Παρασκευή, 24 Δεκεμβρίου 2010

BLUES HEROES…

Οι συλλογές, έχουν ένα νόημα, ή και… περισσότερα, καθώς αναφερόμαστε, όπως τώρα, σε ανθολογήσεις με pre-sixties υλικό, τότε όταν το LP δεν είχε γενικευτεί και τα 45άρια, ή και τα 78άρια, κυριαρχούσαν (μάλιστα, συχνά, τα άλμπουμ λειτουργούσαν, τα ίδια, ως single-συλλογές). Στην περίπτωση, πάντως, της βελγικής Music Avenue το περί... νοήματος δεν ισχύει πάντα. Ή, μάλλον, ισχύει τις λιγότερες φορές.
Διπλό CD με τραγούδια του top singer τού r&b Jimmy Witherspoon (1920-1997); Τι πιο εύκολο και, κυρίως, τι πιο σίγουρο. Το πράττει λοιπόν η Music Avenue, μέσω του “Doctor Blues”, ανθολογώντας, στο πρώτο CD, sessions των ετών 1947-1951 και στο δεύτερο CD, sessions των ετών 1954-1959. Σύνολον 50 άσματα (όχι κι άσχημα). Αναφερόμαστε, φυσικά, στην κορυφαία περίοδο δράσης του φημισμένου τραγουδιστή (όχι πως δεν έβγαλε δισκάρες στα sixties ή και τα seventies ακόμη), η καριέρα του οποίου ξεκίνησε το 1945 (ηχογραφήσεις με την ορχήστρα του Jay McShann), για να φθάσει σ’ ένα πρόωρο απόγαιο με το ύπατο κομμάτι “Ain’t nobody’s business” (rec.11/1947) και λίγο αργότερα με το “Big fine girl” (rec. 1948), το “No rollin’ blues” (rec. 5/1949) και το “Failing by degrees” (rec. 8/1950) – όλα ακούγονται στην έκδοση της Music Avenue. Εδώ, ακόμη, τα “Money’s getting cheaper (Times gettin’ tougher than tough)”, “Skidrow blues”, “T.B. blues”, “Doctor blues”, “Going down slow”, “Wee baby blues”, Times are changing”, “Midnight blues” και άλλα τινά.
Στα fifties, στο μεγαλύτερο μέρος τους, ο Ray Charles ήταν, βασικά, ένας blues καλλιτέχνης (το μαρτυρά, βεβαίως, το ηχογραφημένο υλικό). Μπορεί να έγραψε τη διετία 1957-58 με τους jazzmen Milt Jackson, Connie Kay, Oscar Pettiford, Kenny Burrell, Percy Heath (νομίζω, νωρίτερα, και με τον Stanley Turrentine), μπορεί το ’59 να έγραψε και το “I’m movin’ on” του «καντρίστα» Hank Snow, όμως το κύριο σώμα της παραγωγής του εξετάζεται μέσα στο blues κεφάλαιο. Τη βιβλιογραφική πηγή, εξάλλου, “Blues Records, 1943 to 1970” των Mike Leadbitter & Neil Slaven [εκδ. Record Information Services, London, 1987] συμβουλεύτηκα, προκειμένου να βγάλω άκρη με το ρεπερτόριο που ανθολογεί η Music Avenue, στο διπλό CD “Blues Is My Middle Name”. Οι Βέλγοι, κατά τα συνηθισμένα, αραδιάζουν 41 τραγούδια, χωρίς κανέναν υπομνηματισμό, συνοδεύοντάς τα μ’ ένα απλό, γενικόλογο κείμενο. Παρ’ όλα αυτά, όμως, επειδή τα τραγούδια, ανεξαρτήτως του ποιος τα εκμεταλλεύεται, έχουν την αξία που έχουν, αξίζει να πω δυο λόγια. Παρατηρούμε κατ’ αρχάς – και είναι φυσικό αυτό –, στο ξεκίνημα της καριέρας του τον Ray Charles να αποδίδει κυρίως blues στάνταρντ. Ήτοι “C.C. Rider”, “How long blues”, “Going down slow”, “Sitting on top of the world”, γραμμένα όλα το 1949 για την εταιρία Down Beat (δίσκοι 78 στροφών). Από τα πρώτα, σπουδαία, δικά του τραγούδια το “Let me hear you call my name” στην Sittin’ In With και την Swing Time το ’51, και βεβαίως το “Baby let me hold your hand” (έφθασε μέχρι το Νο 5 στο r&b chart), πριν φθάσουμε στη δεύτερη session για την Atlantic (Μάιος του ’53) και στο “Someday baby” ή “Blues is my middle name”, που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή. Καλά καταλάβατε. Οι Βέλγοι ψάχνουν την προ-Atlantic era, γιατί μετά το πράγμα κοστίζει. (Εις χρήμα εννοώ).
Στο κακό μοτίβο (έχει ξανασυμβεί με μία ηχογράφηση του Roy Buchanan, αλλά και μ’ ένα άλμπουμ των Buddy Guy, Otis Rush, Little Walter και Junior Wells…), αλλάζοντας δηλαδή εξώφυλλο και τίτλο και προβάλλοντας τα ίδια ακριβώς τραγούδια, η Music Avenue παρουσιάζει το διπλό CD “Have Guitar Will Tour”, το αφιερωμένο στον Bo Diddley (1928-2008). Τέσσερις μήνες πριν φύγει από τη ζωή, ο Bob Diddley είχε γίνει εξώφυλλο στο Jazz & Τζαζ (τεύχος 179, 2/2008) και βεβαίως στο αντίστοιχο CD, που, προσωπικώς, είχα ετοιμάσει. Μάλιστα, το “Doctor Jekyll”, που ακούγεται κι εδώ, το είχα συμπεριλάβει στο “Blues Avenue” CD, που μοιράστηκε με το εν λόγω τεύχος – το είχα επιλέξει από ένα άλλο άλμπουμ της Music Avenue, το “You Can’t Judge A Book By the Cover”, ζωντανά ηχογραφημένο το 1983 στην Ευρώπη, με γνωστούς μουσικούς στην μπάντα συνοδείας (Dick Heckstall-Smith σαξόφωνα, Eric Bell κιθάρες κ.ά.). Το ίδιο ακριβώς set, εδώ ως “Bo Diddley & Mainsqueeze”, που διαρκεί περί τα 43 λεπτά είναι, είναι το πρώτο κομμάτι της παρούσης. Το δεύτερο, που πάει πακέτο, περιλαμβάνει τραγούδια που είπε ο πολλάκις επιδραστικός κιθαριστής (δικά του και άλλων) και τα οποία απετέλεσαν ένα από τα κλασικότερα songbook του rock των sixties. Μόνο με την παράθεση των τίτλων κάνεις ένα γερό update στη σχετική ιστορία… “Bo Diddley”, “I’m a man”, “Who do you love”, “Pretty thing”, “Diddy wah diddy”, “Mona”, “Before you accuse me”, “Cops and robbers”, “Roadrunner”, “You don’t love me” και άλλα τινά… κατανοητά.
Αντιθέτως, αντιθέτως δηλαδή με την προηγούμενη έκδοση για τον Bo Diddley, η “Key to the blues”, η αφιερωμένη στον Big Bill Broonzy (1898-1958), φαίνεται να είναι περισσότερο… πρωτότυπη. Εξάλλου και το ηχογραφημένο υλικό του Big Bill Broonzy είναι αρκετά μεγάλο και όλο το «πακέτο» μας πάει, έτσι κι αλλιώς, 50 χρόνια πίσω… Επιχειρήθηκε, τοιουτοτρόπως, να δοθεί μία σχετικώς «συνολική» εικόνα του μεγάλου bluesman, με επιλογές προπολεμικές και μεταπολεμικές, με ηχογραφήσεις και από το Σικάγο και από τη Νέα Υόρκη και από το Λονδίνο. Το εύρος μεγάλο (1932-1955) και η αισθητική ποικιλία δεδομένη, καθότι ο Big Bill υπήρξε, ίσως, ο πιο σημαντικός συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο rural και το big city blues, ξεκινώντας να παίζει στο δικό του στυλ, το επηρεασμένο από λευκούς (Jimmie Rodgers) και μαύρους δημιουργούς (Blind Lemon Jefferson), ενσωματώνοντας στην πορεία κάθε παράλληλο «σύμπαν» (ragtime, gospel, folk, jazz…). Και πριν τον πόλεμο, αλλά κυρίως μετά απ’ αυτόν απέλαβε τεράστιας δημοφιλίας, όχι μόνο στην Αμερική, αλλά και στην Ευρώπη, παίζοντας σε διάφορες χώρες (π. Δυτική Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Δανία, Ιταλία), σπέρνοντας τις blues ιδέες στα διψασμένα ακροατήρια· των λευκών μουσικών προσέτι, που πήραν το… ριμπάουντ, για να πάνε το πράγμα παρακάτω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου