Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

RAYMOND SCOTT στο cockpit των ονείρων

Κλασική περίπτωση. Ενόσω ζούσε ο Raymond Scott (1908-1994) κανένας DJ, κανένας αρθρογράφος, σε κανένα έντυπο (λες;) δεν ασχολήθηκε σοβαρά μαζί του. Άπαξ και… αναχώρησε, όλοι άρχισαν να μιλούν για τον πατέρα του home studio, τον άρχοντα της electronica. Είναι έτσι ακριβώς. Πρωτοδιάβασα για τον Raymond Scott στο βρετανικό περιοδικό Mojo, issue 61, τον Δεκέμβριο του 1998. Ήταν η εποχή που τ’ όνομά του άρχιζε να γίνεται γνωστό στην Ευρώπη (στην Αμερική τον ήξεραν, όσοι τον ήξεραν) απασχολώντας ευρύτατα το χώρο της dance culture. Λεπτομέρειες δεν γνωρίζω, κι ούτε έχει ιδιαίτερη αξία το να ψάξω να βρω, αφού τα πιο σημαντικά απ’ όλα, στην ιστορία αυτή της ανακάλυψης, είναι πρόδηλα. Η χώρα που επανέφερε στην επικαιρότητα το έργο του πιονιέρου της… εφηρμοσμένης ηλεκτρονικής, της electronica δηλαδή, ήταν η Ολλανδία, το όνομα του ανθρώπου που κίνησε τα νήματα ήταν Gert-Jan Blom και η εταιρεία που πρωτοστάτησε στην επανέκδοση αυτού του έργου ήταν η, επίσης ολλανδική, Basta. Τέλος, από την Ολλανδία, ως ένθετο στο περιοδικό-βιβλίο Badaboom Gramophone (issue number 5/2001) παρέλαβα κάποια στιγμή και το σχετικό, ανάλογο tribute από νέα ονόματα του χώρου. Όλα, λοιπόν, μπήκαν στη σειρά, προκειμένου να διαβάσετε ό,τι ακολουθεί. Οι φίλοι της προπολεμικής jazz, του swing ούτως ειπείν, πιθανώς να γνωρίζουν το όνομα του Raymond Scott, μέσω του συγκροτήματός του Quintette, το οποίο διέπρεψε στην τριετία 1937-1939. Επρόκειτο για ένα σχήμα, που παρουσίαζε ένα λίγο… αλλόκοτο swing· κατανοητό, όσο, από τους τίτλους των συνθέσεων (“Powerhouse”, “Toy trumpet”, “Dinner music for a pack of hungry cannibals”, “New year’s eve in a haunted house” κ.λπ.). Τίτλοι που παρέπεμπαν άλλοτε σε cartoons (δείχνοντας την μόνιμη αγάπη του Scott για το είδος, το οποίο θα υπηρετούσε στην πορεία δεόντως) και άλλοτε σε θρίλερ του κιλού, που είχαν πάντα ιδιαίτερη πέραση στην Αμερική του ’30, αλλά και του ’50. Οι Quintette δεν διαμόρφωσαν μόνο, στο πλαίσιο του δυνατού, καινούρια ακροατήρια, αλλά επέδρασαν καταλυτικώς και στην ψυχοσύνθεση διαφόρων μουσικών, προσανατολίζοντάς τους προς μία jazz περιπαικτική, σφόδρα προσανατολισμένη προς την εφαρμογή. Όχι, τυχαίως, σε μια συνέντευξή του στο Down Beat και σε ανύποπτο χρόνo (18/3/1971) ο Art Blakey είχε αποκαλύψει πως συνθέσεις του Raymond Scott, όπως το “Powerhouse”, είχαν επιδράσει αποφασιστικώς στα γούστα του, ώστε ν’ αφήσει το πιάνο με το οποίο ασχολείτο μέχρι τότε (late thirties) προκειμένου να καταπιαστεί με τα ντραμς. Ο Scott, από ’κείνη την εποχή ήδη, είχε αρχίσει ν’ αναπτύσσει την ιδιαίτερη σχέση του με την τεχνολογία, κυρίως γιατί τον απασχολούσε το… πώς ήταν δυνατόν να καταγράφονται κάποιοι ήχοι από τα μικρόφωνα, δίχως ν’ ακούγονται ταυτοχρόνως από το ανθρώπινο αυτί. Οι εμμονές του πάνω στην τιθάσευση της ηχογράφησης είχαν γίνει ένα με τη ζωή του, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να τον κάνουν αντικοινωνικό σχεδόν. Όπως ανακαλεί ο ντράμερ του Κουιντέτου Johnny Williams: «μόνον εμείς είχαμε ονόματα – όλα τ’ άλλα για ’κείνον ήταν μηχανές». Αυτή η περίοδος δράσης του Raymond Scott καταγράφεται όπως πρέπει στο CD “Reckless Nights and Turkish Twilights – The Music of Raymond Scott” της ολλανδικής Basta. Σ’ αυτές ακριβώς τις μουσικές πάτησε ο Gert-Jan Blom, με το Beau Hunks Sextett κι έδωσε τρία tributes CD (“Celebration on the Planet Mars”, “Manhattan Minuet”, “The Chesterfield Arrangements”) πριν από κάποια χρόνια, ενώ ανάμεσα στους δεκάδες μουσικούς που ερμήνευσαν το ρεπερτόριο του Κουιντέτου στην πορεία, θα πρέπει οπωσδήποτε να ξεχωρίσω την περίπτωση του Don Byron, ο οποίος στο “Bug Music” [Elektra/ Nonesuch, 1996] διασκέυασε 6 συνθέσεις του Raymond Scott. Το 1941 η Warner Bros παίρνει την άδεια, ώστε να χρησιμοποιήσει τις μουσικές του Scott στην άρτι αναπτυσσόμενη cartoon βιομηχανία της. Έτσι, ο music director της εταιρίας Carl Stalling θα ντύσει ουκ ολίγα επεισόδια του Bugs Bunny ή του Daffy Duck, στις σειρές Merrie Melodies/ Looney Toones, κάνοντας ένα είδος sampling πάνω στην εκρηκτική jazz του κουιντέτου. Το 1946 υπήρξε μία καθοριστική χρονιά για τον Raymond Scott, αφού ίδρυσε την Manhattan Research Inc. στην Oakdale του Long Island, την «καμπίνα των ονείρων» δηλαδή, την εταιρία/ εργαστήριο/ home-studio μέσα στην οποία θα περνούσε, έκτοτε, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Για την ηλεκτρονική μουσική (ή, εν πάση περιπτώσει, για τα προστάδια διαχείρισης των ήχων της) πριν το 1965 θα μπορούσε να τεθούν τρεις πολύ συγκεκριμένες περίοδοι. Η πρώτη, που αφορά σε ό,τι συνέβη πριν από την ανακάλυψη της μαγνητοταινίας, εκεί γύρω στο 1950 (εδώ θα μπορούσε ν’ ανήκουν – δεκτές οι αντιρρήσεις – ο Erik Satie, ο George Antheil, ο John Cage, ο Pierre Schaeffer και διάφοροι άλλοι), η δεύτερη που αναπτύσσεται μέσα στα έτη 1950-1957 (το τέλος της συμπίπτει με την εμφάνιση του όρου “computer music”) και η τρίτη από το 1957 έως τα μέσα της δεκαετίας του ’60, χονδρικώς, όταν ο Morton Subotnic, ο Wendy Carlos και άλλοι άρχισαν να πειραματίζονται με το ηλεκτροδυναμικά ελεγχόμενο synthesizer. Ο κύριος όγκος της ηλεκτρονικής μουσικής που είχε παραχθεί όλα αυτά τα χρόνια ήταν ή ακαταλαβίστικη – δεν είναι υποτιμητικός ο όρος – ή αστεία, όταν προσπαθούσε να μιμηθεί διαφόρους φυσικούς ήχους. Ο Scott ήταν ο πρώτος που διείδε στην ηλεκτρονική μουσική μιαν αυτοτέλεια, που θα είχε όμως άμεση εφαρμογή. Δεν θα ήταν ούτε δύσκολη για το αυτί, ούτε εύκολη στη φιλοσοφία και την κατασκευή της, έχοντας όμως απροκάλυπτη χρηστική αξία.
Προς αυτήν την κατεύθυνση ο Scott οδηγήθηκε εξ αιτίας της απαράμιλλης εφευρετικότητάς του. Της ικανότητάς του δηλαδή να κατασκευάζει διάφορες ηλεκτρονικές μικροσυσκευές, που μπορούσε ν’ αναπαράγουν π.χ. κουδούνισμα τηλεφώνου, καμπανάκι πόρτας, σειρήνες πυροσβεστικών οχημάτων, περιπολικών ή ασθενοφόρων. Μάλιστα, ήδη από τη δεκαετία του ’50, είχε εκπονήσει ένα σύστημα αυτόματου σκαναρίσματος σταθμών στη ραδιοφωνική μπάντα· ό,τι κάνουν δηλαδή τα σημερινά ραδιόφωνα. Ακόμη, είχε φτιάξει ένα ξυπνητήρι που μίλαγε – έπαιζε playback δηλαδή κάποιο μήνυμα –, ηλεκτρονικό ημερολόγιο, ηλεκτρονική τσιγαροθήκη, ενώ προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχε μοντάρει κι ένα είδος fax! Όπως σχολίαζε αργότερα ένας φίλος του: «του ήταν άχρηστο, αφού δεν είχε κανείς άλλος κάτι παρόμοιο για να του στείλει».
Ο Scott με τις ευρεσιτεχνίες του λειτουργούσε κάπως σαν πατέρας προς παιδί. Δηλαδή δεν ενδιαφερόταν ούτε να βγάλει λεφτά, ούτε να τις πατεντάρει. Γι’ αυτόν ήταν απλώς τα παρεπόμενα των ερευνών του πάνω στην ηλεκτρονική μουσική και στην ατέρμονη προσπάθειά του να φτιάξει νέα μηχανήματα επεξεργασίας και παραγωγής ήχων. Ανάμεσα σ’ αυτά που επινόησε περίοπτη θέση έχουν: το Clavinox, ένα φορητό keyboard σχεδιασμένο να μιμείται τον ήχο της θερεμίνης και το Electronium (ή Scottorium) ένας πολυφωνικός sequencer, ένα μηχάνημα δηλαδή που μπορούσε να καταγράφει διάφορα στάδια μιας μουσικής εκτέλεσης (νότες, διάρκειες, αλλαγές, tempo…), να αποθηκεύει αυτές τις πληροφορίες και να τις στέλνει σε άλλα ηλεκτρονικά όργανα, ώστε να τις αναπαράγουν βάσει προγράμματος. Επισήμως και σε κάποια ολοκληρωμένη μορφή, εκείνη την εποχή (1963/64) οι προσπάθειες του Scott για τη δημιουργία μιας απαιτητικής… electronica φάνηκαν στην τριάδα των άλμπουμ “Soothing Sounds for Baby”, που κυκλοφόρησαν από την Epic. Ήταν τρία LP ηλεκτρονικής μουσικής ειδικώς φτιαγμένα για μωρά(!) έως έξι, έως δώδεκα και έως δέκα οκτώ μηνών αντιστοίχως, τα οποία μπορεί να προξένησαν μεγάλη εντύπωση όταν βγήκαν (δεκαετίες αργότερα επιχείρησαν στο χώρο διάφοροι ατάλαντοι), όμως δεν είχαν ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία. Περιττό να πω πως αυτά τα τρία άλμπουμ επενεκδόθηκαν το 1997 από την Basta σε CD-πακέτο (βρίσκονταν όμως και μεμονωμένα) για να γίνουν, αμέσως, ανάρπαστα. Στην ουσία, ήταν αυτά που μετέτρεψαν εν μία νυκτί τον Raymond Scott από… υπηρέτη σε βασιλιά της electronica. Και όμως η μεγάλη έκπληξη δεν είχε ακόμη συντελεστεί. Ο Scott βιοποριζόταν έως τα μέσα του ’50 μέσω κάποιας string ορχήστρας, που ηχογραφούσε easy music της εποχής για διάφορα labels (Coral, Everest κ.ά.). Όμως από το 1957(;) και μέχρι τα τέλη των sixties, μπήκε για τα καλά στο χώρο της διαφήμισης, φτιάχνοντας εκατοντάδες jingles για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Ένα μέρος αυτής της δουλειάς, που είναι τεράστια σε όγκο και η οποία παγιδεύει τη μουσική ιδιοφυία του, συγκεντρώθηκε για πρώτη φορά το 2000 από τον Gert-Jan Blom και την Basta σ’ ένα απίστευτης αγάπης διπλό CD (κλεισμένο σε hardback εξώφυλλο βιβλίου 144 σελίδων!), που περιελάμβανε 69 electro εφαρμογές του Raymond Scott, όλες μεταξύ των ετών 1953 και 1969, με το κύριο βάρος να πέφτει στη δεκαετία του ’60· αναφέρομαι, φυσικά, στο “Manhattan Research Inc.”. Τι να πρωτοδιαλέξω από ’δω, και τι να πρωτοσχολιάσω... Μουσικές και ήχοι για τα spots της… ΔΕΗ της Βαλτιμόρης, για καθαριστικά κουζίνας, για φαρμακευτικές σταγόνες κατά του βήχα, για τον Nes Café, για την General Motors, για ταινίες του Jim Henson (Muppet Show) ή για να προωθήσουν… μπαταρίες αυτοκινήτων κι άλλες ανάλογες εφαρμογές, περασμένα όλες (οι μουσικές) μέσα από τα δικά του όργανα· το Clavinox, την Circle Machine, την Bass Line Generator, την Rhythm Generator, το Karloff, το Electronium. Ακούγοντας το “Manhattan Research Inc.” έχεις την αίσθηση πως κάθε ηλεκτρονικό bleep είχε πρωτοπαρασκευαστεί από τον Scott, χρόνια πριν το ακούσουμε οπουδήποτε αλλού, μετά από 2, 3 ή και 4 δεκαετίες. Ολίγα δείγματα. Το “Lightworks”, ένα τραγούδι με την τότε σύζυγό του Dorothy Collins γραμμένο για την φερώνυμη εταιρία καλλυντικών στις αρχές του ’60, μοιάζει σαν να έχει ξεπηδήσει από κάποιο session των Human League. Το “B.C. 1675” γραμμένο για την Gillette το 1957, φέρνει στο νου τους Can ή το industrial-electro της δεκαετίας του ’80. Το “Limbo: The organized mind”, score για τη φερώνυμη ταινία του Jim Henson με ήρωα τον γομοκέφαλο Limbo, είναι ένα απολαυστικό electro-concrete, όπως εκείνα του Pierre Henry ή του Francois Bayle. Το “Backwards overloaded”, με διάρκεια 6:04, ανακαλεί στη μνήμη μου τους Neu! κι ας προέρχεται από το 1968, το δε “The rhythm modulator”, από το 1955, άφησε άφωνο τον Robert Moog, τον γνωστό εφευρέτη του moog synthesizer, όταν ο τελευταίος επισκέφθηκε τον Scott στο εργαστήριό του εκείνη την εποχή. Τα λόγια του Moog, όταν ανακάλεσε στη μνήμη του την επίδειξη των ικανοτήτων του ηλεκτρο-μηχανικού sequencer Rhythm Modulator είναι χαρακτηριστικά: «Ολοφάνερα, κανείς δεν θα μπορούσε να φτιάξει κάτι τέτοιο εκείνα τα χρόνια. Θα του πήρε πολλά λεφτά, πολύ φαντασία και πολύ τρέλα επίσης». Ακόμη, το “Electronic Αudio Logos Inc.” από το 1959, με τις παραμορφωμένες ανθρώπινες φωνές, θα μπορούσε να αφαιρέσει κάτι από τη δόξα των Kraftwerk φερ’ ειπείν, ενώ εντυπωσιακά ηχεί το “When will it end?” από το 1968-69, όλο περασμένο μέσα από το Electronium – ένα όργανο που εντυπωσίασε τον Berry Gordy της Motown. Αποτέλεσμα; Να δουλέψει ο Raymond Scott στη Motown από το 1972 έως το 1977, ως Director of Research and Development. Μάλλον χαμένος χρόνος, αφού, όπως σημειώνει ο Gert-Jan Blom, τον Gordy, τότε, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν το να κάνει σταρ του σινεμά την Diana Ross και τίποτ’ άλλο. Στην ιστορία μας, που την άγγιξα εξ απαλών ονύχων, κάπου μπαίνει ένα τέλος. Ο Raymond Scott θα πεθάνει το 1994, σε ηλικία 86 ετών, εντελώς ξεχασμένος. Και όπως συμβαίνει σε δεκάδες περιπτώσεις η δικαίωση θα έρθει μετά θάνατον. Εξάλλου, όσο ζούσε, δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να προβάλλει ο ίδιος τη δουλειά του, δεν έδινε συνεντεύξεις, ούτε εξηγούσε πολλά-πολλά – ποιος θα καταλάβαινε έτσι κι αλλιώς; Μάλιστα, όπως αφηγείται η τελευταία σύζυγός του Mitzi Scott, σπανίως έβγαινε από το εργαστήριο και μόνο, με ευχαρίστηση, για ν’ αγοράσει κάτι, που δεν μπορούσε ο ίδιος να κατασκευάσει. Όλα άρχιζαν και τελείωναν γι’ αυτόν στο cockpit των ονείρων…
(Πρώτη δημοσίσευση J&T, τεύχος 141, 12/2004 - εδώ, με το απαραίτητο ρετουσάρισμα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου