Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

ΣΠΑΝΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

Ο τίτλος του βιβλίου του Κώστα Βλησίδη «Σπάνια Κείμενα για το Ρεμπέτικο (1929-1959)» των εκδόσεων του Εικοστού Πρώτου Αιώνα [Αθήνα, 2006] τα λέει όλα. Κείμενα λοιπόν δημοσιευμένα τη συγκεκριμένη 30ετία, τα οποία ο ερευνητής τα ανασύρει αυτούσια και χωρίς ιδιαίτερες αξιολογικές κρίσεις, παραθέτοντάς τα σε απλή χρονολογική σειρά. Από τα «Τραγούδια του μπαγλαμά» [Μπουκέτο, 1929] του Κώστα Φαλτάιτς, μέχρι το «Μύηση στο ρεμπέτικο» [Εκλογή, 1959] του Παύλου Δημητρίου, 66 ρεμπέτικες τοποθετήσεις έρχονται όσο νά’ναι να πλουτίσουν τις γνώσεις μας για το είδος, ή, μάλλον – λάθος(!) – να μας προμηθεύσουν στοιχεία για το σκοτάδι και τη μαυρίλα που περιστρεφόταν στα κεφάλια των μουσικοκριτικών της περιόδου (να μη βάλω εισαγωγικά στο… μουσικοκριτικών, από σεβασμό και μόνο σε πεθαμένους ανθρώπους), απολογητές συνήθως ενός «υψηλού» υποτίθεται γούστου, ανακατεμένου με μπόλικη εθνικιστική αμετροέπεια. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό το γεγονός πως σ’ ένα βιβλίο 250 σελίδων, δε βρέθηκαν συνολικώς περισσότερες από 2-3, που να έχουν κάτι διαχρονικό και εν ισχύι να διηγηθούν ή να προτείνουν (ουδεμία μομφή, εννοείται, για τον ερανιστή), αφού ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες αποτιμάται θετικώς το ρεμπέτικο, σπανίως ξεφεύγουμε από το προφανές, το φολκλόρ ή την υπερβολή.Εκείνο που για μένα έχει τη μεγαλύτερη σημασία, διαβάζοντας τούτο το χρήσιμο «άχρηστο» πόνημα, είναι η διαπίστωση της ηλιθιότητας που έδερνε (να μην χρησιμοποιήσω παροντικό χρόνο και παρεξηγηθώ…) το «επάγγελμα». Η κριτική, και δη η κριτική περί τη μουσική, και δη η κριτική περί τη ρεμπέτικη μουσική – δεν υπάρχει καμία διαφορά σε όλα αυτά τα υποσύνολα, αφού η κριτική μέθοδος είναι ως γνωστόν(;) μία, είτε γράφεις για τα ρεμπέτικα, είτε για τον Κουροσάβα, είτε για τα σίριαλ της TV – δεν μπορούσε να δει ούτε μπροστά απ’ τη μύτη της, εγκλωβισμένη μέσα στην κινδυνολογία της εποχής, το μίσος για το «ξένο» (διάβαζε Μικρασιάτες), την περιορισμένη ή ανύπαρκτη γνωστική επάρκεια και βεβαίως, την ηθελημένη ανικανότητα στην καλύτερη περίπτωση (Σοφία Σπανούδη) να προκρίνει εκείνο που υπαγόρευε ο έσω κόσμος, κόντρα στη λογική της εξουσίας. Η Σπανούδη (1880-1952) θα επανορθώσει προς το τέλος της ζωής της, όταν θα γράψει ένα εγκωμιαστικό άρθρο για τον Τσιτσάνη (1951), η ίδια που επαινούσε τους φασίστες του Μεταξά, για την απαγόρευση του αμανέ, 13 χρόνια νωρίτερα!
Το να τα ρίχνεις όμως στους… εν τόπω χλοερώ, δεν είναι πάντα πρέπον. Γι’ αυτό κι εγώ σταχυολογώ δυο-τρεις κουβέντες που έχουν κάποιο νόημα, πέραν από εποχές, και οι οποίες δείχνουν πως το να σκέφθεσαι με… ανοιχτά τα μάτια, θα είναι ες αεί σπάνιο. Σπανιότερο και από τα κείμενα που ανθολογεί ο Βλησίδης. Μίνως Δούνιας, επιφανής κριτικός, το 1949: «Το ρεμπέτικο τραγούδι έχει δημιουργήσει μορφή και ύφος, αδιάφορο αν αποτελεί προϊόν παρανόμου διασταυρώσεως. Η ουσία του άλλωστε έγκειται στον τρόπο που συμβιβάζει Ανατολή και Δύση. Βέβαιο είναι επίσης ότι η διάδοσις του ρεμπέτικου διαγράφει μια ρωμαλέα αντίδρασι στην ψευτοαισθηματικότητα του ελαφρού ταργουδιού, που τόσο έχει διαστρέψει τα γούστα της ελληνικής νεότητας. Ανησυχητικό όμως από την άλλη πλευρά είναι το γεγονός ότι το ρεμπέτικο εμφανίζεται ήδη αφόρητα τυποποιημένο και αποστραγγισμένο μορφολογικά. Αν δεν αναζωογονηθή, το περιμένει αναπόφευκτα ο μαρασμός». Και ο Μάνος Χατζιδάκις, το 1951, ραπίζοντας την ελληνικότητα: «Γιατί πρέπει σώνει και καλά να θεωρήται γνήσιο ελληνικό προϊόν ό,τι κατάγεται απ’ ευθείας από τον Περικλή ή τη Σαπφώ. Η έννοια ‘ελληνικό’ δεν έχει ανάγκη ούτε από μέτρο, ούτε από συνταγές για να υπάρξη. Είναι ό,τι βλέπουμε ζωντανό στον τόπο μας. Και νομίζω ότι το λαϊκό τραγούδι έχει απόλυτη συνέπεια προς τις συνθήκες που το γέννησαν».

1 σχόλιο:

  1. Ας συμπληρώσω λοιπόν μετά το διάβασμα της συνέντευξης του Ήρκου Αποστολίδη στο

    http://pikinos.blogspot.com/2012/04/blog-post.html

    πως το «Παύλος Δημητρίου» ήταν ψευδώνυμο του Ρένου Αποστολίδη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή