Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

MPS οι όμορφοι δίσκοι, όμορφα καίγονται...

«Απ’ όλες τις ευρωπαϊκές εταιρίες, που έγραψαν ιστορία στην jazz τα τελευταία 40+ χρόνια, μία, η γερμανική MPS, δεν αποτελεί απλώς την πιο cult, αλλά και την πιο διεμβολιστική στη μουσική του τώρα. Χωρίς υπερβολή, η σύγχρονη dance culture, χωρίς τις... συμβουλές της θα ήταν μισή». Τούτο έγραφα στο τεύχος 130 του Jazz & Τζαζ (1/ 2004), σε μία αναφορά στο label από το Μέλανα Δρυμό, με αφορμή, τότε, κάποιες LP reissues, οι οποίες γρασάρισαν εκ νέου τα πλατώ των δισκοθετών. Η Universal Music, που έχει πάντα υπό την κυριότητά της τον κατάλογο της MPS (Musik Produktion Schwarzwald), αντιλαμβανόμενη προφανώς τη διαχρονική αξία των εγγραφών της εταιρίας προβαίνει από καιρού εις καιρόν στη σωστή κίνηση (είτε η ίδια, είτε παρέχοντας την άδεια σε άλλα labels) αναπαράγοντας ήχο και art covers, με πλήρη booklets και τα σχετικά πρωτότυπα κείμενα. Λέω δυο λόγια για μερικά τέτοια CD, τώρα. (Σε προσεχή ανάρτηση θα γράψω και για τα υπόλοιπα).Οι Association P.C. υπήρξαν ένα από τα καλύτερα γκρουπ του γερμανικού fusion, στα πρώτα χρόνια του ’70. Έχοντας στη σύνθεσή τους γνωστούς μουσικούς, όπως τον κιμπορντίστα Jasper Van’t Hof, τον κιθαρίστα Toto Blanke, τον πιανίστα Joachim Kuhn, τον ντράμερ Pierre Courbois κ.ά., κατόρθωσαν να γράψουν πέντε άλμπουμ στο διάστημα 1970-1974 - τέσσερα απ’ αυτά στην MPS, με το “Mama Kuku”, το τελευταίο τους, τώρα να μας απασχολεί. Δεν είναι αυτό το πιο καινοφανές άλμπουμ των Association P.C. Δεν έχει, φερ’ ειπείν, την ανεπανάληπτη «καθαρή ματιά» του “Sun Rotation”, ούτε τον τζαζ-ροκικό πυρετό του “Rock Around the Cock”, αφού δείχνει, κατ’ αρχάς, να είναι ετοιμασμένο για ένα άτομο – τον guest φλαουτίστα Jeremy Steig, έναν από τους «ήρωες» της περιόδου. Επειδή είναι και live, γραμμένο στο Freiburg και τη Λωζάνη τον Ιούνιο του ’73, το όλο set εμφανίζει μία free δυστροπία, εντός της οποίας μπαίνει ο Steig και διαλύει τα πάντα, με τα, συχνάκις, δεινοσαυρικά του soli. Φυσικά και οι υπόλοιποι μουσικοί έχουν ισχυρή παρουσία, ιδίως ο Kuhn με το fender rhodes, που «σπρώχνει» τον ήχο σε πιο Canterbury βάσεις, όμως το τελικό αποτέλεσμα δεν παύει να είναι, εκείνο που λέμε, «προϊόν της εποχής». Ξεχωρίζει το μελωδικό “Dr. Hofmann” – μοιάζει με ψυχεδελική εισαγωγή σε κάτι που ποτέ δεν ξεκινάει – αφιερωμένο στον ερευνητή που ανακάλυψε το LSD, τον δόκτορα Albert Hofmann. Ο αμερικανός βιμπραφωνίστας Dave Pike είχε ήδη μιαν αξιόλογη jazz καριέρα, πριν αποφασίσει να μετακινηθεί προς Γερμανία μεριά (στα τέλη των sixties) και ηχογραφήσει με το καινούριο του γκρουπ, τους Dave Pike Set, έξι LP (“Noisy Silence-Gentle Noise”, “Four Reasons”, “Live at the Philharmonie”, “Infra Red”, “Album”, “Salamao”), τα οποία αποτελούν μνημεία του πιο κυριολεκτικού fusion (jazz, rock, raga, pop, latin, brazilian, psych... λίγα είναι). Δύο ήταν τα μουσικά γεγονότα, τα οποία «διέσχισαν» το μυαλό του Pike, κάνοντάς τον να μετακινηθεί από ένα τυπικό jazz πεδίο, σ’ ένα απείρως ριζοσπαστικότερο pop. Οι Beatles του “Sgt. Pepper’s...” και ο Frank Zappa γενικώς. Επηρεασμένος κατ’ αρχήν από τη sitar-pop του George Harrison (των Beatles εννοώ), δίνει το έναυσμα στον κιθαρίστα Volker Kriegel να γράψει τον ύμνο των raga patterns, το περιώνυμο “Mathar”, ένα από τα πλέον διαχρονικά «πλαίσια» για remixes, επί του οποίου «ασέλγησαν» πληθυσμοί από DJs την τελευταία 15ετία. Από τον Zappa δανείστηκε ο Dave Pike το νόημα του fusion, το χιούμορ και αν θέλετε το ανοιχτό μυαλό (η διασκευή τού “Mother people” απλώς συμβολίζει τη σχέση), προσφέροντας τελικώς μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά έργα της εποχής. Όπως στην περίπτωση του live των Association P.C., έτσι κι εδώ στο “Live at Philharmonie” (γραμμένο στο Βερολίνο τον Νοέμβριο του ’69) δεν φαίνεται επακριβώς τι επρέσβευαν οι Αμερικανο-γερμανοί. (Τα ονόματα ξέχασα: Dave Pike βιμπράφωνο, Volker Kriegel κιθάρα, Johann Rettenbacher μπάσο, τσέλο, Peter Baumeister ντραμς). Το set δείχνει βεβαίως τη διαδραστικότητα, το χιούμορ, την groovy οξυδέρκειά τους, δεν αποτελεί όμως ούτε την ιδανικότερη γνωριμία, ούτε, πολύ περισσότερο, το καλύτερο άλμπουμ που κατόρθωσαν να γράψουν μέσα στα 5-6 χρόνια της ζωής τους. “Hey Duke”, “Mambo Jack the Scoffer”, “Riff for rent” (ένα τρόπον τινά δικό τους στάνταρντ στην hard bop παράδοση του Bobby Timmons), “Nobody’s afraid of Howard Monster” (spy-jazz alla Ingfried Hoffmann, αλλά χωρίς το hammond) και “The secret mystery of Hensh” (η πιο psych-out στιγμή του άλμπουμ), είναι τα πέντε κομμάτια ενός ιστορικού οπωσδήποτε LP, που τελειώνει στο πι και φι (31:37 η διάρκεια), όπως όλα τα μικρά ή μεγάλα έργα της εποχής.Το ξεπέταγμα της καριέρας του βιολιστή (κυρίως) Don “Sugarcane” Harris (1938-1999) οφείλεται, βασικά, στις συνεργασίες του με τον Frank Zappa (“Hot Rats”, “Burnt Weeny Sandwich” κ.ά.). Εκεί ανέπτυξε το προσωπικό του τζαζ-ροκικό στυλ, εκεί έδρεψε τις μεγαλύτερες δάφνες της καριέρας του. Βιολιστής in fashion στα τέλη των sixties, o Harris έκανε προσωπικούς δίσκους για την MPS, οι οποίοι συχνά συμπορεύτηκαν με το γενικότερο fusion κλίμα των καιρών. Στο “Got the Blues”, που ηχογραφήθηκε ζωντανά στo Berlin Philharmonic Hall τον Νοέμβριο του ’71 δείχνει όχι μόνον το συνθετικό του τάλαντο, αλλά, κυρίως, τον παιχτικό του τσαμπουκά - όταν αυτός, ένας βιολιστής, βγαίνει μπροστά από «προσωπικότητες», όπως ήταν οι κιθαρίστες Volker Kriegel και Terje Rypdal, ο κιμπορντίστας Wolfgang Dauner, o μπασίστας Neville Whitehead και ο ντράμερ Robert Wyatt! Εντάξει, τα δύο δικά του κομμάτια λένε – ιδίως στο “Got the blues” υπάρχουν riffs, τα οποία νομίζω πως αντέγραψαν ακόμη και οι City, ο Georgi Gogow δηλαδή –, αλλά εκεί όπου ο τύπος ξεπερνά τα αυτονόητα είναι στη σύνθεση του Horace Silver “Song for my father” (ο Harris αυτοσχεδιάζει με φαντασία πάνω στη μελωδία) και κυρίως, στο “Where’s my sunshine”, σύνθεση των Victor Conte, Don "Sugarcane" Harris, Paul Lagos, Harvey Mandel και Randy Resnick, των Pure Food and Drug Act δηλαδή. (Πρόκειται για τη γνωστή, θέλω να νομίζω, post-hippy ομάδα, που έγραψε ένα δυνατό LP μέσα στο '72, στο οποίο ακούγεται και πάλι το "Where's my sunshine" ηχογραφημένο live - όπως και όλο εκείνο το άλμπουμ - κάπου στο Seattle).
Σχετικό-άσχετο. Ο μπασίστας Victor Conte ίδρυσε το 1984 τη φαρμακευτική εταιρία BALCO, η οποία εφοδίαζε με «καθαρή» αθλητές κι αθλήτριες του στίβου, με πρώτην απ’ όλες την Marion Jones – Poor Food and Drug Act από την ανάποδη δηλαδή! Ως γνωστόν στην ιστορία εκείνη είχε αναμιχθεί και το όνομα του προπονητή της Θάνου και του Κεντέρη Χρήστου Τζέκου, αλλά η υπόθεση, όπως διάβασα, δεν προχώρησε και τέθηκε στο αρχείο.
Όποιος ενδιαφέρεται να θυμηθεί, εδώ… http://www.iospress.gr/ios2005/ios20051106.htm

3 σχόλια:

  1. Sugarcane Harris - Got the Blues :
    Εξαιρετικο!!! Ευχαριστω που μου το θυμισες.
    "Τρεχω" να βαλω το CD...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Νικος Κουτερης28 Ιουλίου 2010 - 11:55 μ.μ.

    Καθε φορά που βλέπω δίσκο MPS Φώντα τα μάτια μου κάνουν σαν του Donald Duck οταν εβλεπε φαγητό στις πείνες του.Τρομερή εταιρεία αρτια μουσικα και καλλιτεχνικά.Οι Ιαπωνες οπως παντα,εδω και καμμια δεκαριά χρόνια επανέκδωσαν παρα πολλα replica vinyl sleeve cds και σαρώσανε την διψασμένη οπως σωστα αναφέρεις dance culture σκηνή.Τωρα τι περιμένει να πουλήσει η Universal με τον Tchicai και τον Eugen Cicero αγνωστο.Ουδεν κακό αμιγές καλου παντως.Τα original βινύλια MPS παραμένουν σε καλές τιμές απο την Θεσσ/νικη μεχρι το Βερολίνο.Και τα τρια LPs που αναφέρεις στο post σου ειναι εξαιρετικά,παρτε τα παιδια με τις ευχες μου.
    Most Perfect Sound ever.
    Πλακα πλακα Φωντα εχει βγει τιποτα σε ελλ. εγγραφή ?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Πολύ καλή εταιρία, Νίκο. Ανεξάντλητη θα έλεγα. Συνεχώς ανακαλύπτεις σπουδαία άλμπουμ. Ο ορισμός του hip.
    Δεν μπορώ να θυμηθώ αν είχε βγει ποτέ κάτι δικό της σε ελληνική κοπή - δεν το αποκλείω. Αν και δεν έχω κάτι στο νου μου...
    Θα επανέλθω με μερικά ακόμη δισκάκια...

    ΑπάντησηΔιαγραφή