Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

CHARLIE POOLE το pop banjo στις αρχές του 20ου

Δύο εκδόσεις του τελευταίου καιρού επαναφέρουν στη συλλογική μνήμη έναν από τους πιο επιδραστικούς «λευκούς» μουσικούς των ΗΠΑ, τον banjoist Charlie Poole (1892-1931). Στα 39 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει, και ουσιαστικά μέσα σε μια πενταετία ηχογραφήσεων (1925-1930), κατόρθωσε – μαζί με το συγκρότημά του, τους North Carolina Ramblers –, να ανασυντάξει ό,τι του παραδόθηκε, δημιουργώντας, και αυτός απ’ τη μεριά του, το νέο pop(ular) άσμα.Όσοι ακούμε rock, jazz, blues και folk μπορεί να μη γνωρίζουμε «απ’ ευθείας» τον Charlie Poole, γνωρίζουμε όμως τα τραγούδια του ή, εν πάση περιπτώσει, τα τραγούδια εκείνα τα οποία ο ίδιος τα έκανε, πρώτος, «επιτυχίες», καιρό πριν τα περιλάβουν οι… νέοι του ’60. Ένα παράδειγμα είναι το “Hesitation blues”. Προσωπικώς, άκουσα για πρώτη φορά αυτό το τραγούδι από τους Αμερικανούς Kaleidoscope (υπάρχει στο πρώτο LP τους “Side Trips” από το 1967 – στα credits αναφέρεται “C. Poole”) και περίπου την ίδιαν εποχή (μέσα του ’80), από τους Hot Tuna (στο πρώτο LP τους, από το 1970, στο οποίο αναφέρεται ως traditional, διασκευασμένο από τους Jorma Kaukonen και Jack Cassady). Από τον Kaukonen φαίνεται πως έμαθε το τραγούδι και η Janis Joplin (το ηχογράφησαν μαζί, στο σπίτι του Kaukonen, το 1965), ενώ από τους πρώτους που το τραγούδησαν στα sixties πρέπει να ήταν και οι Holy Modal Rounders, στο παρθενικό LP τους στην Prestige, το 1964. Μάλιστα, κάποια στιγμή τραγουδούν “Got my psycho-delic feet, in my psycho-delic shoes” και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτή η πρώτη φορά κατά την οποίαν ακούστηκε η λέξη «ψυχεδελικός» σε τραγούδι. Φυσικά, οι εκδοχές του κομματιού είναι δεκάδες. Από τους jazzmen Duke Ellington και Earl Hines, μέχρι τους folkists Dave Van Ronk και Roy Bookbinder. Ενώ και στην Αγγλία το είπαν οι Cyril Davies, New Deal String Band, Pete Stanley & Wizz Jones, One Time Syncopated Codpiece και άλλοι διάφοροι. Στην Ελλάδα, δε, έχει ακουστεί σε live από τη Sugahspank! και τους Swing Shoes (ελπίζω σύντομα και στη δισκογραφία…). Άλλα τραγούδια του Charlie Poole, που έγιναν γνωστά στα πιο πρόσφατα χρόνια (εννοώ μετά το ’60), ήταν το “White house blues” (Stained Glass, John Mellencamp ή John Cougar, όπως τον ξέραμε από παλιά…), το “Don’t let your deal go down” (Chieftains, Grateful Dead, Flying Burrito Brothers, Bob Dylan…), αλλά και το “Sweet sunny South” (Joan Baez, Possom Trot String Band…). Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο… high wide & handsome, στον οποίο θ’ αφιέρωνε ένα ξεχωριστό project, πριν από λίγο καιρό (και αυτό θα είναι ένα δεύτερο θέμα) ο Loudon Wainwright III; Ας ξεκινήσω με ολίγα βιογραφικά, έτσι όπως τα βρίσκω στο βιβλίο του Richard Carlin “The Big Book of Country Music” [Penguin Books, New York 1995].
Γεννημένος στην αγροτική Βόρεια Καρολίνα, το 1892, ο Poole ανέπτυξε το δικό του παίξιμο στο banjo, βασισμένο στα διάφορα παραδοσιακά στυλ που άκουγε τριγύρω. Αντιθέτως από άλλους banjoists του βαθέως Νότου, που έπαιζαν κάπως χαλαρά και συγκρατημένα, οι pickers από την Καρολίνα ήταν πιο… φουριόζοι, έχοντας την τάση να τσιμπάνε τις χορδές, χρησιμοποιώντας δύο ή τρία δάχτυλα, θυμίζοντάς μας το μεταγενέστερο παίξιμο στο bluegrass (το οποίον, και αυτό, ανέπτυξαν δύο Καρολινέζοι, ο “Snuffy” Jenkins και ο Earl Scruggs). Ο Poole ήταν επηρεασμένος από έναν άλλο προγενέστερο banjoist, τον Fred Van Eps (1878-1960), που έκανε εκατοντάδες ηχογραφήσεις στις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αλλά και ο Poole άφησε λίγες ηχογραφήσεις στο ragtime στυλ των banjoists. Αναφέρονται, επίσης, ιστορίες ότι ο Poole είχε καταστρέψει το δεξί του χέρι, όταν στα παιδικά του χρόνια έπαιζε baseball (σ.σ. μάλλον χωρίς γάντια), πράγμα που τον ώθησε να αναπτύξει το δικό του στυλ παιξίματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ως ενήλικας, έπαιζε banjo χρησιμοποιώντας τον αντίχειρα και δύο από τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του. Ο Poole, εργάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε υφαντουργεία, όπως και πολλοί άλλοι country μουσικοί της εποχής. Η βάση του ήταν η Spray, μία μικρή πόλη της Βόρειας Καρολίνα, εκεί όπου γεννήθηκε και άρχισε την καλλιτεχνική του καριέρα. Αρχικώς, σχημάτισε ένα duo με τον βιολιστή Posey Rorer, έναν ανθρακωρύχο από το Tennessee, που είχε τραυματιστεί στη σκληρή δουλειά του ορυχείου και γι’ αυτό είχε βρεθεί στην υφαντουργεία. Οι Poole και Rorer συνδέθηκαν, άμεσα, με τον κιθαρίστα Norman Woodlieff, δημιουργώντας έτσι τους περιώνυμους North Carolina Ramblers. Το 1925 το trio πήγε βόρεια για να βρει δουλειά, στο Passaic, του New Jersey (εργάστηκαν σε αυτοκινητοβιομηχανία). Η Νέα Υόρκη ήταν κοντά και ο Poole, που πήρε την πρωτοβουλία για μια δισκογραφική επαφή, τα κατάφερε με την πρώτη, αφού την ίδια χρονιά (27/7/1925) το συγκρότημα έκανε το πρώτο του session για την Columbia (“The girl I left in sunny Tennessee”, “I’m the man who rode the mule around the world, “Can I sleep in your barn tonight mister”, “Don’t let your deal go down blues”). Η επιτυχία υπήρξε άμεση. Το “Don’t let your deal go down blues”, ένα τραγούδι επηρεασμένο από τα blues (βεβαίως), που επανατυπωνόταν συνέχεια, πούλησε αμέσως σχεδόν πάνω από 100 χιλιάδες κόπιες(!), για να γίνει με τα χρόνια κάτι σαν η «υπογραφή» του Poole.Περιεργαζόμενος το 4 Disc Box Set της Proper υπό τον τίτλο “The Essential Charlie Poole” μένω, κατ’ αρχάς, στο πρώτο δισκάκι· το “White House Blues”, υπό Charlie Poole & The North Carolina Ramblers. Τα τέσσερα πρώτα κομμάτια δεν είναι άλλα από εκείνα του πρώτου session, για να ακολουθήσουν άλλα 16 με χρονολογική σειρά (και ανά session), φθάνοντας μέχρι το “If I lose, I don’t care” (rec. 25/7/1927). Σ’ αυτά, δε, φαίνεται πως παίζει (δηλαδή παίζει) κιθάρα ένας πρώην μηχανικός σιδηροδρόμων από την West Virginia, ο Roy Harvey, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Norman Woodlieff. Τραγούδια όπως το “White House blues” (με αναφορές στη δολοφονία του Προέδρου των ΗΠΑ William McKinley, το 1901, από τον αναρχικό Leon Frank Czolgosz) αποδείχθηκαν διαχρονικές αξίες μέσα στα χρόνια, αφού με αλλαγμένους στίχους (“To Washington”) ο John Mellencamp έδωσε ένα ωραίο «αντι-George W. Bush» άσμα το 2003.
Το δεύτερο CD έχει τίτλο “Old & Only In the Way” και περιλαμβάνει (με σειρά) 16 από τα τραγούδια που ηχογράφησε ο Charlie Poole από την 25/7/1927 έως την 7/5/1929, πάντα με τους North Carolina Ramblers, συν 4 τραγούδια με τους Highlanders. Ήταν η εποχή όπου ο καρολινέζος μουσικός ήθελε να επεκτείνει το συγκρότημά του, συμπεριλαμβάνοντας και άλλους οργανοπαίκτες (σε πιάνο, δεύτερο βιολί…), που είχαν συνεργαστεί κατά καιρούς με τους Ramblers. (Πιάνο, ας πούμε, έπαιζε η Lucy Terry, αδελφή του Roy Harvey). Ο παραγωγός της Columbia, όμως, Frank Walker, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είχε ανακαλύψει δεκάδες μουσικούς και συγκροτήματα (από τους Skillet Lickers μέχρι τον Hank Williams) δεν ήθελε ν’ αλλάξει την επιτυχημένη φόρμουλα των Ramblers. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η λύση που προτείνεται είναι, συνήθως, μία. Το νέο συγκρότημα αλλάζει όνομα (Highlanders) και μεταφέρεται σε άλλο label (την Paramount εν προκειμένω). Περιττό να πω πως το υλικό υπήρξε πρώτης κλάσης, με τραγούδια όπως το “Rambling blues” ή το “Old and only in the way”, να μετατρέπονται σε στάνταρντ, για το old-time country ρεπερτόριο. Ακόμη και το super group του bluegrass οι Old and in the Way (Jerry Garcia, Vassar Clements, David Grisman, John Kahn, Peter Rowan), που έδρασε στο διάστημα 1973-75, χρωστούσε τ’ όνομά του στον παλιό σκοπό του Poole.
Στο “A Trip to New York” (τρίτο CD) ανθολογούνται ηχογραφήσεις του κιθαρίστα Roy Harvey (1892-1958), αλλά και του βιολιστή Posey Rorer (1891-1936), οι οποίοι έκαναν και παράλληλες, ξεχωριστές καριέρες (πιο μεγάλη ο πρώτος, πιο μικρή ο δεύτερος), αλλά και επόμενα sessions των North Carolina Ramblers (από το καλοκαίρι του ’28), με τον βιολιστή Lonnie Austin να αντικαθιστά τον Poser Rorer, όπως και του παράλληλου project Allegheny Highlanders· υπό το όνομα αυτό βγήκαν οι τέσσερις πλευρές “A trip to New York” στην Brunswick.Αλλά και στο τέταρτο CD, το “If the River Was Whiskey”, που καταγράφονται δύο sessions (Ιανουάριος-Σεπτέμβριος του ’30 – μέσα στην Ύφεση δηλαδή) οι North Carolina Ramblers, με νέο βιολιστή τους Francis Odell Smith, εξακολουθεί να γνωρίζουν επιτυχία. Το “If the river was whiskey” (rec. 23/1/1930), που δεν ήταν άλλο από το “Hesitation blues”, μπορεί να επιλέχθηκε για πολλούς λόγους, αν και σε κάθε περίπτωση εξέφραζε την ακατανίκητη ροπή του Charlie Poole προς το ποτό. Ένα πάθος, που, ίσως (ίσως λέω – μην παρεξηγηθώ), να συνέτεινε στον πρόωρο θάνατό του (πέθανε, πάντως, στα 39 του, το 1931, από ανακοπή). Στα highlights του παρόντος τα 4 κομμάτια (“Just pickin’”, “Beckley rag”, “Underneath the sugar moon”, “Lonesome weary blues”) των κιθαριστών Roy Harvey και Leonard Copeland, από το 1929, που αποτελούν ύψιστες κατακτήσεις της λαϊκής κιθαριστικής τέχνης.To πόσο «σημερινές» ακούγονται οι συνθέσεις και τα τραγούδια που διαμόρφωσε ο Charlie Poole το αντιλαμβάνεσαι αμέσως, ρίχνοντας μιαν ακρόαση στο περιποιημένο διπλό CD του Loudon Wainwright III υπό τον τίτλο “High Wide & Handsome, The Charlie Poole Project” [2nd Story Sound/ Proper, 2009]. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό tribute, στο οποίο ο αμερικανός μουσικός και η πολυμελής παρέα του (καθένα από τα 30 tracks ερμηνεύονται από διαφορετικό team), δίνουν απίθανες versions των κομματιών που είπε ο Poole στα late twenties, κάνοντας άσματα όπως το “Where the whippoorwill is whispering tonight” (το τελευταίο, μάλλον, track, που ηχογράφησε στην καριέρα του ο σπουδαίος Καρολινέζος), ν’ ακούγονται με περισσή συγκίνηση. Όπως γράφει ο Wainwright στο περιποιημένο booklet, εστίασε στην περίπτωση του Charlie Poole νωρίς στα seventies, στο σπίτι του Patrick Sky, όταν o ίδιος ο Sky του είχε τραγουδήσει το “Awful hungry hash house” – αν και, όπως σημειώνει ο ίδιος, είχε ακούσει κι είχε αγαπήσει τόσο το “Baltimore fire”, όπως το είχαν διασκευάσει οι New Lost City Ramblers στο “Vol. III” [Folkways, 1961], όσο και το “Flop eared mule” από το “The Holy Modal Rounders 2” [Prestige, 1965].Ακούγοντας το “If I lose”, με τον Loudon Wainwright III και τους φίλους του (Chaim Tannenbaum banjo, David Mansfield μαντολίνο και Tim Luntzel μπάσο), να τραγουδούν “The peas was so greasy, the meat was so fat/ The boys was fighting the Spaniards, while I was fighting that/ One morning, just before day” εκείνο που περνάει από το μυαλό μου είναι πως, 112 χρόνια μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο, κάποιοι εξακολουθούν να περιμένουν τους φαντάρους να επιστρέψουν. Όχι από την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο, αλλά από το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Σομαλία ή απ’ όπου αλλού.
Ας πρόσεχαν. Δεν πρόσεξαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου