Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

ΔΙΣΚΟΙ SONORAMA I

Το 1969 ένας από τους σημαντικότερους χαμοντίστες στην πρώην Δυτική Γερμανία ο Ingfried Hoffmann ηχογραφεί το “Soul Club”, ένα επισκιασμένο low-budget LP αυθεντικού groovy sound. Πρωτο-κυκλοφορημένο για την Sunset, το φθηνιάρικο label της Liberty, υπογραφόταν από ένα περιστασιακό γκρουπ, τους Μemphis Black, leader του οποίου ήταν φυσικά ο Hoffmann. Παρότι η παραγωγή ήταν οικονομική, εντούτοις ήταν πολύ προσεγμένη ελέω Siegfried E. Loch (το σημερινό αφεντικό της ACT), βγάζοντας ένα ωραίο ‘Stax’ αίσθημα. Οι συνθέσεις, αν και ήταν μοιρασμένες ανάμεσα σε πρωτότυπες του Hoffmann και αμερικανικές (“Stagger Lee”, “Hey Joe”, “Soul man” του Isaac Hayes, “I’m a midnight mover” των Pickett/ Womack...), εμφάνιζαν απόλυτη ενότητα, λες και ήταν όλες φτιαγμένες από το ίδιο πρόσωπο. Η δουλειά της Sonorama, ως συνήθως, ήταν άψογη τόσο στην έκδοση του βινυλίου, όσο και στο σιντάκι, κάνοντας ευρύτερα γνωστό ένα πρώτης τάξεως άλμπουμ.
Η “Puppet Jazz” είναι μία άψογη groovy συλλογή, προερχόμενη από τα τρίσβαθα των παλαιών δυτικογερμανικών αρχείων, με ιδιαίτερη στόχευση στην club-jazz και το jazz-funk των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Δεκατέσσερα κομμάτια συνολικώς – τα δέκα ανέκδοτα – φισκαρισμένα στα κιθαριστικά και χαμοντικά riffs, συχνά με εξωφρενικά drum breaks, όπως εκείνο το άπιαστο open στο εναρκτήριο “Don’t play that game 1” του Klaus Weiss ή ένα ανάλογο από τον ίδιο φουριόζο ντράμερ στο “Watch out 3” (αμφότερα από το 1973). Κι αν ο Klaus Weiss είναι ένας από τους αξιοσέβαστους, και γνωστούς θα έλεγα, γερμανούς κρουστούς, με συμμετοχές στα συγκροτήματα Sunbirds και Niagara, συνεργασίες με μουσικούς όπως ο Klaus Doldinger ή ο Kristian Schultze, αλλά και καλή προσωπική δισκογραφία, δεν θα έλεγα πως το ίδιο ισχύει (όσον αφορά στην αναγνωρισιμότητα) και για τους υπόλοιπους συμμετέχοντες, που μπορεί να είναι «ονόματα» στην πατρίδα τους, αλλά όχι ιδιαιτέρως δημοφιλείς έξω απ’ αυτήν. Ο πιανίστας και οργανίστας Joe Haider, ο Berry Lipman, από τους «ηγέτες» των library recordings και του γερμανικού wall of sound, ο Gustav Brendel, saxman με ιδιαίτερο groovy γούστο, ο Fred Rabold, ξεχωριστή φιγούρα της χορευτικής jazz στην π. Δυτική Γερμανία, με ιδιαίτερη έφεση στον «μπιγκμπαντικό» ήχο (έγινε κι αυτός περισσότερο funky στα mid 70s), ο Eugen Illin, ο πιο cinematic απ’ όλους, με δεκάδες μουσικές για ταινίες του σινεμά και της TV σε π. Τσεχοσλoβακία, Πολωνία και π. Δυτική Γερμανία, ο Bob Elger, session man με παρελθόν δίπλα στους Roland Kovac, Hans Koller, Kurt Edelhagen, Erwin Lehn κ.ά., ο πιανίστας Edgar Schlepper, ο Gerhard Narholz, που διακρίθηκε κυρίως ως εκδότης (δικό του, ήταν το library label Sonoton), ο Klaus Esser, ο οργανίστας Ady Zehnpfennig ή ο θρύλος σαξοφωνίστας της light-jazz Ambros Seelos, είναι ονόματα «άγνωστα» (αν και ο Seelos όχι τόσο), που έγραψαν όμως ιστορία. Στη συγκρότηση του euro-groovy παρελθόντος βοήθησε τα μάλα και ο λεγόμενος ψυχρός πόλεμος. Με όλους εκείνους του αμερικανούς (εγχρώμους κυρίως) φαντάρους, τους σκορπισμένους σε όλη τη Δυτική Ευρώπη, μπόρεσε και αναπτύχθηκε μία soul/ mod σκηνή, που απαρτιζόταν από τοπικές μπάντες οι οποίες επιχειρούσαν να διασκεδάσουν, όπως-όπως, τους «καταταλαιπωρημένους» GIs. Και στην Ελλάδα υπήρχαν τέτοια γκρουπ και βεβαίως στην τότε Δυτική Γερμανία, που... έσφιζε από υπερ-ατλαντική... παραλλαγή. Καλλιτέχνες, μουσικοί και τραγουδιστές, που, στις χώρες τους, ήταν κάπως σαν έξω απ’ τα νερά τους, στην Γερμανία έκαναν καριέρα, βγάζοντας μεροκάματο και, που και που, και κάποιον δίσκο. Έτσι κάπως σκάει μύτη και το “Watts Happening” [Sunset, 1969] του Σκωτσέζου Don Adams... Με φωνή «τρυπημένη» από τις πρόωρες καταχρήσεις (o Αdams θα πεθάνει το 1995, στα 53 του, από κίρρωση) και βαθύτατα επηρεασμένος από το ερμηνευτικό στυλ του Otis Redding, ο φίλος μας δεν θ’ αργήσει ν’ αποκτήσει φήμη στο κύκλωμα της νύχτας, παίζοντας στο κορυφαίο γερμανικό jazz club της εποχής, το Domicile του Μονάχου. Εκεί και στο Tabarin, ο Adams δεν θα φτιάξει απλώς όνομα, αλλά θα έρθει σ’ επαφή με τους καλύτερους μουσικούς της πόλης (οι Lothar Meid, Jimmy Jackson, Wolfgang Pap, Olaf Kuebler υπήρξαν μέλη των Amon Duul II, Embryo, Passport, Brainticket, Can κ.λπ., ενώ ο τρομπετίστας Dusko Goykovich ήταν «ιστορία» από μόνος του), με τους οποίους θα μπει τελικώς στο στούντιο για την ηχογράφηση του “Watts Happening”, ενός άλμπουμ που εμφάνιζε τον Adams να ερμηνεύει με δύναμη πρωτότυπα σοουλ-τράγουδα, συνοδευόμενος από ψημένους μουσικούς, που ήταν εκεί όχι για να εντυπωσιάσουν, με σόλο και άστοχες δεξιοτεχνίες, αλλά για να συνοδεύσουν μ’ έναν ολίγον τι... υπαινικτικό τρόπο κάποιον φίλο τους. Συνήθως έτσι γίνεται. Κάποια στιγμή ανθολογείται ένα... rare track από κάποιο άλμπουμ σε κάποια συλλογή, και τότε, ξαφνικά, το εν λόγω άλμπουμ από ’κει που μπορεί να κόστιζε 5$, όντας στις κούτες με τ’ αζήτητα, στοκάρεται από τους επιτηδείους, προκειμένου να βγει ξανά στην αγορά με τιμή 100πλάσια της αρχικής. Συλλέκτες και εσχάτως DJs θα σπεύσουν να εκμεταλλευθούν την... προσφορά, πλουτίζοντας τις δισκοθήκες και τα σετ τους, τουλάχιστον μέχρι να συμβεί κάποια κανονική επανέκδοση, που και τις τιμές θα ρίξει και – το σημαντικότερο όλων – θα δώσει την ευκαιρία σε όλους μας να γίνουμε, με πενταροδεκάρες, κοινωνοί της ανακάλυψης. Ήταν 1994, όταν η Soul Jazz κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ υπό τον τίτλο “London Jazz Classics 2”, εντός του οποίου υπήρχε και το “Cocoa funk” του αργεντινού μαέστρου Carlos Franzetti, ένα φάνκικο lounge (με ψευδο-strings και Fender Rhodes) που ξεχώρισε αμέσως, κάνοντας τη δική του πορεία στα κλαμπ. Προερχόταν δε από ένα αμερικανικό LP του Franzetti, το “Grafitti” [Guinness, 1977], το οποίο επανακυκλοφόρησε και αυτό η Sonorama. Ο Franzetti δεν είναι (ήταν) κάποια αμελητέα ποσότητα. Αν μπείτε στο site του θα δείτε πως και βραβευμένος με Grammy είναι, και συνεργασίες έχει με μουσικούς κλάσης (Ray Barretto, Art Blakey, Terence Blanchard κ.ά.), και τ’ όνομά του φιγουράρει στους καταλόγους δεκάδων labels (ναι, και στην ECM). Μιλάμε εν ολίγοις για έναν πολυπράγμονα μουσικό, που είχε και έχει τον τρόπο να διακρίνεται. Λίγο μετά τα μέσα των seventies, όταν η... πνευματικότερη χορευτική μουσική αντιπροσωπευόταν από έναν συνδυασμό jazz, space-funk, λατινοαμερικάνικου easy και κάποιων προκεχωρημένων disco vibes, ο Franzetti με το “Grafitti” έδειχνε πως είχε εμπεδώσει καλώς τη συνταγή, στην προσπάθειά του να παράξει ένα έργο που θα μείνει. Έφτιαξε λοιπόν ένα... προϊόν της εποχής, μέσα στο οποίο σκόρπισε όλα όσα τον απασχολούσαν. Και τον πιανιστικό νεορομαντισμό και την ψαγμένη disco και το latin jazz-funk και την jazz α λα ύστερους Weather Report και πρώιμους Spyro Gyra, σχηματίζοντας, ανάμεσα σε άλλα, και όμορφα contemporary τοπία. Αξίζει επίσης ν’ αναφέρω δύο 7ιντσα EP που έδωσαν άλλη διάσταση στον ήχο της Sonorama. To πρώτο έχει τίτλο “Wordless Blues”, προέρχεται από το 1969 και υπογράφεται από κάποιους Ray Christoph’s New Sound. Το φερώνυμο κομμάτι είναι μία σεισμοφόρα rockin’ bossa, με «αδιανόητα» ανδρικά scat φωνητικά, ικανή να μετακινήσει οικοσκευή βαριά. Το δεύτερο, το “Cold Sweat” (1969), το διεκδικούν οι Kadri Six με την τουρκάλα τραγουδίστρια Lamia. Αυτοί ηχογράφησαν ελάχιστο υλικό, πιθανώς ένα LP, γεμάτο από soul, alla James Brown, music. Το ότι διασκευάζουν, ανάμεσα σε άλλα, τα “Cold sweat” και “I got the feeling” του Νονού δεν λέει κάτι παραπάνω... Οι Kadri Six ήταν... μικροί, αλλά θαυμαστοί.

5 σχόλια:

  1. >Συνήθως έτσι γίνεται. Κάποια στιγμή >ανθολογείται ένα... rare track από κάποιο >άλμπουμ σε κάποια συλλογή, και τότε, ξαφνικά, >το εν λόγω άλμπουμ από ’κει που μπορεί να >κόστιζε 5$, όντας στις κούτες με τ’ αζήτητα, >στοκάρεται από τους επιτηδείους, προκειμένου >να βγει ξανά στην αγορά με τιμή 100πλάσια της >αρχικής.

    Οι βέλγοι PLACEBO είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ανωτέρω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Χμμ... Δεν ξέρω σε ποιες συλλογές είχαν μπει οι Placebo - εγώ έχω ένα 2LP στην Counterpoint, από το 1999. Τα LP τους, πάντως, απ' ό,τι θυμάμαι, ήταν πάντα ακριβά. Έβγαιναν στο Βέλγιο σε λίγες κόπιες. Λιγότερες απ' ό,τι έβγαιναν οι Socrates στην Ελλάδα. Αλλά, γενικώς, αυτή είναι μία προσφιλής τακτική των εμπόρων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Την Puppet Jazz την έχω κι ακούγεται μια χαρά. Και μια και μιλάμε για west germany προτείνω και την Forum west απ' τους Jazzanova(sonar Kollektiv 2004) για πιο mainstream jazz από 1962 ως 1968. Έτσι καταλαβαίνεις πιο ομαλά πως προέκυψε και ο free jazz καταιγισμός από Βrotzmann,Mangelsdorff, Kuhn, Schlippenbach κλπ που ξεχύθηκε απ' τα 68 και μετά.

    κ.π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τη συγκεκριμένη συλλογή δεν την ξέρω. Πάντως free jazz υπάρχει στην π.Δυτική Γερμανία από το '64 (το τρίο του Wolfgang Dauner, το LP "Dream Talk") και το '65 με τον δυναμίτη του Gunter Hampel "Heartplants" στη Saba το '65 (δες και το post για την ESP με το "Music from Europe"). Μετά το '68 βέβαια και με την ίδρυση της FMP το πράγμα ξέφυγε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Η συλλογή περιέχει τον Dauner κι άλλους σχετικά άγνωστους όπως τον σαξοφωνίστα Hans Koller, τον πιανίστα Fritz Pauer, τον Joe Haider επίσης πιανίστα κ.α. Απ' τους μετέπειτα πιο free που αναφέρω βλέπω τον κλαρινετίστα Rolf Kuhn από δουλειά του 66 και τον Emil Mengelsdorff στο φλάουτο (εκ των αδερφών) στο σεξτέτο του πιανίστα wolfgang Lauth. Το επίπεδο είναι υψηλό και η μουσική κυμαίνεται στο στιλ του post-bop. Νομίζω πως απ' το 68 και μετά η ευρωπαική τζαζ βρίσκει την ταυτοτητά της.
    κ.π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή