixties με τα νεανικά ακροατήρια, που συνέρεαν στο τζαζ φεστιβάλ του Monterey ή στο Fillmore Auditorium, για να τον ακούσουν μαζί με τον Keith Jarrett και τον Jack DeJohnette, όμως θα πρέπει να δεχθούμε πως τα περίφημα άλμπουμ του από εκείνη την εποχή (το “Love-In”, το “Forest Flower”, το “Dream Weaver”) δεν είχαν καμμία σχέση με «ψυχεδέλειες» και τα τοιαύτα. Post-bop έπαιζε ο άνθρωπος, με κάποιες free ή και ολίγες soul εκτροπές. Τα οπτικά εφέ, τα «φάρμακα», ο χώρος (Frisco), η εποχή («καλοκαίρι της αγάπης»), τo κοινό – δεν ήταν αρκετά όλα εκείνα για το μεγάλο προσωπικό του pop boom. Έτσι, έμενε κατά κάποιον τρόπο ένα κενό στη ψυχή αυτού του ιδιαίτερου δημιουργού, το οποίο φάνηκε να γεμίζει αυτομάτως με το “Warm Waters”. Έχοντας δίπλα του τον άσσο κιθαρίστα John Cipollina, τους Beach Boys (Mike Love, Brian Wilson, Carl Wilson, Alan Jardine), τον Dave Mason, τον Billy Cowsill (των Cowsills – τι ωραίος ξεπεσμός!), αλλά και τον ντράμερ James Zitro (από το ρόστερ της ESP-Disk), ο Lloyd εμφανίζεται εδώ «χιπι-οδέστερος» από ποτέ, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που θα μπορούσε με άνεση να πρωταγωνιστεί... τέσσερα καλοκαίρια πριν. Ο ίδιος παίζει φλάουτο, ηλεκτρικό πιάνο, όργανο, τενόρο, πιάνο και τραγουδά(!) με μιαν ελευθερία που ποτέ δεν είχε πριν, την ώρα που η υποχθόνια κιθάρα του «υδράργυρου» Cipollina (“Rusty toy”) σε βγάζει αμέσως από τη δύσκολη θέση... 9. JIM PEPPER – Pepper’s Pow Wow – Embryo SD 731 – 1971
Ινδιάνος στην καταγωγή, από τα γένη των Kaw και Creek, ο Jim Pepper (1941-1992), έκανε κι αυτός τη δική του επανάσταση, παντρεύοντας όχι μόνον την jazz με το rock, αλλά και τα δυο τους με τις μουσικές των native Americans. Έχοντάς τον ήδη συναντήσει ως μέλος των Free Spirits, αλλά και στο team του Larry Coryell στο “Coryell”, είναι σαν να παραδεχόμαστε (να το πράξουμε) πως ο Pepper υπήρξε ουσιαστικός τζαζ-ροκ πρωτοπόρος. Και όντως· το άλμπουμ του “Pepper’s Pow Wow” δεν αφήνει περιθώρια για μισόλογα. Έχοντας στις αποσκευές του (από την εποχή των Everything Is Everything κι εκείνου του άλμπουμ τους στην Vanguard) τον τελετουργικό ινδιάνικο ύμνο “Witchi tai to” (κομμάτι που ετίμησαν πολλοί στη διαδρομή – αναμεσά τους ο Jan Garbarek – και το οποίον, εδώ, ανοίγει το άλμπουμ), ο Jim Pepper κατορθώνει να συγκροτήσει ένα σπάνιας ομορφιάς LP, που μετεωρείται πάνω από το folk, την jazz και το rock, με ίδιο τρόπο.Το native vocal section είναι απίθανο· ο δε συνδυασμός του με τις πενιές του Coryell και τα σαξόφωνα του Pepper (στο “Yon a ho” π.χ.), δημιουργεί ένα πρωτόγνωρο σύμπλεγμα. Υλικό; Κατά βάση πρωτότυπο, πλην των versions των “Senecas (As long as the grass shall grow”) και “Drums”, αμφότερα του Pete La Farge· ενός folkist στον οποίον είχα αφιερώσει ένα παλαιό δισκορυχείον, στο τεύχος 141 του J&T. Jim Pepper φωνή, τενόρο, σοπράνο, κρουστά και ακόμη οι Gib Pepper φωνή, κρουστά, Ravie Pepper φλάουτο, φωνή, κρουστά, Larry Coryell κιθάρα, Tom Grant πιάνο, φωνή, κρουστά, Chuck Rainey, Jerry Jemmott μπάσο, Billy Cobham, Spider Rice ντραμς... ως πνεύματα προγόνων. 10. FRIENDS – Friends – Oblivion od.3 – 1973
Το άλμπουμ των Friends το αγόρασα κάποτε (στο Μοναστηράκι) για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί είχα βρεθεί μπροστά στη βρετανική του έκδοση από το ’75 στην Caroline/Virgin (ένα label που υπολήπτομαι) – το original ήταν από το ’73 – και δεύτερον γιατί συμμετείχε στους Φίλους ο John Abercrombie. Αν και γνώριζα το «ποιόν» του καλού κιθαριστή από την εποχή των Dreams και βεβαίως, από το «ταίριασμά» του με την ECM, εντούτοις «έπεσα έξω» όταν πρωτόεβαλα το δίσκο στο πικ-άπ. Δεν ήταν ούτε το ένα (γνήσιο proto-fusion), ούτε το άλλο (ήχος ECM). Επρόκειτο για ένα βαρύ, compact τζαζ-ροκικό παραλήρημα, με θαυμάσια αυτοσχεδιαστική προσέγγιση μέσω των soli της κιθάρας (κοντά στο στυλ του άσσου βρετανού guitar-man Οllie Halsall) και των ηλεκτρο-σαξοφώνων του Marc Cohen, την ώρα που το ρυθμικό τμήμα (Jeff Williams ντραμς, Clint Houston μπάσο) συνόδευε σε... κλωτσοπατινάδα. Το 13λεπτο “Loose tune” είναι καταπληκτικό κομμάτι, με τον Aber θυελλώδη όσο ποτέ. Αλλά και το "5/8 tune" δεν υπολείπεται...

2 σχόλια:

  1. Αλμπουμαρες διαλεξες Φώντα!Ενα κ ενα!Θα μπορουσαμε να πουμε και πολλά άλλα,αλλά αυτό ισχύει πάντα...Γουστάρω τρελα Jeremy Steig!Παρεπιπτόντως πηρα πρόσφατα το "Jeremy and the Satyrs" και μου θυμισε κατι το πρώτο τραγούδι "In the world of glass teardrops".Συνειδητοποίησα λίγο αργότερα ότι ειναι το θέμα που χρησιμοποιούν oi Sweet smoke για να ανοίξουν to jam Baby Night στο Just a Poke.
    Θοδωρής

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Γειά σου Θοδωρή. Σίγουρα οι δεκάδες μπορεί να είναι... δεκάδες, αφού jazz-rock έπαιξε όλος ο κόσμος στην κυριολεξία - ιδίως στα seventies. Έχεις δίκιο για το άλλο που λες. Μέλη των Sweet Smoke ήταν Αμερικανοί απ' όσο θυμάμαι (ήταν κανένας τους Γερμανός; - τώρα δεν μπορώ να το ψάξω) και πιθανώς να είχαν ακούσει το κομμάτι των Jeremy & The Satyrs ήδη από την πατρίδα τους. Πάντως, σε κάθε περίπτωση μιλάμε για... δάνειο. Για να το πούμε ευγενικά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή