Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

the LITTLE RED BOX of protest songs

Στο μοτίβο, που έχει εγκαινιάσει εδώ και λίγα χρόνια, η βρετανική Proper Records μας προσφέρει άλλη μία δυνατή συλλογή (3 CD, 1 DVD, 30σέλιδο booklet) που μεγεθύνει στο αμερικανικό λαϊκό τραγούδι· εκείνο που συνδέθηκε από τη μορφοποίησή του, στις αρχές του 20ου αιώνα, με το αναπτυσσόμενο εργατικό κίνημα.
Φυσικά, επειδή μιλάμε για ηχογραφήσεις, το όλον πράγμα δεν είναι δυνατόν να απαθανατίσει αυτήν καθαυτήν τη γέννηση του λαϊκού εργατικού τραγουδιού, που συνδέθηκε άμεσα με την ίδρυση της συνδικαλιστικής οργάνωσης Industrial Workers of the World (IWW), στο Σικάγο το 1905. Τα τραγούδια των wobblies δηλαδή, που απετέλεσαν τη βάση των γνωστότερων σ’ εμάς protest songs των δεκαετιών του ’30, του ’40, του ’50, και του ’60. Γράφει, σχετικώς, ο Umberto Fiori, κιθαρίστας και τραγουδιστής του ιταλικού RIO συγκροτήματος Stormy Six, στο βιβλίο του «Μπομπ Ντύλαν, Τζο Χιλλ, Γούντυ Γκάθρυ, Ιστορία του αμερικάνικου λαϊκού τραγουδιού» [εκδ. Νεφέλη, Aθήνα 1981]: «Η παραγωγή εργατικών λαϊκών τραγουδιών δεν αρχίζει φυσικά στις ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα. Χωρίς να υπολογίσουμε την αγγλοσαξονική παράδοση που διατηρείται ζωντανή σε πολλές περιοχές, καθώς κι εκείνη των τραγουδιών της δουλειάς των νέγρων και των κάου μπόυς, τα παλιά επαγγελματικά συνδικάτα είχαν ήδη δημιουργήσει εκατοντάδες τραγουδιών. Ήταν όμως η παραγωγή wobbly – το “Little Red Songbook” είναι το πρώτο αξιόλογο παράδειγμα συλλογής λαϊκών τραγουδιών ‘από τη βάση’ που δεν ακολουθεί φιλολογικά κριτήρια – που καταγράφεται ως ‘αποφασιστική καμπή’ με τους πρωτεργάτες της (πρώτος απ’ όλους ο Τζο Χιλλ) να θεωρούνται οι γενάρχες του σύγχρονου κοινωνικού τραγουδιού στις ΗΠΑ». Οι κατατοπιστικές σημειώσεις του Russell Beecher, πάντα σε συνδυασμό με το βιβλίο του Fiori, θέτουν σε πλάνο πρώτο το... χειροπιαστό πλαίσιο. Την περίπτωση δηλαδή ενός σουηδού μετανάστη στις ΗΠΑ, του Joe Hill (στη φωτογραφία, 1879-1915) η ζωή του οποίου ως εργάτη, συνδικαλιστή και τραγουδοποιού και κυρίως ο τρόπος θανάτου του – εκτελέστηκε κατηγορούμενος αδίκως για φόνο, μέσω μιας «στημένης» δίκης – ενέπνευσε, έκτοτε, πλήθος δημιουργών (από τον Woody Guthrie και τον Pete Seeger, μέχρι τον Bob Dylan, τον Phil Ochs και την Joan Baez, και από τον Billy Bragg και τους Chumbawamba μέχρι τους Rage Against the Machine). Σημειώνει ο Fiori: «Το στυλ του Τζο Χιλλ είναι κάτι τελείως ξεχωριστό, κι όμως κανένα τραγούδι wobbly δεν φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα στο κίνημα απ’ τα δικά του, ακριβώς εξαιτίας της ιδέας που έχει ο δημιουργός μας για το ρόλο του και για τη λειτουργία των έργων του.(...) Ο Τζο Χιλλ δεν είναι πια ο λαϊκός τραγουδιστής της παράδοσης, αλλά μια νέα μορφή προλετάριου καλλιτέχνη. Όπως κάθε τραγουδοποιός, γράφει και αυτός κατά παραγγελία, με τη διαφορά ότι ο εντολέας του είναι το κίνημα κι ο σκοπός του η προπαγάνδα. Το τραγούδι δεν πρέπει να είναι μονάχα ευχάριστο, αλλά και πειστικό, δεν πρέπει μόνο να αφηγείται, να ψυχαγωγεί, να συγκινεί ή να πληροφορεί, αλλά και να παρουσιάζει επιχειρήματα υπέρ και κατά και να εκμεταλλεύεται τις ιδιαίτερες δυνατότητες και τις τεχνικές αυτής της σύντομης και λαϊκής μορφής ποίησης». Για να συνεχίσει ο Beecher: «Η μουσική των Wobblies κατάφερε να διασχίσει τον 20ον αιώνα μέσα από το ρεπερτόριο καλλιτεχνών όπως ο Woody Guthrie και ο Pete Seeger. Είναι γνωστό πως ο Guthrie είχε πάντα μαζί του το ‘Little Red Songbook’, ενώ ο Seeger ήταν ένα εγνωσμένο μέλος του Αμερικανικού Κομμουνιστικού Κόμματος από τα 17 του, με αποτέλσμα τα wobbly songs να βρουν, μέσω αυτού, ένα νέον εκφραστή τους. Ακόμη, και οι δυο τους, ήταν μέλη της Popular Front Left, μιας συμπαθούς προς το Κομμουνιστικό Κόμμα ομάδας, που αντιτιθόταν στο φασισμό και στις λοιπές ακροδεξιές ιδεολογίες. Οι δυο τους, επίσης, αντιλήφθηκαν εγκαίρως τη δύναμη των συγκεκριμένων τραγουδιών στη μεταφορά των πολιτικών μυνημάτων τους, θεωρώντας πως, μέσω εκείνων, θα μπορούσε να αναπτύξουν το δικό τους protest στυλ».Κατά την προσφιλή τακτική τής Proper τα 60 τραγούδια της συλλογής καταχωρίζονται, ανά 20, σε τρία CD, υπό τους τίτλους “The House I Live In”, “Patriotic Diggers” και “We Shall Be Free” (για το DVD θα τα πούμε πιο κάτω). Βασικά, οι τίτλοι δεν σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο· κάτι δηλαδή που να αιτιολογεί, γιατί ένα τραγούδι μπορεί να ανθολογείται στο ένα CD και όχι στο άλλο. Η Proper «σκορπίζει» τα tracks σχεδόν τυχαίως, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψιν της καμμία γραμμικότητα, κανένα επί μέρους πλαίσιο (αισθητικό ή άλλο). Αυτή η πρακτική «τροφοδοτεί» ακόμη περισσότερο την ενότητα του project, αν και τούτη (η ενότητα) εξασφαλίζεται, κυρίως, μέσω των άριστων επιλογών. Είναι φανερό. Δεν είναι δύσκολο να προσφέρεις μια συλλογή, ακόμη και με το πιο απίθανο, αλλά ουσιώδες concept – όχι, ας πούμε, τα βλακώδη, «τραγούδια για τη βροχή» ή «για τις μέρες της εβδομάδος» – αρκεί να απευθυνθείς στο σωστό πρόσωπο· τον Russell Beecher εν προκειμένω. Ακούγονται, λοιπόν, εδώ ο Pete Seeger, ο Josh White, ο Earl Robinson, ο Woody Guthrie, οι Union Boys (δηλ. το «στιγμιαίο» super-group των Pete Seeger, Josh White, Burl Ives, Alan Lomax, Tom Glazer, Sonny Terry & Brownie McGhee!!), ο Bob Miller, οι Almanac Singers, ο Tom Glazer, ο J.B. Lenoir, ο Leadbelly, ο Carl Sandburg, ο Ernie Lieberman, ο Brownie McGhee, η Aunt Molly Jackson, ο Sir Lancelot, οι Weavers και μερικοί ακόμη, σε τραγούδια τα οποία θα χαρακτήριζα κλασικά, όσον αφορά όχι μόνο στο αγωνιστικό τους περιεχόμενο (πολλάκις διεκδικητικό και ουχί μοιρολατρικό), αλλά και στο καλλιτεχνικό τους μέρος· αφού είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση υπήρξαν «προάγγελοι» του folk revival, και των αντιστοίχων protest songs των sixties. Φυσικά υπάρχουν τραγούδια που αναφέρονται ή υπενθυμίζουν την περίπτωση του Joe Hill, όπως π.χ. το... “Joe Hill”, που ηχογράφησε ο Earl Robinson (στη φωτογραφία) το 1936. Το πρώτο στιχάκι λέει: “I dreamed I saw Joe Hill last night alive as you and me”. Σας θυμίζει κάτι; Μήπως το “I dreamed I saw St. Augustine alive as you or me” του Bob Dylan από το “John Wesley Harding”; Μην σας παραξενεύει... Ανάμεσα και άλλα κλασικά, όπως τα “This land is your land”, “Jim Crow”, “We’ve got a plan”, “Eisenhower blues”, “Pastures of plenty” “The Scottsboro boys”, “Talking sailor”, “The boll weevil”, “Miner’s song”, “Strange fruit”, “The bourgeois blues”, “A dollar ain’t a dollar anymore”, “The hammer song”, “We shall be free” και τόσα άλλα. Αλλά και το DVD δεν στερείται ενδιαφέροντος, αφού συνδυάζει συνεντεύξεις των Arlo Guthrie, Nora Guthrie, Pete Seeger, John Cohen (ιδρυτικό μέλος των New Lost City Ramblers), Irwin Sibler (εκ των ιδρυτών του folk περιοδικού Sing Out!) και Sid Griffin (τραγουδοποιός και δημοσιογράφος, μέλος των Long Ryders και των Coal Porters), προσφέροντας επίσης τη μικρού μήκους ταινία (διάρκεια 15:47) “To Hear Your Banjo Play” (1947) των Irving Lerner και Willard Van Dyke, σε σενάριο του Alan Lomax, με τις «ζωντανές» παραστάσεις των Pete Seeger, Woody Guthrie, Baldwin Hawes, Sonny Terry, Brownie McGhee, Texas Gladden και Margot Mayo’s American Square Dance Group. Ένα ντοκουμέντο, σε μια συλλογή «κόσμημα». Δείτε το.

Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

LOST BODIES να πήξει ο χρόνος...

Πρώτα ήταν το “Suck My Best of” [All Together Now/Minos-EMI, 2008] και σχεδόν αμέσως μετά το multi-folded card CD “The End of Time”, «κομμένο» (που και πώς, από τι; – ουδείς γνωρίζει) σε 126 μόλις αντίτυπα. Απανωτά χτυπήματα δηλαδή από ένα duo (Θάνος, Αντώνης), ή μια μπάντα καλύτερα (προσθέστε τους Γιώργο, Κωσταντή, Μιχάλη, Πελαγία και Χάρη), που όχι απλώς υπάρχει εις πείσμα της καθημερινής... μασημένης τροφής, αλλά υπάρχει και με τον δικό της ανένταχτο, βλάσφημο και αυτόνομο τρόπο. Οι Lost Bodies είναι αλήθεια πως βρέθηκαν (βρίσκονται) στην καλύτερη, την πιο δημιουργική στιγμή τους· ευθύνεται η πραγματικότητα φυσικά, που παρέχει ανελέητο υλικό, αλλά και το (συμβολικό) γεγονός ότι, τόσα χρόνια, εξακολουθεί να μένουν στη... γενέθλια γη. Αντιλαμβάνεστε τι εννοώ. Όχι ότι δεν έβγαλαν φράγκα για να τραβήξουν γι’ αλλού (αν είναι δυνατόν), αλλά ότι παραμένουν, 20 years after, με την ίδια λαχτάρα στο χώρο, με την ίδια διάθεση για συνολική ανατροπή, με την ίδια προσμονή να μας (ξανα)δέσουν γερά από τα... ούμπαλα. Στο “Suck My Best of” πράττουν το χρηστικό. Μαζεύουν 26 κομμάτια κι ένα κλιπάκι (μία live εκτέλεση του «πάτερ Ζωσιμά»), επιλεγμένα από το σύνολο σχεδόν της ανασκαφής τους – CD κυρίως που είναι δύσκολο να εντοπιστούν στις αυθεντικές τους κόπιες. Έτσι λοιπόν, εδώ, ανθολογούνται οκτώ θέματα από τη «Ζωή», το άλμπουμ του ’97 στη Lazy Dog που τους έφερε για τα καλά στο προσκήνιο, δύο από το «Μαύρο Σιτάρι», επτά από το «Γεννετικά Καθαροί», ένα από το «Πάσα Αρχή Παυσάτω», τέσσερα από την «Υποτροπή», τρία από το “Brutal”, ένα track παρουσιάζεται σε νέα εκτέλεση, για να κλείσει το πακέτο με το βίντεο του «πάτερ Ζωσιμά» από την περυσινή «Όσμωση». Αναμφισβήτητα ένα τέλειο άλμπουμ γνωριμίας με το χαρτογραφημένο σύμπαν των Lost Bodies. Καθότι υπάρχει και η... σκοτεινή ύλη. Το όνομα αυτής; «Το Τέλος του Χρόνου». Περί τίνος πρόκειται; Δύσκολο να πεις. Και μάλλον άστοχο να το ψάξεις, μέσω του Αντώνη και του Θάνου, αφού οι δύο φίλοι, έτσι κι αλλιώς, αρνούνται να αποκαλύψουν τι στο κάλυμμα του CD τους· μία τετράπτυχη card-postal/θήκη εντός της οποίας αναγράφεται η εξής στροφή: «να πήξει ο χρόνος/ και η πληγή του να γίνει/ μια αόρατη ουλή/ πάνω στο σώμα του κόσμου». Ούτε label, ούτε τίτλοι κομματιών, ούτε διάρκειες, ούτε ονόματα, ούτε τηλέφωνα και διευθύνσεις. Ο ιστότοπος μόνο www.lostbodies.gr κι ένα... limited edition #060 of 126. Το “The End of Time” είναι αλήθεια πως κρύβει πολλά. Δεν είναι όμως δύσκολο να αποκρυπτογραφήσουμε την ουσία του· που δεν είναι άλλη από τη ροή, το διάβα του χρόνου. Το τέλος (δηλαδή και η αρχή του) είναι, ταυτοχρόνως, δεδομένο και ζητούμενο. Οι Lost Bodies παρουσιάζουν ένα track, διάρκειας 73:12, με πλήρη απουσία λόγου, το οποίο μοιάζει να τείνει στο άπειρο εν είδει μακρόχρονης λούπας. Κάπως σαν μεταχειρισμένο άλμπουμ βινυλίου, που παίζει και ξαναπαίζει, έως ότου καταναλωθεί και το τελευταίο volt τροφοδοσίας. Η κάπως ελεγειακή μελωδική διάσταση του κομματιού έρχεται σε συμφωνία φάσης με τη φωτογραφία του εξωφύλλου – μία παμπάλαιη αναμνηστική πόζα ορφανοτροφείου ή κατασκήνωσης, με τα παιδιά και τη δασκάλα(;) να κοιτάζουν το... χθες. Που είναι πιο; Ας απαντήσει ο καθένας μας, πριν από το CERN...

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – ΤΣΑΚΝΗΣ δύο «τώρα-τότε»…

Συνήθως μία... αλλαγή εταιρίας για έναν καλλιτέχνη, σηματοδοτεί κι ένα, ούτως ειπείν, ρετουσάρισμα της εικόνας του. Τούτο συμβαίνει και με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Το πιο νέο του άλμπουμ «Ουράνια Τόξα Κυνηγώ» [Lyra] είναι το αρτιότερο εξ όσων τελευταίων, πολλών, μπορώ να θυμηθώ. Περιέχει 12 τραγούδια σε μουσικές δικές του και στίχους του Άλκη Αλκαίου, τα οποία εκκινούν από ένα βασικό ατού· τα λόγια του Αλκαίου. Ο στιχουργός, αν και έχει αλλοιώσει τον λεκτικό του ορίζοντα, όπως έχω επισημάνει (και στο blog νομίζω), εντούτοις δεν έχει απωλέσει το πνεύμα και ενίοτε την διεισδυτικότητά του. Ο Παπακωνσταντίνου και ο συνεργάτης του Ανδρέας Αποστόλου μπορεί να μην έχουν τις... ριζοσπαστικότερες των ιδεών όσον αφορά στις ενορχηστρώσεις, μπορεί ο ίδιος να μετέρχεται πάντα τις γνωστές ερμηνευτικές μανιέρες, όμως έχει να παρουσιάσει και τις καλύτερες των επιρροών για τις μελωδίες του (τον Μάνο Λοΐζο εννοώ στο «χορό της πέτρας» και το «Μη νυχτωθείς», τα πιο άξια τραγούδια του δίσκου), πράγμα που, γενικώς, ανεβάζει το άλμπουμ. Σκέφθομαι πως μετά από 30 χρόνια «ροκ» δισκογραφίας έχει έλθει η ώρα για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να κατεβάσει εντελώς το volume και, κυρίως, να ακουστικοποιήσει τις ενοργανώσεις του. Το «Μπουρίνι», το «Μια καλησπέρα» – δύο άλλα ωραία τραγούδια – μ’ ένα κρουστό, ένα βιολί, ένα λαούτο, μια φυσαρμόνικα θα ήταν αλλιώς. Εντελώς αλλιώς. Ας δοκιμάσει. Ψάχνοντας πριν από λίγες μέρες να βρω μερικά τεύχη του περιοδικού Τάμαριξ, που εξέδιδε η… Θεσσαλονίκη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 1997 (ένα εξώφυλλο το βλέπετε και στη στήλη δεξιά), έπεσα στο υπ’ αριθμόν 6, το «Μπητς Πάρτυ – Στέκια του ’70». Φωτογραφίες μέσα από Forminx, Up Tight, Monks, Olympians, καθώς και μία των Crosswords(!), του συγκροτήματος από το οποίο ξεκίνησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου εκεί γύρω στο ’67. Σας τη χαρίζω… (Οι Crosswords. Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου πρώτος από αριστερά. Ντράμερ, πρώτος από δεξιά, ο Νίκος Θεοδωράκης… που παρουσίαζε, παλαιότερα, κάτι μουσικές εκπομπές στην ΕΤ3 κι είχε και δισκάδικο)

«Οι Φίλοι Μου Είμαι Εγώ» [Legend] ισχυρίζεται ο Διονύσης Τσακνής, υπονοώντας – κατά κάποιο τρόπο – πως τα τραγούδια που αποδίδει εδώ δεν είναι δικά του, αλλά των φίλων του. Πρακτικώς αυτό δεν έχει καμμία σημασία, καθότι πρώτα ακούμε και στο τέλος κοιτάμε ποιος έχει γράψει τι. Από την άλλη σκέπτομαι και το εξής. Αν μία «δυνατή» παραγωγή δεν κινείται προς την κατεύθυνση εξομάλυνσης του διαφορετικού, τότε, πιθανώς, να υπάρχει πρόβλημα πριν καν ακούσουμε. Εδώ, κοιτάω τα credits... Γιώργος Μακράκης. Τα ευκόλως εννοούμενα, που λένε... Τον Τσακνή τον παρακολούθησα από το ξεκίνημά του, την «Μπαλάντα του ταξιδιώτη» (1983) – το πρώτο άλμπουμ του, στο οποίο συμμετείχαν η Δάφνη Μπόκοτα τραγούδι, ο Βασίλης Δερτιλής πλήκτρα, ο Κώστας Στρατηγόπουλος κιθάρες, ο Νίκος Τουλιάτος κρουστά κ.ά. – έως τα τέλη του '80. Θυμάμαι πως εκείνο το LP το είχα αγοράσει, 4 κατοστάρικα, μαθητής στο Λύκειο ακόμη, από ένα φίλο του Καρδιτσιώτη στην Πάτρα. Αργότερα, και μέχρι σήμερα, ακούω τυχαίως τραγούδια του εδώ κι εκεί. Θα πω κάτι που, πιθανώς, να μην έχει ειδικό βάρος. Είναι η πρώτη φορά που αντιλαμβάνομαι τον Τσακνή ως ερμηνευτή. Μπορεί να φταίνε τα τραγούδια που δεν είναι δικά του (τα περισσότερα), ίσως η φωνή του, που έχει μπασάρει, έχοντας αποκτήσει άλλα χρώματα, ίσως μια τυποποιημένη τεχνική που τον βοηθά να τραγουδά, συχνά, όπως μιλά· όχι στο βαθμό που το πράττει ο Cohen (που τραγουδά έτσι, φυσικά, από τότε που γεννήθηκε), αλλά προς τα ’κει. Πάμε λίγο στα πιο μέσα. Τρία τραγούδια ξεχωρίζουν, ξεχωρίζουν πολύ δηλαδή, με την πρώτη ακρόαση. Τα δύο του Κραουνάκη (Φεγγάρια σκοτεινά, Λήσταρχος Νταβέλης – εξαιρετικά) και το ένα του Ζούδιαρη σε ποίηση Francois Villion. Τι συμπεραίνουμε από τούτο; O στίχος είναι ο καθοριστικός παράγων. Τι έχεις να πεις και, κυρίως, πώς θα το πεις. Αλλιώς μιλάμε για μαγγανοπήγαδο· και άιντε πάλι, ξανά, τα ίδια. Το ελληνικό τραγούδι – το λέω με αφορμή το άλμπουμ του Τσακνή – θα πρέπει, ανάμεσα σε άλλα, να ξανα-ανακαλύψει τη μυθοπλασία. Αυτή είναι και η έννοια της μπαλάντας δηλαδή· ου μην και της ροκ μπαλάντας. Η εξιστόρηση. Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος, ο John Wesley Harding, ο Λήσταρχος Νταβέλης... Έλεος πια με την τεθλιμμένη ποιητικότητα και τις ανατροφοδοτούμενες (αμπελο)φιλοσοφίες. (Και δεν έχω, απαραιτήτως, τον Τσακνή στο νου μου).

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

MOONJUNE II

Οι In Cahoots υπάρχουν από το 1982, ως προσωπικό όχημα του κιθαρίστα Phil Miller (ex-Delivery, Matching Mole, Hatfield & the North, National Health). Με βάση την ιστορία του γκρουπ, όπως αυτή καταγράφεται στο site τους (www.philmiller-incahoots.co.uk), πρωτο-δισκογράφησαν το 1988. Το “Conspiracy Theories” [MJR013] είναι το πλέον πρόσφατο (έβδομο) άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφορεί από την MoonJune εδώ και τέσσερα χρόνια. Από τους In Cahoots πέρασαν «επώνυμοι» μουσικοί της σκηνής, όπως οι Elton Dean, Hugh Hopper και Pip Pyle, με τους περισσότερους απ’ αυτούς (Pete Lemer, Simon Finch, Annie Whitehead, Didier Malherbe, Dave Stewart, Barbara Gaskin, Richard Sinclair, Simon Picard) να συμμετέχουν στην παρούσα ηχογράφηση (Λονδίνο, 2004). Οι συνθέσεις, συνήθως μεγάλης διάρκειας, δείχνουν αναμφισβήτητα μουσικούς «παικτικής» κλάσης, όμως δεν παρουσιάζουν (όλες) το ενδιαφέρον που... υποδηλώνουν τα ονόματα. Υπάρχουν, σίγουρα, στιγμές που ξεχωρίζουν (“End of the line”), τα σόλο, ιδίως από τον Lemer στο πιάνο και τον Malherbe στο σοπράνο, το φλάουτο και την ντουντούκ δεν είναι αναλώσιμα, ενώ και ο Miller, που είναι υπέρ το δέον διακριτικός, όταν αποφασίζει να βγει μπροστά «καθαρίζει» με άνεση. Το πιο βασικό πρόβλημα – αν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο – είναι o ήχος των In Cahoots, που θυμίζει «εξευγενισμένους» Hatfields. Μα πολύ εξευγενισμένους όμως. Γλυκά, γλυκά και «στρογγυλά» παιρνούν και τα 71 τα λεπτά... Το CD το υπογράφουν τέσσερις· κατά τον «παλιό καλό καιρό». Hugh Hopper μπάσο, Simon Picard τενόρο, Steve Franklin πλήκτρα, Charles Hayward ντραμς, ο τίτλος του είναι “Numero D’Vol” [MJR014] και βγήκε στην αγορά το 2007. Όσοι ακούγονται εδώ, περιττό να το πούμε, είναι παίκτες με ιστορία. Αρκεί να θυμήσω πως ο Charles Hayward πέρασε από τους Quiet Sun, ενώ υπήρξε η κινητήρια δύναμη πίσω από τους This Heat, πως ο Simon Picard έπαιξε με τους In Cahoots και με δεκάδες άλλους και πως ο Steve Franklin πέρασε κι αυτός από τους In Cahoots, έχοντας συνυπάρξει με τους Elton Dean, Pip Pyle, John Etheridge, Paul Rutherford και Marcio Mattos. Για τον Hugh Hopper δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα... Ό,τι ακούμε στο “Numero D’Vol” είναι η επί τόπου επαφή τεσσάρων μουσικών, οι οποίοι συνθέτουν αυτοσχεδιάζοντας ή αυτοσχεδιάζουν συνθέτοντας. Αν και ποτέ δεν μπορεί να είσαι σίγουρος για το τι πραγματικώς συμβαίνει, αντιλαμβάνεσαι αμέσως πως η «επαφή» έχει λειανθεί μέσα από προγενέστερες sessions, μια και δεν μπορεί να είναι μόνον η διαισθητική επικοινωνία που προδιαγράφει το τελικό αποτέλεσμα. Υπάρχουν θέματα που έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, όπως π.χ. το “Earwigs enter”, με το ανεπανάληπτο φαζ μπάσο του Hopper, τα κιμπορντικά «χαλιά», τα σαξοφωνικά σόλο του Picard και το ελεύθερο drumming του Hayward, όμως, γενικώς, και αυτό το 65λεπτο άλμπουμ θα αναζητήσει τους ακροατές του στο φανατικό πυρήνα του Canterbury sound, παρά σε όσους... περιστρέφονται τριγύρω.Ο πιανίστας Alex Maguire είναι από τα πιο πρόσφατα μέλη της Canterbury παρέας. Έχει σπουδάσει δίπλα στους John Cage και Howard Riley, υπήρξε ιδρυτής των Psychic Warrior (μέλος τους ο Elton Dean), με τους οποίους κυκλοφόρησε το πολύ καλό φερώνυμο CD στην Hux το 2004, ενώ, ανάμεσα σε άλλα, λέγεται ότι αντικατέστησε επαξίως τον Dave Stewart στην πιο πρόσφατη «έκδοση» των Hatfield & the North. Στο “Brewed In Belgium” [MJR022, 2008], το Alex Maguire Sextet «πιάνεται» ζωντανό, από μία παράσταση κάπου στο Βέλγιο τον Οκτώβριο του ’07. Τέσσερα από τα μέλη του σεξτέτου, οι Jean-Paul Estivienart τρομπέτα, Damien Polard μπάσο, Laurent Delchambre ντραμς και Michel Delville synth guitar είναι μέλη των Wrong Object, ενώ ο πέμπτος της παρέας είναι ο σαξοφωνίστας Robin Verheyen. Οι συνθέσεις είναι όλες σύγχρονες (εκτός του “Seven for Lee” του Elton Dean, από ένα παλαιό βινύλιο της Ogun) και ως αίσθηση είναι πιο κοντά στον κλασικό avant-jazz ήχο των Softs από οποιαδήποτε άλλη σχετική (καινούρια) ηχογράφηση, που έχει πέσει στην αντίληψή μου. Σύγχρονη progressive jazz από ένα σχήμα, που, αν το δεις «ζωντανό», μόνο κέρδος θά’χεις...

MOONJUNE I

Μία σημερινή αμερικανική εταιρία, με έδρα τη Νέα Υόρκη, στην αιχμή του Canterbury sound; Γιατί όχι; Είναι θέμα διάθεσης και επιλογών, και ο Leonardo Pavkovic της MoonJune Records φαίνεται πως έχει και τις δύο. Το “Dedicated To You... But You Weren’t Listening” [MJR017, 2007] των Delta Saxophone Quartet (DSQ) είναι ένα από τα πιο σημαντικά σύγχρονα “Canterbury” άλμπουμ. Ως γνωστόν “Dedicated to you but you weren’t listening” είναι μία σύνθεση του Hugh Hopper, διάρκειας 2:41, από το “Volume Two” [Probe, 1969], δεύτερο άλμπουμ των Soft Machine. Υπάρχει επίσης κι ένα σχεδίασμα 33 δευτερολέπτων με τον ίδιο τίτλο (του Hopper εννοείται), το οποίο ακούγεται στο “Dedicated To You But You Weren’t Listening” LP [Vertigo, 1971] του Keith Tippett Group. Είναι φανερό λοιπόν πως το βρετανικό κουαρτέτο σαξοφώνων (Graeme Blevins σοπράνο, Peter Whyman άλτο, σοπράνο, Tim Holmes τενόρο, σοπράνο, Chris Caldwell βαρύτονο, σοπράνο) το απασχολεί βασικά η μουσική του Hugh Hopper – o ίδιος «εγκρίνει», παίζοντας μπάσο και κάνοντας λούπες στο “Facelift” – έτσι όπως αποτυπώθηκε αυτή μέσα από τα άλμπουμ των Soft Machine. Και λέμε «βασικά», γιατί στο μιας ώρας CD καταγράφονται ακόμη τρεις συνθέσεις του Karl Jenkins, μία των Ratledge/Wyatt (ένα medley των “Out-bloody-rageous” και “Moon in June”, υπό τον τίτλο “Outrageous moon”, το οποίο έχει επιμεληθεί ο Morgan Fisher) και ολίγες δικές τους. Γενικώς, απαιτεί κότσια αυτό που πράττουν οι DSQ. Να έρθεις δηλαδή αντιμέτωπος με μερικές από τις σημαντικότερες avant στιγμές της ροκ κουλτούρας, αντιμετωπίζοντάς τες κάπως σαν chamber classics. Και αυτό είναι το σημαντικό για τη μουσική του DSQ πρώτα-πρώτα, αλλά, αν θέλετε, και για τις μουσικές των Softs εν συνεχεία. Το γεγονός δηλαδή ότι μάς αποκαλύπτεται μία άλλη διάσταση των συνθέσεων του ιστορικού γκρουπ, μακρυά π.χ. από το πειραματικό jazz-prog, τις electro, atonal και 12φθογγικές παρεκκλίσεις, μέσω των οποίων διέπρεψαν οι σπουδαίοι Βρετανοί πριν 40 χρόνια, κοντά όμως στο μπαρόκ (τον Bach βασικά), την αγγλική pastoral music και τον μινιμαλισμό, που είναι η καλώς κρυμμένη βάση. Άλλη άποψη; Πυρηνική άποψη. Ο Hugh Hopper όμως πρωταγωνιστεί και στο επόμενο project, ονόματι Humi, το ντουέτο του δηλαδή με την κιμπορντίστα Yumi Hara Cawkwell. Το άλμπουμ τους “Dune” [MJR019] κυκλοφόρησε πρόπερσι και είναι ενδεικτικό, και αυτό, της παντοτινής άνθησης – και καλής, ευτυχώς, εμπορικής πρόσβασης – που βιώνει σήμερα η πάλαι ποτέ σκηνή του Canterbury. Δημιουργικοί μουσικοί, που γνωρίζουν τον τρόπο να ξεπερνούν την... άνοια, προσφέροντας παθιασμένους ήχους. Από τον Αύγουστο του 2007 μαζί, οι Yumi Hara και Hugh Hopper (1945-2009) αυτοσχεδιάζουν με γνώμονα ένα εν τω γεννάσθαι fusion ανάμεσα στον κλασικό «σοφτ-μασινικό» κόσμο και την ιαπωνική minimal, φωνητική και μουσική, folk παράδοση. Το μπάσο, οι πάντα αγαπημένες λούπες και τα ηλεκτρονικά του Βρετανού, σε συνδυασμό με τη φωνή, τα πλήκτρα και τα κρουστά τής Ιαπωνίδας συνθέτουν ένα δίπτυχο που μπορεί ναι μεν να μη «σοκάρει» (αν και ορισμένοι το βλέπουν ως συνέχεια του, όντως, ριζοσπαστικού άλμπουμ του Hopper “1984” από το 1973), αλλά που έχει την τέχνη να σε παρασύρει, μέσω του απροσχημάτιστου μελωδικού και αρμονικού του οίστρου.
http://diskoryxeion.blogspot.com/search?q=hugh+hopper. Από το Winnipeg της καναδικής Manitoba, οι Mahogany Frog έχουν όνομα «έτοιμο από καιρό» για progressive rock. «Βαρύ» συγκρότημα, γενικώς, στηριγμένο σε ογκώδη παρατεταγμένα keyboards (στο παλιομοδίτικο, τεχνοκρατικό εξώφυλλο πλήκτρα πετάγονται από κάτι σαν... φρυγανιέρα), το οποίο και με το πέμπτο άλμπουμ του “Do 5” [MJR020, 2008] δεν φαίνεται να το βάζει κάτω. Αποτελούμενοι από τους Graham Epp, Jessie Warkentin ηλεκτρικές κιθάρες, micromoog, farfisa, keys, ηλεκτρικό & ακουστικό πιάνο, τρομπέτα, Scott Ellenberger μπάσο, keys, κρουστά, τρομπέτα και J.P. Perron ντραμς, ηλεκτρονικά, οι Mahogany Frog ξεκινώντας από... βεβαρημένους Yes, ELP και Camel (προσθέστε και δεκαπλασιάστε) οδηγούνται και προς περισσότερο εκλεπτυσμένες καταστάσεις (“Demon jigging spoon”, “Lady Xoc & shield jaguar”), που θα μπορούσε να τους φέρουν κοντά στo neo-prog των Stereolab π.χ. ή των Tortoise. Φυσικά, jazz-rock/fusion, canterbury και avant στοιχεία παρεισφρέουν συχνότατα στα μουσικά τους patterns, κομπλεξάροντας, έτσι, ακόμη πιο πολύ τις από τη... μάνα τους «πυκνές» συνθέσεις. Αποτέλεσμα; Ενώ από τα εννέα, συνολικώς, tracks είναι μόλις τρία εκείνα που ξεφεύγουν από τα 4 ½ λεπτά (το άλμπουμ διαρκεί 47:03), η αίσθηση του γιγαντισμού που αφήνει το “Do 5” είναι διαρκής και μόνιμη. Δίνω μία εικόνα, δεν απορρίπτω... Το progressive rock καλά κρατεί· και όχι μόνο στον Καναδά, αλλά και στην Ιταλία, εκεί όπου η μεγάλη παράδοση στο είδος από τα 70s δεν είναι εύκολο να λησμονηθεί. Οι D.F.A. είναι ένα από τα κορυφαία, σήμερα, σχήματα στη χώρα (στο χώρο τους) και παρότι έχουν ηχογραφήσει και εμφανισθεί εκτενώς στα πάτρια εδάφη το πιο πρόσφατο(;) CD τους “4th” κυκλοφορεί στην Αμερική από την MoonJune [MJR021, 2008]. Δεν είναι ν’ απορείς. Ιάπωνες και Αμερικανοί είναι γνωστοί λάτρεις του είδους. Τετράδα οι D.F.A. (Alberto De Grandis ντραμς, κρουστά φωνητικά, Alberto Bonomi keys, ηλεκτρικό & ακουστικό πιάνο, φλάουτο, Silvio Minella κιθάρες, Luca Baldassari μπάσο), ξεκινούν από ’κει όπου τελείωσαν οι Arti & Mestieri (οι οποίοι βρίσκονται ξανά σε δράση – η Moonjune, μάλιστα, κυκλοφόρησε πριν από λίγα χρόνια ένα δικό τους live στην Ιαπωνία το 2005!), προκειμένου να επαναφέρουν τα κλασικά ιταλικά art/τζαζ-ροκικά vibes ξανά σε χρήση. Περισσότερο μελωδικοί σε σχέση με άλλους, παλαιούς και σύγχρονους, αγγλο-αμερικανούς συνοδοιπόρους, οι D.F.A. με σαφείς αναφορές στο ιταλικό classic-rock, αλλά και στην απίστευτα επιδραστική μανιέρα των Matching Mole και των Hatfield & the North, ξέρουν τον τρόπο να μη μένουν «πίσω», παράγοντας μουσικές που ναι μεν ηχούν τεχνοκρατικές, δίχως όμως να στερούνται ψυχής και πάθους. Πανάξιο το 19λεπτο “Mosoq Runa”. Θα διέπρεπε και στα seventies.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

LITTLE TONY... και ο Μεγάλος ποιος ήταν;

Ο Φανταστικός Ήχος μου πέρασε την ιδέα για αυτό το post, στέλνοντάς μου στο Cbox να δω κάτι από το YouTube. Δύο Αμερικανοί(;) κάνουν απίθανη παντομίμα στο «Ήταν μια οπτασία» του Τέρη Χρυσού.Γράφω κι εδώ πως τα τραγούδια εκείνα του Χρυσού, στα τέλη των sixties, έχουν απίστευτο fun, ικανά να συναγωνιστούν τα σπουδαία πρωτότυπα του μεγάλου ιταλού τραγουδιστή (γεννημένος στο Σαν Μαρίνο) Little Tony. Κορυφαίος, φωνάρα, ο Little Tony έγραψε ιστορία με το “Prega-prega” («Γύρνα-γύρνα»), το “Mulino a vento” («Μύλος η καρδιά μου») και το “La donna di picche” («Ήταν μια οπτασία») ανάμεσα σε άλλα. Επηρεασμένος σαφώς από τον Ιταλό (ακόμη και εμφανισιακά), ο Τέρης Χρυσός έβγαλε, και ο ίδιος, πεντόκιλα vibes σ’ αυτά τα κομμάτια, εκμεταλλευόμενος τις καλύτερες ορχήστρες της εποχής (κυρίως εκείνη του Τάκη Αθηναίου). Το πώς λέει ο Χρυσός αυτά τα τραγούδια το ξέρετε. Ας ακούσουμε και κάτι από Little Tony…

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2010

8ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ CULT ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ… κάτι για το «SEX… 13 Μποφόρ», τον Γιώργο Βάρσο κ.λπ.

Η γνωστή πια γιορτή στο Gagarin 205 έχει κι εφέτος (28-30/1) πολλά να δείξει. Ανάμεσα σε άλλα το «Κομαντάντ Μαρία» (1988) του Βαγγέλη Φουρνιστάκη, δύο αμαρτωλές ταινίες του… ΚΛΑΚαδόρου Απόστολου Τεγόπουλου από τα eighties, το σπάνιο «Σατανικές ερωμένες» (1974) του Φαίδωνα Γεωργίτση, με τον ίδιον και την Άννα Φόνσου, το επίσης δυσεύρετο «Οι λοκατζήδες» (1975) του Όμηρου Ευστρατιάδη με τον Κώστα «Ψάχο» Καραγιώργη, το «Διεστραμμένοι από τη γέννα τους» (1974) του Χρυσόστομου Λιάμπου με τον Κώστα Γκουσγκούνη… Κάπου διάβασα πως θα τιμηθεί κιόλας ο σκηνοθέτης για την… προσφορά του στην έβδομη τέχνη. Αν δεν με απατά η μνήμη μου οι Λιάμπος και Γκουσγκούνης ήταν (δηλαδή είναι) Λαρισαίοι και συνεργάστηκαν (σ’ αυτό δεν με απατάει η μνήμη μου) ουκ ολίγες φορές στις δεκαετίες του ’60, του ’70 και του ’80. Γύρισαν δε μαζί μερικά… κλασικά soft core και σίγουρα ένα hard, τον «Ηδονοβλεψία» (1984) – την εν λόγω ταινία είχε υπογράψει ο Λιάμπος ως… Μπόλιας. Φυσικά, η… κορυφαία τους συνεργασία υπήρξε το απόλυτο ελληνικό cult movie «Sex… 13 Μποφόρ» (1972), η θρυλική συνύπαρξη Λυκούργου Καλλέργη και Κώστα Γκουσγκούνη. Την ταινία την είχα δει στα eighties, σε βίντεο. Μάλιστα, πριν από καμιά 10αριά χρόνια είχα βρει κι ένα αντίτυπό της στο Μοναστηράκι. Κανονική έκδοση στην εταιρία VEP από το Κουκάκι (με τον Γκουσγκούνη στο εξώφυλλο να χώνει κάτι γρήγορες), πλασαρισμένη με το απίστευτο motto «Το απαγορευμένο έργο της επταετίας». Αντίσταση και ο Γκουσγκούνης; Κατά μίαν έννοια… Έχω να την δω από τότε που τη βρήκα… Την έβαλα όμως λίγο τώρα (λειτουργεί ακόμη το βίντεο), για να δω τους τίτλους… Δυστυχώς, δε διαθέτω περισσότερο χρόνο για πέταμα. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός πως μουσική στην ταινία είχε γράψει ο Βασίλης Δημητρίου - καιρό πριν κάνει όνομα. Μάλιστα, υπάρχουν και δύο τραγούδια στο φιλμ – το ένα δε («Όνειρο είναι η ζωή») είναι σε στίχους Μάνου Ελευθερίου(!), ερμηνευμένο από τον άγνωστο λαϊκό τραγουδιστή Γιώργο Βάρσο. Έχω δει, σίγουρα, κατά καιρούς, δίσκους του Βάρσου στο Μοναστηράκι, αν και ποτέ δεν άπλωσα χέρι. Παρά ταύτα ήμουν βέβαιος πως κάτι δικό του υπήρχε στη δισκοθήκη μου. Άντε όμως να θυμηθείς...Ανέτρεξα στο DVD του Πέτρου Δραγουμάνου για την «Ελληνική Δισκογραφία» (έχω την έκδοση που είχε δώσει πριν χρόνια το περιοδικό ΜΕΤΡΟ) και όντως βρήκα εκεί πως ο Βάρσος τραγουδούσε στο LP του Βαγγέλη Πιτσιλαδή «Το Ναυτικό Μας» [ΕΜΙ/ His Master’s Voice CSDG 44] από το 1970, το οποίο είχα αγοράσει 10 ευρώ, πριν 3-4 χρόνια σ’ ένα δισκοπάζαρο στην Τεχνόπολι, στο Γκάζι. Το τραγούδι του «Ο ναύτης» σε στίχους Νίκου Μαστοράκη (όχι του γνωστού – αλλά, όπως διαβάζω στο gatefold cover, ενός επίκουρου Σημαιοφόρου του Ναυτικού) είναι το καλύτερο του άλμπουμ. Στον ίδιο δίσκο (στη δεύτερη πλευρά) έλεγε δύο τραγούδια ο Σταμάτης Κόκκοτας και δύο η Δήμητρα Γαλάνη – ψιλοπράγματα. Η φάση, τώρα, είναι πως στην πρώτη πλευρά ακούγονται ναυτικά εμβατήρια… Ο Πιτσιλαδής υπηρετούσε, τότε, στο Ναυτικό και κάπως έτσι έγινε το άλμπουμ… με τις ευλογίες, προφανώς, και του χουντικού επιτελείου. Ως γνωστόν, εκτός από τον cult ελληνικό κινηματογράφο υπάρχει πάντα και η αντίστοιχη δισκογραφία.

JON GORDON ~ 3 PLAY+

Τη «σιγουριά» του άλτο-σαξοφωνίστα Jon Gordon – της μεγάλης οικογένειας της artistShare – την αντιλαμβάνεσαι από το ύφος και την ποιότητα των συνθέσεων. Κλασικές, και βεβαίως πρόδηλες jazz αναφορές, περίτεχνος αρμονικός σχεδιασμός, αργές ταχύτητες, άνεση παιχτική, φαντασία στις ενορχηστρώσεις, όλα συνηγορούν προς μία ακομπλεξάριστη εν τέλει πίστη στις ικανότητες τού… βασικού υπευθύνου. Έτσι, στο “Evolution” καταγράφονται εννέα δικές του συνθέσεις, ηχογραφημένες σε δύο στούντιο της Ανατολικής Ακτής το τελευταίο εξάμηνο, δοκιμασμένες πρώτα σε πολυάριθμα gigs και φινιρισμένες στο στούντιο τόσο από τον Gordon, όσο και από τον παραγωγό του Alan Ferber. Μάλιστα, η αρχική παρουσίαση των κομματιών τη βοηθεία νονέτου, δεν εγκαταλείφθηκε στα στούντιο – απεναντίας επεκτάθηκε μέσω της παρουσίας 14 μουσικών, οι οποίοι συμμετέχουν στις εγγραφές σε διάφορους συνδυασμούς. Στο φερώνυμο “Evolution” φερ’ ειπείν συναντάμε 13(!) απ’ αυτούς – ανάμεσα ο τρομπετίστας Dave Smith, o Matt Clohesy μπάσο, ο Rogerio Boccato κρουστά –, να υλοποιούν τις ιδέες του Gordon για έναν ήχο απελευθερωμένον από κοινά αισθητικά δεσμά, προσαρμοσμένο στις ανάγκες μιας σύγχρονης ολοκληρωμένης άποψης. Εντυπωσιάζουν, ας πούμε, τα δύο «πνευστά επίπεδα», μπροστά το άλτο, πίσω το μπάσο κλαρίνο (Doug Yates) και το τρομπόνι (Alan Ferber), αλλά και σ’ ένα τρίτο πλάνο η string διάταξη (δύο βιολιά, τσέλο), που παρέχει στο κομμάτι μία «δωματίου» ροή. Στο “Shane”, μία συνομιλία ανάμεσα στο σοπράνο του Gordon και το πιάνο του Bill Charlap, οι δύο μουσικοί επικοινωνούν μέσω μιας «ευγενούς» διαδοχής (πιάνο, πιάνο/σοπράνο, πιάνο, πιάνο/σοπράνο, σοπράνο), για να την επαναλάβουν στο “One for Liam”, με το άλτο τώρα στη θέση του σοπράνο· και με τα δύο ονόματα να φαίνεται πως αντιπροσωπεύουν κάτι σημαντικό στη ζωή του Gordon. Σε γενικές γραμμές, θα μιλούσα για ένα άλμπουμ, που έγινε για κάποιον πολύ συγκεκριμένο λόγο· για ν’ αποσαφηνίσει, αν θέλετε, την «τζαζική» αίσθηση ενός ανθρώπου, που μοιάζει να μετράει το χρόνο με το δικό του τρόπο.
Ντεμπούτο άλμπουμ για τους 3 Play+ από τη Βοστόνη, το “American Waltz” [ZiggleZaggle Music] είναι ένα ώριμο δείγμα σύγχρονης jazz με σαφείς αναφορές στο παρελθόν (δεν γίνεται αλλιώς), αλλά και, την ίδια ώρα, «χωμένο» μέσα στον σημερινό πολυ-συλλεκτικό κυκεώνα. Κουαρτέτο κατά βάσιν (Phil Grenadier τρομπέτα, Josh Rosen πιάνο, Lello Molinari μπάσο, Marcello Pellitteri ντραμς – βοηθούν και οι άσσοι Mick Goodrick κιθάρα, George Garzone τενόρο), οι 3Play+ μοιάζει να αναπλάθουν κλασικές hard bop συνταγές, τονίζοντας όμως, μέσω του πιανίστα Rosen, στον οποίον ανήκουν όλες οι συνθέσεις, τη νεο-ρομαντική πλευρά τους. Όχι μόνο. Εκείνο που αντιλαμβάνεσαι σταδιακώς – για να μην πω από το πρώτο κιόλας φερώνυμο κομμάτι – είναι η ανάγκη του γκρουπ να παρουσιάσει ένα παλίμψηστο αμερικανικής μουσικής, από τον Ives, τον Copland και τον Rollins, μέχρι την country, το folk και την πολυ-διαφημισμένη americana, τα πάντα σκεπασμένα κάτω από έναν προσεγμένο τζαζ-μανδύα. Όλες οι συνθέσεις είναι τέλεια επεξεργασμένες, με τα τέσσερα βασικά σολιστικά όργανα (τρομπέτα, πιάνο, κιθάρα, τενόρο) να κρατούν το ακουστικό ενδιαφέρον σε υψηλότατο επίπεδο, εκμεταλλευόμενα το άπιαστο rhythm section· στο οποίο κυριαρχεί θα λέγαμε το παίξιμο του Pellitteri στα πιατίνια. Το έσχατο 20λεπτο “Bulletrain” θα μπορούσε να είναι μία καλή «περίληψη» των όσων ακούσαμε στο “American Waltz” με την free-avant/cine-αγχωτική εισαγωγή του, τα τύπου «δωματίου» ηχοχρώματα, το hard-bop, την ηλεκτρική jazz, το jazz-funk... Είναι φανερό. Ο λόγος τού βιώσαντος την παράδοσή του μετράει αλλιώς...

OS MUTANTES Baghdad blues

Τριάντα τρία χρόνια μετά το live “Ao Vivo” [Som Livre] του ’76 οι θρυλικοί – να, εδώ ταιριάζει ο χαρακτηρισμός – Βραζιλιάνοι Mutantes (ο Sergio Dias, για την ακρίβεια, και η νέα του παρέα) είναι και πάλι στη γύρα μ’ ένα όχι απλώς αξιοπρεπέστατο άλμπουμ, αλλά με κάτι πολύ παραπάνω. Το “Haih… or Amortecedor…” [ANTI-], που έγινε με την πολυποίκιλη σύμπραξη του Tom Ze, δεν υπήρξε, απλώς, μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της χρονιάς που έφυγε, αλλά κι ένας δίσκος που δείχνει πώς, με ποιον τρόπο, ένα τόσο παλαιό όνομα, μπορεί να υπάρξει στο τώρα μ’ ένα έργο αντάξιο της φήμης του. Καθότι, αυτό που πράττουν, εδώ, οι Mutantes δεν είναι καθόλου εύκολο. Δεν είναι εύκολο δηλαδή να πατήσεις σε μία τόσο μεστή και σύγχρονη φόρμα, «αγνοώντας» το παρελθόν σου - γιατί αυτό είναι το ζήτημα. Οι Βραζιλιάνοι δεν στέκονται στις δόξες τού τότε, αναπαράγοντας μουσειακούς ήχους και τραγούδια μιας άλλης εποχής – στη χώρα δεν υπάρχει πλέον χούντα, όπως το ’68, μα η «νέα ψυχολογία» μίας ανερχόμενης δύναμης –, αλλά επιχειρούν με πρωτότυπο υλικό, να περιγράψουν τις αλλαγές στην ευρύτερη latin περιφέρεια, μέσα από έναν λόγο παραδοσιακά επαναστατικό, που ακουμπά, όμως, στο μέλλον. Τα «σύμβολα», όπως ο Fidel Castro στην έξοχη “Samba do Fidel”, χρησιμοποιούνται απλώς ως ψυχικός σύνδεσμος με το τότε, παραχωρώντας όμως τη θέση τους σε απολύτως σημερινά κομμάτια (“Baghdad blues”, “Querida querida”), όλα ενταγμένα στο πλάνο μιας υποσχόμενης… ψυχεδελικής Αριστεράς, που γνωρίζει τον τρόπο να προκαλεί και ν’ αναμένει. Από μουσικής-ηχητικής πλευράς το “Haih…” είναι πλημμυρισμένο στις «εκπλήξεις». Τραγούδια και τραγουδάρια, που κόβονται και επανασυνδέονται, πνιγμένα μέσα στα (μετρημένα) εφέ, φωνητικά περιπαικτικά, στο γνωστό από το παρελθόν θεατράλε στυλ, αλλαγές ρυθμών και ανατροπές, αλλά κι ένας νέος άξονας βραζιλο-ινδικής συνεργασίας - οι χώρες και από πολιτικής απόψεως είναι κοντά, ως μέλη της BRIC (Brazil, Russia, India, China), των ταχύτερα αναπτυσσομένων νέων οικονομιών δηλαδή – στο “Gopala Krishna Om”. Αν κι εδώ είναι περισσότερο ο μυστικισμός του Dias που βγαίνει στο φως, παρά ένα καινούριο πολιτικό μανιφέστο. (Κάπου διάβασα ότι το πρώτο βραζιλιάνικο κομμάτι που είχε sitar ήταν το “Balada do louco”, από το πέμπτο LP των Mutantes “E seus cometas no pais do Baurets” στην Polydor, το 1972. Δεν έχω πολύ χρόνο για να το τσεκάρω και να το διαπιστώσω…).

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

BILL AND PSYCHEDELIC BAND – BILL Z AND HIS BAND η Ελλάδα στα χρώματα

Πριν από λίγο καιρό σε μία ανάρτηση για τον Γιώργο Ρωμανό (http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/12/blog-post_11.html) είχα αναφέρει το συγκρότημα Bill and Psychedelic Band ως ένα από τα πρώτα, που επιχείρησαν να παίξουν «χρωματική» μουσική στην Ελλάδα. Κάποιος φίλος με πήρε τηλέφωνο την άλλη μέρα στο γραφείο και μου ζήτησε να κάνω ένα post γι’ αυτό το άγνωστο ελληνικό σχήμα, το οποίον ελάχιστοι πια φαίνεται να θυμούνται. Αφού κατάφερα να εντοπίσω κόπιες των εξωφύλλων, προχωρώ… Στο τεύχος 100 των Μοντέρνων Ρυθμών (28/2/1968) υπήρχε, στη σελίδα 32, η καταχώρηση που βλέπετε. Στην εταιρία Lucky, του Αντώνη Πλωμαρίτη, κυκλοφορούσε ήδη ένα 45άρι με τα τραγούδια “My lady” και “I am in love” από κάποιους Bill and Psychedelic Band – τραγουδούσαν ο Bill και ο Nick. Λίγο αργότερα, λέω εγώ, μέσα στην άνοιξη του ’68 πρέπει να βγήκε κι ένα δεύτερο 45άρι, πάντα από την Lucky, με τα τραγούδια “Now I’m happy” και “Romantsa” από κάποιους Bill Z and His Band. Λέω «λίγο μετά», γιατί οι κωδικοί είναι κοντινοί: για το πρώτο single “PG 9004” και για το δεύτερο “PG 9006”. Το παράδοξο είναι πως στο δεύτερο 45άρι δεν υπάρχει η “Romantsa”, που φαίνεται καθαρά να αναγράφεται στο εξώφυλλο, αλλά το "I am in love" (πάλι). Βασικά, τα δύο συγκροτήματα (Bill and Psychedelic Band και Bill Z and His Band) ήταν ένα, αποτελούμενα από κάποιον Βασίλη Ζαχάρωφ, κάποιον Βασίλη Κοτσακίδη και ορισμένους ακόμη, που υπέγραφαν με ψευδώνυμα. Ο επιμελητής Χρήστος Σταμούλης αναφέρει στη CD-επανέκδοση της Nitro Music και κάποιον με το επώνυμο Γούμενος. Κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει την πραγματική line-up αυτής της πρώτης ελληνικής… ψυχεδελικής μπάντας, που άφησε τρία τραγούδια και δύο όμορφα εξώφυλλα.Τα τραγούδια, βεβαίως, που μας ενδιαφέρουν περισσότερο, είναι κάπως γνωστότερα, μια και έχουν μπει τρεις τουλάχιστον φορές σε συλλογές. Αρχικά στο διπλό LP «Χρυσή Δεκαετία του ‘60» [Musica Viva, 1992] υπάρχουν και τα τρία, έπειτα στο LP “Six Miles from the Cage, Vol.1” [Royal, 1998] υπάρχουν τα “I am in love” και “My lady” και τέλος(;) στο CD «Τα Πρώτα Ελληνικά Συγκροτήματα» [Nitro Music, 2002] υπάρχουν επίσης και τα τρία. Το “My lady” είναι ενδιαφέρον. Θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και Mystery Trend (ε, με λίγη φαντασία). Ακόμη ωραιότερο είναι το… μαρς “I am in love”, με το απλό κιθαριστικό σόλο και τα σωστά φωνητικά. Το “Now I am happy” που διαρκεί λιγότερο από δύο λεπτά, ίσως είναι το πιο… ψυχεδελικό απ’ όλα. Εντάξει ο Ζαχάρωφ δεν θυμίζει… Jagger, αλλά το τραγούδι είναι ίδιο “Lady Jane”.
Το ισοζύγιο δεν μπορεί παρά να είναι θετικό, γι’ αυτό το άγνωστο ελληνικό σχήμα των sixties, που είχε τη φαεινή ιδέα να χρησιμοποιήσει, τόσο νωρίς, τη λέξη “psychedelic” στην ονομασία του. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι παραπάνω για τους Bill and Psychedelic Band ας το προσθέσει…
Και μία ουσιαστική διευκρίνιση…Από τότε που άρχισα να πρωτογράφω για μουσικά θέματα δέχομαι, συχνότατα θα έλεγα, την ίδιαν ερώτηση. Αν… έχω και κατέχω όλο αυτό του υλικό με το οποίο καταπιάνομαι. Νομίζω πως η ερώτηση είναι «λάθος». Τι σημαίνει «έχω»; Εκείνο που έχει σημασία, κατά πρώτον, είναι να έχεις ακούσει εκείνα για τα οποία γράφεις, να τα έχεις «δέσει» μέσα σου, να τα έχεις ταξινομήσει και αξιολογήσει, να μπορείς, εν ολίγοις, να κάνεις λόγο γι’ αυτά. Θ’ απαντήσω, λοιπόν, πως για ό,τι γράφω σίγουρα το έχω ακούσει. Τώρα, το αν το έχω (σε LP, CD, MC, mp3 ή ό,τι άλλο) είναι, για μένα, δευτερευούσης σημασίας. Όλοι όσοι ασχολούμαστε με τη μουσική έχουμε κάποιο υλικό. Δεν έχουμε τα πάντα. Προσωπικώς, από αρχαιοτάτων χρόνων θεωρώ δικές μου 2-3 φιλικές δισκοθήκες, στις οποίες έχω άμεση πρόσβαση τόσο στο ηχητικό κομμάτι τους, όσο βεβαίως και στο έντυπο (εξώφυλλα δίσκων, ένθετα, booklets και τα λοιπά). Το ίδιο και η δική μου δισκοθήκη είναι διαθέσιμη σε κάποιους φίλους… μα πολλές φορές και σε μουσικόφιλους που γνωρίζω ελάχιστα. Έτσι, λοιπόν, το να έχω το ηχητικό ντοκουμέντο σε κάποια μορφή, καθώς και το αντίστοιχο έντυπο σε φωτοτυπία, είναι σχεδόν το ίδιο με το να έχω το πρωτότυπο. Είναι σαφές νομίζω. Και στις δύο περιπτώσεις το ίδιο κείμενο θα έγραφα! Εδώ και πολλά χρόνια εξάλλου – πολύ πριν το mp3 – δεν ψάχνω για τίποτα. Δεν έχω want list, υπό την έννοια του να κυνηγάω συγκεκριμένες εκδόσεις, δεν με απασχολούν τα συλλεκτικά φετίχ. Το ξαναλέω λοιπόν. Σημασία δεν έχει απλώς το ντοκουμέντο ως ντοκουμέντο (δεν εννοεί αυτό ο Mario Maffi, δίπλα, στην κορυφή), αλλά η αξιολόγησή του. Και, κυρίως, το να δωθεί για... δημόσια διαβούλευση, όπως θά'λεγε και το ΠαΣοΚ... Τι να τον κάνω τον συλλέκτη, που μπορεί να έχει κάτι… φοβερό και τρομερό και το κρατάει για πάρτη του; Αν δεν μπορεί να το μεταχειριστεί ως εργαλείο, μιλάμε για μια τρύπα στο νερό.

Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

GLASS PRISM the raven

Πρόσφατα το http://backtomono.wordpress.com/ επιμελήθηκε ένα αφιέρωμα στον… τραγουδιστικό Edgar Allan Poe. Σχολίασα το γεγονός ότι ξεχάστηκε η κορυφαία μελοποίηση του «κορακιού», από ένα παραγνωρισμένο συγκρότημα των sixties, τους Αμερικανούς Glass Prism. To “The Raven” έτσι όπως το μελοποιούν τούτοι εδώ οι νεαροί στο άλμπουμ τους “Poe Through the Glass Prism” [RCA Victor LSP-4201] από το 1969, είναι ένα κρυφό αριστούργημα. Επειδή η τραγουδισμένη ποίηση δεν θέλει υπερβολές και φανφάρες, αλλά κάτι, μάλλον, σπανιότερο. Έμπνευση. Μεταφέρω και τις στροφές 1,2, 7 και 8 του "κορακιού" που μελοποιούνται, για (παράλληλο) διάβασμα μαζί με την ακρόαση.
Once upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary,
Over many a quaint and curious volume of forgotten lore—
While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping,
As of some one gently rapping, rapping at my chamber door.
“'Tis some visiter” I muttered, “tapping at my chamber door—
Only this and nothing more.”

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow;--vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow--sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
Nameless here for evermore.

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately Raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he,
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
Perched, and sat, and nothing more.

Then the ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
“Though thy crest be shorn and shaven, thou,” I said, “art sure no craven,
Ghastly grim and ancient Raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!”
Quoth the Raven, “Nevermore.”

ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ…

Διάβασα στο περιοδικό επτά της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, σ’ ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Οι Έλληνες παντού», μία μικρή αναφορά στους αδελφούς Ιερωνυμίδη και στη δισκογραφική εταιρία Ngoma (μέρος μιας ευρύτερης μελέτης υπό τον τίτλο «Οι δρόμοι των Ελλήνων», που χορηγεί η Τράπεζα Πειραιώς). Περίπου αναφέρεται πως οι αδελφοί Ιερωνυμίδη υπήρξαν κάπως σαν απεσταλμένοι του θεού, στη μακρινή χώρα, και κάπως σαν οι Κονγκολέζοι του τότε (στα fifties και τα sixties) να έπιναν νερό στ’ όνομά τους. Τα δικά μου στοιχεία λένε άλλα. Μπορεί να προσέφεραν οι αδελφοί Ιερωνυμίδη, αφού κατέγραψαν τη μουσική του Βελγικού Κονγκό και μετέπειτα Zαΐρ, για περισσότερο από δύο δεκαετίες, όμως οι σχέσεις τους με τους μουσικούς που ηχογραφούσαν για την εταιρία δεν ήταν αθώες. Βασικά, μιλάμε για σχέσεις αγάπης-μίσους. Υπήρχε αποικιοκρατία στη χώρα, και οι Έλληνες που είχαν το πάνω χέρι στα μουσικά πράγματα (όχι μόνον οι αδελφοί Ιερωνυμίδη, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι – δες κι αυτό http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/12/disques-ngoma.html), ενδιαφέρονταν βασικά να βγάλουν φράγκα, πετώντας στους αυτόχθονες ένα ξεροκόμματο. Συμφωνώ. Όποια πέτρα και να σηκώσεις Έλληνα θα βρεις από κάτω, αλλά όχι και να μας πιάνει κατ' ευεθείαν το... πατριωτικό, πριν καν το ψάξουμε λιγάκι και σκεφθούμε.

GREEK POST-TRAD...

Το «Παραμύθι της Μουσικής» [Εν Χορδαίς] είναι ένα παράξενο CD. Τα πρώτα 44 λεπτά του αφορούν στην αφήγηση ενός παραμυθιού – έτσι όπως παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο του ’07, κι έτσι όπως ηχογραφήθηκε στο ανάλογο κέντρο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών τον Μάιο του ’08 – ενώ τα επόμενα 36 αφορούν σ’ αυτή καθ’ αυτή τη μουσική, που συνέθεσε για την ιστορία της Βασιλικής Νευροκοπλή ο ουτίστας Κυριάκος Καλαϊτζίδης. Για το παραμύθι δεν έχω να πω κάτι· παραμύθι είναι, ας το κρίνουν τα παιδιά. Για την επένδυση, να σημειώσω την ικανότητα του Καλαϊτζίδη να συνθέτει στο πλαίσιο της νέας παραδοσιακότητας ωραίες μελωδίες, με πολίτικα, μεσογειακά και άλλα τινά στοιχεία. Τα όργανα (βιολί, ούτι, κανονάκι, κρητική & πολίτικη λύρα, κοντραμπάσο, κρουστά, κιθάρα, τσέλο, κορνέτο, μεσαιωνικό λαούτο, πιάνο, νέι...) και βεβαίως οι οργανοπαίκτες υπακούουν στο βαθύτερο σκοπό της αφήγησης – μάλλον σ’ έναν από τους σκοπούς της – που είναι η γνωριμία των νεαρών θεατών με τα όργανα και τους ήχους της... ευρύτατης περιοχής μας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση προσαρμόζεται, αναλόγως, και το ηχητικό traffic. Το «λάθος» είναι πάντα το ίδιο. Η Ελένη και η Σουζάνα Βουγιουκλή στην απότερη(;) προσπάθειά τους να εντυπωσιάσουν, ερμηνεύουν, με τις όντως «καλλιεργημένες» φωνές τους, ένα... αλλοπρόσαλλο ρεπερτόριο (παραδοσιακά της Κάτω Ιταλίας, της Θράκης, του Πόντου, της Μακεδονίας, το “Ederlezi” και ακόμη συνθέσεις των Χάλαρη, Τσιτσάνη, Λεοντή, Χατζιδάκι), ομογενοποιώντας εποχές, κλίματα, αισθητικές, τα πάντα. Το άλμπουμ τους [Legend] έχει τη χάρη και την ορμή των πρωτοεμφανιζόμενων, όμως έτσι όπως σφόδρα σε πιέζει, δια της... πληθωρικότητάς του, σ' εξαναγκάζει, ταυτοχρόνως, να κρατήσεις πισινή. Και, κυρίως, να επαναπροσδιορίσεις τη σχέση σου με άλλους, πρώτους διδάξαντες, ανανεώνοντας την «εντολή»· «ηπειρώτικα» (Demetrio Stratos), «Μάνα μου μάνα» (Χρύσανθος), «Καληνύφτα» (διάφοροι Γκρεκάνοι και μη – Alla-Bua, Officina Zoe...). Να το ξαναπώ λοιπόν. Το ταλέντο χρειάζεται στόχο. Και ο στόχος δεν μπορεί παρά να είναι «σημείο», το οποίο ανοίγει εν καιρώ... Μπορεί να μην κατέχω... αλλά σέβομαι. Υποκλίνομαι δηλαδή στην αγάπη, το πάθος, τη φλόγα, κάποιων σημερινών οργανοπαικτών-στιχουργών ποντιακής καταγωγής να αναζωογονήσουν το τραγούδι τού τόπου καταγωγής τους. Πώς; Γράφοντας ωραίους καινούριους στίχους στην ποντιακή διάλεκτο (Χρήστος Αντωνιάδης), τοποθετώντας τους πάνω σε παραδοσιακές φόρμες, συνοδεύοντας οργανικώς με λιτό και αγέρωχο τρόπο (Κώστας Σιαμίδης λύρα, Γιάννης Πολυχρονίδης νταούλι, Γεώργιος Στεφανίδης τραγούδι). Το άλμπουμ «Πισάγκωνα Δεμένος» [Protasis] αποτελεί ευρύτερο «μέτρο» όσον αφορά στην ηθική αντιμετώπιση μιας (το τονίζω... «μιας») πολύ συγκεκριμένης μουσικής παράδοσης.Η περίπτωση του CD «Οι Ψυχές των Καϊκιών» [Μουσικό Ταχυδρομείο] είναι διαφορετική. Πρόκειται για το soundtrack ενός φιλμ του Νίκου Καρακώστα, τη μουσική του οποίου έχει γράψει ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Δεν είναι κάτι σύνηθες, αλλά δεν είναι και πρωτοφανές. Στην ουσία πρόκειται για ένα δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ του 2001, που αναφέρεται στα παραδοσιακά καρνάγια του Αιγαίου. Υπάρχει και «υπόθεση» στην ταινία, αλλά δεν είναι της στιγμής. Το soundtrack αποτελείται από πρωτότυπη μουσική, συνδυασμένο με παραδοσιακά θαλασσινά τραγούδια. Οι καλοί οργανοπαίκτες που συμμετέχουν (Κυριάκος Γκουβέντας, Βαγγέλης Ζωγράφος, Κώστας Νικολόπουλος, ο ίδιος ο σκηνοθέτης που παίζει κιθάρα, μπουζούκι, μπαγλαμά και τραγουδά) παρέχουν... καλή εγγύηση για ένα... καλό αποτέλεσμα.

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2010

ΘΕΜΗΣ ΑΔΑΜΑΝΤΙΔΗΣ μουσική

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο "Δισκορυχείον" του Jazz & Τζαζ τον προηγούμενο Αύγουστο) Ήθελα από καιρό – από άλλα «δισκορυχικά» καλοκαίρια – να γράψω για ένα δίσκο του Christoff, του Enrico Macias, του Udo Jurgens βρε αδελφέ. Δεν έχω τίποτα με τους ανθρώπους... ίσα-ίσα... αφού είμαι ακροατής του euro-light άσματος, εκείνου που στηρίζεται στη σπαρακτική μελωδία, στα λόγια αγάπης, στην πλουμιστή ενορχήστρωση. Τελικώς, είπα να το κάνω για ένα ελληνικό άλμπουμ... Γιατί δηλαδή; Από το να τεστάρω την ψυχο-ερωτική μου εγρήγορση μέσω των γερμανικών και των αυστρο-ουγγρικών schlager με τον Freddy Quinn, τον Peter Alexander, τον Heino και την Katja Ebstein, προτιμώ να το κάνω δια των... ελληνικών· με την Nana Mouskouri ας πούμε, τον Jimmy Makulis ή τον Costa Cordalis. Μάλιστα, αν είναι και μεταφρασμένα στη γλώσσα μας, και μιλάνε κατ’ ευθείαν στην... καρδιά μας, τότε ακόμη καλύτερα. Χα! Θυμήθηκα, έτσι, το πρώτο LP του Θέμη Αδαμαντίδη Αγάπησέ με [EMI/ Columbia 14C 062 71109], ένα αυθεντικό, ελληνικό, schlager άλμπουμ, με τραγούδια ορίτζιναλ και διασκευές (κυρίως), που έσκασε μύτη το 1980, για να γίνει πάραυτα χρυσό όπως διάβασα (50 χιλιάδες ντίσκοι...) βγάζοντας ουκ ολίγες επιτυχίες, οι οποίες, τριάντα χρόνια μετά, μοιάζει να μην έχουν ξεθυμάνει. Ο Αδαμαντίδης είχε γεννηθεί στην Καισαριανή, αλλά η καριέρα του ξεκίνησε στη Νότια Αφρική, όπου βρέθηκε με την οικογένειά του, πριν επιστρέψει στη «μαμά Ελλάδα» στα τέλη των seventies, περάσει δια περιπάτου από το παλαιό «Να η Ευκαιρία» και μπει με φόρα στην αγορά, ως ένας «ανταγωνιστής» του Πάριου και του Πουλόπουλου. Columbia vs Minos δηλαδή· για να λέμε τα πράγματα ως έχουν. Η αλήθεια είναι πως τα κατάφερε μια χαρά, πριν καταλήξει εκεί όπου γούσταρε περισσότερο· στα τραγούδια της 3ης πρωινής...
Στο «Αγάπησέ με», την ενορχήστρωση του οποίου είχε επιμεληθεί ο Χάρης Ανδρεάδης (εξώφυλλο από τον Δημήτρη Αρβανίτη), ο Θέμης Αδαμαντίδης με τη φωνάρα που διέθετε (και διαθέτει, ok), βάζει κάτω και «ξεσκίζει» ορισμένα δυνατά τραγούδια, με πρώτον απ’ όλα το “The music played”, που έγινε πασίγνωστο από τον Εγγλέζο Matt Monro (πρώτη εκτέλεση, το 1967, ως “Was ich dir sagen will” από τον Udo Jurgens - δικό του το τραγούδι). Το παλαιό κομμάτι θα το χαρακτήριζα «καταπληκτικό» και ο Αδαμαντίδης, με τη «Μουσική» του, σε ωραίους ελληνικούς στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου, φτιάχνει μία άθικτη στο χρόνο light μπαλάντα, για «πολυτελείς» έρωτες. Η είδηση όμως, εδώ, είναι άλλη. Η πρώτη ελληνική εκτέλεση του “The music played” δεν ήταν από τον Θέμη Αδαμαντίδη, αλλά από τον άγνωστο στους πολλούς Γιώργο Τσίκνη και η οποία είχε τίτλο «Απ’ την αγάπη μας πιο δυνατό» (διαφορετικοί οι στίχοι). Δεν γνωρίζω αν αυτή η version υπάρχει σε δίσκο, αλλά υπάρχει σίγουρα σε video(!) στο YouTube «ανεβασμένη» από κάποιον... barabakos1 (ο τύπος είναι από τα Χανιά, και για τη συνολικότερη δουλειά που έχει κάνει στο διαδίκτυο του λέω «εύγε»). Η εκτέλεση του Τσίκνη, που τραγουδούσε στους Harlems στα sixties (στο ίδιο γκρουπ έπαιζε σαξόφωνο ο Λάκης Διακογιάννης, αργότερα στον Εξαδάκτυλο και σε διάφορα jazz σχήματα) είναι επίσης πολύ καλή, πιο κοντά όμως σ’ εκείνη του Monro. Και για να επανέλθω στο «Αγάπησέ με»... και στο φερώνυμο κομμάτι, που δεν είναι άλλο από το “Mama leone, μεγάλη επιτυχία για τον Ιταλό Bino το 1978. Πάντα στην πρώτη πλευρά και το «Δεν μπορώ να ζω χωρίς εσένα», το “Without you” των Badfinger δηλαδή, που ο κόσμος το έμαθε από τον Nilsson, το αεράτο «Κρήτη, Κέρκυρα και Νιο» (που και αυτό είναι «ξένο», αλλά δεν ξέρω πιο) και ακόμη το “Yesterday” των Beatles, που το ακούμε ως... Κάποτε. Αν και η δεύτερη πλευρά, συγκριτικώς με την πρώτη, είναι κατώτερη, ο Αδαμαντίδης φυλάει και γι’ αυτήν μερικά όμορφα τραγούδια, με πρώτο ανάμεσά τους το “Hoy tengo ganas de ti” (Συγχώρα με) του Ισπανού Miguel Gallardo. Το 45άρι του Γιώργου Τσίκνη στην Columbia από το 1969 είναι αυτό.Εδώ ο Θέμης Αδαμαντίδης...
Εδώ
ο Udo Jurgens...
Κι εδώ η υπέροχη english version του Matt Monro...

ΓΙΩΡΓΟΣ

Πάνε πολλά χρόνια από τότε που στριμωχνόμουν σε ουρές για να δω μια ταινία. Αν μιλάμε για κινηματογράφο, περιμένω να μπω, κάπου, κάποια στιγμή, τελευταίος, σε «άσχετη» προβολή, για να είμαι περίπου μόνος… Απλώνομαι, ησυχάζω και παρακολουθώ. Κάπως έτσι είδα, απόψε, τη «Στρέλλα». Έχουν ήδη γραφεί πολλά για την ταινία, γι’ αυτό δεν πρόκειται να κάνω κριτική, ούτε να κουράσω. Θα πω μονάχα μια γνώμη, δυο λόγια… τα οποία απευθύνονται, βασικά, σε όσους την είδαν.
Πρωταγωνιστής στην ταινία, και τραγικό πρόσωπο συνάμα (με την έννοια που είχαν τα τραγικά πρόσωπα στην αρχαιότητα, όχι με την ανόητη "τραγικότητα" των ΜΜΕ - μία μάνα που κλαίει, ας πούμε, για το σκοτωμένο της παιδί δεν στοιχειοθετεί τραγικό πρόσωπο) δεν είναι η Στρέλλα, αλλά ο αποφυλακισμένος πατέρας (Γιώργος). Αυτός είναι ο άξονας γύρω από τον οποίον κατανέμεται το δράμα. Χωρίς την «αποκατάσταση» του πατέρα δεν θα μπορούσε να τελειώσει το φιλμ και σωστά κατ’ εμέ, και με σκηνοθετική έμπνευση θα προσέθετα, η «Στρέλλα» δεν ολοκληρώνεται εκεί όπου θα περίμενε ο καθείς (ο ποδαρόδρομος στο Μεταξουργείο), αλλά λίγο πιο μετά… όταν ο πατέρας θα επιλύσει, εν τέλει, το δικό του αίνιγμα-Rosebud – μία Disney φωτογραφία από ένα παλιό viewmaster, που του αναστατώνει ύπνο, ενύπνιο και ξύπνημα μαζί –, μέσω μιας «ηλίθιας» πρωτοχρονιάτικης γιορτής. Όλα τα υπόλοιπα είναι περίπου γνωστά από την εποχή του Σοφοκλή.
Αληθινή ταινία, σπουδαία σχεδόν.

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

SAVOLDELLI / SHARP - ABBS

Η πνευματική επαφή του Ιταλού (φωνές, ηλεκτρονικά) Boris Savoldelli, με τον αμερικανό κιθαρίστα Elliott Sharp μπορεί να συνέβει στο Μιλάνο, όταν οι Elliott Sharp’s Terraplane έδωσαν ένα live στην ιταλική πόλη, αφήνοντας άφωνο τον Savoldelli, όμως η πραγματική μάχη συνέβει τον Σεπτέμβριο του ’08 στη Νέα Υόρκη, όταν οι δύο μουσικοί αποφάσισαν να «συνομιλήσουν», χωρίς πολλά-πολλά, θέτοντας σε κίνηση ένα ιδιαίτερο άλμπουμ. Το “Protoplasmic” [MoonJune MJR025, 2009], φτιαγμένο δίχως overdubs, είναι, αναμφισβήτητα, μια avant περιπέτεια, με σαφές όμως αισθητικό στόχο. Επεξηγώ. Εκείνο που έχει αξία, σε τέτοιου τύπου εγχειρήματα, είναι, κατ’ αρχάς, να κρατείται το ενδιαφέρον εν εγρηγόρσει σε κάθε δευτερόλεπτό τους (το συγκεκριμένο διαρκεί 49:28). Περαιτέρω, να μην διακρίνονται ηχητικά χάσματα, απεναντίας να συμπληρώνονται αυτά από ανάλογες εκπλήξεις. Και στο “Protoplasmic” είναι αλήθεια πως αυτές ακριβώς οι εκπλήξεις περισσεύουν. Δεν είναι μόνον τα εξώκοσμα φωνητικά του Ιταλού, βγαλμένα μέσα από τις μεγάλες psych και prog πλατφόρμες του παρελθόντος, είναι κυρίως η αναπαράσταση όλου του ηλεκτρονικού δυναμικού, που μολύνει την pop culture ήδη από τα sixties. (Το ισοδύναμον ενός χιπ-χοπάδικου «turntable-ισμού» θα μπορούσε να είναι η έσχατη κατάσταση. Και είναι).Απεναντίας, στο “Lost + Found” [Engine E31, 2009] των Tom Abbs & Frequency Response έχουμε μιαν εικόνα ενός σημερινού νεοϋορκέζικου γκρουπ, αποτελούμενου από διακριτές μονάδες· Tom Abbs μπάσο, τσέλο, τούμπα, Brian Settles τενόρο, σοπράνο, φλάουτο, Jean Cook βιολί, Chad Taylor ντραμς. O Abbs, μέλος των Yuganaut και λοιπών σχηματισμών, έχει έναν καλό λόγο-τρόπο, ώστε να παρουσιάσει με το σχήμα του την jazz που αγαπάει. Μία jazz, που ξεκινώντας από την κανονικοποιημένη «ελεύθερη φόρμα», διαπερνά κάποιες ήπιες chamber καταστάσεις, πριν καταλήξει και πάλι στο σημείο εκκίνησης. Ο τρόπος δράσης του Abbs έχει να κάνει με μια σειρά 22 μελωδιών (αποσπασμάτων τους καλύτερα, όπως ο ίδιος σημειώνει), τις οποίες τυχαίως συνδυάζει – το «τυχαίως» να είναι άραγε μαθηματικώς προσδιορισμένο; – με οπτικές ή ηχητικές δομές. Δεν είμαι σίγουρος πώς ακριβώς δουλεύει ο Abbs. Βεβαίως, το ότι χειρίζεται την εικόνα – όπως διαβάζω στο βιογραφικό του – τόσο καλά όσο και τον ήχο, του παρέχει τη δυνατότητα να επηρεάζεται και να «επηρεάζει» και τα δύο.

NITIN SAWHNEY London Undersound και περαιτέρω…

Χαλάρωσε και ο Nitin Sawhney; Άρχισε να τον απασχολεί πλέον σοβαρά – και αυτόν – η παραγωγή ενός pop άσματος που να κάνει τη διαφορά; Έπαυσε να περιδιαβαίνει τα αφηρημένα αστικά ηχοτοπία, μεγεθύνοντας στην κοινή καθημερινότητα; Θα απαντήσει ο χρόνος. Για την ώρα έχω στ’ αυτιά μου τον πιο poppy Nitin Sawhney από καταβολής London-indian underground· έχοντας χάσει, παράλληλα, την ευκαιρία, ο φίλος μας, να παρασυρθεί από τα απόνερα που άφησε πίσω του το “Slumdog Millionaire” (η πιο «χαζή», αλλά ψυχαγωγική ταινία της προηγούμενης σεζόν – Δαλιανίδης...). Αφήνοντας λοιπόν κατά μέρος το “My soul” με τον Paul McCartney, τις οδυνηρές, για όσους τις έζησαν από κοντά, εμπειρίες των εκρήξεων στο λονδρέζικο μετρό τον Ιούλιο του ’05, οι οποίες εδώ γίνονται τραγούδι (“Days of fire”) με ερμηνευτή τον Natty (το άσμα, ως κάτι μικρό, λιτό και εύθραστο από τη φύση του, δύσκολα μεταφέρει το βάρος του «μεγάλου»), σκαλώνω στη βραζιλο-αθωότητα των “Distant dreams” (δια φωνής Roxanne Tataei), λέγοντας πως, ναι, ο Sawhney μπορεί τελικώς να γράψει ένα pop τραγούδι που να τον... ξεπερνά. Ήταν το ζητούμενο. Το «κανονικό» άλμπουμ κυκλοφόρησε στο τέλος του ’08 από την Cooking Vinyl και ως είθισται (πια) μέσα στο ’09 βγήκε και το “London Undersound: Instrumentals and Remixes” στην Positiv-ID/ Cooking Vinyl. Θα μπορούσα να πω «μία από τα ίδια» και να ξεμπερδέψω. Όμως όχι. Το «πράγμα» εδώ κυλάει καλύτερα. Οι instro εκδοχές είναι απείρως προτιμότερες από τα τραγούδια, και κομμάτια όπως το “October daze” έχουν τη δύναμη να σε ταρακουνάνε σ’ εμπλοκή. Το όλον κλίμα ανακαλεί στη μνήμη μου κάτι από Κ.Βήτα – «κάτι» λέω, για να σας μεταφέρω ένα «περίπου» σκηνικό –, με τα ακουστικά όργανα, τα ψευδο-έγχορδα(;) και τις «ισχυρές» μελωδίες, να εναλλάσσονται με τα fat beats και τα DJ-ικά παράσιτα. Αφήνω δε το γεγονός ότι, εδώ, δεν ακούς McCartney… (Τον McCartney του συγκεκριμένου CD εννοώ – μην παρεξηγηθώ).

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2010

η JEWISH JAZZ της TZADIK

Πιθανώς, ο John Zorn να έχει εβραϊκή καταγωγή. Έχει δεν έχει, η επαφή του, το «στρίψιμο» αν θέλετε προς το εβραϊκό μέλος πρέπει να συμβαίνει στις αρχές των nineties, όταν πρωτοστατεί στην ίδρυση της improv-klezmer-jazz band Masada, μετά των Dave Douglas τρομπέτα, Greg Cohen κοντραμπάσο και Joey Baron ντραμς. Με τα χρόνια αυτή του ενασχόληση αρχίζει να λαμβάνει όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις, με αποτέλεσμα, κάποια στιγμή, να δημιουργήσει ολόκληρη κατηγορία μέσα στην Tzadik – την Radical Jewish Culture – ηχογραφώντας δεκάδες projects «προχωρημένης» klezmer-jazz. Για δύο απ’ αυτά θα γράψω στη συνέχεια... Κατ’ αρχάς για το “Ha’Orot” [Tzadik TZA-CD-8137, 2009] των Greg Wall’s Later Prophets κι έπειτα για το “Tsuker-zis” [Tzadik TZ 8141, 2009] των Frank London και Lorin Sklamberg. (Το original cover του "Hear, O Israel" - από το popsike.com)
(Το cover της επανέκδοσης του Jonny Trunk)

Ας σημειώσω, εν τάχει, πως η επαφή της jazz με το εβραϊκό μέλος, τους ψαλμούς, τους ραβίνους και τις συναγωγές είναι πολύ παλαιά και μιαν αρχή της θα μπορούσε να τοποθετηθεί στο 1968, όταν κυκλοφόρησε στην Αμερική το άλμπουμ “Hear, O Israel - A Concert Service in Jazz” [National Fderation of Temple Youth], στο οποίο έπαιρναν μέρος κορυφαίοι μουσικοί της εποχής (Herbie Hancock, Thad Jones, Ron Carter, Jerome Richardson κ.ά.). Το άλμπουμ αυτό είναι πολύ σπάνιο στην πρώτη του έκδοση, αλλά το ξανακυκλοφόρησε πρόπερσι ο Jonny Trunk της βρετανικής Jonny ή Trunk Records – με αλλαγμένο εξώφυλλο και υπότιτλο, ως “A Prayer Ceremony in Jazz” – δίδοντάς μας την ευκαιρία να το ακούσουμε· και να το απολαύσουμε συγχρόνως. Υπόγεια spiritual-jazz για... μελλοντική ανάρτηση.Από τις ηγετικές προσωπικότητες της εβραϊκής σκηνής, εκείνης που εδρεύει στις ΗΠΑ την τελευταία 30ετία, ο reedman Greg Wall (χειρίζεται τενόρο, σοπράνο, κλαρινέτο, shofar και moseno) έχει υπάρξει μέλος των Hasidic New Wave, Greg Wall Trio, The Wall/ London Band, Neshama Carlebach, Τhe Hi-Tops, Greg Wall’s Unity Orchestra και προσφάτως στέλεχος ιδρυτικό των Later Prophets (μαζί του οι Shai Bachar πιάνο, Dave Richards μπάσο και Aaron Alexander ντραμς). Στηριγμένος στην πνευματική κληρονομιά του ραβίνου Avraham Itzchak HaCohen Kook (1865-1935) – μία σημαντική μορφή του θρησκευτικού σιωνισμού, όπως πληροφορήθηκα – μέσα από κείμενά του, τα οποία απαγγέλει με συγχρονισμένο πάθος ο ραβίνος Itzchak Marmorstein, ο Wall συνθέτει και αυτοσχεδιάζει πάνω σε κλασικές jazz-funk φόρμες (“From a distant world”), τονίζοντας την πνευματική τελετουργική διάσταση των soli του, ιδίως στις μελωδίες που είχε συνθέσει ο ίδιος ο Rav Kook. Εδώ, η spiritual-jazz του John Coltrane πρωτίστως, αλλά και των συνεχιστών του (Archie Shepp), παραδίδουν στον Wall ένα «ανοιχτό βιβλίο», επί του οποίου ο αμερικανός μουσικός έρχεται να προσθέσει το δικό του «λόγο». Ο Frank London (τρομπέτα, αλτικόρνο, φλούγκελχορν, αρμόνιο) και ο Lorin Sklamberg (ακορντεόν, φωνή) υπήρξαν, και εξακολουθεί να είναι, μέλη των Klezmatics, της μπάντας που στηρίζει και προβάλλει την τελευταία 20ετία τη neo-klezmer. Και μέσα στο γκρουπ, αλλά και έξω απ’ αυτό οι δύο μουσικοί, επιχειρούν να βαδίσουν σε κάθε δυνατή διακλάδωση της jewish music, συντονίζοντας ποικίλα projects, μέσα από τα οποία τα φλερτ με έτερες παραδόσεις της Ανατολής είναι ταυτόχρονα με την ίδια την καταβύθισή τους στα ιερά και τα όσια του ορθόδοξου εβραϊσμού, ή των «αιρέσεών» του. Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά δεν είναι η πίστη στο γράμμα του νόμου που κατευθύνει τους London και Sklamberg, όσο το αναπόφευκτο να ντυθούν οι μουσικές τους (και) με κάποιες θρησκευτικές θεωρήσεις. Στο παρόν “Tsuker-zis” (Ζάχαρη-γλυκιά), οι δύο μουσικοί συνεργάζονται με τρία διακεκριμένα μέλη της NY-downtown scene – τον κιθαρίστα και χειριστή ηλεκτρονικών Knox Chandler, τον Αρμένιο Ara Dinkjian ούτι, σαζ, cumbus, τον Ινδό Deep Singh τάμπλα, dhol – παρουσιάζοντας, όλοι μαζί, ένα έργο το οποίο διακρίνει θα έλεγα μία χασιδική διάθεση. Υπάρχει δηλαδή διάσπαρτη στις συνθέσεις του γκρουπ η «ωραιότητα», η «βαθειά ομορφιά», η «πνευματική καλοπέραση», «η θεία αγάπη» που συνδέονται, βεβαίως, με ανάλογες καθημερινές ανάγκες και πρακτικές. Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι ενταγμένες και οι μουσικές, οι οποίες διακρίνονται για τη μελωδική τους «άπλα», τα προσεγμένα avant και rock στοιχεία – υπάρχουν, αλλά ποτέ δεν παίρνουν κεφάλι, συμβάλλοντας μόνο στο γενικότερο πλάνο –, τη διάχυση περαιτέρω σε γειτονικές ηχητικές παραδόσεις (Αρμενία, Ινδία). Το άκουσμα δεν είναι απλώς ενδιαφέρον, ορισμένες στιγμές είναι εντυπωσιακό· όπως στο παλαιό προτελευταίο track, με τα – όπως διαβάζω – αλφαβητικά προσωνύμια του Θεού σε ακροστιχίδα...

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ το δωμάτιο

Κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες από την Anazitisi Records «Το Δωμάτιο» του Πάνου Σαββόπουλου. Πρόκειται για μία περιορισμένη επανέκδοση βινυλίου, 150 μόλις αντιτύπων (έχουν τη σημειολογία τους οι μικροποσότητες), του πρώτου long play του τραγουδοποιού, που εκδόθηκε στην Polydor, το 1968 και το οποίον ήταν (είναι και θα είναι) αδύνατον να βρεθεί οπουδήποτε. Το original εννοώ - αν και με την επανατύπωση το ίδιο θα συμβεί.Βεβαίως, το συγκεκριμένο άλμπουμ δε διαθέτει το hip, ούτε το κλίμα του «Eπεισοδίου», σκιαγραφεί όμως το πορτρέτο ενός έτοιμου καλλιτέχνη, ψυχή του νέου κύματος στη Θεσσαλονίκη, προσφέροντάς μας μερικές εξαιρετικές μπαλάντες, ντυμένες άψογα από τις κιθάρες των Νότη Μαυρουδή και Βασίλη Τενίδη. Πρόκειται για τραγούδια απλά, προσωπικά, με καθαρούς, συναισθηματικούς στίχους, δουλεμένα συνθετικώς, τα οποία ερμηνεύονται από καρδιάς και κυρίως με δύναμη. Το «Ξενύχτι», το «Στην Άνω Τούμπα» με το απρόσμενο μέτρημα, η «Πόλη του δειλινού», τα «Παιδάκια», η «Κόρη», ο «Στερνός χαιρετισμός» το «Κάθε βράδυ» ανήκουν, οπωσδήποτε, στην υψηλή νεοκυματική κληρονομιά. Η επανέκδοση της Anazitisi περιέχει, ως ένθετο, το πιο χύμα, ωραιότερο, αλλά καταργημένο αρχικό εξώφυλλο, φωτογραφίες, συν την ανατύπωση μιας αφισέτας, που κυκλοφόρησε τότε για να γνωστοποιήσει το άλμπουμ.
Δες κι αυτά: http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/blog-post_1602.html, http://diskoryxeion.blogspot.com/2009/11/blog-post_12.html

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

PAOLO TOFANI... άλλως Krsna Prema Das

Γεννημένος στη Φλωρεντία το 1944, ο Paolo Tofani είναι ένας από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της jazz, του rock, της avant-garde που ανέδειξε στα χρόνια της pop κουλτούρας η Ιταλία. Με τους Samurai, τους Noi Tre και τους Califfi στα sixties και βεβαίως με τους Area, δίπλα στον Demetrio Stratos, σχεδόν σε όλη τη διάρκεια των seventies, ο Paolo Tofani είχε το χώρο να αναπτύξει το κιθαριστικό του τάλαντο, παίρνοντας μέρος σε αξέχαστα άλμπουμ. Ηχογράφησε και μόνος του βεβαίως, τότε, δύο αξιόλογα LP, το “Electric Frankenstein” [Cramps, 1975] και το Indicazioni” [Cramps, 1977] στέλνοντας στα... αζήτητα τον Robert Fripp – το δεύτερο έργο, καθότι δύσκολα εντοπίζεται, το κατεβάζεις από το Mutant Sounds (http://rapidshare.com/files/39142895/paolotofani-indicazioni1977.rar.html) και διαπιστώνεις την αξία του – πριν, εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας γίνει μέλος της ISKCON (International Society for Krishna Consciousness), με άλλα λόγια του κινήματος “Hare Krishna”, που το αποτελούσαν και το αποτελούν οι Ινδουιστές Vaishnavas.(Η ετικέτα ISKCON, από ένα LP του Claudio Rocchi, το 1978)

Μάλιστα, υπήρχε και label “ISKCON” στην Ιταλία και αλλαχού, το οποίο παρουσίαζε άλμπουμ καλλιτεχνών του κινήματος (Paolo Tofani, Claudio Rocchi, μα ακόμη και του George Harrison).
Εντός αυτού του θρησκευτικού-πολιτισμικού χώρου έκτοτε, ο Paolo Tofani, που άλλαξε εν τω μεταξύ το όνομά του σε Krsna Prema Das, βαθαίνει τη σχέση του με την ινδουιστική παράδοση, συνεργάζεται με τους Hariprasad Chaurasia και Zakir Hussain, και, βασικά, επινοεί ένα νέο όργανο – ένα νέο τύπο κιθάρας, για να είμαι πιο ακριβής – την tri-kanta veena μέσω της οποίας αλλάζει το «σχήμα» της μουσικής του. Ένα κράμα world sounds και ήπιου rock φαίνεται να απασχολεί πλέον τον ιταλό δημιουργό, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο πώς η ατμόσφαιρα και το μεταίσθημα των ήχων του θα βοηθήσει το ακροατήριό του στις πνευματικές του ενατενίσεις. Τα κατά τι περισσότερο από δέκα άλμπουμ τού Krsna Prema Das πλέον, εντοπίζονται στο cdbaby.com, ενώ πλήρες υλικό διατίθεται και στο site www.krsnavision.com.
(Η photo είναι από το www.torsunov.it)

GOJAM GROUP ethnic από Έλληνες

Δεν αρέσει η λέξη “ethnic”; Θεωρείται παρωχημένη, άκομψη, «προσβλητική», ακατάλληλη προς... βρώσιν; Την αγνοώ· δηλαδή και να μην την αγνοήσω είναι ακριβώς το ίδιο. Καθότι για μία ταμπέλα πρόκειται και τίποτα παραπάνω. Ποιο είναι, ακριβώς, το νόημά της; Εκείνο που της δίδει ο καθείς... Μία απόπειρα να ερμηνεύσεις ποικίλους folk ήχους ή να τους δημιουργήσεις αυτοσχεδιάζοντας, όντας «άλλος». Έλληνες, λοιπόν, που ανακατεύουν στις συνθέσεις τους tango, flamenco, εγχώρια λαϊκά, jazz, ποντιακά, άλλα ευρύτερα latin ηχοχρώματα, θα μπορούσε να χαρακτηριστούν “ethnic”, ή, έστω, «μουσικοί του κόσμου».Στους GoJam Group αναφέρομαι βεβαίως και στο φερώνυμο πρόσφατο άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησε λίγους μήνες πριν από την εταιρία Μελωδικό Καράβι. Τέσσερις μουσικοί από διαφορετικό τόπο – ο Πέτρος Βαρθακούρης από την Πάρο, ο Γιάννης Αγγελόπουλος από τη Βέροια, ο Λευτέρης Χαβουτσάς από τον Πειραιά, ο Γιώργος Τσιατσούλης από την Αθήνα –, οι οποίοι βρίσκονται μαζί από το 2004, και που, ο καθένας ξεχωριστά, έχει να επιδείξει πλούσιο βιογραφικό μέσω ποικίλων δισκογραφικών και on stage projects. Αν υπάρχει κάτι που να χαρακτηρίζει αυτό το πρώτο τους CD, το οποίο περιλαμβάνει δέκα ολοδικά τους θέματα (διαρκεί 48:07), είναι μία φαινομενική «ατολμία». Προφανώς υπάρχει άποψη. Μία άποψη που θέλει τη μουσική να ρέει με φυσικό τρόπο, χωρίς ιδιαίτερες στούντιο προσθήκες-επεξεργασίες, δίχως, ακόμη, την ανάγκη να φανεί καινοτόμα, ρηξικέλευθη, σε κόντρα διαρκή με το κλισέ και το αναμενόμενο. Αρκείται στο να φαίνεται και να είναι καλοπαιγμένη, οργανωμένη, συμπαγής, χωρίς κενά, δίχως, με άλλα λόγια, εκείνες τις ρωγμές μέσω των οποίων θα μπορούσε να προξενηθούν ανήκεστες αισθητικές βλάβες. Πάντα; Όχι πάντα. Στην περίπτωση π.χ. του «Κορτσόπον do Brasil» (ο Σωκράτης Σινόπουλος παίζει κεμεντζέ) επιχειρείται η σμίξη ποντιακών και «samba-ειδών» ηχοχρωμάτων μ’ έναν τρόπο που σε... βγάζει από τα ρούχα σου. Αρεστό. Μέρες πού’ναι...