Δευτέρα, 19 Απριλίου 2010

GEORGE MELACHRINO μικρές μουσικές, για μεγάλες νύστες

Στην προσπάθεια να εισχωρήσω όσο γίνεται βαθύτερα στον πυρήνα της pop music, ανασύρω από τη σχετική λήθη έναν πραγματικά πρωτοπόρο μουσικό. Τον George Melachrino (1909;-1965). Πρωτοπόρο, όχι γιατί παρουσίασε κάποια προχωρημένη φόρμα, ούτε γιατί καινοτόμησε επί των ηχοπλοκών. Απλώς, ο άνθρωπος, είχε τη φαεινή ιδέα πρώτος αυτός – ή έστω από τους πρώτους – να παράξει μουσική προς χρήση και μάλιστα να αναγράψει κάτι τέτοιο, σαφώς, στα εξώφυλλα των δίσκων του. Μπορεί να φανεί υπερβολικό αυτό που θα πω, αλλά είναι έτσι ακριβώς. Δεν μπορεί να ακουστεί πουθενά αλλού με κάποιο νόημα το “Music for Dining” της Melachrino Strings and Orchestra, παρ’ εκτός ενός καλού εστιατορίου.Έτσι, ίσως για πρώτη φορά, η μουσική παύει να αξιολογείται με όρους γούστου «μ’ αρέσει - δε μ’ αρέσει», αλλά με όρους χρήσης. Κατεβαίνει καλύτερα το pate de foie gras ακούγοντας ένα ξεπλυμένο “September song”, ναι ή όχι; Αυτό είναι το ερώτημα.
Προσωπικώς, βρίσκω πολύ ενδιαφέρουσα – όχι μόνον ως γραφιάς, μα συχνά και ως ακροατής – αυτήν τη χρηστική αντίληψη για τον ήχο, που ισοπεδώνει τις μεγαλοστομίες περί Τέχνης, τοποθετώντας τη μουσική σε βάσεις καθημερινότητας. Ο Ιάννης Ξενάκης στο βιβλίο «Κείμενα περί μουσικής και αρχιτεκτονικής» [εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 2001] γράφει επί λέξει: «Αληθινή μουσική υπάρχει όπου βρίσκεται και κάποιο μήνυμα, είτε αισθητικό, είτε συναισθηματικό ή σκέψης.(…) Ο ίδιος άνθρωπος διαλέγει την κατάλληλη μουσική ανάλογα με τις ανάγκες του. Συνήθως όταν χορεύω, προτιμώ να μην σκέφτομαι. Και όταν σκέφτομαι προτιμώ να μην χορεύω». Αυτές οι απόψεις για τον ήχο, που μπορεί να είναι τόσο παλιές όσο και η Ιστορία, απέκτησαν άλλη διάσταση, ακόμη πιο κυριολεκτική, μέσα στην pop της space-age, τη δεκαετία δηλαδή 1954-1964, η αρχή της οποίας τοποθετείται στην αυγή του χαϊφιντελισμού και το τέλος της τη χρονιά κατά την οποίαν οι Beatles πάτησαν πόδι στην Αμερική. Είναι η εποχή των μεγάλων τεχνολογικών επιτευγμάτων όσον αφορά στην αναπαραγωγή του ήχου (stereo) και κατ’ επέκταση η προσπάθεια των μαέστρων της εποχής να εκμεταλλευτούν τις νέες δυνατότητες εγγραφής που παρείχαν τα δύο κανάλια, δημιουργώντας πρωτόγνωρες ηχητικές ταπετσαρίες. Ίσως δεν είναι λάθος αν υποστηρίξω πως κάθε απόπειρα της τεχνολογίας-αιχμή της περιόδου να ξεπεράσει την ανθρώπινη κλίμακα (κυρίως αναφέρομαι στα προγράμματα της NASA) εύρισκε πρόσφορο έδαφος εφαρμογής στη βιομηχανία του ήχου. Αυτό το ξεπέταγμα της τεχνικής στα mid-fifties, που θα μπορούσε να συγκριθεί ενδεχομένως με τη διαδικτυακή ζούρλα του καιρού μας, ήταν ο βασικός λόγος των πρώτων αστικών σοκ και συγχρόνως της άμεσης ανάγκης να επινοηθούν τρόποι χαλάρωσης από το κουραστικό κάθε μέρα. Πολύ πριν τον αναχωρητισμό, που υποβοήθησε δια της φόρμας του ένα κομμάτι του rock (όρα "καλοκαίρι της αγάπης" και την από 'κει και κάτω... εμπορευματική εκδοχή του κινήματος των hippies) προσανατολισμένο σφόδρα σε ό,τι χαρακτηρίζουμε, έτσι γενικώς, ως «νεανική κουλτούρα», οι λιγότερο νέοι της αμέσως προηγούμενης γενιάς, συνήθως μεσοαστοί με κάποια χρήματα, που μπορούσε να έχουν ακριβό αυτοκίνητο και να τρώνε έξω τα βράδυα μετά από μια κοπιαστική μέρα, "ταξίδευαν" και μέσω της μουσικής ακούγοντας Esquivel, Martin Denny, ή άλμπουμ όπως το “Music for Relaxation” του George Melachrino (απίστευτος τίτλος για άλμπουμ του ’58!). Βεβαίως, ο ελληνικής καταγωγής μαέστρος δεν υπήρξε τέκνο της space-age (ήταν ήδη 50άρης, όταν έφτιαχνε τα “Moods in Music”), απλώς κατόρθωσε να παγιδεύσει κάτι πολύ σοβαρό από το πνεύμα της. Ο George Miltiades Melachrino γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1909 από έλληνα πατέρα (καπνοβιομήχανος) και αγγλίδα(;) μητέρα. Από πολύ μικρός ασχολήθηκε με το βιολί και στα 13 του πια, το 1922, ήταν έτοιμος για την πρώτη δημόσια εμφάνισή του. Τρία χρόνια αργότερα εγγράφεται στο Trinity College of Music και διακρίνεται εκεί για τη δουλειά του στα έγχορδα. Συγχρόνως ανακαλύπτει πως έχει και φωνητικό μέταλλο, μπαίνοντας νεότατος το 1927 στο στούντιο του BBC για ακρόαση. Χειριζόμενος ήδη αρκετά όργανα (κλαρινέτο, άλτο, τενόρο, βιολί, βιόλα) και βεβαίως τραγουδώντας, ο Melachrino θα γίνει σύντομα περιζήτητος στα κλαμπ παίζοντας και ηχογραφώντας με τα μεγαλύτερα ονόματα της jazz σκηνής της εποχής, αρχής γενομένης το 1926 (πιθανώς η πρώτη δισκογραφική εμφάνισή του ήταν με τους Geoffrey Gelder and His Kettner’s Five). Οι συνεργασίες του περιελάμβαναν gigs μετά των Harry Hudson, Jack Jackson, Van Phillips, Rudy Starita, Jay Wilbur, Marius B. Winter και Carroll Gibbons, μεγάλα ονόματα, γενικώς, της βρετανικής προπολεμικής διασκέδασης. Ο Gibbons, δε, τον ανέδειξε σε σταρ, κυρίως λόγω των φωνητικών ντουέτων του με την Anne Lenner. Το 1939, στα τριάντα του, ήταν κιόλας leader δικής του ορχήστρας με σταθερή παρουσία στο λονδρέζικο Café de Paris. Παρ’ ότι ο πόλεμος υπήρξε ανασταλτικός παράγων της καριέρας του – στους βομβαρδισμούς του Λονδίνου φαίνεται να σκοτώθηκαν η γυναίκα του και οι δύο του γιοί – ο Melachrino θα εμπλακεί, ως bandleader, με την διασκέδαση των στρατευμένων Βρετανών στην ηπειρωτική Ευρώπη, έχοντας για πρώτη φορά τη δυνατότητα να παρουσιάσει τις μουσικές του με πολυμελείς ορχήστρες, όπως η Allied Expeditionary Forces· μπάντα που θα αποτελούσε έκτοτε τη βάση της Melachrino Strings and Orchestra, με την οποία θα κατακτούσε τον κόσμο και στη Νέα Γη, τα προσεχή 20 χρόνια.
Στο αμέσως μετά το Δεύτερο Πόλεμο διάστημα και μέχρι το 1958, όταν θα κυκλοφορήσουν, στην Αμερική πια, τα “Moods In Music”, ο George Melachrino θα ηχογραφήσει γύρω στους 100(!) δίσκους 78 στροφών – και μέχρι το πέρας της καριέρας του περισσότερα από 50(!) LP – παρουσιάζοντας τις… string απόψεις του, για όλη την pop της περιόδου· από Kurt Weill και Ernesto Lecuona, μέχρι jazz στάνταρντ και cine-scores. Σε μιαν εποχή μάλιστα (1956), κατά την οποίαν η επιρροή του στη βρετανική σκηνή είχε αρχίσει να φθίνει, θα γνωρίσει και μία είσοδο στο Top 50 με το “Autumn concerto” (παρέμεινε ένα μήνα στον κατάλογο, φθάνοντας μέχρι τη θέση 18). Ο Melachrino θεωρούσε πως η μοντέρνα επιστήμη (του καιρού του) ευνοούσε την ύπαρξη μιας μουσικής, που ν’ ακούγεται σαν χαλί, όσην ώρα θα έκανες κάτι περισσότερο σημαντικό. Ήθελε δηλαδή να δημιουργήσει έναν ηχητικό χυλό, χωρίς εξάρσεις, χωρίς καμία συναισθηματική ή καλλιτεχνική φόρτιση, που να μην διακόπτει οποιαδήποτε άλλη ταυτόχρονη εργασία, απλώς, μόνον, να... αρωματίζει το χώρο. Έτσι κάπως θα προβεί στην ηχογράφηση των “Moods in Music”, οι οποίες σε πρώτη φάση περιελάμβαναν τους εξής τίτλους: Music for Dining, Music for Relaxation, Music for Reading, Music for Daydreaming και Music for Courage and Inspiration – απίστευτοι hip τίτλοι, που προαναγγέλουν, ασυζητητί, όλην τη lounge ή new-age ονοματολογία, 30-40 χρόνια αργότερα. Στο “Music for Dining” είναι εντυπωσιακό αυτό που έγραψα στην αρχή. Η μουσική, που συνοδεύει ένα πλήρες δείπνο, από το aperitif μέχρι τη… χώνεψη, δεν έχει καμία συναισθηματική ή αισθητική αξία. Πρόκειται για μία ρέουσα μελωδία, χωρίς εξάρσεις, με βαθιά strings, που δεν προκαλεί απολύτως τίποτα. Το επίτευγμα του Melachrino είναι ότι κατορθώνει να αποφλοιώσει εντελώς κομμάτια όπως το “September song” του Kurt Weill ή το “Legend of the glass mountain” του Nino Rota, επιτυγχάνοντας ό,τι ακριβώς το κυρίως σώμα της new-age. Μία ηχητική πλαδαρότητα ανομολόγητης ευτέλειας. Εκεί όμως όπου φαίνεται η original αξία του μαέστρου μας ως «κατασκευαστή ατμόσφαιρας» είναι στο πολύ επιτυχημένο, εμπορικώς, άλμπουμ από την ίδια χρονιά (1958) “Music for Relaxation”. Τα λόγια κάποιου Ferris Benda στο οπισθόφυλλο θα μπορούσε να αφορούν στους πάσης φύσεως μετακινούμενους της εποχής, τον λεγόμενο «παγκόσμιο πολίτη». «Είναι ώρα για relax. Άφησε κατά μέρος τον ήχο των φρένων στους αυτοκινητοδρόμους, τον βόμβο των αεροπλάνων μέσα στο κεφάλι σου, τον θόρυβο των τρένων πάνω στις ράγες. Ήρθε η στιγμή να χαλαρώσεις». Ο Melachrino επενδύοντας σ’ ένα set κλασικών (“Autumn leaves”, “Stardust”, “Moonlight serenade”) και λιγότερο κλασικών μελωδιών, αφαιρεί κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να προκαλέσει την… εγρήγορση του ακροατή, βυθίζοντάς τον, ψυχή τε και σώματι, στην πολυθρόνα του. Μικρή μουσική, για μεγάλες νύστες. Βλέποντας την επιτυχία που είχαν στην Αμερική τα πρώτα “Moods in Music”, ο George Melachrino αποφασίζει να συνεχίσει τις σχετικές παραγωγές, δίνοντας νέους απίθανους τίτλους: Music to Help you Sleep, Music for Two People, Music to Work or Study, Music for the Nostalgic Traveller, αλλά και More Music for Dining, για όσους δεν πρόλαβαν να καταβροχθίσουν… lobster mayonnaise με την κατάλληλη μούζικα.
Στις αρχές του ’60 και έως το 1964, ένα νέο παράλληλο project θα δώσει νέα ώθηση στην Melachrino Strings and Orchestra. Ήταν μια σειρά από άλμπουμ-διασκευές αφιερωμένα στους μεγάλους συνθέτες του Hollywood ή της Tin Pan Alley, στα οποία ο βρετανός, ελληνικής καταγωγής, μαέστρος, θα κατέθετε όλον τον μελοδραματισμό του: The Waltzes of Irving Berlin, The Music of Rodgers and Hammerstein, The Music of Jerome Kern, The Music of Victor Herbert, The Music of Sigmund Romberg, The Ballads of Irving Berlin και πάει λέγοντας. Προσεγμένες οπωσδήποτε παραγωγές οι οποίες μάλλον ηχογραφούνταν στην Αγγλία, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια τη γνωστή υπερατλαντική πορεία.
Ο George Melachrino θα βρει απροσδόκητο θάνατο στην μπανιέρα του, την 18η Ιουνίου 1965. Τον πήρε ο ύπνος, ενώ χαλάρωνε, και πνίγηκε. Και για να κάνω λίγο μαύρο χιούμορ. Κανείς δεν έμαθε ποτέ μήπως άκουγε τη μουσική του…Πηγές:
1. Dylan Jones, Easy!- The Lexicon of Lounge [Pavilion Books, London, 1997]
2. Βιογραφικά στοιχεία από το κείμενο του David Ades, booklet στο CD της Vocalion “Melachrino, His Orchestra & Strings: Cascade of Stars” του 2001
3. The Wire, issue 233, 7/2003, “Stereo and the Space Age”
4.
www.spaceagepop.com

2 σχόλια: