Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

TO BLUES ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ σπαράγματα

Αν θελήσει κάποιος να πάρει τα πράγματα από την αρχή τότε θα πρέπει δικαιωματικώς να σταθεί σ’ ένα όνομα· εκείνο του Huddie Ledbetter ή Lead Belly (1888-1949). Ο... με αριθ­μό 1 αμερικανός singer-songwriter επισκέφθηκε την Ευρώπη το 1949, παρουσιάζοντας μπροστά σε ελάχιστους Παριζιάνους, φίλους του blues(;), μερικά τραγούδια της πατρίδας του, λίγους μόλις μήνες πριν εγκαταλείψει. Τον ακολούθησε ο Josh White (1914-1969) το 1950, ένας επίσης σημαίνων μεταφορέας της λαϊκής παράδοσης, ο οποίος πήδαγε με σχετική ευκολία από το μαύρο folk άσμα και τα blues, στις μπαλάντες, τα spirituals και τα λεγόμενα «τραγούδια διαμαρτυρίας» και ο οποίος γνώρισε την αποθέωση στις εμφα­νίσεις του στη Στοκχόλμη, όταν έπαιξε μπροστά σε αρκετές χιλιάδες άτομα! Ο White περιόδευ­σε ως μέλος μιας αμερικανικής ομάδας προόδου, που είχε ως στόχο την ηθική ανύψωση του ευρωπαϊκού κοινού, μετά τον Δεύτερο Πόλεμο, χρησιμοποιώντας τη σκηνή για να μιλήσει (και) για τ’ ανθρώπινα δικαιώματα της ράτσας του, στην πατρίδα του πρώτα-πρώτα· ένα γεγονός που δεν θα μπορούσε, επ’ ουδενί, να μειώσει την τυπική blues προσφορά του. Απεναντίας... Ένας τρίτος μουσικός που έσκασε μύτη στην Ευρώπη εκεί­να τα χρόνια ήταν ο κιθαρίστας Lonnie Johnson (1899;-1970). Τo 1952 η τουρνέ του σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες θ' αποδειχθεί καθαρό νερό στο διψασμένο χώμα (ηχο­γραφήσεις στο Λονδίνο την 29/6/1952). Σ’ εκείνον όμως, στον οποίο θα έπρεπε να σταθώ κάπως περισσότερο ήταν, οπωσ­δήποτε, ο Big Bill Broonzy (1898-1958). Ο Big Bill πάτησε στην Ευρώπη τον Σεπτέμβριο του 1951. Πήγε πρώτα στο Ντίσελντορφ (ηχογραφήσεις την 15/9/1951), μετά στο Παρίσι (ηχογραφή­σεις την 20η και 21/9/1951) και αμέσως μετά στο Λονδίνο, όπου και εκεί θα προβεί σε εγγραφές (24/9/1951). Μάλιστα, ήταν τόσο μεγάλη η επιτυχία του, ώστε αναγκάσθηκε να επανέλθει τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1952, όταν και παρουσίασε στο ανύποπτο κοινό την Mahalia Jackson και τη μεγάλη παρά­δοση των gospel - πραγματοποιώντας εκ νέου ηχογραφικές sessions στο Παρίσι την 5, 7 και 19/2/1952, αλλά και στην Αμβέρσα την 29/3/1952. Τον Οκτώβριο του ’55 ο Big Bill Broonzy έρχεται πάλι στην Αγγλία (sessions στο Λονδίνο την 26 και 27/10/1955 και το Nottingham), για να περάσει εκ νέου στην ηπειρωτική Ευρώπη, όπου και ρίχνει το σπόρο του blues στις Βρυξέλες (rec. 11/12/1955), στο Παρίσι (rec. 10/2/1956), στην ολλανδική πόλη Baarn (rec. 17/2/1956), στην Κοπενχάγκη (rec. 4,5 και 6/5/1956) και στο Μιλάνο (rec. 6/1956). Για τελευταία φορά θα επισκεφθεί τη Βρετανία το πρώτο τρίμηνο του 1957, εκεί όπου θα συνεργαστεί με τον Brother John Sellers. Πέθανε την επόμενη χρονιά (1958), έ­χοντας αφήσει πίσω του έργο άπειρης σημασίας.Την ίδιαν εποχή το blues duo των Sonny Terry & Brownie McGhee επισκέπτεται για πρώτη φορά τη Μεγάλη Βρετανία. Το φθινό­πωρο του 1958 θα βρεθούν στο Νησί ο Muddy Waters και ο Otis Spann, ενώ αργότερα δίνουν επιτυχημένες συναυλίες εκεί οι Champion Jack Dupree, Jesse Fuller, Memphis Slim και Roosevelt Sykes. Αυτά όλα στη δεκαετία του ’50 και μέχρι το 1962, γιατί μετά το ’62 τα πράγματα θα πάρουν ακόμη σοβαρότερη τροπή...
Βασισμένοι σε μία ιδέα του γερμανού τζαζο-κριτικού Joachim-Ernst Berendt, οι συμπατρι­ώτες του Horst Lippmann και Fritz Rau ξεκινούν, το 1962, το American Folk Blues Festival (AFBF). Επρόκειτο, απλώς, για έναν περιοδεύοντα θίασο μαύρων bluesmen (το folk κόλλησε λόγω μόδας προφανώς, γιατί ούτε όλοι έπαιζαν ακουστική κιθάρα, ούτε όλοι τραγουδούσαν παλαιές λαϊκές μπαλάντες), οι οποίοι θα είχαν έτσι την ευκαιρία να εμφα­νισθούν για πρώτη φορά στην Ευρώπη (οι περισσότεροι τουλάχιστον), δίνοντας παραστά­σεις – πολύ επιτυχημένες, για τους ίδιους κατ’ αρχήν... άσε τη μουσική – βγάζοντας λίγα χρήματα και καλυτερεύοντας το επίπεδο ζωής τους· ορισμένοι εξ αυτών λίγο πριν αποδη­μήσουν. Αν αναλογισθούμε βεβαίως το κουραστικό της υπόθεσης, να σε τρέχουν δηλαδή μέσα σε 22 ημέρες (3/10 – 25/10/1962) από το Baden-Baden στη Βέρνη, από την Φρανκφούρτη στο Παρίσι και από το Μόναχο στο Μάντσεστερ – φυσικά, οι διαδρομές ή­ταν πολύ περισσότερες – τότε όλοι αντιλαμβάνονται πως αυτά και άλλα περισσότερα θα μπορούσε να υποστούν μεσήλικες έως ηλικιωμένοι άνθρωποι· μια και πολλούς απ’ αυ­τούς, στην πατρίδα τους, τούς είχαν για χρόνια στο κλωτσίδι. Τα ονόματα των μουσικών εκείνου του πρώτου κομβόι ήταν: Memphis Slim, T-Bone Walker, Sonny Terry, Willie Dixon, John Lee Hooker, Shakey Jake και Brownie McGhee. Αλλά και του δεύτερου, το 1963: και πάλι Memphis Slim και Willie Dixon – λογικώς οι… ευνοούμενοι, που έκαναν τις επαφές – και ακόμη οι Big Joe Williams, Victoria Spivey, Matt “Guitar” Murphy, Sonny Boy Williamson, Lonnie Johnson, Otis Spann και Muddy Waters. Το AFBF διατηρήθηκε μέχρι το 1985 και, τουλάχιστον για μια δεκαετία, ήταν ό,τι σημαντικότερο συνέβαινε στην Ευρώπη στο χώρο του blues live. Μέλος του AFBF ήταν όπως είδαμε, το 1963, ο Sonny Boy Williamson ο δεύτερος, ο Rice Miller (1908-1965) – που ήταν μεγαλύτερος από τον Sonny Boy “John Lee” Williamson (1914-1948), αλλά εμφανίστηκε αργότερα από ’κείνον στη δι­σκογραφία· εξ ου και «δεύτερος». Φυσικά, αν του το έλεγε κα­νείς, πως ήταν «δεύτερος» δηλαδή, ο Rice δεν θα είχε πρόβλημα να τον έβαζε να καταπιεί τη φυσαρμόνικά του, μαζί με το καπάκι της... αλλά αυτό δεν έχει και τόσο σημασία. Γιατί η φυσαρμόνικα είναι ένα φθηνό όργανο και ο καθείς μπορεί να ξαναγοράσει... Είναι γνωστές οι περιπέτειες του Sonny Boy στη Βρετανία στο πρώτο μισό των sixties και επ’ αυτών έχει λόγο το CD “Live In Europe” [Music Avenue, 2007], το οποίο περιέχει τραγούδια που ηχογράφησε ο Sonny Boy με τους Yardbirds (Λονδίνο 12/1963, Birmingham 2/1964) και τους Animals (Newcastle, 12/1963). Φυσικά, δεν μιλάμε για τα άπαντα. Από τα 20 tracks που αποτύπωσαν Sonny Boy και Yardbirds (Clapton, Relf, Dreja, Samwell-Smith, McCarty) ακούγονται εδώ μόλις 11, ενώ από τα 18 με τους Animals (Price, Valentine, Chandler, Steel, Burdon) καταγράφονται τα 10. Ήτοι είκοσι ένα συνολικώς κομμάτια, με 80 λεπτά διάρκεια, τακτοποιημένα σ’ ένα ωραίο ολόμαυρο digipak με 8σέλιδο booklet και ικανοποιητική εγγραφή, είναι ό,τι περισσότερο μπορείς να ζητήσεις από μία έκδοση... που δεν είναι ιαπωνική. Για το υλικό να πω τι; Έχει τη σημασία του και τη μεγάλη ιστορική του αξία, αν και οι νεαροί Βρετανοί μοιάζουν (και λογικό) «σφιγμένοι». Ιδίως οι Yardbirds – o Clapton παίζει «χεσμένος», ενώ ο Relf, θέλετε από σεβασμό θέλετε από φόβο, δεν ακουμπάει καν τη φυσαρμόνικα στο στόμα του. Απεναντίας, πιο ξεψαρωμένοι εμφανίζονται οι Animals· ο Price ήταν ο Price, αφού είχε πάντα υπό την ευθύνη του όλον τον ήχο του γκρουπ, ενώ ο κιθαρίστας Hilton Valentine – μία από τις πιο υποτιμημένες πενιές στη rock history – δεν παραλείπει να δώσει, μια-δυο φορές, δείγματα των ικανοτήτων του (σπάνιος ήχος, για έναν κιθαρίστα του ’63). Ο δε Burdon; Ε αυτός, όταν αποφασίζει να τραγουδήσει (“Nobody but you”, “Bye bye Sonny, bye bye”) κατράμι βγαίνει από το στόμα του... Το επόμενο άλμπουμ είναι «αναφοράς». Πρόκειται για το “Live In Europe” [Music Avenue, 2007]του Howlin’ Wolf, γραμμένο στη Βρέμη, την 6/11/1964. Μέλος τότε του AFBF, o Λύκος θα προβεί σε ολοκληρωμένη εγγραφή (το ίδιο θα πράξει και ο κολλητός του Hubert Sumlin), η ο­ποία πρωτοκυκλφόρησε χρόνια μετά, από την ολλανδική Sundown, ως “Live In Europe 1964”. Σίγουρα υπάρχουν κι άλλες εκδόσεις, αν και η παρούσα, με τα 16 κομμάτια και τα 74 λεπτά διάρκεια, μοιάζει η πιο ολοκληρωμένη. Ακούγοντάς την μάλιστα έχω την αί­σθηση πως είναι ό,τι πιο σημαντικό ζωντανό υπάρχει με τη φωνή του Λύκου, συγκρι­νόμενο μόνο (αν και αναφερόμαστε σ’ ένα άλλης λογικής άλμπουμ) με το “Live In London” [Chess, 1970]. Οι ερμηνείες του Howlin’ Wolf βρίσκονται στο εκφραστικό τους κορύφω­μα – ώρες-ώρες πιάνεται η ανάσα σου, καθώς τον ακούς να τραγουδά, όπως εσύ καθαρί­ζεις το λαιμό σου όταν πνίγεσαι – η μπάντα (κακά τα ψέμματα) είναι η καλύτερη που είχε ποτέ κοντά του (Hubert Sumlin κιθάρα, Sunnyland Slim πιάνο, Willie Dixon μπάσο, Clifton James ντραμς), ενώ το ρεπερτόριο, δικό του ή διασκευασμένο, είναι από μόνο του ένα κλασικό songbook (Killing floor, Built for comfort, Wang dang doodle, Little red rooster, Highway 49, Going down slow, Rockin’ the blues, I’ll dust my broom...). Aπίθανο set, που γράφει ιστορία 40 τόσα χρόνια αργότερα.Στη δεκαετία του ’70 κι ενώ το AFBF συνέχιζε κανονικά τη δουλειά του, ένα άλλο καρα­βάνι αποφασίζει να κινηθεί προς την Ευρώπη, γνωρίζοντας στο υποψιασμένο κοινό, μερικά, λιγότερο προβεβλημένα, blues ονόματα. Κάτω από την ταμπέλα “American Blues Legends” ο παραγωγός Jim Simpson (τρομπετίστας στους ψυχεδελικούς Locomotive μέχρι το ’67 και μάνατζερ αργότερα των Bakerloo Blues Line, Tea & Symphony και Black Sabbath – όλοι γύρω από το Birmingham) στήνει ένα σώου που έγραψε σπουδαία, αλλά όχι γνωστή ιστορία. Boogie Woogie Red, Snooky Pryor, Homesick James, Washboard Willie, Whispering Smith, Lightnin’ Slim, Big John Wrencher (ο μέγας μονόχειρ αρμονικίστας), Doctor Ross, Eddie “Playboy” Taylor, G.P. Jackson και κάποιοι ακόμη, έδωσαν έξοχες παραστάσεις, αν κρίνω απ’ ό,τι έφθασε στ’ αυτιά μου... χρόνια αργό­τερα. Αναφέρομαι σε δύο LP, που κυκλοφόρησαν στη βρετανική Polydor, το 1973 και το 1974 – οι τίτλοι τους ήταν “American Blues Legends ’73” και “American Blues Legends 74” – και τα οποία επανατυπώθηκαν σ’ ένα επαρκέστατο διπλό CD, σε ετικέτα Sanctuary, το 2002. Οι παραστάσεις ξεκίνησαν από το Coventry (Lanchester Polytechnic) τον Ιανουάριο του ’73, για να σκορπιστούν από ’κει σε δέκα χώρες (πραγματοποιή­θηκαν 33 συναυλίες σε 35 ημέρες!). Φυσικά, όπως και στην περίπτωση του AFBF, ο­ρισμένοι από τους καλλιτέ­χνες είχαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν ακόμη περισσότερα sessions, αφού για τους βρετανούς παραγωγούς π.χ., όλη αυτή η κουστωδία ήταν κάπως σαν «μάννα εξ ουρανού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Homesick James & Snooky Pryor” LP, ηχογραφημένο τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του ’73 στα Chalk Farm στούντιο, με τις συμμετοχές των Bob Brunning μπάσο και Bob Hall πιάνο (από τους Savoy Brown και τους Brunning Sunflower Blues Band). Το περίεργο; Το άλμπουμ κόπηκε στην avant ετικέτα Caroline/Virgin! Άπειρα τα live των μαύρων bluesmen στην Ευρώπη και η Music Avenue έρχεται να μας υπενθυμίσει κάποια ακόμη, που πέρασαν λίγο απαρατήρητα (αν και αυτό σχετικό είναι). Κατ’ αρχάς, κάποιες εμφανίσεις στο Αμβούργο και τη Βρέμη του Freddie King (1934-1976), το 1975. Ο πολύ σημαντικός αυτός κιθαρίστας, με το ακαταμάχητο στυλ, που επη­ρέασε όλο το british blues και συνεπώς όλο το rock, ταξίδευε συνεχώς, έδινε οπουδήποτε αμέτρητα live και γενικώς, βρισκόταν σε διαρκή σωματική καταπόνηση, κάτι που τον οδή­γησε νωρίς στον τάφο (στα 42 του). Όταν τακίμιασε με τον «γιο» του Eric Clapton, ηχογρα­φώντας και αυτός για την RSO, ο King ανέπτυξε ένα ολίγον λευκό στυλ performer, ενδί­δοντας στο γιγαντισμό και τα ντεσιμπέλ, βομβαρδίζοντας τα... αλλόφρονα ακροατήρια με τόνους blues αδρεναλίνης. Ακούγοντας τον, ας πούμε, σε τούτα τα αποσπασματικά και μετρίως ηχογραφημένα γερμανικά live, εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθείς γιατί ο άνθρω­πος αυτός ξέμεινε από καύσιμα... Εν πάση περιπτώσει. Η ουσία είναι πως με τέτοια μπά­ντα συνοδείας («αστέρια» και στον οργανίστα Alvin Hemphill) και με τέτοιο ρεπερτόριο (“Sweet home Chicago”, “Key to the highway”, “Let the good times roll”, “Stormy Monday blues” – το ότι απουσιάζουν τα δικά του hits δείχνει απλώς το κόψε-ράψε του set, που μας παρουσιάζει η Music Avenue), δεν θα μπορούσε παρά να διαπρέψει. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι σχεδόν κανένα δικό του live δεν έχει αποτυπωθεί στο ηχητικό ύψος που θα του άρμοζε. Η παρουσία του Muddy Waters (1913-1983) στην κομμουνιστική Βαρσοβία του ’76 (στο Jazz Jamboree), είναι οπωσδήποτε από μόνη της ένα γεγονός. Σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πρώτη εμφάνισή του στη... Δυτική Ευρώπη, ο Waters επισκέπτεται το ανατολικό μπλοκ προκειμένου να παρατάξει μία απροσπέλαστη σειρά δικών του (και άλλων) στά­νταρντ, τα οποία έπαιξαν οπωσδήποτε ρόλο στην αυτοσυνείδηση μιας σκηνής, που είχε ήδη δώσει κάποια ωραία blues δείγματα (τους Breakout και τους Silesian Blues Band του Αποστόλη Άνθιμου π.χ.) – γιατί αν κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, τα όρια μιας συναυλίας είναι πλέον... προσωπικά και εξαντλούνται γρήγορα. Οι εγγραφές εκείνες κυκλοφόρησαν, τότε, σε δύο άλμπουμ βινυλίου από την Poljazz, ο ρόλος των οποίων υπήρξε σημαντικός και για τον εξής πρακτικό λόγο. Οι πολωνοί blues-fans (μουσικοί ή απλοί ακροατές) έστελναν αυτά τα βινύλια στη Δύση, ως περιζήτητα εκεί, ανταλάσσοντάς τα με αμερικανικά, που ήταν πανάκριβα για ’κεί­νους, έχοντας έτσι την ευκαιρία να μάθουν και ν’ ακούσουν πολύ περισσότερα, απ’ όσα θα μπορούσε να μετα­δώσει, φερ’ ειπείν, ο πολωνικός ραδιοσταθ­μός “3” και η DJ Majka Jurkowska. Αν και blues ήχοι πρωτακού­στηκαν στην Πολωνία το 1957, όταν ο Bill Ramsey εμφανίστηκε στο jazz festival του Sopot, παίζοντας το “Caldonia”, έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, ώστε η σκηνή να δείξει ότι κάτι αλη­θινό συνέβαινε. Το live του Muddy Waters δεν γινόταν παρά να δράσει αποφασιστικώς προς αυτή την κατεύθυνση. Ακούγοντας αυτό το session σήμερα, στο άψογο CD της Music Avenue (16 θέματα, 79 λεπτά διάρκεια), υπό τον τίτλο “Live In Europe, Warsaw Poland, October 22, 1976" αυτό που θα παρατηρήσει ο οποιοσδήποτε είναι κάτι που έχει γραφεί κατά κόρον. Όταν το πάλκο του «καθότανε» – και συνήθως του «καθότανε» – ο Muddy Waters ήταν εκτός συναγωνισμού. Δεν ήταν μόνο το τέλειο γκρουπ, που πάντα έσερνε μαζί του (εδώ οι Bob Margolin κιθάρα, Pinetop Perkins πιάνο, Luther “Guitar Junior” Johnson κιθάρα, Jerry Portnoy φυσαρμόνικα, Calvin Jones μπάσο, Willie Smith ντραμς), δεν ήταν το ρεπερτόριο (κλασικότερο δεν θα μπορούσε να υπάρξει), δεν ήταν το ακροατήριο, που πάντα, υποθέτω, θα παρακολουθούσε τα επί σκηνής με κρατημένη την ανάσα, ήταν, πάνω απ’ όλα, το ίδιο το λασπωμένο άτομο, που τραγουδούσε μονί­μως μ’ εκείνο το αδιανόητο, πρωτόγονο γρέτζο, παίζοντας την ίδια απέριττη κιθάρα· κάθε αρπισμός της οποίας ήταν της ψυχής ο πόνος. Τυχεροί οι Πολωνοί, όσοι Πολωνοί τέλος πάντων βρέθηκαν εκείνη τη μέρα στο Jazz Jamboree. Αλλά κι εμείς κατά μίαν έννοια, α­φού οι Βέλγοι της Music Avenue έκαναν πολύ καλή δουλειά, παραδίδοντας ένα από τα καλύτερα ζωντανά του Muddy Waters. Και κάτι ακόμη. Δεν ξέρω αν έκανε τη χάρη σε κάποιους, αλλά ο Waters έπαιξε εκείνο το βράδυ ακόμη και το “Caldonia” (του Louis Jordan βεβαίως-βεβαίως) – το ιστορικό jump-blues, το οποίο, πάντως, βρισκόταν τότε στο ρεπερτόριό του, αφού ακουγόταν και στο “Woodstock Album” [Chess/Checker], που είχε ηχογραφηθεί την προηγούμενη χρονιά (6 & 7/2/1975). Δεν είμαι σίγουρος πότε πρωτοήλθε ο B.B King στην Ευρώπη – αν και δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Πάντως δεν πρέπει να συνέβει αυτό πριν από τα τέλη των sixties. Υπάρχει βεβαίως και το άλμπουμ “In London” [Probe], η­χογραφημένο σε στούντιο του Λονδίνου τον Ιούνιο του ’71, έχοντας δίπλα του ο «βασιλιάς» άπειρους βρετανούς rockers (Ringo Starr, Alexis Korner, Gary Wright, Klaus Voorman, Duster Bennett, Steve Marriot, Pete Wingfield...) – μου αρέσει το εξώφυλλο με το φίλο μας να περνά μπροστά από το Νο 10 της Downing Street, αδια­φορώντας για τους μπόμπηδες στην πόρτα. Η Music Avenue μάς μεταφέρει τώρα 12 χρόνια αργότερα, στις Κάνες, τον Ιανουάριο του 1983, προσφέροντάς μας ένα ωριαίο live του B.B. King, ένα από τα καλύτερα δικά του (στα eighties), που έφθασαν ποτέ στ’ αυτιά μου. Ο... εμπορικός (όπως κατηγορήθηκε α­πό μερίδα της κριτικής) ήχος τού King στο αισθητικό απόγαιό του. Έξοχες jazz-blues ε­νορχηστρώσεις, με τον τρομπετίστα Calvin Ownes να τίθεται επί κεφαλής της μπάντας, και τους reedmen James Bolden τρομπέτα και Edgar Sunigal, Jr. σαξόφωνα μονίμως σε θέσεις μάχης. Ακόμη, δεύτερος κιθαρίστας, κιμπορντίστας και μπάσο-ντραμς στο σχήμα. Ο B.B. King είναι ο B.B King. Ακούγεται δηλαδή ως B.B King... Αργός και νωχελικός στo πάλκο, με απολύτως μελετημένες εκρήξεις, γλυκός και γλαφυρός, με τα φώτα να τον λούζουν, τον ιδρώτα να ποτίζει το μπιρμπιλωτό σακάκι του και τη Lucille να γλυστράει στα χέρια του σαν τη μαύρη Αφροδίτη. “The thrill is gone”, “Sweet little angel”, “Every day I have the blues” και “Jam” με την παρουσία και του Dave Brubeck(!) στο πιάνο, ο οποίος, ποιος ξέρει, πέρναγε από ’κει...Και να ακόμη λίγα λόγια για μερικά blues-live in Europe, που με θέλγουν. Τα θυμάμαι προχείρως και φοβάμαι ότι, ίσως, ξεχνάω τα καλύτερα. Από τα 20 τόσα AFBF (έχω ακούσει κάμποσα απ’ αυτά) εκείνο που μου κάνει ακόμη ισχυρή εντύπωση είναι η διοργάνωση του ’66. Κι αυτό γιατί, δισκο­γραφικώς, είναι η πληρέστερη. Τα AFBF κυκλοφορούσαν συνήθως σε μονά LP, σε ετικέτα Fontana, στην Αγγλία, την Ολλανδία, τη (Δυτική) Γερμανία και αλλαχού. Έλα όμως που η ανατολικογερμανική Amiga(!), «έβγαλε» δύο μονά LP με το απάνθισμα του ’66, σβήνο­ντας από το χάρτη τις εκδόσεις της... καπιταλιστικής Fontana. Γιατί; Μα γιατί το AFBF είχε διεξαχθεί εκείνη τη χρονιά στο Ανατολικό Βερολίνο! Μπορεί ο τότε ηγέτης της GDR Walter Ulbricht να μην γούσταρε το beat, μετά μάλιστα από τα επεισόδια στη συναυλία των Rolling Stones στη σάλα Waldbuhne του Δυτικού Βερολίνου, το Σεπτέμβριο του 1965 – θέλοντας να... προφυλλάξει τη νεολαία διέλυσε σταδιακώς την ακμαία ανατολικογερμανική beat σκηνή – δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα με το blues και πολύ περισσότερο με την jazz, η οποία μετά το ’70 είχε γίνει κάτι σαν «πυλώνας» της κρατικής πολιτικής για τον πολιτισμό στην GDR. Roosevelt Sykes, Otis Rush, Little Brother Montgomery, Sleepy John Estes, Yank Rachell, Big Joe Turner, Junior Wells, Sippie Wallace και Robert Pete Williams ακούγονται σε αξέχαστες εγγραφές. Όπως προανέφερα, με αφορμή την παρουσία τους στα AFBF, πολλοί bluesmen πραγματοποιούσαν και άλλες εγγραφές, αφού, πάντα, ήταν πόλος έλξης για επίδοξους και ψαγμένους εταιριάρχες. Κάπως έτσι τον Οκτώβριο του ’66 οι Robert Pete Wiliams, Sleepy John Estes και Yank Rachell θα πεταχτούν μέχρι την Αυστρία, όπου και θα γράψουν για λογαριασμό του mega-fan Johnny Parth κάποια κομμάτια (θα πρωτο-εμφανισθούν στο limited edition LP της Document “Country Blues Live!” το 1988). Ο δραματικές εξάρσεις της ερμηνείας του Robert Pete Williams στο “I’m so worried”, παρ’ όλον τον ερασιτεχνισμό της εγ­γραφής, είναι μοναδικές. Έτσι κάπως, ατάκτως ερριμ­μένα, έρχονται στο νου το άλμπουμ του Albert King στο Montreux “Blues at Sunrise” [Stax, rec. 1/7/1973] με το φοβερό του groovy (στο όργανο ο James Washington), το “Live in Paris” του Luther Allison (σχετικώς πρόσφατο CD στην Ruf, rec. 1979) με τα βαριά και ηλεκτρικά περάσματα – το tribute στον Hound Dog είναι υπο­δειγματικό –, το live στην Nancy, ως “Live in Europe” [Evidence, rec. 9/10/1977] του Otis Rush (μία από τις 2-3-4 κορυφαίες εγγραφές του μάγου κιθαρίστα), βεβαίως το “Drinkin’ TNT n’ Smokin’ Dynamite” [Blind Pig, rec. 28/6/1974] των Buddy Guy και Junior Wells, που δεν είναι άλλο από το δικό τους live στο Montreux, με τις μνημειώδεις εκδοχές των “Messin’ with the kid” και “Hoodoo man blues” και τέλος, ένα άλμπουμ που δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά είναι από εκείνα που αποκαλούμε «συγκλονιστικό». Το “John the Revelator” [UK.Liberty, 1970] του Son House, γραμμένο live στο 100 Club του Λονδίνου, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 1970 (με τον Al Wilson, από τους Canned Heat, και τον Dave Kelly να δηλώνουν παρόν). Πρόκειται στην ουσία για την τελευταία εν ζωή ηχογράφηση του μεγάλου μουσικού, που υπήρξε η απόλυτη blues πη­γή για άπειρους μεταγενέστερους – καθότι, επηρεάζοντας τον Robert Johnson και τον Muddy Waters, ο Son House επηρέασε τους πάντες. Το “Death letter” δεν διαβάζεται...
Και για να επανέλθω σ’ ένα παλαιότερο, προ διμήνου, post… πότε εμφανίστηκε για πρώτη φορά μαύρος bluesman στην Ελλάδα; Δύσκολο να το πει κανείς... και εξηγούμαι. Είχα διαβάσει πριν κάμποσα χρόνια στο οπισθόφυλλο ενός άλμπουμ τού Curtis Jones (το “In London”, στην επανέκδοση της See For Miles, το 1985) κάτι που μου είχε φανεί απίστευτο. Εκεί, ο Alan Balfour, ένας γνωστός εγγλέζος blues columnist έγραφε πως ο Jones είχε επισκεφθεί την Ελλάδα προς το 1965, στο πλαίσιο μιας περιοδείας του, που περιελάμβανε ακό­μη Γαλλία και Ισπανία. Δεν είναι απίθανο, καθότι ο άξιος αυτός πιανίστας, που γεννήθηκε κάπου στο Τέξας το 1906, για να πεθάνει στο Μόναχο το 1971, ήταν ένας πλάνητας μουσι­κός, που είχε εμφανισθεί σε δεκάδες χώρες στον κόσμο, κάνοντας καριέρα ακόμη και στο Μαρόκο! Δεν αποκλείεται λοιπόν να πέρασε όντως από την Ελλάδα και να έπαιξε σε κά­ποιο καταγώγιο – για Έλληνες άραγε ή για αμερικανούς ναύτες και φαντάρους; – ρίχνο­ντας πρώτος ένα σπόρο, ο οποίος σίγουρα έσκασε σε πέτρα. (Αν, παρ’ ελπίδα, κάποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω, ας δώσει την πληροφορία της… δεκαετίας). Το πράγμα πάντως παίρνει μια πιο σίγουρη τροπή, 15 χρόνια αργότερα· κι εδώ δεν υπάρ­χουν κενά γνώσης. Ήταν 11 Απρίλιου του 1980, όταν έπαιξαν αρχικώς στα Δειλινά(!) και μετά από δύο μέρες στο Σπόρτινγκ (13/4) η Koko Taylor, ο Albert Collins και οι Chicago Blues-All Stars, τους οποίους αποτελούσαν οι Lurrie Bell κιθάρα, Marvin Jackson ρυθμική κιθάρα, Billy Branch φυσαρμόνικα, A.C. Reed τενόρο, Allen Batts πλήκτρα, Johnny B. Gayden μπάσο και Casey Jones ντραμς. Όλοι τους αστέρια! Τα έντυπα της εποχής έγραψαν για μία τετράωρη(!) συναυλία, που μετέτρεψε τους πάντες σε αλοιφή... Και φυσικά, αν μιλάμε για ηχογραφήσεις... made in Greece, τα ιστορικά, αλλά μετρίως αποτυπωμένα live της Big Time Sarah και του John Hammond στον Ορφέα, το τριήμερο 18-20 Φεβρουαρίου του 1983, στις εκδόσεις των Αδελφών Φαληρέα (το δεύτερο μάλιστα επανεκδόθηκε σε βινύλιο στην ιταλική ετικέτα Dynamic πριν από 2-3 χρόνια) είναι η αρχή. Όχι, δεν ήμουν εκεί...

4 σχόλια:

  1. Το "American Blues Legends 74" δεν κυκλοφόρησε από την Polydor αλλά από την Munich Records (Munich BM 150 202) και από την Big Bear Records (Big Bear BEAR 1). Περισσότερα στο http://213.198.126.9/music/bigbearfrm.htm

    Κωνσταντίνος Θ.Π

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Και τα δύο LP, και του ’73 και του ’74, απ’ ό,τι θυμάμαι είναι Polydor/Big Bear (θυμάμαι τις αρκούδες στο εξώφυλλο). Νομίζω μάλιστα πως τα έχω σε γερμανικές εκδόσεις. Δυστυχώς, τα περισσότερα blues άλμπουμ δεν τα έχω μαζί μου, γιατί πλέον δεν τα πολυακούω. Όταν πάω στο πατρικό μου θα τα κοιτάξω να δω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Μην παρεξηγηθώ Κωνσταντίνε Θ.Π. δεν είπα πως δεν πολυακούω blues, απλώς τα LP δεν χωρούσαν στη δισκοθήκη – κι επειδή τα είχα όλα μαζί, μού ήταν εύκολο να μεταφέρω τα περισσότερα απ’ αυτά κάπου αλλού.

    Το site του Wirz το ξέρω, από τότε που βγήκε πριν 11-12 χρόνια. Τότε είχε λίγα πράγματα βεβαίως, και αρκετά λάθη. Είχα σημειώσει όσα είχα διαπιστώσει και του τα είχα στείλει. Ο άνθρωπος, σε κάθε περίπτωση, έχει κάνει σπουδαία δουλειά και μπράβο του!

    Είχα καιρό να τον επισκεφθώ, κι απ’ ό,τι είδα είναι… πολλαπλάσιος.
    Από το site του Wirz θυμάμαι πως είχα πληροφορηθεί τη δισκογραφία ενός αγαπημένου μου folkist, του Paul Geremia. Τότε, γύρω στο 2000, είχα μόλις ένα LP και δύο CD του, αργότερα όμως –και με τη βοήθεια του Wirz– βρήκα τα περισσότερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καμία παρεξήγηση Φώντα. Από τη στιγμή που στο δισκορυχείον έχεις αναρτήσει αρκετά θέματα που αφορούν τα μπλουζ δε βλέπω για ποιο λόγο, θα μπορούσαν να δημιουργηθούν υπόνοιες (από την πλευρά μου) ότι δεν ενδιαφέρεσαι για το είδος.

    Την παραπομπή την έδωσα για να γίνει διασταύρωση στοιχείων και απ' ότι γράφεις, διαπιστώνω ότι το συγκεκριμένο σάιτ έχει μια κάποια αξιοπιστία.

    Στα του άρθρου, γράφεις ..." Φυσικά, όπως και στην περίπτωση του AFBF, ο­ρισμένοι από τους καλλιτέ­χνες είχαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν ακόμη περισσότερα sessions, αφού για τους βρετανούς παραγωγούς π.χ., όλη αυτή η κουστωδία ήταν κάπως σαν «μάννα εξ ουρανού». "...
    Θα ήταν ενδιαφέρον κάποια στιγμή, να αναφερθείς περισσότερο αναλυτικά στα sessions αυτά μιας και δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες ή αναφορές που να φωτίζουν με λεπτομέριες το θέμα, τουλάχιστον μέχρι τώρα στο διαδίκτυο. Η μόνη γνώση από την πλευρά μου για τα συγκεκριμένα sessions προέρχεται μόνο από την ακρόαση δύο από αυτά, ("Big John's Boogie" [Big John Wrencher, Big Bear 1975] και "Ready for Eddie" [Eddie Taylor, Big Bear 1975] και οι εντυπώσεις είναι πολύ καλές!

    Κωνσταντίνος Θ.Π

    ΑπάντησηΔιαγραφή