Τρίτη, 25 Μαΐου 2010

Ο ΗΧΟΣ ΤΟΥ CANTERBURY 20 Άλμπουμ

Η έννοια της «σκηνής» είναι απολύτως καθορισμένη. Σημαίνει κοινές αισθητικές ή άλλες πεποιθήσεις, κοινούς χώρους, κοινό «κοινό» που ακολουθεί, κρίνει και στηρίζει, χαλαρούς-φιλικούς δεσμούς και σχέσεις ανάμεσα στους μουσικούς και τα συγκροτήματα, σημαίνει σίγουρα ελευθερία κινήσεων την οποίαν, ενδεχομένως, κατευθύνει ένα κοινό label, ένα fanzine, ένα ή περισσότερα blogs... Υπό αυτήν την έννοια είναι δύσκολο να μιλάμε για σκηνές... 20, 30 και 40 ετών, αφού είναι φύσει αδύνατη η ακεραία διατήρηση όλων τούτων για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα. Οπότε; Οπότε ακολουθούμε κάποιες συμβάσεις γκρουπάροντας γεγονότα και καταστάσεις, που δεν ταυτίζονται αναγκαστικώς, εμφανίζουν όμως κάποια κοινά σημεία – έτσι, κάπως, προσεγγίζεται και η λεγόμενη «σκηνή του Canterburuy». Συμβάσεις, εν τέλει, που είναι τόσο ανοιχτές, ώστε να μπορεί να συμπεριλάβουν ακόμη και τους Henry Cow ή τους Camel – για να μην πω τους Assagai, τους Trinity, την Carla Bley, τον Jack Bruce, τον Graham Collier και τον Phil Manzanera. Εν πάση περιπτώσει. Η λίστα που ακολουθεί είναι όσο… επιτρέπεται στενή, προκειμένου να βγει το καλύτερο δυνατό νόημα. 1. The Wilde Flowers – Story, Tales of Canterbury – AUS. Voiceprint VP 123 CD – 1994
Από ’δω αρχίζουν όλα. Πρόκειται για το γκρουπ από το οποίο ξεπήδησαν κατ’ ουσίαν οι Soft Machine και οι Caravan. Για πολλά χρόνια νομίζαμε πως δεν υπήρχε τίποτα δικό τους ηχογραφημένο... μέχρι το 1994, όταν η Voiceprint κυκλοφόρησε ένα βιβλιαράκι/CD σε δύο χιλιάδες αντίτυπα, εντός του οποίου καταγράφονταν τρία sessions των Wilde Flowers (16/3/1965, μέσα του ’65, άνοιξη ’66). Από το συγκρότημα πέρασαν οι Kevin Ayers, Hugh Hopper, Brian Hopper, Richard Sinclair, Robert Wyatt, Graham Flight, Richard Coughlan... και βεβαίως από τις μουσικές τους rock n’ roll, r&b, soul και πρώιμα ψυχεδελικά ηχοχρώματα. Κορυφαίο τραγούδι τους το “No game when you loose”, σύνθεση του Hugh Hopper, με ωραία δραματική ερμηνεία από τον Robert Wyatt. (Πλήρες εορτολόγιο των Wilde Flowers υπάρχει στο τεύχος 57 του Jazz & Tζαζ, 12/1997. Αν έχετε το περιοδικό ξεφυλλίστε το). 2. The Soft Machine – Virtually – USA. Cuneiform RUNE 100 – 1998
Το “Virtually” αποτελεί σταθμό για την jazz-avant περίοδο των Soft Machine και ως έργο ηχεί καλύτερα από τα επίσημα “Third”, “4” και “5”, τα οποία και ανασκευάζει εκ θεμελίων. Ζωντανά ηχογραφημένο στην τότε Δυτική Γερμανία (23/3/1971) για το Radio Bremen 2, το παρόν χορταστικό CD περιλαμβάνει τρία tracks από το “Third” (Facelift, Slightly all the time, Out-bloody-rageous), όλο(!) το “4”, δύο συνθέσεις από το “5” (All white, Pigling band), συν τα “Eammon Andrews” και “Neo-caliban grides”. Κάτι σαν best of δηλαδή. Η jazz που παρουσιάζουν οι Softs (Elton Dean, Mike Ratledge, Hugh Hopper, Robert Wyatt) είναι εντελώς προσωπική και, ως αντίληψη, μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον compact sound του Miles Davis την ίδια εποχή (στο τεύχος 100 του Jazz & Τζαζ υπάρχει ευρύτερο αφιέρωμα στο γκρουπ). 3. Arzachel – Arzachel – UK. Evolution Z 1003 – 1969
Canterbury rock, psych, jazz, improv... όλα τούτα οι Arzachel; Ας πω ναι· κυρίως γιατί είχαν στη σύνθεσή τους μουσικούς που διέπρεψαν σε… περισσότερο Canterbury μπάντες, όπως τους Steve Hillage κιθάρες, φωνή, Mont Campbell μπάσο, φωνή, Clive Brooks ντραμς, Dave Stewart όργανο. Το συγκρότημα βασικά αποκαλείτο Uriel και βρέθηκε μαζί από το τέλος του ’67 μέχρι και το καλοκαίρι του ’68, για να μετονομαστεί εν συνεχεία σε Egg (δίχως τον Hillage). Λόγοι συμβολαίου των Egg με την Deram τούς ανάγκασαν να υιοθετήσουν το βραχύβιο όνομα Arzachel, καταφέρνοντας να γράψουν ένα άλμπουμ για μικρή εταιρία, στο οποίο όλοι οι μουσικοί συμμετείχαν με ακατανόητα ψευδώνυμα. Το άλμπουμ είναι αστέρι. Ηγείται (και αυτό) της βρετανικής spacey psych σκηνής (ένας συνδυασμός πρώιμων Pink Floyd, Nice και ψυχεδελικών Bluesbreakers) με τους Hillage και Stewart να τρίζουν τα δόντια τους στους Clapton/Green και Emerson/Wright. Τα εκτεταμένα κομμάτια στη δεύτερη πλευρά επικοινωνούν με το... χάος, το “Leg” όμως, ένα fake “Rollin’ and tumblin’”, είναι εκείνο που τα κάνει όλα θρύψαλα. 4. Caravan – If I Could Do It All Over Again, I’d Do It All Over You – UK. Decca SKL-R – 1970
Δύσκολα ξεχωρίζει κάποιο από τα τρία πρώτα άλμπουμ των Caravan – ένα αρχέτυπο γκρουπ του Canterbury sound. Το παρόν με τον μακρύ τίτλο ήταν το δεύτερό τους, απολύτως χαρακτηριστικό του δικού τους psych-romance στυλ, με τα συναισθηματικά jazzy περάσματα, τις folk και classic καταβολές και βεβαίως το rock στήσιμο. Το “With an ear to the ground...” είναι ένα από τα ομορφότερα θέματα στην ιστορία του είδους, ενώ το εκτεταμένο “Can’t be long now” φανερώνει, απλώς, τις δυνατότητες των Caravan να στήνουν μεγαλεπήβολα θέματα εκμεταλλευόμενοι το συνθετικό και παικτικό τους τάλαντο. Τέσσερις συν ένας στο στούντιο της Decca, για ένα άλμπουμ που θα γράφει πάντα ιστορία: Richard Coughlan ντραμς, κρουστά, Richard Sinclair μπάσο, Pye Hastings κιθάρες, φωνή, David Sinclair πλήκτρα, Brother James (προφανώς για τον Jimmy Hastings πρόκειται) σαξόφωνο, φλάουτο. 5. Kevin Ayers and The Whole World – Shooting At the Moon – UK. Harvest SHSP 4005 – 1970
Με βάση τα δεδομένα που προέκυψαν αργότερα οι Whole World θα μπορούσε να ήταν ένα super group, αφού είχαν στη σύνθεσή τους τον David Bedford όργανο, τον άσσο Lol Coxhill σαξόφωνα, τον Mick Fincher ντραμς, τον Mike Oldfield κιθάρες και βεβαίως τον Kevin Ayers φωνή και κιθάρες. Το “Shooting at the Moon” –δεύτερο LP του Ayers, μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine– ήταν το αποτέλεσμα μιας συνθετικής ιδιοτροπίας (για να μην πούμε ιδιοφυίας)· της καθ’ όλα επιτυχημένης προσπάθειας του βρετανού μουσικού να συνενώνει απλές, μελιστάλακτες μπαλάντες, με psych rock, punky ακρότητες και avant πειράματα. Το παίξιμο είναι απ’ όλους απολαυστικό (ιδίως από τον νεαρότατο Oldfield που... ξεκοιλιάζει την κιθάρα του στο “Lunatics lament”), με τις ηχητικές εκπλήξεις να διαδέχονται η μία την άλλη. Το “Shooting At the Moon” είναι κορυφαίο. 6. Egg – UK. The Polite Force – Deram SML 1074 – 1970
Τρίο ήταν βασικά οι Egg· ο ντράμερ Clive Brooks, o keyboard player Dave Stewart, ο μπασίστας Mont Campbell (τα 3/4 των Arzachel δηλαδή). Τo “The Polite Force” ήταν το δεύτερο άλμπουμ της καριέρας τους, εκείνο στο οποίο κατόρθωσαν, με μαγικό τρόπο να συνδυάσουν, τα φαινομενικώς ασυνδύαστα. Την αγάπη τους για τον Bach και την avant ηλεκτρονική στο “Boilk”, την jazz και τους παράξενους για Βρετανούς ρυθμούς (5/8 και 9/8) με την rock δυναμική στο “Contrasong”, το ενδιαφέρον τους για το βαρύ progressive rock στο “A visit to Newport Hospital”, την πίστη τους στη λειτουργία της μεγάλης φόρμας στο “Love piece no. 3”. Αν ένας μουσικός ξεχωρίζει πρωτίστως για τον ήχο του, διακριτός ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους, τότε, ναι, ο ήχος του οργανίστα Dave Stewart ήταν τέτοιος. 7. Carol Grimes... and Delivery – Fools Meeting – UK. B&C CAS-1023 – 1970
Κι εδώ τα ονόματα των μουσικών δεν αφήνουν περιθώρια για δεύτερες σκέψεις... Steve Miller πιάνο, φωνή, Phil Miller κιθάρες, Roy Babbington μπάσο, Pip Pyle ντραμς, Carol Grimes φωνή, κρουστά, Lol Coxhill σαξόφωνα (ως guest). Φυσικά τα φωνητικά και οι στίχοι της Grimes κυριαρχούν, ποιος μπορεί όμως ν’ αγνοήσει τις κιθάρες του Phil Miller, ίσως τις πιο χαρακτηριστικές (και διαχρονικές) όλου του Canterbury sound; Οι συνθέσεις είναι εξαιρετικές. Συμπαγείς και όχι μεγάλης διάρκειας, κρύβουν ταυτοχρόνως συναισθηματισμό και δύναμη. Το “Miserable man” είναι κομμάτι κλάσης (και δεν είναι το μόνο), ενώ η μοναδική τους διασκευή στο “Is it really the same?” του Keith Jarrett (από το “Love-In” του Charles Lloyd) είναι απίστευτη, με τα απανωτά σόλο του Coxhill και του Miller να σε στέλνουν. 8. Daevid Allen – Banana Moon – FR. Byg Actuel 45 529.345 – 1971
Το “Banana Moon” –υπενθύμιση του πρώτου γκρουπ που έφτιαξε ο Daevid Allen στη Γαλλία προς τα τέλη του ’67 (εδώ, πάντως, ακούγονται οι Gary Wright, Gerry Fields, Archie Legget, Barry St-John, Maggie Bell, Robert Wyatt, Pip Pyle, Nick Evans και Christian Tritsch)– είναι ένα απολύτως ξεχωριστό έργο. O αυστραλός μουσικός (από την αρχική μορφή των Softs), παραλλήλως με την εξέλιξη των Gong, συντάσσει ένα άλμπουμ απολύτως χαρακτηριστικό της… τρέλας και κυρίως της ανεξαρτησίας που κουβαλούσε ως καλλιτέχνης. Δύο στιγμές από το “Banana Moon” στο πάνθεον τού έτσι ή αλλιώς Canterboury sound. Κατ’ αρχάς η version του “Memories”, του υπέροχου τραγουδιού του Hugh Hopper, που γίνεται ακόμη ωραιώτερο μέσω της στοιχειωτικής ερμηνείας του Wyatt. Έπειτα το μακρύ “(Stoned innocent Frankenstein) and his adventures in the Land of Flip”, ένα freaky, με punk κιθάρες, αυτοβιογραφικό κομμάτι, γύρω από τις γαλλικές περιπέτειες του Allen το Μάη του ’68 και μετά απ’ αυτόν· ο άνθρωπος, απ’ ό,τι φαίνεται, δεν τα πήγαινε, ποτέ, καλά με την εξουσία.9. Elton Dean – Elton Dean – UK. CBS 64539 – 1971 
 Ο Elton Dean δεν ζει. Πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια αφήνοντας όμως μεγάλα άλμπουμ και ακόμη μεγαλύτερα παιξίματα, μερικά εκ των οποίων καταγράφονται σ’ αυτή την πρώτη προσωπική δουλειά του από το 1971. Πρόκειται για LP-κόσμημα της british jazz. O Dean παίζει βεβαίως το αγαπημένο του saxello (ακόμη άλτο και ηλεκτρικό πιάνο), ενώ τον συνοδεύουν οι Phil Howard ντραμς, Mark Charig κορνέτα, Neville Whitehead μπάσο και σε κάποια tracks οι Mike Ratledge και Roy Babbington. Όσο και αν το πνεύμα των Softs βαραίνει επάνω απ’ τους… σκορπιούς (στο “Blind badger” φερ’ ειπείν), εντούτοις το άλμπουμ, γενικώς, διαφέρει. Και ως ήχος (η παρουσία του Ratledge είναι συμβολική) και ως ατμόσφαιρα, με το σχεδόν μανιακό παίξιμο του Dean να υπερβαίνει ό,τι είχε καταγράψει έως τότε. (Εδώ και το “Neo-caliban grides”, που δεν έλειπε από τα live των Soft Machine εκείνη την εποχή). Σπουδαίος δίσκος. Για σκληρούς jazz-heads... 10. Khan – Space Shanty – UK. Deram SDL-R 11 – 1972
Οι ροκάδες όρθιοι. Μετά τους Arzachel, οι Khan φαίνεται πως ήταν το επόμενο project του κιθαρίστα Steve Hillage· ένα τρίο (Nick Greenwood μπάσο, Eric Peachey ντραμς), που βοηθήθηκε, ειδικώς για αυτήν την ηχογράφηση, από τον Dave Stewart (στους Egg ακόμη τότε). Το “Space Shanty” ξεκινά με εντυπωσιακό τρόπο (“I need you and you need me/ Also I need to be free/ Free as the word free can mean/ To stand secure outside this dream”), για να εξελιχθεί σ’ ένα concept space έργο, που θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί μ’ ένα “Ziggy Stardust” φερ’ ειπείν (κυκλοφόρησαν την ίδια χρονιά), αν δεν επρόκειτο, τελικώς, για ακόμη ένα opus της Canterbury μυθολογίας. Τα σόλι των Hillage και Stewart είναι, για ακόμη μία φορά, μεγαλειώδη, ενώ κομμάτια όπως το “Driving to Amsterdam” δύσκολα αντιμετωπίζονται... 11. Matching Mole’s – Little Red Record – UK. CBS 65260 – 1972 
«Για κοίτα τους ανθρώπους στην κορφή/ Πώς κατεβαίνουν από τη δεξιά λωρίδα/ Στο Βέλγιο, την Ελλάδα, την Πορτογαλία/ Στη Γαλλία και την ηλιόλουστη Ισπανία» (από το “Righteous rhumba”, στίχοι Robert Wyatt, μουσική Phil Miller). Το πιο πολιτικοποιημένο άλμπουμ της Canterbury scene; Αναμφισβήτητα. Από το εξώφυλλο κιόλας το “Little Red Record” των Matching Mole (το γκρουπ που οδήγησε ο Robert Wyatt μετά την αποχώρησή του από τους Soft Machine) επιβάλλεται με την... μαοϊκή του κοκκινάδα. Bandiera rossa, κόκκινο αστέρι, το «κόκκινο βιβλίο», αλλά κι ένα αυτόματο στο χέρι του πολεμιστή Robert (“I’ll kill if I must” λέει κάπου), έτοιμο ν’ αναλάβει δράση. Ακραίες καταστάσεις; Τις σήκωνε η εποχή. Μουσικώς (David McRae πλήκτρα, Brian Eno πλήκτρα, Robert Wyatt ντραμς, Phil Miller κιθάρες, Bill McCormick μπάσο, Robert Fripp παραγωγή) το άλμπουμ είναι top of the top, με hints από Soft Machine και Mothers of Invention και κυρίως με μιαν αισθητική παιξίματος (οι McRae και Miller γαζώνουν), που θ’ αποδειχθεί πολλάκις επιδραστική για την ανάπτυξη του Canterbury sound στην ηπειρωτική, πλέον, Ευρώπη. Δεύτεροι, πίσω μόνον από τους Hatfield and the North... 12. Gong – Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot – UK. Virgin V2002 – 1973 
Οι Gong του Daevid Allen… ένα σύνολο που κινείται μεταξύ space-rock, jazz, psychedelia και progressive, με θεματολογία hippie και pre new-age. Γύρω του μια εικονογραφία γεμάτη χρώματα, τρελούς αυλητές, ιπτάμενες τσαγιέρες, νάνους και ξωτικά, διαστημικές πόρνες και άλλα αλλόκοτα πλάσματα – μαζί του ταξιδεύουν η Gilly Smyth και ο Steve Hillage. Το 1973 ήταν η χρονιά εμφάνισης του πρώτου μέρος της τριλογίας “Flying Teapot/ Angels Egg/ You”, του “Radio Gnome Invisible Part I, Flying Teapot” δηλαδή, εκεί όπου η ειρωνική πλευρά και η δημιουργική new-age δίνουν χώρο και ευκαιρίες σε μια μουσική ζωντανή, χαρούμενη, γεμάτη good vibrations, που φωτίζει με χαμόγελα, εγκάρδια και ειλικρινή, το πρόσωπο, συχνά σοβαρό και βλοσυρό της προοδευτικής μουσικής. Στην μπάντα ακόμη οι Francis Moze μπάσο, Tim Blake πλήκτρα, Didier Malherbe πνευστά, Christian Tritsch κιθάρες, Laurie Allan ντραμς και Rachid Houari κρουστά. (Τα πλάγια γράμματα ανήκουν στον φίλο Σπύρο Σερλεμέ). 13. Hatfield and the North – Hatfield and the North – UK. Virgin V2008 – 1973
Αν και συγκρότημα… τρίτης γενιάς, οι Hatfield and the North θεωρείται πως επικρατούν σε ό,τι θα μπορούσε να ονομάζουμε «αυθεντικό Canterbury feeling». Περισσότερο και από τους Soft Machine ή τους Caravan δηλαδή. Παράξενο; Μπορεί. Υπάρχει, όμως, λόγος. Οι Hatfields συνδύαζαν στοιχεία και από τους δύο –και το ριζοσπαστικό avant πνεύμα των Softs, του “Third” και του “4” και την «ρομάντζα» των Caravan– πέφτοντας, συγχρόνως, σε μιαν εποχή όπου το ευρωπαϊκό prog rock βρισκόταν στα πολύ επάνω του, κατορθώνοντας να επηρεάσουν το σύνολο σχεδόν των σχετικών συγκροτημάτων. Τους αποτελούσαν, βεβαίως, μέλη προγενέστερων ομάδων. Richard Sinclair μπάσο, τραγούδι, Phil Miller κιθάρες, Pip Pyle ντραμς, Dave Stewart πλήκτρα και ακόμη, ανάμεσα σε άλλους οι Geoff Leigh (ex-Henry Cow) σαξόφωνο, φλάουτο και Robert Wyatt (σε αμαξίδιο) τραγούδι. Το πρώτο τους LP είναι απολύτως ενδεικτικό του μοναδικού τους λαϊκού περφεξιονιστικού στυλ. Νομίζω δε πως ακόμη και ολόκληρο το “Rock Bottom” ο Wyatt το στήριξε σε κομμάτια όπως το “Calyx” (σύνθεση του Miller), στο οποίο εξάλλου τραγουδά. 14. Robert Wyatt – Rock Bottom – UK. Virgin V2017 – 1974
Το πρώτο προσωπικό άλμπουμ του Wyatt μετά το ατύχημα· ένα ατύχημα που δεν του επέτρεψε να σταθεί στα πόδια του ξανά. Απόλυτο χτύπημα για κάθε άνθρωπο, κάτι παραπάνω για έναν ντράμερ. Παρά ταύτα θα βρει το σθένος ο τραγουδοποιός να συνθέσει και πάλι, μεταγγίζοντας τη δύναμη της... γυνής και της θάλασσας στην αγέρωχη ψυχή του. Η πρώτη πλευρά του δίσκου –“Sea song”, “A last straw”, “Little Red Riding Hood hit the road”– είναι ό,τι πιο σπαρακτικό γράφτηκε ποτέ σε βινύλιο (συγκρίνω με το “Rehearsals for Retirement” του Phil Ochs π.χ. και με δυο-τρία άλλα). Αλλά και η b side με τα δυο τραγούδια για τη σύζυγο Alfreda Benge και το απίθανο σόλο του Mike Oldfield στο “Little Red Robin Hood hit the road” αρκούν για το τέλειο. Βοήθησαν όλοι. Richard Sinclair, Laurie Allan, Hugh Hopper, Ivor Cutler, Mongezi Feza, Gary Windo, Fred Frith, Mike Oldfield, Nick Mason.15. Isotope – Isotope – UK. Gull GULP 1002 – 1974
Μοναδικός ήχος, ενός περισσότερο επικοινωνιακού fusion, που δεν έτυχε όμως ευρύτερης αναγνώρισης. Εννοούμε πως οι Isotope δεν απέκτησαν τη φήμη των Hatfields ή ακόμη και των ύστερων Softs στα ευρωπαϊκά prog κυκλώματα στα μέσα του ’70, παρ’ ότι το άξιζαν και θά’πρεπε. Έχοντας στη σύνθεσή τους μία τετράδα οργανοπαικτών κλάσης –Brian Miller πλήκτρα, Nigel Morris ντραμς, Jeff Clyne μπάσο, Gary Boyle κιθάρες– το μάλλον υποτιμημένο αυτό γκρουπ παρέδωσε μια σειρά ηλεκτρικών συνθέσεων που ανάγκασαν τον Steve Lake (γνωστό ECM-παραγωγό) να μιλήσει, τότε, για το βρετανικό ισοδύναμο των Tony Williams’ Lifetime. Ίσως ευθυνόταν για τούτο η υπερ-δεξιοτεχνία και η ταχύτητα του ντράμερ Nigel Morris, αλλά και το βιρτουόζικο παίξιμο των Miller και Boyle, που τοποθετούσαν αυτομάτως τους Isotope σε άλλο επίπεδο. Δυστυχώς, γι’ αυτούς, η πορεία τους θα παραμείνει σκιώδης ακόμη και όταν οι Hugh Hopper μπάσο και Laurence Scott πλήκτρα θα πάρουν τις θέσεις των Clyne και Miller, ηχογραφώντας το άλμπουμ “Illusion” την ίδια χρονιά. 16. Quiet Sun – Mainstream – UK. Island HELP 19 – 1975
Πάντα εκτιμούσα το μοναδικό LP των Quiet Sun, αν και δεν είχα σκύψει ποτέ στην ιστορία του. Τώρα το κάνω. Το γκρουπ σχηματίστηκε το 1970 από τον Bill MacCormick μπάσο, τον Charles Hayward ντραμς, τον Dave Jarrett πλήκτρα και τον Phil Manzanera κιθάρες. Canterbury sound γενικώς και διάλυση το 1972, ίνα μπει ο Manzanera στους Roxy Music, ο MacCormick στους Matching Mole, o Hayward σε κάτι εμβρυικούς This Heat και ο Jarrett σε κάποιο κολέγιο για να διδάξει μαθηματικά. Το 1975 και καθώς ο Manzanera έγραφε το προσωπικό του άλμπουμ “Diamond Head” έστειλε πρόσκληση στους παλιούς του φίλους να μπουν στο στούντιο της Island και να παίξουν ό,τι έπαιζαν μαζί, 3-4 χρόνια πριν. Έγινε. Το “Mainstream” ολοκληρώθηκε άμεσα (και μάλιστα με τη συμμετοχή του Brian Eno) και ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα εμβλήματα της σκηνής, λόγω της παρουσίας του Manzanera και της πληκτρονικής του ποικιλίας. Κορυφαίες συνθέσεις (Bargain classics, Mummy was an asteroid), από μουσικούς με... ούμπαλα. 17. Steve Hillage – Fish Rising – UK. Virgin V2031 – 1975
Μέσα κι έξω από τους Gong, ο Steve Hillage βρίσκει την ευκαιρία να ξεκινήσει τον Σεπτέμβριο του ’74 την ηχογράφηση του πρώτου του άλμπουμ. Του πήρε μερικούς μήνες μέχρι να το ετοιμάσει, όμως άξιζε τον κόπο. Το “Solar musick suite” (με το “Canterbury sunrise” ανάμεσα) πιάνει σχεδόν όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου και είναι αυτό που λέμε… κομμάτι συγκλονιστικό. Οι κιθάρες του Hillage και τα πλήκτρα του Stewart είναι από άλλο πλανήτη. Η δύναμη και το παικτικό πάθος δεν περιγράφονται και, στιγμές-στιγμές, νοιώθεις πως τόσο βαρύ compact sound δύσκολα μπορεί ν’ ακούσεις ακόμη και από τρεις... Metallica μαζί (συγχωρείστε μου την υπερβολή) . Ο... heaviest Canterbury sound; Σίγουρα. Steve Hillage φωνή, κιθάρες, Miquette Giraudy κρουστά, Didier Malherbe τενόρο, Lindsay Cooper μπασούν, Tim Blake synths, Dave Stewart ηλεκτρικό πιάνο, Mike Howlett μπάσο, Pierre Moerlen ντραμς, κρουστά. 18. Hugh Hopper – Hopper Tunity Box – UK./NOR. Compendium FIDARDO 7 – 1977
Αν και το “1984” [CBS, 1973] είναι για τους περισσοτέρους (και για το Wire...) το κορυφαίο άλμπουμ του Hugh Hopper (1945-2009) –πρόκειται όντως για το πιο ριζοσπαστικό, αν και ο ίδιος ο Hopper το θεωρεί μάλλον βαρετό (συμφωνώ)– είναι το παρόν “Hopper Tunity Box” που γράφει ανεπανάληπτη ιστορία. Νομίζω πως ο Hopper δεν είχε ποτέ υπό τας διαταγάς του μία τόσο σημαντική ομάδα μουσικών (Elton Dean, Mark Charig, Frank Roberts, Dave Stewart, Mike Travis, Richard Brunton, Gary Windo, Nigel Morris) προκειμένου να τακτοποιήσει τις ιδέες του και νομίζω, επίσης, πως ποτέ άλλοτε δεν έπαιξε ο ίδιος μπάσο, κιθάρα, recorders, σοπράνο και κρουστά σ’ ένα άλμπουμ. Κάτι σημαίνει αυτό. Καταπληκτικό LP, με τον Hopper να παραθέτει επτά δημιουργικές συνθέσεις, εξερευνώντας το δικό του ανεξερεύνητο (μέχρι και funk παίζει στο “Crumble”). Η έξοχη διασκευή στο κλασικό “Lonely woman” του Ornette Coleman δεν είναι η... σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Τούτο συμβαίνει με το “Gnat prong”, εκεί όπου ο Dave Stewart ξανα-στοιχείωνει με το παίξιμό του μία σύνθεση για το top-10 του είδους. Δες κι εδώ: http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/01/hugh-hopper-lonely-sea-and-open-sky.html 19. National Health – National Health – UK. Affinity AFF 6 – 1978 
 Στο λυκόφως του Canterbury sound στα seventies οι National Health (Dave Stewart πλήκτρα, Phil Miller κιθάρες, Neil Murray μπάσο, Pip Pyle ντραμς) ήταν εκείνοι που θα έδειχναν χαρακτήρα. Και όχι μόνο. Καθότι απέδειξαν σε δύσκολη συγκυρία, με το punk και το post-punk ν’ αλωνίζουν στο Νησί, πως θα μπορούσε να υπάρξει εναλλακτική μουσική πρόταση, που ν’ αγνοεί τη λειτουργικότητα του 3λεπτου δίχως όμως την δεινοσαυρική «ξεπέτα». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Η υπόθεση είχε πάρει πια εντελώς διαφορετική τροπή και ό,τι και να έπρατταν οι φίλοι μας ένα ήταν σίγουρο, το κλίμα είχε αλλάξει. Ανεξαρτήτως, στο “National Health”, όπως και στο επόμενο “Of Queues and Cures” [Charly] που κυκλοφόρησε λίγο αργότερα, γράφτηκε το πρώτο τέλος μ’ έναν τρόπο που θα έκανε τους πάντες να ριγήσουν. Ποιους πάντες; Όσους αντιμετώπιζαν το rock, τη ροκοειδή jazz και τη ροκοειδέστερη avant, ως το σημαντικότερο fusion από καταβολής ηλεκτροφόρου μούζικας. 20. Delta Saxophone Quartet – Dedicated To You... But You Weren’t Listening – USA. MoonJune MJR017 – 2007 
 Ο «ήχος του Canterbury» δεν έπαψε ποτέ ν’ απασχολεί, έστω και εν σπέρματι, τη μουσική επικαιρότητα· ακόμη και στα δύσκολα χρόνια του ’80, ακόμη και σήμερα (ιδίως σήμερα). Οι DSQ είναι ένα τέτοιο, σημερινό, γκρουπ, που πήρε το ελευθέρας κάποιων επιφανών… καντερμπεριστών, ίνα απλώσουν τα δικά τους σχέδια, φτιάχνοντας ένα άλμπουμ που θα το θυμούνται και αυτοί κι εμείς για πολλά ακόμη χρόνια. Το βρετανικό κουαρτέτο σαξοφώνων (Graeme Blevins σοπράνο, Peter Whyman άλτο, σοπράνο, Tim Holmes τενόρο, σοπράνο, Chris Caldwell βαρύτονο, σοπράνο) το απασχολούν οι μουσικές των Soft Machine – ο Hugh Hopper εγκρίνει, παίζοντας μπάσο και κάνοντας λούπες στο “Facelift” – αποκαλύποντάς μας μιαν άλλη διάσταση των συνθέσεων του ιστορικού γκρουπ, μακρυά π.χ. από το πειραματικό jazz-prog, τις electro, atonal και 12φθογγικές παρεκκλίσεις, μέσω των οποίων διέπρεψαν οι σπουδαίοι Βρετανοί πριν 40 σχεδόν χρόνια, κοντά όμως στο μπαρόκ (τον Bach βασικά), την αγγλική pastoral music και τον μινιμαλισμό, που είναι η καλώς κρυμμένη βάση. Νέα βάση...

10 σχόλια:

  1. Το "Virtually" είναι γεμάτος δίσκος, περιλαμβάνει αρκετές και δυνατές συνθέσεις με γενικά ικανοποιητικό ήχο, όμως δε νομίζω ότι αγγίζει το ηχητικό επίπεδο των στούντιο άλμπουμ "Third", "Fourth" και"Fifth". Ακριβώς επειδή είναι λάιβ, χάνει (στα δικά μου αυτιά τουλάχιστον) το βάθος που δίνει η μουσική των Soft Machine, ακούγεται κάπως ξερό και παραδόξως αυτή η έλλειψη δεν αντισταθμίζεται από την υψηλή ενέργεια που συνήθως βγάζουν οι λάιβ εμφανίσεις. Πάντως, ανεξάρτητα από το μειονέκτημα αυτό, θα συμφωνήσω ότι ο δίσκος αυτός είναι ίσως ο καλύτερος λάιβ δίσκος των Soft Machine, στην καλύτερη περίοδό τους με τη συγκεκριμένη σύνθεση (κλασσική) λίγο πριν τις πρώτες αποχωρήσεις.

    Οι δίσκοι "Just Us" του Elton Dean και "Hopper Tunity Box" του Hugh Hopper παρότι έχουν κάποια στοιχεία από τον ήχο του Canterbury (κυρίως από το "Third" που ήταν δικό τους δημιούργημα), ξεφεύγουν τελείως προς τη τζαζ. Εμφανείς επιρροές που μπορώ να διακρίνω είναι η free jazz του John Coltrane και η ηλεκτρική τζαζ του Miles Davis όσον αφορά το "Just Us". Εν τω μεταξύ, πιθανόν να είναι και από τις πρώτες ηχογραφήσεις που συνδυάζονται με τέτοια επιτυχία αυτά τα δύο στυλ, και μάλιστα από μουσικό που δραστηριοποιούνταν εκτός της αμερικανικής αβάν γκαρντ σκηνής της εποχής εκείνης. Στην περίπτωση του Hopper τα συστατικά που ανακατεύονται είναι το fusion και το σκληρό r&b με αρκετή δόση παραμόρφωση, σε μια δουλεία που περιλαμβάνει αρκετές καλές στιγμές και κάποιες μάλλον βαρετές όπως τα "Gnat Prong" και "Lonely Woman". Στο σύνολο θεωρώ ότι το έργο του Elton Dean είναι πιο κλασικό ίσως γιατί δημιουργήθηκε μέσα στην καλή περίοδο της μίξης του ηλεκτρικού ήχου με τη τζαζ (1969-1974, Miles Davis/"Bitches Brew" και σία, CTI και της παναγιάς τα μάτια), σε αντίθεση με αυτήν του Hopper που βγήκε όταν στο προσκήνιο βρίσκονταν μπάντες όπως η δεύτερότριτη σύνθεση των Return to Forever και η αντίστοιχη των Weather Report που παρήγαγαν έναν ήχο που τώρα είναι ολίγον τι κιτς και παλιομοδίτικος (1975-1980).

    Κωνσταντίνος Θ.Π

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ένα μόνιμο πρόβλημα του “Third” (LP, CD, οτιδήποτε) είναι πως έχει μέτρια, για να μην πω κακή, εγγραφή. Εγώ δεν το ευχαριστιέμαι. Μπορεί οι παικταράδες να κάνουν μπαμ, αλλά η ηχογράφηση τούς πάει πίσω. Τα πράγματα καλυτέρεψαν στο “4” και ακόμη περισσότερο στο “5”, όμως το πουλάκι είχε πλέον πετάξει.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Fwnta mia erwtisi please.Poia einai kata ti gnwmi soy h kaluteri [san ixografisi] estelesi toy '' moon in june ''

    katia

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Με διαφορά η 13λεπτη εκδοχή από το 3LP “Triple Echo” [Harvest, 1977]. Η ίδια version μπήκε και στο 2LP/CD “The Peel Sessions” [Strange Fruit, 1990].

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. stin katia

    Me diafora h kaliteri ektelesi tou moon in june einai ayth toy diskou. Akou kai auti sto Peel Sessions kai tha katalaveis.
    Kai kati akoma...ti gnomi gia auta ta themata tin perneis apo ta autia sou kai mono. Auta tha sou dosoun to feeling...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Η αναγνώστρια με ρώτησε ποια εκτέλεση του “Moon in June” (κατά τη γνώμη μου) είναι η καλύτερη «σαν ηχογράφηση». Ως ηχογράφηση, από τεχνικής πλευράς, η σχετική του “Triple Echo”/“The Peel Sessions” είναι η καλύτερη με διαφορά. Όποιος έχει τις εγγραφές τις ρίχνει στο στερεοφωνικό του και τις ακούει…
    Δεν αναφέρθηκα ούτε στο feeling (που, συμφωνώ, το αντιλαμβάνεται ο καθένας μόνος του), ούτε στη διάρκειά τους (η μία είναι 13 λεπτά, ενώ η επίσημη είναι 19:18), ούτε σε κάτι άλλο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Κι εμένα το “Third” ποτέ δεν μου έκατσε καλά. Και είχα την εντύπωση ότι έφταιγε το mp3. Προτιμώ τα 2 πρώτα τους.

    Αλέξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Δεν υποτιμώ το “Third”, είναι ένα ιστορικό άλμπουμ. Απλώς λέω πως δεν ευτύχησε στην ηχογράφηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Poly wraio afierwma! Sygxarhthria!
    Thymamai eixe ginei allo ena paromoio afierwma sth skhnh apo to periodiko Zoo, se 3 teuxh.
    Egw tha evaza kai to omwnymo twn Gilgamesh tou 1975 i to Lp ths Lady June...
    Yiannis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. ... και διάφορα άλλα ακόμη. Χρειάζεται και νέα εικοσάδα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή