Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

jazz παραγωγές εν όψει…

Σχόλια για μερικές jazz εκδόσεις του τελευταίου καιρού, ανάμεσα στις οποίες φέγγει το άλμπουμ του Mark Lomax Trio· ένα από τα «καλύτερα» της χρονιάς που φεύγει.
AMINA FIGAROVA: Sketches (Munich)
Η Amina Figarova είναι πιανίστα, γεννημένη στο Μπακού, την πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν. Έχει ακούσει, δηλαδή, στα νειάτα της τον γίγαντα της… σοβιετικής jazz Vagif Mustafa-Zade και φυσικά την κόρη του, την Aziza Mustafa Zadeh, με την οποία θα μπορούσε να ήταν συνομήλικη (αν κρίνω από τις φωτογραφίες). Η Figarova σπούδασε στο Μπακού, ηχογράφησε ρεπερτόριο Ραχαμάνινοβ και Σκριάμπιν, ασχολήθηκε με την εθνική μουσική της πατρίδας της (όπως ο Vagif και η Aziza) και κάποια στιγμή, εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας του ’80, βγήκε από τη χώρα της (που ακόμη δεν ήταν χώρα), για να συνεχίσει τις σπουδές της στο Berklee College of Music. Μελέτησε, ως πιανίστα, τον Thelonious Monk, μπήκε στις jazz ηχογραφήσεις από το 1994 (έχει γράψει καμμιά 12αριά CD), έπαιξε σε δεκάδες φεστιβάλ ανά τον κόσμο, ενώ, τελευταίως, ασχολήθηκε και με τη σεφαραδίτικη παράδοση, μέσω του project Tehora. Το “Sketches” είναι το πιο πρόσφατο άλμπουμ της, τής ιδίας και του κουιντέτου που τη συνοδεύει (Ernie Hammes τρομπέτα, φλούγκελχορν, Marc Mommaas τενόρο, Bart Platteau φλάουτα, Jeroen Vierdag μπάσο, Chris “Buckshot” Strik ντραμς) κι εκείνο που παγιώνει, πιθανώς (το λέω, γιατί δεν έχω ακούσει άλλη της δουλειά) το συνθετικό της βάρος/βάθος. Η Figarova είναι βασικά συνθέτις. Ό,τι ακούγεται στο “Sketches” (ένα άλμπουμ που διαρκεί σχεδόν 80 λεπτά) είναι δικό της. Τα κομμάτια της τα διακρίνει μία moody, γενικώς, διάθεση, είναι καλογραμμένα και ολοκληρωμένα, ενώ βρίθουν μελωδικών στοιχείων της Ανατολής (ωραία ενταγμένων στο γενικότερο σύνολο). Απολύτως χαρακτηριστικό αυτής της «φάσης» είναι το φερώνυμο, πεντάλεπτο σχεδόν, “Sketches”, αλλά και το 6λεπτο “Flight Νο”, την ώρα κατά την οποίαν άλλες συνθέσεις της εμφανίζουν fusion ή funk στοιχεία (“Happy hour”), ενώ άλλες κινούνται προς το (παθιασμένο) mainstream. Αν κάτι βγαίνει πάνω από τις δημιουργίες της Figarova, τούτο είναι η αφηγηματικότητά τους (μιλάμε, δηλαδή, γία μία καθαρώς εικονοπλαστική μουσική) και η… ελκυστική τους διάσταση-ανάπτυξη. Πράγμα που σημαίνει πως ο ρόλος της συνθέτιδος είναι εκείνος που ταιριάζει πιο πολύ στην κυρία από το Αζερμπαϊτζάν.
Επαφή: www.aminafigarova.com
DARRELL KATZ & THE JAZZ COMPOSERS ALLIANCE ORCHESTRA: A Wallflower in the Amazon (Accurate)
Η Jazz Composers Alliance Orchestra (JCAO) δεν είναι νεοφερμένη ορχήστρα. Περιφέρεται περί την ανατολική μεριά των ΗΠΑ από 25ετίας, έχοντας στο παλμαρέ της συνεργασίες με τους Julius Hemphill, Sam Rivers και Oliver Lake. Ο Darrell Katz είναι από ’κείνα τα χρόνια ενορχηστρωτής, διευθυντής και παραγωγός της, κατορθώνοντας, απ’ ό,τι φαίνεται και στο παρόν “Wallflower in the Amazon”, να συντηρήσει μία υπερ-εικοσαμελή ομάδα, η οποία περιλαμβάνει όλα τα… κλασικά όργανα, και ακόμη τούμπα, βιμπράφωνο, ηλεκτρικές κιθάρες, hammond, μαρίμπα και ακόμη φωνή (Rebecca Shrimpton, Mike Finnigan). Τα μέλη της δεν είναι «τυχαίοι» μουσικοί (κανείς δεν είναι τυχαίος δηλαδή), αλλά ορισμένα έχουν πιο φανερή ιστορία και πορεία (ο αλτίστας Jim Hobbs προέρχεται από το Fully Celebrated Trio, ο reedman Phil Scarf από το indo-jazz quintet Natraj κ.λπ., κ.λπ.). Το αποτέλεσμα όλης αυτής της… διαπλοκής είναι αναμφισβήτητα εντυπωσιακό. Η ορχήστρα τα δίνει όλα, βρίσκεται σε οργιαστική «ισορροπία» (η εγγραφή συνέβη στην Allston της Μασαχουσέτης, το διήμερο 21-22/3/2009) και κομμάτια όπως το περισσότερο… pop, 14λεπτο “Hoochie coochie man/ All bark and no bite” αποδεικνύουν το προφανές. Πόσο δηλαδή ένα πολύ-αγαπημένο θέμα, που δεν είναι jazz, μπορεί να «διαστρεβλωθεί», χωρίς να χάσει τίποτα από τη δύναμή του, όταν το περιλαβαίνουν μουσικοί με δυνατότητες και έμπνευση. Με, κατά βάση, πρωτότυπο υλικό (υπάρχουν και ολίγες versions, ένας Ellington, ένας Big Maceo Merriweather…) η JCAO παραδίδει ένα CD μέσω του οποίου το κλασικό swing, η διαχρονική αμερικανική pop, οι ανατροπές των sixties (avant, free), το blues και το rock συνυπάρχουν μ’ έναν τρόπο από τον οποίον δεν απολείπει η «επιστημοσύνη» και το συναίσθημα. Απεναντίας, αμφότερα, πιάνουν «κόκκινο».
Επαφή: www.accuraterecords.com THE MARK LOMAX TRIO with EDWIN BAYARD and DEAN HULETT: The State of Black America (Inarhyme)
Το πνεύμα και η ηθική της δεκαετίας του ’60, παραμένουν, πάντα, ζωντανά, στην Αμερική. Στην τζαζ πλευρά της Αμερικής, εννοώ. Σ’ εκείνη, δηλαδή, που ακολουθεί πιστά τα διδάγματα των σκαπανέων της εποχής, αρνούμενη να υποταχθεί στις… αναθεωρημένες τακτικές (και πρακτικές), που θέλουν τη σύγχρονη jazz, κομμάτι της pop μούζικας. Τι πράττει, λοιπόν, το Mark Lomax Trio (Mark Lomax ντραμς, Edwin Bayard τενόρο, Den Hulett μπάσο – μαύροι και οι τρεις) στο “The State of Black America”; Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο (εξαρτάται πώς το βλέπει ο καθείς) από μία αναπροσαρμογή των ήχων και του διακεκαυμένου πάθους των fifties και ιδίως των sixties στο τώρα, μέσα από τη μελέτη και την κατανυκτική αγκίστρωση στις μουσικές των Sonny Rollins, Ornette Coleman, Max Roach και Charles Mingus (όπως αναφέρει ο ίδιος ο Lomax). Κι ήταν αυτή η αιτία – όπως, πάντα, ο ίδιος λέει – που τον οδήγησε να επανα-φορμάρει ένα trio (το πρώτο του ήταν οι Blacklist, πίσω στο ’98), προκειμένου να αντιπαραταχθεί με τις μουσικές του στον αισθητισμό και τη χαμηλή εκτίμηση, που εξακολουθεί να έχουν οι αφροαμερικανικές τέχνες και παραδόσεις στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Το αποτέλεσμα δεν θ’ αφορούσε μόνον τις μουσικές επιλογές του Lomax, αλλά και τις ευρύτερες «μορφωτικές» με το εμπεριστατωμένο άκουσμα blues, jazz, spirituals και gospel, αλλά και την ανάγνωση βιβλίων όπως τα “The Black Composer Speaks” [Scarecrow Press, 1978] των David N. Baker, Lida M. Belt, Herman C. Hudson και “Musical Landscapes In Color: Conversations with Black American Composers” [Scarecrow Press, 2003] του William C. Banfield (τούτα σημειώνει ο ίδιος στο ένθετο). «Ωραία, λοιπόν, με τα διαβάσματα…», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος (αφού μιλάμε για μουσικούς και για CD) «…αλλά με τις μουσικές τι γίνεται, γιατί αυτό, εδώ, μάς ενδιαφέρει». Σωστά. Λέω λοιπόν πως οι συνθέσεις, όπως και αυτοσχεδιασμοί, είναι εντυπωσιακώς περιπετειώδεις, πάντα πλησίον του «πνευματικού» οπλοστασίου των sixties, με φοβερά «πνιχτά» παιξίματα στο τενόρο από τον Bayard, απίθανα soli από τον Hulett στο μπάσο, καταπληκτικό χειρισμό των ντραμς, με συνεχή ρολαρίσματα και πολυρυθμικές πρακτικές από τον Lomax, και βεβαίως με την συμμετοχή και των τριών στην οικοδόμηση ενός ήχου, που όλο και σπανιότερα τον ακούς πια στις σύγχρονες παραγωγές.
Σε τριάντα χρόνια τέτοια άλμπουμ θα αναζητά η Soul Jazz, για την περιγραφή τού jazz underground της εποχής μας… Επαφή: www.inarhymerecords.com
BENNY SHARONI: Eternal Elixir (Papaya)
Όχι συνηθισμένη η περίπτωση του τενορίστα Benny Sharoni. Γεννημένος στο Ισραήλ, κοντά στη Λωρίδα της Γάζας, από μητέρα Χιλιανή και πατέρα από την Υεμένη, ο Sharoni θα βρεθεί ν’ ανακαλύπτει την jazz, αλλά και την ευρύτερη pop στα χρόνια του λιβανο-ισραηλινού πολέμου το καλοκαίρι του 1982, καταταγμένος ων στον ισραηλινό στρατό. Ο Sonny Rollins και οι Steely Dan, όπως λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος, του κρατούσαν συντροφιά στα διαλλείματα των μαχών, θεραπεύοντάς τον από τις επιχειρησιακές αθλιότητες. Το 1986 και μετά από τις τραυματικές εμπειρίες του πολέμου, ο Sharoni θα βρεθεί στη Βοστώνη, όπου και θα σπουδάσει στο Berklee, παίρνοντας συγχρόνως ιδιωτικά μαθήματα από τους Jerry Bergonzi και George Garzone. Παραλλήλως, άρχιζε να μοντάρει τις δικές του μπάντες και να εμφανίζεται με τους Joshua Redman, Danilo Perez, Kenny Garrett και Larry Coryell, παρουσιάζοντας τη δουλειά του στη Βοστώνη, στη Νέα Υόρκη, το Τελ Αβίβ, την Ιερουσαλήμ, αλλά και στην Ευρώπη. Το “Eternal Elixir” είναι το ντεμπούτο CD του, ως leader, κι εκείνο που παρέχει όλα τα στοιχεία για μια καλή γνωριμία με την περίπτωσή του.
Ο ζεστός, οικείος, πλούσιος ήχος του Sharoni έρχεται κατ’ ευθείαν από την hard bop era (χονδρικώς από τη δεκαετία 1954-1964, με το κέντρο βάρους να πέφτει στα early sixties). Τούτο, δεν αποδεικνύεται μόνον από τα δύο κομμάτια του Donald Byrd που ερμηνεύει, το “French spice” και το “Pentecostal feelin’” (παρμένα από το άλμπουμ “Free Form” της Blue Note, το 1961), αλλά και από τον ήχο του σαξοφώνου του (τόσο κοντά στον Wayne Shorter). Αλλά και η version στο “The thing to do”, από τον φερώνυμο δίσκο του Blue Mitchell, επίσης στην Blue Note (1964), φανερώνει την αμόλυντη αγάπη του Sharoni για το bop και βεβαίως τις στιβαρές μελωδίες. Από τα υπόλοιπα κομμάτια θα έλεγα πως ξεχωρίζουν οι εκδοχές του στο “Sunny” του Bobby Hebb (είπαμε, «καθαρή» soul-jazz), όπως και στο “Estate” του Bruno Martino (ο ιταλός συνθέτης του φοβερού “Dracula cha cha cha”, που είχε αναδείξει και ο Bob Azzam εκεί στις αρχές του ’60), δίχως να παραλείπουμε τις δικές του συνθέσεις, όπως την αεικίνητη “Senor Papaya”, που κλείνει το άλμπουμ. Τον Benny Sharoni συνοδεύουν οι: Barry Ries τρομπέτα, Joe Barbato, Kyle Aho πιάνο, Mike Mele κιθάρα, Τodd Baker μπάσο και Steve Langone ντραμς. Επαφή: www.bennysharoni.com
SARAH WILSON: Trapeze Project (Brass Tonic Records) Συνθέτις, τρομπετίστα, αλλά και τραγουδίστρια, η Sarah Wilson έχει μία καλλιτεχνική διαδρομή στο αμερικανικό jazz circuit, η οποία τής επιτρέπει να βλέπει εμπρός. Δε θέλω να πω πως πρόκειται σύντομα να διαπρέψει ως το «νέο μεγάλο όνομα» του χώρου (κανείς, από ’μας εδώ στη μακρινή Ελλάδα, δεν μπορεί να κάνει τέτοιες… κατασκευαστικές προβλέψεις), αλλά, απλώς, να σημειώσω τη σοβαρότητα με την οποίαν ενεργεί, όσον αφορά στις δισκογραφικές της καταθέσεις.
Το “Trapeze Project”, που φαίνεται να είναι το δεύτερο CD της (είχε προηγηθεί, το 2006, το “Music for an Imaginary Play”), δεν διατρανώνει μόνον την εγκατάσταση τής Wilson στα πατρογονικά εδάφη της Δυτικής Ακτής (μεγάλωσε στο Healdsburg της California, σπούδασε στο Berkeley, μετακινήθηκε στην Νέα Υόρκη το ’93, για να επιστρέψει στη δυτική μεριά, περί το 2005), σηματοδοτεί, κυρίως, το αισθητικό άνοιγμα της μουσικής της, που πλέον αγγίζει ευρύτατα pop πλαίσια.
Και για να μην παρεξηγηθώ. Δεν εννοούμε τον ηχητικό καμβά της, που παραμένει πάντα εντός της διαβρωτικής jazz θεωρίας, όσο κυρίως τις «αναφορές» της (είτε στο επίπεδο των ακουσμάτων, είτε σ’ εκείνο των συγκεκριμένων επιλογών), που προσδίδουν στο άλμπουμ της μία καλώς εννοούμενη παγκοσμιότητα. Ας πούμε, στο 7λεπτο “Fall has arrived” μοιάζει να αποδομεί έναν περσικό τραγούδι του Javad Badizadeh, στο εισαγωγικό “Blessing” δείχνει να την απασχολεί μία jazzy μετατροπή της americana, ενώ με την επιλογή της και μόνο να διασκευάσει το “Love will tear us apart” των Joy Division φανερώνει, απλώς, ότι δε «μασάει». (Και πως θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν δίπλα της στέκονται μουσικάρες, όπως οι Myra Melford πιάνο, Ben Goldberg κλαρινέτο, Jerome Harris μπάσο και Scott Amendola ντραμς). Μα και στις κάπως περισσότερο pop στιγμές αν θελήσεις να μείνεις, τα τραγούδια της “Melancholy for place” και “From the river”, έχουν (κι αυτά) εντός τους εκείνη την τζαζική ευγένεια, που τ’ ανεβάζει αυτομάτως ένα σκαλί· ακόμη και από την ελαφρώς μαζική «ποπίλα». Τέλος, και σε σχέση με το συνθετικό-διευθυντικό τάλαντο της Wilson, αρκεί μία ακρόαση του “At Zebulon” (άξιο σόλο στο κλαρίνο από τον Ben Goldberg), προκειμένου να διαπιστωθεί πώς ακριβώς μοιράζεται το παιγνίδι και με ποιον τρόπο περιζώνεται μία όψη δημιουργικής μουσικής. Επαφή: www.sarahwilsonmusic.com
TOMAS JANZON: Experiences (Changes Music)
Σουηδός κιθαριστής της jazz, ο Τοmas Janzon κάνει ένα άλμπουμ-update στην πολύχρονη ιστορία της αγαπημένης του μουσικής, ξεκινώντας από παλιά, πολύ παλιά (από το bop των forties δηλαδή) και φθάνοντας μέχρι το τώρα· αν υποτεθεί (κι έτσι είναι) πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα απολύτως σύγχρονο γκρουπ, που παίζει, δημιουργεί και αναδημιουργεί στις μέρες μας. Οι Tomas Janzon κιθάρα, Art Hillery όργανο, πιάνο, Jeff Littleton μπάσο και Albert “Tootie” Heath ντραμς ανατραφοδοτούν μια παράδοση μισού αιώνα (και βάλε) με απολύτως ώριμο και groovy τρόπο, λέγοντας τη… γνώμη τους για το “Billie’s bounce” του Charlie Parker, το “Theme from Mr. Broadway” του Dave Brubeck, το “Moanin’” του Bobby Timmons... Δεν μένουν, όμως, μόνον εκεί. Στο “En dejlig rosa” δεν κάνουν τίποτ’ άλλο (δεν κάνει τίποτ’ άλλο ο Janzon δηλαδή) από το να μεταφέρει στο σήμερα μία θρυλική σουηδική συνεργασία από τα mid sixties (1964), εκείνη των Bill Evans και Monica Zetterlund δηλαδή, μέσω του παραδοσιακού “Jag vet en deljig rosa” (είναι πάντα εντυπωσιακό), την ώρα κατά την οποίαν τα “Full house” (Wes Montgomery) και “Messin’ around” (Jimmy Smith) φαίνεται να κερδίζουν ένα acid στοίχημα. Ποιο στοίχημα; Εκείνου ενός αυθόρμητου, «φιλικού» άλμπουμ, από το οποίο ποτέ δεν απουσιάζει το προσωπικό στοιχείο. Και δεν αναφέρομαι μόνο στις, απολύτως ενταγμένες στο συνολικότερο «σώμα» του “Experiences”, συνθέσεις του Janzon, την “Float” και την “Blue bee”... Επαφή: www.tomasjanzon.com
ALEXANDER McCABE: Quiz (Consolidated Artists Productions)
Κάποιοι – εγώ πάντως όχι – μπορεί να θυμούνται τον αλτίστα Alexander McCabe ως μέλος των Mephiskapheles, μίας σχετικώς φημισμένης ska μπάντας, η οποία διέπρεψε στα νεοϋορκέζικα nineties. Με την είσοδο των 00s και με την παράλληλη «διάλυση» του γκρουπ, ο McCabe επιστρέφει στην πρώτη του αγάπη, την jazz, ξεκινώντας συν τω χρόνω μια προσωπική καριέρα, η οποία φθάνει στο σήμερα, και το “Quiz” (τρίτο προσωπικό του άλμπουμ ως leader). Έχοντας στο σχήμα του τέσσερις δυνατούς μουσικούς, τον Uri Caine πιάνο, τον Ugonna Okegwo μπάσο και δύο ντράμερ (δεν παίζουν ταυτοχρόνως) τον Greg Hutchinson και τον Rudy Royston, o McCabe απλώνει μία σειρά προσωπικών συνθέσεων (συν δύο στάνταρντ), δίδοντας στίγμα ερμηνευτικό και συνθετικό. Μουσικός, που έχει ακούσει, μάθει και διδαχθεί την ιστορία της jazz, o βοστονέζος(;) αλτίστας ξεκινά ανασκαλεύοντας τα ιστορικά παιξίματα των Lester Young, Coleman Hawkins και Ben Webster, πριν οδηγηθεί μέσα από μία προσωπική διαδρομή στους μοντερνιστές της επόμενης γενιάς, τον John Coltrane, τον Jackie McLean, τον Eric Dolphy. Όλα αυτά, όλες αυτές οι αναφορές εννοώ, διακρίνονται στο άλμπουμ του· διακρίνεται δηλαδή η φλόγα, η διάθεση ενός ολοκληρωμένου παίκτη να προχωρήσει ό,τι του παραδόθηκε, οδεύοντας στους ίδιους δρόμους. Για παράδειγμα, στο 12λεπτο στάνταρντ “Good morning heartache”, το οποίο πρωτοτραγούδησε η Billie Holiday, φανερώνει πώς, με ποιον τρόπο ένα κλασικό τραγούδι μπορεί να μετατραπεί σε μία πλήρη σύνθεση, από την οποία ποτέ να μην απουσιάζουν οι εκπλήξεις (οι free παρεμβάσεις, τα pop/bossa μέρη). Στο δε δικό του “St. Pat”, πάλι, το άλτο φλερτάρει εκ νέου με το free παιγνίδι, το οποίον όμως στηρίζεται, εξ ολοκλήρου, πάνω σ’ ένα συγκοπτόμενο εμβατηριακό beat. Αλλά κι εκεί, όπου υποτίθεται πως έχουμε ένα κλασικό waltz, στο “Weezie’s waltz” αναφέρομαι, και πάλι το σύνηθες 3/4 περνάει και από «πεντάρι», προκειμένου η σύνθεση (και ως lead track) να καταδείξει τον ιδιοσυγκρασιακό τρόπο δράσης του McCabe σε ολόκληρο το άλμπουμ. Επαφή: www.amccabemusic.com

4 σχόλια:

  1. Άσχετο με την ανάρτηση...
    Αλλά ήθελα να σε ρωτήσω αν υπάρχει τρόπος να δω συγκεντρωτικά τις προτάσεις σου για τα "GREEK ALBUM OF THE WEEK". Δεν προλαβαίνω να βρω/αγοράσω τις προτάσεις σου εβδομαδιαίως και θα ήθελα να ανατρέχω πίσω στη λίστα σου για να επιλέγω.
    Καλή Χρονιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Επίσης καλή χρονιά, Γιώργο. Τα παλαιότερα “greek album of the week” δεν τα θυμάμαι ούτε εγώ. Δεν τα κρατάω κάπου αλλού, δεν τα κρατάει ούτε ο blogger. Παρά ταύτα σκοπεύω η επόμενη ανάρτηση να αφορά στα ελληνικά άλμπουμ, που ξεχώρισα μέσα στο 2010. Περιμένω κι εγώ λίγο, γιατί πρέπει ν’ ακούσω 2-3 ακόμη…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλή χρονιά να είναι το 2011, να συνεχίζετε τα καταπληκτικά ποστ και να είστε χαρούμενοι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή