Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

ΣΩΤΗΡΗΣ ΚΟΜΑΤΣΙΟΥΛΗΣ σαν τον άνεμο

Για τον Σωτήρη Κοματσιούλη είχα πρωτογράψει στο http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/04/strange-stories.html, την 16η του προηγούμενου Απριλίου. Εκεί, είχα μεταφέρει ένα κομμάτι της συζήτησης που είχαμε για το Jazz & Τζαζ, με αφορμή το LP «Σαν τον Άνεμο» [B-Otherside Records], που περιείχε (κυρίως) ανέκδοτα τραγούδια του από τα πρώτα χρόνια του ’70. Ας ξαναγράψω κι εδώ πως τον Κοματσιούλη τον είχα δει live σ’ ένα μαγαζί της Κυψέλης να τραγουδάει... λαϊκο-μοντέρνα, εκεί προς το 1988. Παρότι, τότε, τον ήξερα –πρωτάκουσα τραγούδια του το 1986– δεν είχαμε γνωριστεί. Τούτο συνέβη πριν από τρεις μήνες, όταν διαβάζοντας κάτι που είχα γράψει για ’κείνον στο blog (28/3), με πήρε τηλέφωνο στο περιοδικό και μου ζήτησε να μιλήσουμε· με αφορμή και το δίσκο του, που θα κυκλοφορούσε οσονούπω. (Την έκπληξη την είχα νοιώσει 2-3 μέρες νωρίτερα, όταν, από άλλη πηγή, είχα πληροφορηθεί για την εν λόγω έκδοση). Από το τηλεφώνημα πρόλαβε να μου πει πως ήταν για χρόνια στην Αγγλία, πως είχε πάει εκεί με τη Μαρία Βασιλείου (την «Ευδοκία»), πως είχε γνωρίσει τον Bob Marley(!) και άλλα διάφορα και πως, τέλος πάντων, έκανε καριέρα στο Νησί ως Steve Gemos. Αν και το όνομα «Στηβ Γκέμος» το γνώριζα από ένα LP της BMG το 1993 –Στηβ Γκέμος & Απειλές– με τίποτα δεν μπορούσα να φανταστώ πως ο Στηβ Γκέμος και ο Σωτήρης Κοματσιούλης ήταν το ένα και το αυτό πρόσωπο. Έχω διάφορα να ρωτήσω, αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά. Πώς ξεκινάτε;
Η καριέρα μου ξεκινάει στη Λάρισα στα τέλη του ’60 – είχαν βρεθεί εκεί οι γονείς μου – και από πολύ μικρός 14-15 χρονών παίζω κιθάρα και τραγουδώ στους Lovers. Οι Lovers, τότε, ήταν από τα καλύτερα συγκροτήματα της περιοχής και τις συναυλίες μας διοργάνωνε ο Γιάννης Πετρίδης (σ.σ. υπηρετούσε τότε στη Λάρισα και έγραφε από ’κει ανταποκρίσεις σε περιοδικά της εποχής, κάνοντας, συγχρόνως, πρόγραμμα στον Στρατιωτικό Ραδιοφωνικό Σταθμό Λαρίσης). Παίζαμε σε διάφορους χώρους, σόουλ και ροκ κομμάτια της εποχής, και σ’ έναν απ’ αυτούς στο Rio Club, στον Πλαταμώνα, μ’ ακούει κάποιος και μου λέει να κατέβω στην Αθήνα.
Πότε ήρθατε στην Αθήνα και με ποιους ανθρώπους συναντηθήκατε;
Στην Αθήνα έρχομαι προς το τέλος του 1971 και γνωρίζομαι, αμέσως σχεδόν, με τον Άλκη Έξαρχο, που τότε ήταν μάνατζερ των Sounds. Επίσης με τον Όμηρο Αθηναίο, αλλά και με τον Νίκο Λαβράνο, που είχε ενθουσιαστεί μαζί μου. Όλοι με είχαν ακούσει και μού’λεγαν τα καλύτερα λόγια. Δεν άργησε δηλαδή να έρθει και το δισκογραφικό συμβόλαιο το ’71, στην Music Box, και να βγει το πρώτο εκείνο σινγκλ «Επιδρομή από τον Άρη/ Σαν τον άνεμο» στις αρχές του ’72. 
Μια χαρά ήταν το δισκάκι και με δυνατά παιξίματα… Είχε επιτυχία;Να πω κατ’ αρχάς πως στην ηχογράφηση συμμετείχαν οι Sounds, που τότε, βέβαια, άλλαζαν συνέχεια μέλη. Ας πούμε, στα τύμπανα είναι ο Νίκος Αντύπας, στο hammond ένας Ιταλός ο Carlo, δε θυμάμαι το επώνυμό του, στις κιθάρες ο Αλούπης και κάποιος άλλος ονόματι Πέτρος… (σ.σ. Είναι η τελευταία περίοδος των Sounds, εκείνη που έδωσε το «Παράξενο ταξείδι», από 45άρι στην Pan-Vox κι αυτό. Αν κάποιος μπορεί να δώσει περισσότερες πληροφορίες, για εκείνη την τελευταία line-up τους, ας το κάνει). Τα τραγούδια είχαν επιτυχία. Σημαντική, για τα μέτρα της εποχής. Ήμουν πολύ μικρός ακόμη, 18-19 χρονών, με σταματούσαν στο δρόμο και μου σφύριζαν το «Σαν το άνεμο». Είχα καταλάβει πως άρεσα και πως με προωθούσαν σαν κάτι νέο. Ας πούμε σαν τον Πασχάλη ή το Δάκη. Μ’ έψαχναν για τις εκπομπές τους ο Μαστοράκης, ο Τέρενς Κουίκ… Το καλοκαίρι του ’72 με βρίσκει στα Καμένα Βούρλα, όχι με τους Sounds βέβαια, αλλά μ’ ένα δικό μου γκρουπ τους Sea and Moon, παρουσιάζοντας πολλά δικά μου τραγούδια. Μεγάλη επιτυχία. Δεν μ’ άφηναν να φύγω από τη σκηνή, αν δεν έπαιζα τον «Κοσμά». 
Και στη συνέχεια πάλι Αθήνα;
Ναι. Το χειμώνα του ’73 μπαίνω στο ABC Club, στην Πατησίων. Πολύ καλό μαγαζί από το οποίο είχε περάσει ο Ντέμης Ρούσσος, ο Πασχάλης και πολλοί άλλοι. Στην μπάντα μαζί μου ήταν ένας κιθαρίστας, που αργότερα έκανε καριέρα δίπλα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ο Χριστόφορος Κροκίδης. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και η Music Box, που έβλεπε τι γινόταν, μου ζητάει κι άλλα τραγούδια, τα οποία και δίνω. Μπήκαμε στο στούντιο και ηχογραφήσαμε 6 κομμάτια, που όμως χάθηκαν. Δεν ξέρω, αλλά κάποια απ’ αυτά που είχαν ένα κάπως προοδευτικό στίχο, θεωρήθηκαν αντιχουντικά κι από ’κει και πέρα αρχίζουν διάφορα ζόρια (σ.σ. διάβασα εκ των υστέρων, στην εφημερίδα Βορεινή, 12/2009, πως ένα κομμάτι είχε τίτλο «Κύριε ελέησον» και πως έθιγε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ζεύγους Martin και Marika Gesar, των ιδιοκτητών δηλαδή της Music Box). Κατ’ αρχάς μου ζητάνε ν’ αλλάξω συγκρότημα και από τους Foremost, που μέχρι τότε με συνόδευαν, να παίξω με τους Sunset. Αυτό με ρίχνει. Φεύγω από το ABC και κάνω παρέα με τους Κάστορες (Σιέρας, Φατούρος, Ρουμελιώτης) παίζοντας το καλοκαίρι του ’73 σ’ όλη την Ελλάδα. Πάντως, στη συνέχεια, πρέπει να έπεσαν περίεργα τηλεφωνήματα κι από ’κει όπου η Music Box με είχε για μεγάλα πράγματα πέφτω σε δυσμένεια. Μου ακυρώνουν κάθε μελλοντική έκδοση, δίχως, όμως, να μου σπάσουν και το συμβόλαιο. Να πω πως, τότε, με ήθελαν ο Γιάννης Πετρίδης στη Philips, ο Τάσος Φαληρέας στην Columbia... Ουσιαστικά, εκεί για μένα τελειώνει η υπόθεση «Ελλάδα». 
Με τη Μαρία Βασιλείου πώς γνωριστήκατε;
Ερχόταν στο ABC. Τότε η Μαρία (σ.σ. μιλάμε για την πρωταγωνίστρια στην «Ευδοκία» του Δαμιανού, στο «Θίασο» του Αγγελόπουλου, στα «Παιδιά των Λουλουδιών» και στο «Ερωτισμός και Πάθος» του Ευστρατιάδη) ήταν ένα από τα κορίτσια της εποχής, που είχαν ισχυρά πατήματα. Ήταν πανέμορφη, είχε μεγάλες δυνατότητες, αλλά έβλεπε, ταυτοχρόνως, πόσο χάλια ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα. Τότε ήταν που μου έριξε την ιδέα να φύγουμε, να πάμε στην Αγγλία. Μου έλεγε πως εκεί θα με βοηθούσε να ξεκινήσω κάτι νέο. Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ. Και όντως, στις αρχές του ’74 βρισκόμαστε στο Λονδίνο (σ.σ. η Μαρία Βασιλείου είχε γεννηθεί στο Λονδίνο κι έζησε εκεί το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της). Πριν, όμως, πρόλαβα κι έγραψα άλλα 6 κομμάτια στην Αθήνα, τα οποία ευτυχώς σώθηκαν, επειδή ήθελα να τα πάρω μαζί μου. Έτσι, σαν ανάμνηση. 
Πώς μπαίνει στη μέση ο Robert Wyatt;
Ο Robert Wyatt ήταν παιδικός φίλος της Μαρίας Βασιλείου, είχαν μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά. Ήταν λογικό να μου τον γνωρίσει. Μπαινοβγαίναμε σπίτι του, μετά το ατύχημα που είχε και τον άφησε παράλυτο. Μέσω του Wyatt γνώρισα κάποιους μουσικούς κι έτσι μπήκα στα Matrix Recording Studios για να ηχογραφήσω μερικές νέες συνθέσεις μου με αγγλικό στίχο – εξάλλου το όνομά μου ήταν πια Steve Gemos (από το επώνυμο της μητέρας μου), δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με τον… Κοματσιούλη. Ο Wyatt με ενθάρρυνε. Του άρεσε ο τρόπος που έδενα το μπουζούκι με το ροκ. 
Κι η συνέχεια;
Μπαίνω σ’ ένα μαγαζί, στο Diamonds, στην Baker Street – μαγαζί με ελληνικό πρόγραμμα για τους Έλληνες του Λονδίνου. Κάθισα δύο χρόνια εκεί, το 1975-76 ως κιθαρίστας και ενορχηστρωτής. Συνόδευσα τον Μανώλη Μητσιά, τη Ρίτα Σακελλαρίου, τη Μαίρη Λίντα, το Φίλιππο Νικολάου… Βέβαια την ίδιαν εποχή και πιο μετά έπαιζα σε όλη την Αγγλία, ως Steve Gemos. Έτσι, κάποια στιγμή έτυχε να μ’ ακούσουν κάποιοι τζαμαϊκανοί μουσικοί –εκείνη την εποχή η ρέγκε είχε μεγάλη πέραση στην Αγγλία και ήθελα κι εγώ να παίξω– οι οποίοι δεν ήταν άλλοι από τους Third World. Γνωριστήκαμε. Πήγα σπίτι τους, στην Ουαλία, σ’ ένα γκέτο να το πω, γίναμε φίλοι και κάποια στιγμή φεύγω μαζί τους για την Τζαμάικα…
Σαν τον άνεμο…
Έτσι ακριβώς. Στην Τζαμάικα μπόρεσα κι έπαιξα όλα αυτά που ήθελα, και τα ηχογράφησα κιόλας (σ.σ. ο Σωτήρης Κοματσιούλης μού έδωσε ένα CD-R μ’ εκείνες τις ηχογραφήσεις). Ήταν η εποχή που ο Bob Marley ήταν εθνικός ήρωας. Φυσικά, ήθελα να τον γνωρίσω – όπως κι έγινε. Δεν ήταν δύσκολο, αφού η ανιψιά του έπαιζε τότε πλήκτρα στους Third World.
Επιστρέφετε όμως στην Αγγλία…
Ναι, το 1980. Αγοράζω τότε ένα μαγαζί στο Μάντσεστερ με μπουζούκια, που πάντα είχαν πέραση σ’ ένα κοινό (Έλληνες και Άγγλους) ως κάτι το εξωτικό. Το μαγαζί πήγε πολύ καλά. Είχαμε μεγάλη επιτυχία. Εκεί γνωρίστηκα με τον Mike Timony, που τότε δούλευε με τους 10cc. Τότε στην Αγγλία είχε έρθει και ο Τζίμης Βατικιώτης. Τον είχε φέρει ο Rory Gallagher. Τον είχε γνωρίσει στην Ελλάδα (σ.σ. προφανώς, στη συναυλία της Αθήνας, τον Σεπτέμβριο του '81), του άρεσε ως κιθαρίστας και του είχε πει να έρθει στην Αγγλία. Μέσω του Timony βρήκα τον Gallagher και από ’κείνον τον Βατικιώτη, με τον οποίον παίζαμε μαζί το 1982. Έτσι, η ορχήστρα των 10cc, γιατί είχαν ορχήστρα όταν έπαιζαν, ο Βατικιώτης κι εγώ μπήκαμε στα Strawberry Studios του Μάντσεστερ και ηχογραφήσαμε κάποια δικά μου κομμάτια σ’ ένα στυλ disco-reggae, αλλά και rock, με ή χωρίς μπουζούκια. Τότε ήταν που ήρθαν και 10CC στο μαγαζί, για να μας ακούσουν. Το αποτέλεσμα ήταν να γνωριστούμε καλύτερα και να με πάρουν μαζί στην τότε περιοδεία τους (Αμερική, Ιαπωνία κ.ά.).
Στην Ελλάδα ερχόσασταν καθόλου;
Ερχόμουν. Προσπάθησα, μάλιστα, να περάσω ορισμένες δουλειές, αλλά όπου πήγα όλοι τις απέρριπταν. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα γλείψω και θα παρακαλέσω.
Παρ’ όλα αυτά βγήκε ένα LP το ’93…
Ναι, αλλά κι αυτό θάφτηκε από τη BMG. Κανείς δεν το πήρε χαμπάρι.
Κι από τότε είχατε να ξαναρθείτε στην Ελλάδα;
Σχεδόν. Έπαιζα κάποια καλοκαίρια στη Ζάκυνθο, αλλά βασικά έμενα στο Λονδίνο. Τώρα ήρθα με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου. Είναι ένα άλμπουμ που θα περιλαμβάνει τα 6 τραγούδια που έγραψα πριν πάω στο Λονδίνο, το 1973, τα δύο του single της Pan-Vox, καθώς και τρία αγγλόφωνα, από ’κείνα που έφτιαξα, το 1975.Και λίγα λόγια για το άλμπουμ. Κατ’ αρχάς τα «γνωστά» τραγούδια, η «Επιδρομή από τον Άρη» και το «Σαν τον άνεμο» είναι άψογα. Εξαιρετικά φωνητικά, ωραίο hammond και κιθάρες. Gems ασυζητητί. Τα 6 ελληνικά ανέκδοτα μετράνε. Το high-pitched τραγούδισμα του Κοματσιούλη τούς προσθέτει άλλη χάρη. Κάποια έχουν μία spacey-punky(!) ορμή («Κοίτα φίλε»), κάποια («Οι ρομαντικοί») καταθέτουν κοινωνικο-πολιτικούς προβληματισμούς, ενώ ορισμένα, όπως ο «Κοσμάς» και το «Μην κλαις κοριτσάκι», θα μπορούσε να ήταν hits της εποχής. Από τα αγγλικά θέματα (δυστυχώς, δεν ευτυχούν στην εγγραφή) το “The kind king” είναι, απλώς, μία από τις ωραιότερες περιπτώσεις rock με μπουζούκι (δεν είναι και πολλές εξάλλου), που έχω ποτέ ακούσει.

7 σχόλια:

  1. Πολύ καλό! Μακάρι να εκδοθούν κιάλλα "χαμένα" albums από τα ελληνικά δισκορυχεία (Μπουρμπούλια) αλλά και να επανεκδοθούν αυτά που δεν βρίσκονται πουθενά (Περικλής Χάρβας, Stamatis).
    Αλέξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αλέξανδρε...
    όπως καταλαβαίνεις είμαι της γνώμης πως τα πάντα πρέπει να είναι διαθέσιμα. Το πρώτο του Χαρβά είναι καλό άλμπουμ και σπάνιο. Ο Γιαννίκος (Lyra, Pan-Vox κ.λπ.), που έχει τα δικαιώματα πρέπει να το βγάλει. Αν και φοβάμαι πως ακόμη και αν το βγάλει λίγοι θα το πάρουν χαμπάρι...
    Του Σπανουδάκη το πρώτο είναι στη Philips και το δεύτερο (που είναι πολύ καλό) στη Seven Arts (Γιαννίκος και πάλι). Αν εξαρτώνται από τον Σπανουδάκη οι επανεκδόσεις το βλέπω δύσκολο να βγουν...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δηλαδή πάλι καλα που υπάρχει το αμφιλεγόμενο downloading και ακούσαμε κι εμείς οι νέοι 10δες άλλα LPs (εκτός από αυτά που αναφέρεις και μερικά ακόμα που ούτε στο διαδύκτιο υπάρχουν) γιατί στα 90's που έψαχνα στα δισκάδικα ούτε Axis βρήκα ούτε Θωμόπουλο. Έχει τι γλύκα του βέβαια και αυτό (το να ψάχνεις δηλαδή) άλλα...
    Αλέξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Αν και απολαμβάνω τα περισσότερα δημοσιεύματά σου Φώντα (ακόμα και για μουσική που δεν ακούω ιδιαίτερα), θεωρώ το παρόν από τα καλύτερά σου! Απίστευτη ιστορία για ένα μεγάλο Έλληνα μουσικό, αφηγημένη κυριώς από τον ίδιο! Εύγε!

    ΥΓ. Σε συνέχεια των παραπάνω σχολίων για τα ακυκλοφόρητα του Σπανουδάκη, μην ξεχνάμε το 'μυθικό' πια ULS (ομιχλώδες το τοπίο).

    Λάμπρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Για τους ULS έχω ακούσει, Λάμπρο, πως οι ηχογραφήσεις υπάρχουν, έχουν βρεθεί και πως θα κυκλοφορήσουν κάποια στιγμή…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Όντως Φώντα, οι ηχογραφήσεις-master tapes όντως υπάρχουν (εξάλλου τις έχω ακούσει κιόλας) και ξέρω επίσης σε ποιά καλα χέρια βρίσκονται (ειλικρινά μιλώντας), απλά απ'όσο γνωρίζω εκρεμμεί το θέμα της άδειας ακόμα (κυρίως του Σπανουδάκη).

    Λάμπρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Καλά τα λέει ο Σωτήρης ξεχνάει ομως να αναφέρει ένα όνομα Σπύρος Ξυπολόπουλος...

    ΑπάντησηΔιαγραφή