Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΓΓΙΝΑΣ το κάλεσμα

Το άλμπουμ “The Call” [Ano Kato, Cue] των Κώστα Μαγγίνα και Peter Salchev κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Μία πρώτη ακρόαση θυμάμαι πως την είχα επιχειρήσει σχεδόν αμέσως, όταν πήρα το CD στα χέρια μου· αιτία ήταν το track list. Ήθελα ν’ ακούσω μερικά από τα πιο αγαπημένα μου folk τραγούδια (“Black is the colour of my true love’s hair”, “She moves through the fair”, “Morning dew”, “St. James Infirmary”…). Πως θα τα απέδιδαν δηλαδή δύο… βαλκάνιοι μουσικοί, ένας Έλληνας κι ένας Βούλγαρος. Ήταν, ακόμη, αυτό το ντουέτο. Φωνή, κιθάρα. Όπως στα sixties. Shirley Collins-Davy Graham... Τέτοια πράγματα. Τέλος, ήταν και το εξώφυλλο, που παρέπεμπε στις απόκρημνες ιρλανδικές ακτές του Ατλαντικού. Όλα αυτά, μαζί και ταυτοχρόνως, σηματοδοτούσαν εντός μου κάτι διαφορετικό. Δεν έπεσα έξω… Πώς κι έτσι, κύριε Μαγγίνα;
Τα τελευταία χρόνια ακούω πιο συστηματικά παραδοσιακή ιρλανδική μουσική. Υπήρχε λοιπόν το υλικό, το οποίο μού ήταν οικείο μεν, μέσα από τελείως διαφορετικούς τρόπους δε.
Λογικό. Μιλάμε για τραγούδια, που θα τα χαρακτηρίζαμε στάνταρντ. Όπερ σημαίνει δεκάδες οι εκτελέσεις…
Φυσικά. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, επειδή είναι στάνταρντ, είναι ταυτόχρονα τόσο «ανοιχτά» στις παρεμβάσεις και τις προσωπικές απόψεις.
Παρά ταύτα θα ρωτήσω, αν υπήρχαν κάποιες συγκεκριμένες εκτελέσεις στο νου σας, πριν ξεκινήσετε τις δικές σας εκδοχές…
Τι να πώ; Δεκάδες. Τα τραγούδια αυτά, τ’ ακούς συνεχώς, οπότε… Ας πούμε το “Black is the colour…” το άκουσα από ένα δίσκο του μπασίστα Marc Johnson με τους Bass Desire, από το 1985. Φυσικά, το ήξερα και από τη Nina Simone. Το καλοκαίρι, όμως, πριν το ηχογραφήσουμε, θυμάμαι πως το άκουγα συνεχώς από τον Paul Weller. Θα έλεγα πως ήταν η εκτέλεση που έλαβα πιο πολύ υπ’ όψη μου.
Τo “Black is the colour…” είναι καταπληκτικό τραγούδι, με μελωδία που σε στέλνει. Όπως και το “Morning dew” της Bonnie Dobson εξάλλου…
Το τραγούδι αυτό, δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά ήταν εκείνο που με δυσκόλεψε περισσότερο. Το δοκίμαζα συνεχώς, αλλά δε μου «καθότανε». Κάποια στιγμή βγήκε, βέβαια. Το είχα ακούσει από τους Grateful Dead, τον Tim Rose και άλλους…
Κουρδίζετε το “Morning dew” σε DADGAD (ρε μπάσο, λα, ρε, σολ, λα, ρε)…
Κλασικό κούρδισμα, για να παίζεις τέτοια τραγούδια. Το άκουσα από τον Jimmy Page, στο πρώτο άλμπουμ των Led Zeppelin, στο “Black mountain side”. Και ο Page έτσι, μάλλον, θα το έπαιζε… Σε DADGAD κούρδισα επίσης στο “Amazin’ grace”, στο “Summertime”, στο “St. James Infirmary”…
Ναι. Το ίδιο κούρδισμα το είχε χρησιμοποιήσει ο Page και στο “White summer” με τους Yardbirds, λίγο νωρίτερα, παίροντάς το από τον άνθρωπο που το πρωτοπαρουσίασε στη δισκογραφία, τον Davy Graham.
Έχω υπ’ όψιν μου τον Davy Graham, όπως και τον Bert Jansch, που είναι του ίδιου κλίματος και της ίδιας εποχής. Ο Page, πάντως, είναι ο κιθαρίστας εκείνος που μ’ έχει επηρεάσει-εμπνεύσει περισσότερο από κάθε άλλον. Μόνο σ’ αυτόν και κατ’ αναλογία στον Ornette Coleman βρίσκω αυτή την ελευθερία στο… να παράγεις μελωδίες, που να μην προκαθορίζονται από τους τονικούς κανόνες. Το DADGAD το πρωτοπαρουσίασε ο Graham, παίζοντας το “She moves through the fair” σ’ ένα EP του 1963. Χαίρομαι, που ακούω το εν λόγω τραγούδι και στο δίσκο σας…
Είναι καταπληκτικό κομμάτι. Αυτά τα τραγούδια με συγκινούν και για έναν άλλο λόγο. Έχουν εξαιρετικούς στίχους. Θλιμμένους βέβαια, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία…
Ερωτικές απογνώσεις, φασματικές αγάπες, θάνατοι… Στο “St. James Infirmary” κάποιος διηγείται πως πήγε να δει το κορίτσι του στο νοσοκομείο, κι εκείνο είχε πεθάνει…
Ακριβώς. Τέτοιες καταστάσεις. Το συγκεκριμένο τραγούδι, το ηχογράφησα μάλιστα δύο φορές στο CD. Τη μία παίζοντας μαντολίνο και την άλλη κιθάρα. Το έκανα για να δείξω αυτό που είπαμε λίγο πριν. Πόσο «ανοικτά» είναι αυτά τα κομμάτια σε επεμβάσεις. Σε πάνε κατ’ ευθείαν αλλού.
Πάντως και ο Salchev δείχνει εξοικειωμένος με το ρεπερτόριο…
Κατ’ αρχάς να πω πως παίζουμε μαζί περίπου δέκα χρόνια. O Πήτερ είναι βασικά αυτό που λέμε «τζαζ τραγουδιστής», δεν έχει καμία σχέση με το rock π.χ. Θυμάμαι πως ένα από τα τραγούδια που πρωτοπαίξαμε ήταν το “How deep is the ocean”, το οποίο δεν υπάρχει στο δίσκο. Strange chords είπαμε… συνεννοηθήκαμε αμέσως. Δημιουργήσαμε λοιπόν αυτό το ντουέτο έπειτα από πολύ δουλειά. Και το κρατάμε ως ντουέτο, γιατί έχω τη γνώμη πως όσο πιο πολλά όργανα χρησιμοποιείς, τόσο περιορίζονται οι βαθμοί ελευθερίας σου.
Ακούω πόσο «μπροστά» βρίσκεστε, στο μοναδικό, κατά βάση, πρωτότυπο κομμάτι του άλμπουμ, το “The call”…
Διαφέρει λίγο από τα υπόλοιπα θέματα αυτό. Ήταν, περισσότερο, μία παρόρμηση της στιγμής. Θέλαμε να υπάρχει κάτι στο άλμπουμ που να «προδίδει» την περιοχή μας. Το από πού ξεκινάμε. Γι’ αυτό και ο Πήτερ το πήγε προς… παραδοσιακό βουλγαρικό.
Πώς ηχογραφήθηκε το άλμπουμ;
Θα έλεγα με τη μία. Παίξαμε live όλα τα κομμάτια στο στούντιο, γύρω στις 5 ώρες, και άλλες τόσες ώρες παίξαμε διάφορα άλλα στάνταρντ. Χρειάστηκε να ξανακάνουμε ένα-δύο. Σε δύο μόλις χρησιμοποιήσαμε overdubs. Στο “Black is the colour…”, που ακούγεται ταυτόχρονα κιθάρα και μαντολίνο και στο “Can not be true”, ένα κομμάτι 45 δευτερολέπτων μόνο με τη φωνή του Πήτερ. Ασχοληθήκαμε, όμως, πολύ παραπάνω με τη μίξη. Είμαι χαρούμενος που συνέβη έτσι. Το ευχαριστήθηκα πραγματικά αυτό το άλμπουμ.
Κι εγώ που το άκουσα… Τη συζήτηση συνόδευσαν πλην του “The Call” τα LP “Sings” της Patty Waters στην ESP (το “Black is the colour…”), “Tear Down the Walls” των Vince Martin & Fred Neil στην Elektra (το “Morning dew”), “Folk, Blues & Beyond” του Davy Graham στη Decca (το “Black is the colour…”), καθώς και το EP “From a London Hootenanny” των Thamesiders & Davy Graham (το “She moved thro’ the fair”)

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

ΚΑΙ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΝΑ ΧΑΛΑΡΩΣΟΥΜΕ...

Δύο έξοχα tracks από μία αγαπημένη ελληνική ταινία. "Τύφλα νά'χει ο Μάρλον Μπράντο"...

Μπορεί να ονειρεύομαι, αλλά το section των πνευστών, η γραμμή τους, στο τραγούδι του Χιώτη μου φέρνει έναν αέρα από πρώιμο Fela Kuti...

CONTEMPORARY GUITAR

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν έπεσε στα χέρια μου το άλμπουμ “Contemporary Guitar” [USA. Takoma C-1006, 1966], με τις συμμετοχές των John Fahey, Robbie Basho, Harry Taussig, Max Ochs και Bukka White μόνον τον τελευταίο είχα ακουστά (δεν είμαι σίγουρος αν είχα, καν, δίσκο του). Αγόρασα λοιπόν το συγκεκριμένο LP, για το οποίο λέω τώρα λίγα λόγια, για δύο, κυρίως, λόγους. Πρώτον, για το εξώφυλλό του, και δεύτερον γιατί ήταν φθηνό. Βασικά, όμως, ήταν το εξώφυλλο. Μου άρεσε πολύ εκείνο το… τεχνολογικό κολάζ, που μύριζε από μίλια sixties και το οποίο με παρέπεμπε σ’ ένα από τα ωραιότερα βιβλία που είχα διαβάσει ως μαθητής· τον τόμο ΥΛΗ, τού Life. Οι χοντροκομμένοι υπολογιστές – σ’ έναν UNIVAC πρωτοέγραψα σε Fortran, στο Πολυτεχνείο – οι δορυφόροι, οι τεχνικοί που σκύβουν πάνω από την «καρδιά» ενός αντιδραστήρα… θαυμάζοντας το φαινόμενο Cherenkov, οι παλαιολιθικές γεννήτριες και τα βολτόμετρα, όλα μού φαίνονταν κάπως μαγικά στα τέλη των eighties· μου θύμιζαν τότε, και πολύ περισσότερο σήμερα, έναν κόσμο που τον αγάπησα όχι μόνο νοερώς, αλλά στην πράξη… εγκαταλείποντάς τον, στην πορεία προς χάριν της γραφής. Αυτά τα ολίγα… δακρύβρεχτα, πριν μπούμε στην ουσία.Η Takoma Records (από το προάστιο Takoma Park, της Washington DC) ιδρύθηκε το 1959 από τους John Fahey (1939-2001), Norman Pierce και ED Denson. Το καλοκαίρι του 1963, ο Fahey και ο Denson θ’ ανακαλύψουν τον παροπλισμένο bluesman Bukka White κάπου στο Memphis, ο οποίος κατά τον Bob Groom ζούσε δουλεύοντας, part-time, σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής δεξαμενών. [Bob Groom “The Blues Revival”, εκδ. Studio Vista, London 1971]. Υπό την καθοδήγηση των δύο ερευνητών, o Bukka White θα γράψει το περίφημο LP “Mississippi Blues” [Takoma B-1001, 1964], συντείνοντας καθοριστικώς και κιθαριστικώς στην blues αναγέννηση της περιόδου. (Ένα άλμπουμ, που οι περισσότεροι γνωρίσαμε από την έκδοση της Sonet). Ήταν η εποχή, κατά την οποίαν ο Fahey αρχίζει να αποτυπώνει το κιθαριστικό του στυλ και την ευρύτερη φιλοσοφία του σε μια σειρά από άλμπουμ, που απετέλεσαν στη διαδρομή μνημεία του american primitivism – του κιθαριστικού τρόπου, που καθιέρωσε ο ίδιος επηρεασμένος από τα blues, την country, τον Ives, τον Bartok... (Ο Fahey παρουσίασε το ’59 ένα από τα πρώτα παντελώς ανεξάρτητα άλμπουμ στην αμερικανική δισκογραφία, το “Blind Joe Death”, το οποίο ξαναηχογράφησε λίγα χρόνια αργότερα). Δίπλα, λοιπόν, στον Fahey δεν θα μπορούσε παρά να βρεθούν μουσικοί των ιδίων (ή περίπου των ιδίων) αισθητικών απόψεων, καλλιτέχνες που συνέβαλαν με το έργο τους στην… διεκδίκηση ενός νέου κιθαριστικού ρόλου. Πρώτος, ανάμεσά τους, ο Robbie Basho (1940-1986), που πρωτοεμφανίζεται στην Takoma με το LP “Vol. 1 The Seal Of The Blue Lotus” [C-1005, 1965]. Εδώ, τον ακούμε στο μακρόπνοο “Incarnations of the rose”. Ο Basho που είχε «τρέλα» με τις μουσικές της Ασίας και της Άπω Ανατολής, παρουσιάζει την… προσωπική του raga, με την κιθάρα του να θυμίζει κάτι σαν sarod. Ο Harry Taussig, ένας «άγνωστος» κιθαρωδός, ακούγεται σε δύο κομμάτια, το “Water verses” και το “Children’s dance”. Το δεύτερο είναι καταπληκτικό – θα έλεγα δε πως θα μπορούσε να είχε επηρεάσει ακόμη και τον Peter Green στο δικό του “Oh well”· αν υπήρχε ποτέ περίπτωση ο Green να είχε ακούσει αυτό το κομμάτι. Η τέχνη του Max Ochs (γενν. στο Queens το 1940) καταγράφεται στις δύο raga. Λίγα χρόνια αργότερα τέτοια κομμάτια θα αποκαλούνταν «ψυχεδελικά». Το “The Fahey sampler” του John Fahey είναι πλήρως χαρακτηριστικό της κιθαριστικής ιδιομορφίας του παίκτη. Ένα κομμάτι, που περικλείει εντός του την ουσία του new age, για έναν ήχο κοντά στη φύση, αλλά με αγέρωχο κάλλος. Το κορυφαίο “Old man walking blues” του Bukka White (1906-1977), απλώς, αιτιολογεί την παρουσία του διακεκριμένου bluesman, μέσα στην παρέα των υπολοίπων μοντερνιστών, που ήταν κάτι σαν παιδιά του.

Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ «υπέρ ελλόγου» (μέρος II: Κουντεριάδα)

Την Κυριακή 1η Αυγούστου είχα αναρτήσει το κείμενο «ο Ry Cooder στη Βιβλιοθήκη», στο οποίο αντιμετώπιζα κριτικώς ένα σχετικό άρθρο του Γιάννη Πετρίδη στην Ελευθεροτυπία της 31/7/2010 (http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/08/ry-cooder.html). Εν ολίγοις, έλεγα πως ο Γιάννης Πετρίδης δεν τα έγραφε σωστά, πέφτοντας σε λάθη και σ’ εσφαλμένες κρίσεις. Επίσης, άφηνα σαφείς υπαινιγμούς ότι το γραπτό του «πάσχει» και πως θα χρειαζόταν «χτένισμα», προκειμένου να εύρισκε θέση στις σελίδες μιας εφημερίδας, όπως η Ελευθεροτυπία. Άνοιξα τους ασκούς του Αιόλου. Έθιξα τα Άγια των Αγίων. Πύρινη λαίλαπα κατευθύνθηκε εναντίον μου από έναν ανεκδιήγητο αναγνώστη. Ευτυχώς, όμως, έχω πλήρη κάλυψη πυροπροστασίας…
Ο Νικόλαος λοιπόν, που δεν μας αποκαλύπτει το επώνυμό του, γι’ αυτό κι εγώ θα τον αποκαλώ από τούδε και στο εξής ως Νικόλαος ο Θρασύς (Ν.Θ.), με κατηγορεί για ένα σωρό πράγματα. Θα απαντήσω σε όλα. Δίνοντας, δηλαδή σημασία σε όσα λέει, παρότι, στην πραγματικότητα, αξίζουν της περιφρόνησής μου. Υπάρχουν και σοβαρότερα πράγματα να κάνω. Αν και θα του είχα κόψει το βήχα πολύ νωρίς, ο Ν.Θ. «εκμεταλλεύτηκε» (με την καλή έννοια το λέω) το γεγονός ότι δεν μπορούσα να απαντήσω – καθότι στα κορφοβούνια που βρισκόμουν οι συνδέσεις στο διαδίκτυο έρχονταν σταγόνα-σταγόνα – ξεπερνώντας κάθε όριο καλής πίστης και δεοντολογίας. Τώρα, όμως, ήρθε η ώρα του…
Ώστε λοιπόν Ν.Θ. σε χάλασε η παρατήρησή μου πως το κείμενο του Πετρίδη χρειαζόταν «χτένισμα»; Χρειαζόταν. Καθότι ο Γιάννης Πετρίδης δεν έχει κανένα ταλέντο στη γραφή. Τα κείμενά του – ακόμη κι αν δεν έχουν λάθη και κακές εκτιμήσεις – δεν διαβάζονται. Σέρνονται. Δεν τον κρίνω ως ραδιοφωνικό παραγωγό – ok, έχει την ιστορία του κι εγώ τον άκουγα, κατά διαστήματα, στη δεκαετία του ’80 – τον κρίνω μόνον ως γραφιά· και ως γραφιάς δε λέει τίποτα.
Σ’ ενόχλησε η ολόσωστη γενική «του Πειραιώς», στο κείμενό μου για τον Clapton; Την είδα γραμμένη στους Μοντέρνους Ρυθμούς (τεύχος του 1965) και μου άρεσε, γι’ αυτό τη χρησιμοποίησα. Θυμήθηκα έτσι και την Τράπεζα Πειραιώς, τον Ολυμπιακό Πειραιώς, τον Εθνικό Πειραιώς, τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, την Ακτή Πειραιώς κ.ο.κ.
Υποστηρίζεις Ν.Θ. πως είμαι από τους τελευταίους που μπορεί να μιλήσει για τα blues και πως είμαι αδαής επειδή διαχωρίζω τα blues σε υποκατηγορίες, από τη στιγμή μάλιστα που… τα blues είναι συναίσθημα (οποία κουβέντα!). Κατ’ αρχάς να σε πληροφορήσω πως αρθρογραφώ στο Jazz & Τζαζ για το blues από 15ετίας, και πως αν είχε τύχει να διαβάσεις τα κείμενά μου, έχω την αίσθηση πως δεν θα μίλαγες έτσι. Αν και – επειδή δεν ξέρεις τι σου γίνεται – μπορεί και να μίλαγες... Γι’ αυτό, επικεντρώνομαι ακριβώς σ’ αυτά για τα οποία με κατηγορείς, για να μη σε μπλέξω.
Δεν μ’ ενδιαφέρει ποιος μεγάλος του παραδοσιακού blues έχει πει τέτοια κουβέντα (αυτό το «παραδοσιακού» ήδη μου βρωμάει, αμφιβάλω αν ξέρεις τι ακριβώς σημαίνει «παραδοσιακό blues»), εκείνο που μ’ ενδιαφέρει να σου πω είναι πως μια τέτοια κουβέντα στερείται παντελώς περιεχομένου. (Στα είπε και η Ευτέρπη μια χαρά, την οποία δεν γνωρίζω. Τον Νίκο Κουτέρη τον γνωρίζω, αφού είχε δισκάδικο στο Παγκράτι, στην Υμηττού, και ήμουν πελάτης του. Τα σημειώνω αυτά επειδή αφήνεις υπονοούμενα ότι έβαλα τους φίλους μου να με υπερασπίσουν. Ντροπή. Οι άνθρωποι από μόνοι τους έγραψαν ό,τι έγραψαν. Βγήκαν απλώς από τα ρούχα τους με τις αθλιότητες που εκστόμισες).
Ν.Θ. νομίζεις πως μόνον τα blues είναι συναίσθημα; Τα folk τραγούδια τι είναι δηλαδή; Η jazz; Τα δημοτικά τραγούδια; Υποκρίνονται όλοι αυτοί, όταν παίζουν και τραγουδούν; Μόνον οι bluesmen βγάζουν συναίσθημα; Όλοι οι άλλοι τι κάνουν; Κοροϊδεύουν; Όπως λοιπόν το δημοτικό τραγούδι το χωρίζουμε σε μωραΐτικο, ρουμελιώτικο, ηπειρώτικο, κρητικό κ.λπ. ή ανάλογα με τη θεματολογία του σε δημοτικό της ξενιτιάς, του γάμου, του χάρου, της τάβλας κ.λπ. έτσι και το blues χωρίζεται σε υποκατηγορίες για να μελετηθεί. Υποκατηγορίες που υποβάλλονται από γεωγραφικούς λόγους (Mississippi blues, Chicago blues, jump blues της Δυτικής Ακτής, Piedmont blues), λόγους θεματολογίας (θρησκευτικά, κοινωνικά blues…), λόγους που κανονίζει η εξέλιξη της τεχνολογίας (ακουστικά, ηλεκτρικά), οι εξελίξεις των στυλ (soul blues, psych blues) κ.ο.κ. Ολίγα μόνον αποδεικτικά στοιχεία από τα χιλιάδες (τι να γράφω τώρα – νοιώθω σαν να παραδίδω μαθήματα στο νηπιαγωγείο). Γράφει ο LeRoi Jones στο “Blues People” (εκδ. Ισνάφι, Ιωάννινα 2007, σελ.163): «Ένα άλλο είδος blues το οποίο εμφανίστηκε γύρω στην ίδια περίοδο στις πόλεις ήταν το επονομαζόμενο μπούγκι-γούγκι». Ακόμη και το boogie-woogie δηλαδή είναι ένα είδος blues – κι είναι έτσι. Στην ιστορία του blues του Paul Oliver και στους κλασικούς οδηγούς “All Music Guide” είναι δεκάδες οι αναφορές στα είδη και τις κατηγορίες του blues, ενώ ένα από τα καλύτερα βιβλία για το blues που έχω στη βιβλιοθήκη μου το “Crying for the Carolines” [Studio Vista, London 1971] του Bruce Bastin αναφέρεται μόνον στο blues των Καρολίνων (North και South), τα οποία ο συγγραφέας τα διακρίνει από άλλα blues, άλλων περιοχών. Εντάξει. Αυτά μπορεί να είναι ψιλά γράμματα για σένα, αλλά δυσκολεύομαι να πιστέψω πως δεν έχεις ακούσει τίποτα περί Delta Blues, Memphis Blues κ.λπ. (τα βιβλία είναι δεκάδες); Βαριέμαι να κάτσω να σκανάρω τα εξώφυλλά τους για να στα δείξω. Τι διάολο; Μόνο τo… blues της θρασύτητας γνωρίζεις;
Γράφεις για «πάπες» και «αρχίδια», μιλάς για «ξερόλες», «κομπλεξικούς», «τυφλούς» και «μονόφθαλμους». Αιδώς. Έχεις ξεπεράσει τα όρια της γελοιότητος. Όποιος κι αν είσαι, οφείλεις να κρυφτείς. Άνοιξε κανένα βιβλίο κι έλα μετά να συλλαβίσεις. (Δεν θα σου μίλαγα έτσι, αν δεν ήσουν ανοήτως προκλητικός και υβριστικός).
Για τα περί Rolling Stone. Θα είχα μικρότερο πρόβλημα, αν το Rolling Stone ήταν πιο ταπεινό και η λίστα του δεν είχε τον υπερφίαλο τίτλο “The 100 Greatest Guitarists of All Time”. Όταν λοιπόν δεν διαχωρίζεις και δεν λες πως κάνεις μία rock λίστα ή μία pop λίστα με κιθαρίστες, αλλά λες πως κάνεις μια λίστα με «τους 100 μεγαλύτερους όλων των εποχών» και βάζεις μέσα διαφόρους blues guitarists, τον Μαλινέζο Ali Farka Toure (ως… αποικιακή ενοχή), τον folkist Bert Jansch κ.ά., αγνοώντας όμως τους jazzmen guitarists τότε είσαι Καραγκιόζης, ή μάλλον… Χατζηαβάτης. Κι αυτό που λες ότι έβαλαν τον Dylan στη θέση 7, στη λίστα με τους σπουδαιότερους τραγουδιστές, είναι για γέλια. Η μόνη κατηγορία που θα μπορούσε να συμμετάσχει ο Dylan είναι εκείνη του τραγουδοποιού. Αν τον ξεχωρίζεις ως τραγουδιστή, και όχι ως στιχουργό ας πούμε, τότε δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Αλλά μόνο και μόνο που μιλάω για λίστες μου ανεβαίνει το σάκχαρο… Άσε τώρα… Όσον αφορά τον Cobain και τους Nirvana, πρόκειται απλώς για τη μεγαλύτερη απάτη του rock την τελευταία 20ετία. Λεπτομέρειες άλλοτε…
Τέλος, αυτά τα… γυναικουλίστικα ότι ζηλεύω γιατί δεν είμαι ο Πετρίδης και ότι δεν μπορώ να τηλεφωνώ στον Bowie, όταν ξυπνάω, και δεν ξέρω ’γω σε ποιον άλλον, μόνο θυμηδία προκαλούν. Αλλά και το ότι οι απόψεις μου λειτουργούν ως «κολπάκι» για να διαφημίσω το blog μου είναι άνευ προηγουμένου. Εδώ, μπαίνουν, διαβάζουν και ξαναμπαίνουν άνθρωποι σοβαροί, που αγαπούν πραγματικά τη μουσική και νοιάζονται για την περιπέτειά της, συμμετέχοντας με τα σχόλια τους και οι ίδιοι στη διερεύνηση και τη διαλεύκανση των καταστάσεων. Υπάρχουν, βεβαίως, και οι απίθανοι…
Νικόλαε Θρασύ, αν ήθελα να αβγατίσω το blog μου θα έγραφα τις παπαριές που λες εσύ κι εκείνοι, για τους οποίους κόπτεσαι. Είναι σίγουρο πως, τότε, θα είχα πολύ μεγαλύτερη πελατεία…

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ «υπέρ ελλόγου» (μέρος Ι: Κλαπτονιάδα)

Έλειψα μερικές ημέρες. Περιπλανήθηκα σε κάτι κορφοβούνια της ΒΔ Ελλάδος, δίχως ηχητικές πηγές (ραδιόφωνα, κινητά), δίχως τηλεόραση, δίχως δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στο δίκτυο, με τρία τέσσερα βιβλία υπό μάλης, που με συνόδευσαν σε ωραία (περί τη μουσική) ταξίδια. Το blog στην Αθήνα, έρημο και μόνο (από αναρτήσεις), έζησε στο δεύτερο 15νθήμερο του Αυγούστου μεγάλες πιένες, αφού το τίμησαν με την παρουσία και τα σχόλιά τους ουκ ολίγοι αναγνώστες. Λέω «τίμησαν», γιατί υπήρξαν και κάποιοι που το λέρωσαν με κακοήθειες και υβριστικούς χαρακτηρισμούς (δεν μιλάω για τις γελοιότητες των ισχυρισμών τους – γι’ αυτές θα προσκομίσω αποδεικτικά στοιχεία), μα δεν πειράζει· όλα θα πάρουν τη σειρά τους συν τω χρόνω.
Ας ξεκινήσω λοιπόν από τον κύριο Roddy Killebrew, οι ισχυρισμοί του οποίου, αν και, γενικώς, κινούνταν μέσα στα πλαίσια της ευπρέπειας, είναι εκτός τόπου και χρόνου. Με κατηγορεί (εμμέσως πλην σαφώς) ο κ.Killebrew πως πρέπει να είμαι «προσεκτικός», όντας «μακρυά από την πηγή των γεγονότων», ότι «κομπάζω», ότι… καμώνομαι πως τα ξέρω όλα, κι ότι παρουσιάζω ένα τεράστιο εγώ, για ξένες προς εμένα μουσικές.
Θα πρέπει να πληροφορήσω λοιπόν τον κ.Killebrew για μερικά βασικά και στοιχειώδη πράγματα, τα οποία, ως φαίνεται, αγνοεί. Κατ’ αυτόν λοιπόν θα πρέπει, προκειμένου να ασχοληθώ με την ιστορία του rock, να την «έχω ζήσει» από τα μέσα, και πως σε κάθε περίπτωση δεν μου επιτρέπεται (κατά μίαν έννοια), να εκφράζω τις απόψεις μου για τον Clapton π.χ., αφού ούτε τους Yardbirds είδα το ’64, ούτε τους Powerhouse, ούτε τους Cream κ.ο.κ. Κατά τον Killebrew δηλαδή οι ιστορικοί που ασχολούνται με την αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση (ιστορικοί από κάθε χώρα του κόσμου) είναι τουλάχιστον… απατεώνες, αφού, οι αχρείοι, σπεύδουν να καταγράψουν γεγονότα και να κάνουν κρίσεις για καταστάσεις που δεν έζησαν. Με άλλα λόγια ή θα πρέπει να μετακινούμαστε προς τα πίσω με τη Μηχανή του Χρόνου, ή θα πρέπει να το βουλώνουμε. Για τον Killebrew δεν σημαίνει τίποτα η έρευνα των ιστορικών πηγών, η μελέτη, η ανάταξή τους και η εξαγωγή ελλόγων συμπερασμάτων, εφαρμόζοντας τις ποικίλες γλωσσολογικές θεωρίες (κάτι αδέξιο εφαρμόζω κι εγώ).
Πληροφορώ λοιπόν το φίλο ότι μπορεί να υπάρχουν – δηλαδή υπάρχουν σίγουρα – Έλληνες που να γνωρίζουν τα του βρετανικού ή του αμερικανικού ροκ (για να το εξειδικεύσω κάπως) «καλύτερα» από έναν Άγγλο ή έναν Αμερικανό, Άγγλοι που να γνωρίζουν τα του krautrock «καλύτερα» από κάποιους Γερμανούς, Ιταλοί και Γάλλοι που να γνωρίζουν τα της jazz «καλύτερα» από τους Αμερικανούς, Δανοί που να γνωρίζουν το ρεμπέτικο και Ιάπωνες που να ξέρουν τι σημαίνει «ελαφρολαϊκό τραγούδι» καλύτερα από τους Έλληνες. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Όποιος γνωρίζει να μελετάει τις πηγές και από ’κει και πέρα να οδηγείται σε έλλογα συμπεράσματα, παρουσιάζοντας στοιχεία και αποδείξεις, έχει κάθε λόγο να εκφέρει γνώμη και φυσικά να την υπερασπίζεται. Μπορεί για τον κ.Killebrew να είναι παντελώς αδιάφορο αν το δυστύχημα που στέρησε τη ζωή στο Θάνο Σουγιούλ συνέβη την 10/10/1965 (όπως λέω εγώ, κι έτσι είναι) ή την 18/10/1965 (όπως λέει ο Καββαδίας, κι είναι λάθος), αλλά για μένα δεν είναι. Προσωπικώς, ως αναγνώστης, δεν ανέχομαι να διαβάζω μπαρούφες (του στυλ 10.000 άτομα…), δεν ανέχομαι να διαβάζω λανθασμένα στοιχεία (μπορεί τον Killebrew να μην τον νοιάζει αν γράψει κάποιος πως ο… Ringo Starr ήταν ντράμερ των… Rolling Stones, αλλά εμένα με νοιάζει, όπως με νοιάζει και το ότι ο Μάκης Σαλιάρης ήταν ντράμερ των Stormies και των We Five και όχι των Juniors).
Πραγματικά, αυτό δεν μπορώ να το καταλάβω. Το θεωρώ φαιδρό δηλαδή. Να αδιαφορούμε για τα αδιάσειστα στοιχεία και να υπεραμυνόμαστε των λαθών και των ανακριβειών;
Αλλά και το σημαντικότερο όλων, το οποίο ούτε ο Killebrew αντιλαμβάνεται και πολύ περισσότερο ο Καββαδίας. Κάθε κείμενο πρέπει να καταλήγει κάπου. Κάτι να προτείνει. Να παίρνει θέση. Προσωπικώς, παίρνω θέση. Πάντα. Δεν κωλώνω. Δε μασάω τα λόγια μου. Λέω λοιπόν και το αποδεικνύω (και επί των αποδείξεων μπορώ να δεχθώ κάθε σοβαρή αντίρρηση) ότι ο Clapton ήρθε στην Ελλάδα αναζητώντας καλύτερη τύχη (με κάτι από περιπέτεια βεβαίως), γιατί στην Αγγλία όλο το 1965 και λίγο πιο μετά τον είχαν χεσμένο. Οι αναγνώστες αυτό θέλω να θυμούνται (το έγραψα εξάλλου με bold γράμματα στην ανάρτηση) και όχι πότε έγινε το δυστύχημα. (Αναφέρω, βεβαίως, τα σωστά στοιχεία, γιατί δεν γίνεται να κάνω αλλιώς).
Τώρα, για το αν θα πρέπει ή όχι να κριτικάρουμε τους συναδέλφους δημοσιογράφους – ο Killebrew λέει «ποτέ» – εγώ λέω «πάντα». Ίσα-ίσα, από ’κει πρέπει να ξεκινάει η κριτική μας. Τι είναι (είμαστε) οι δημοσιογράφοι; Kαμμία Μαφία; Μήπως έχουμε υπογράψει το σικελικό κώδικα της σιωπής, την ομερτά; Και στο κάτω-κάτω της γραφής, και σε ό,τι με αφορά, δηλώνω πρωτίστως αναγνώστης και μετά δημοσιογράφος. Αν ήμουνα δηλαδή παγωτατζής θα μου επέτρεπε ο κύριος Killebrew να κριτικάρω δημοσιογράφους; Ε, τότε να γίνω.
Κάτι για την κυρία Αλεξάνδρα Καραπιπέρη. Ρωτάει, η ιδία, με τρόπο εντελώς αντι-δεοντολογικό «γιατί πρέπει πάντα να έχεις τον τελευταίο λόγο εσύ κι όχι οι αναγνώστες;». Να μην απαντήσω δηλαδή κυρία Καραπιπέρη για όσα με κατηγορείτε (εσείς και όποιοι άλλοι); Ποιο Δίκαιο το λέει αυτό; Μήπως του Ναβουχοδονόσωρα; Ή μήπως θέλετε εσείς κυρία Καραπιπέρη να απαντήσετε τελευταία. Να απαντήσετε. Αλλά μόνο με επιχειρήματα. Με αποδείξεις ότι λέω ανακρίβειες και ότι εμφανίζομαι άδικος έναντι του Χάρη Καββαδία… Κι αφήστε σας παρακαλώ τους εξυπνακισμούς του στυλ… που τα έμαθα όλα αυτά στο LA από τον Marcus ή στο Λονδίνο από τον Wyman ή στη Νέα Υόρκη απο τον Lou Reed. Θέλετε να σας πληροφορήσω που τα έμαθα όλα αυτά; Πολύ ευχαρίστως. Διαβάζοντας και μελετώντας (και ζώντας) τα της ροκ κουλτούρας από 25ετίας. Τώρα αν εσείς σέβεστε τον Καββαδία, τον Νταλούκα ή τον Κοντογούρη είναι δικαίωμά σας. Αλλά και δικαίωμα δικό μου είναι να σέβομαι μόνον όσους δεν με κοροϊδεύουν. Δεν μπορώ να δώσω καμμίαν αξία και καμμία προσοχή στους τυχάρπαστους και τους παρλαπίπες, που πουλάνε μούρη, αφήνοντας πίσω τους «γνωστικά» θύματα.
Όσον αφορά, τέλος, τα σχετικά με τον Clapton, που λέει ο απογοητευτικός Νικόλαος σ’ ένα σχόλιό του για τον Ry Cooder απαντώ αμέσως (τα υπόλοιπα θα απαντηθούν στο μέρος ΙΙ). Γράφει ο Νικόλαος πως δεν κατάλαβα ότι το άρθρο της Ελευθεροτυπίας ήταν λόγια δικά του (του Clapton δηλαδή). Ο άνθρωπος χτίζει την κακοήθειά του και μέσα από την απροσεξία. Γράφω επί λέξει: «Παρότι στο κείμενο της Ελευθεροτυπίας ο Χάρης Καββαδίας έχει γράψει ελάχιστα δικά του πράγματα (τα περισσότερα αποτελούν μετάφραση της αυτοβιογραφίας), δεν απέφυγε τα λάθη, κάνοντάς τα ‘σκατά’ με τις ημερομηνίες». Ο Νικόλαος τι συμπέρανε απ’ αυτό; Ότι δεν κατάλαβα ότι τα περισσότερα από τα γραφόμενα ήταν λόγια του Clapton; Τον αφήνω στην κρίση σας.
Για ’κείνο δε που γράφει ότι είμαι «κομπλεξικός και ξερόλας επειδή κρίνω τις αναμνήσεις ενός ανθρώπου» τι να πω;
Νικόλαε, τα πράγματα είναι τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι. Ή είναι έτσι ή δεν είναι. Ή κάποιος λέει τα πράγματα όπως είναι ή λέει ό,τι του κατέβει. Να δεχθώ δηλαδή ότι στο δυστύχημα σκοτώθηκαν δύο μέλη των Juniors και όχι ένα (όπως συνέβη στην πραγματικότητα), επειδή το λέει ο Clapton; Οι αναμνήσεις του καθενός από τη στιγμή που δημοσιοποιούνται πρέπει να είναι ντοκουμενταρισμένες, αλλιώς είναι για τα μπάζα ή σχεδόν για τα μπάζα (αναλόγως των διορθώσεων που επιδέχονται από τους ερευνητές). Ή, μήπως, θα πρέπει να δεχθώ ακρίτως τον υπαινιγμό ότι ο μακαρίτης ο Σουγιούλ μπορεί και να ήταν «αδελφή» επειδή, κατά τον Clapton «ο μάνατζερ όρμησε μέσα κι άρχισε να ουρλιάζει το όνομα Θάνος, του κιμπορντίστα, με τον οποίον ήταν προφανώς ερωτευμένος». Το «προφανώς», για να κάνω και λίγο ελληνικό sixties χιούμορ, μπορεί να ισχύει για τους Άγγλους, αλλά όχι για τους Έλληνες… Όσο για ’κείνο το… περιβόητο ότι είμαι κομπλεξικός… Νικόλαε, σου λέω πως είμαι (να μην έχεις καμμίαν αμφιβολία), γιατί, αν κι έχω ύψος ένα κι ενενήντα, συνήθως, φοράω παπούτσια με τακούνι για να δείχνω ψηλότερος…

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ο ERIC CLAPTON στην Κυψέλη… το 1965

Διάβασα στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία, που βγήκε χθες Παρασκευή (13/8), το κείμενο του Χάρη Καββαδία «Όταν ο Κλάπτον το ’σκασε από την Ελλάδα», με υπότιτλο «Ο θεός της κιθάρας περιγράφει το περιπετειώδες πέρασμά του από την Αθήνα του 1965 στο βιβλίο του ‘Clapton: The Autobiography’. Είχε παίξει με το ελληνικό γκρουπ Juniors ξεσηκώνοντας τον κόσμο».
Ο συντάκτης ξεκινάει λέγοντας πως ελάχιστοι ξέρουν ή θυμούνται τις πρώτες εμφανίσεις του Έρικ Κλάπτον στην Ελλάδα του 1965. Αυτό δεν είναι σωστό, υπό την έννοια ότι το συγκεκριμένο γεγονός έχει γραφεί και ξαναγραφεί ουκ ολίγες φορές μέσα στα χρόνια, άρα οι ενδιαφερόμενοι σίγουρα θα το ξέρουν. (Έτσι όπως το διατυπώνει ο Χάρης Καββαδίας είναι σαν να νομίζεις πως αυτός το αναφέρει, τώρα, για πρώτη φορά). (O Eric Clapton δεξιά, με τους Juniors, πιθανώς στο Igloo της Κυψέλης, τον Οκτώβριο του '65, όταν είχε πάρει τη θέση του τραυματία κιθαρίστα Αλέκου Καρακαντά)

Προσωπικώς, άκουσα, για πρώτη φορά, τα περί της ελληνικής περιπέτειας του Clapton στα μέσα της δεκαετίας του ’80, περίπου την ίδιαν εποχή όταν έφθασαν στα χέρια μου κάποιες φωτοτυπημένες σελίδες από το τεύχος 41 των Μοντέρνων Ρυθμών (Μ.Ρ.), της 27/10/1965 με την ανταπόκριση των Αλέξ. Συργιάννη και Θόδωρου Σαραντή από τη γνωστή συναυλία των Juniors με τον Clapton, στην Τερψιθέα του Πειραιώς, την Κυριακή 17/10/1965. Έκτοτε, διάβασα για το ίδιο γεγονός ουκ ολίγες φορές, τις οποίες και σημειώνω προς χάριν της έρευνας.
Ήχος & Hi-Fi, τεύχος 243, 6/1993. Συνέντευξη του Νίκου Μαστοράκη στον Γιώργο Νοταρά, όπου μιλάει ανάμεσα σε άλλα και για την περιπέτεια του Clapton με τους Juniors.
Ποπ & Ροκ, τεύχος 199, 7/1995. Στη στήλη “nostalgia” ο Άκης Λαδικός αναδημοσιεύει τη σελίδα Juniors-Clapton από το 41 τεύχος των Μ.Ρ., η οποία και διαβάζεται με μεγάλη άνεση.
ZOO, τεύχος 9, 5-6/1998. Ο Χάρης Καββαδίας πάλι και ο Νίκος Κοντογούρης γράφουν για τον “13th god…”, αναδημοσιεύοντας πληροφορίες και φωτογραφίες των Μ.Ρ., παίρνοντας ταυτοχρόνως συνέντευξη(;) από τον σαξοφωνίστα Bernie Greenwood και τον ντράμερ Jake Milton, αμφότεροι μέλη των Glands. (Οι Glands, ή The Greek Loon Band όπως θα ονομάζονταν για τις ελληνικές ανάγκες, ήταν η μπάντα την οποίαν έφτιαξε ο Clapton, τον Αύγουστο του ’65). Επίσης, δημοσιεύεται κείμενο του Μάκη Σαλιάρη, ντράμερ των Stormies και των We Five (και όχι των Juniors, όπως γράφει στην Ελευθεροτυπία ο Καββαδίας), καθώς και μία επιστολή του Bernie Greenwood απευθυνόμενη προς τον Σαλιάρη(;), με ημερομηνία 28/10/1965, όπου ο βρετανός μουσικός ζητάει να πουληθούν ο Marshall ενισχυτής της κιθάρας, καθώς κι ένα μεγάφωνο, που ανήκαν στον Clapton και ότι τα χρήματα θα έπρεπε να επιστραφούν στο Λονδίνο. (Ο Σαλιάρης είχε μπει στο γκρουπ του Clapton, που από Glands και The Greek Loon Band είχε γίνει Faces, επειδή την είχε κοπανήσει ο άγγλος ντράμερ). Την επιστολή αυτή, όπως και το κείμενο του Σαλιάρη, ο Καββαδίας τα αναδημοσιεύει στην Ελευθεροτυπία, αλλά δε λέει σαφώς από που τα πήρε, ούτε σημειώνει κάτι στο κατάλληλο σημείο (στην επιστολή δηλαδή). Μοιάζουν με καινούρια ντοκουμέντα, αλλά είναι αναδημοσιεύσεις. Στην αρχή, βεβαίως, του κειμένου του στην Ελευθεροτυπία αναφέρει κάτι περί ZOO. Λέει όμως, λανθασμένα, πως πρόκειται για τεύχος από τον Μάιο του ’97(!) και όχι από τον Μάιο του ’98, που είναι και το σωστό. (Το θαυμαστικό το βάζω, γιατί χρονολόγησε λάθος δικό του κείμενο).
Πρόσωπα/21ος Αιώνας, τεύχος 23, 13/8/1999. Πρόκειται για περιοδικό της εφημερίδας Τα Νέα, στο οποίον ο Λεωνίδας Καλλιβρετάκης γράφει 5σέλιδο άρθρο, για το «ελληνικό 1965 του Eric Clapton».
Σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλα… Πρόκειται δηλαδή για μια γνωστή, πια, ιστορία, από την οποίαν δυστυχώς δεν αποφεύγονται τα λάθη και οι κακές εκτιμήσεις. Ας πω λοιπόν, εδώ, πως το βιβλίο του Clapton δεν το έχω διαβάσει, και θα διατυπώσω απόψεις μόνον από το μεταφρασμένο απόσπασμα, που δημοσιεύει ο Χάρης Καββαδίας στην Ελευθεροτυπία.Γενικώς επικρατεί η αντίληψη πως ο Clapton εγκατέλειψε κάποια μεγάλη καριέρα στην Αγγλία, για να έρθει και να βολοδέρνει στην Ελλάδα των… Ιουλιανών, του παρακράτους, των διαδηλώσεων και της δολοφονίας του Σωτήρη Πέτρουλα (21 προς 22/7/1965). Δεν είναι έτσι.
Το 1965 ήταν μία κακή χρονιά για την καριέρα του Eric Clapton. Στο “For your love” – από το τελευταίο του session με τους Yardbirds, τον Δεκέμβριο του ’64 –, έπαιξε με το ζόρι, και μέχρι τον Αύγουστο του ’65, όταν αποφάσισε να την κάνει για Ελλάδα, ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Μπορεί να συνδέεται με τον John Μayall κάποια στιγμή τον Απρίλιο του ’65, αλλά τα πράγματα δεν ήταν και τόσο ρόδινα, μια και ο Mayall τα είχε σπάσει με την Decca (ήταν χωρίς συμβόλαιο), κι αν δεν βρισκόταν ο Jimmy Page να τον προτείνει στην Immediate (τον Mayall) δεν θα έκανε ούτε εκείνο το άξιο 45άρι “I’m your witchdoctor/ Telephone blues” [Immediate IM 012] τον Αύγουστο του ’65 (λίγο καιρό πριν, ο Clapton, μετακομίσει στην… Κυψέλη). Μάλιστα, στην πρώτη έκδοση του single δεν υπήρχε καν το όνομα του Clapton στην ετικέτα, παρά μόνο το… John Mayall and the Bluesbreakers (τον είχαν στο φτύσιμο δηλαδή το φίλο μας), για να προστεθεί αυτό (το όνομα) κανα-δυο χρόνια αργότερα, όταν η Immediate ξανατύπωσε το single [IM 051] ως John Mayall and the Bluesbreakers with Eric Clapton. Την ίδιαν εποχή (8/1965), και πάντα με τη βοήθεια του Jimmy Page, ο Clapton θα έκανε κάποιες ακόμη ηχογραφήσεις για την Immediate, οι οποίες βγήκαν όμως 3-4 χρόνια αργότερα, στα LP “Blues Anytime” Vol.1, Vol.2 και Vol.3. Τίποτα ουσιαστικό δηλαδή. Μα ακόμη κι όταν επέστρεψε από την Ελλάδα, βρίσκοντας πάλι τον Mayall, η κατάσταση δεν καλυτέρεψε αμέσως, αφού ο Mayall ήταν πάντα εκτός Decca και με πενιχρή δισκογραφική παραγωγή (και ως γνωστόν, άνευ δισκογραφικών εκδόσεων και περαιτέρω επιτυχιών, το πράγμα δεν κυλάει). Υπενθυμίζω πως η επόμενη δουλειά των… John Mayall and Eric Clapton ήταν το 45άρι της Purdah “Lonely years/ Bernard Jenkins” [Purdah 3502], που γράφτηκε, ίσως, στις αρχές του ’66. Ως γνωστόν το κλασικό LP των Blues Breakers, εκείνο στο οποίο ο Clapton στο εξώφυλλο διαβάζει Beano, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του '66 και δεν έχει καμία σχέση με το θέμα μας (κι ας το εικονίζει ο Χάρης Καββαδίας στο κείμενό του). Να λοιπόν γιατί ήρθε ο Eric Clapton στην Ελλάδα. Γιατί δεν είχε τίποτα να χάσει.(Ο Eric Clapton δεξιά με τους Juniors στη γνωστή φωτογραφία από τη συναυλία της Τερψιθέας, την 17/10/1965)

Παρότι στο κείμενο της Ελευθεροτυπίας ο Χάρης Καββαδίας έχει γράψει ελάχιστα δικά του πράγματα (τα περισσότερα αποτελούν μετάφραση της αυτοβιογραφίας), δεν απέφυγε τα λάθη, κάνοντάς τα «σκατά» με τις ημερομηνίες.
Δεν φθάνει που δεν θυμόταν πότε δημοσίευσε το προηγούμενο κείμενό του στο ZOO, δεν φθάνει που λέει και ξαναλέει «ντράμερ των Juniors» τον Μάκη Σαλιάρη (ξαναλέω πως ο Σαλιάρης ήταν ντράμερ των Stormies και των We Five, ενώ ντράμερ των Juniors ήταν ο Τζίμης Νταής), κάνει λάθος την πιο βασική ημερομηνία της υπόθεσης. Πότε δηλαδή συνέβη το αυτοκινητικό δυστύχημα, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους ο οργανίστας και μπασίστας των Juniors Θάνος Σουγιούλ, ο φίλος του Γιάννης Κρασούδης, η σύζυγός του Ελένη, η μνηστή τού Σουγιούλ Νανά Μπενέτου και τραυματίστηκε σοβαρά ο κιθαρίστας Αλέκος Καρακαντάς. O Καββαδίας λέει «την Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 1965». Είναι λάθος. Το δυστύχημα συνέβη την Κυριακή 10/10/1965. (Στο τεύχος 40 των Μ.Ρ., που κυκλοφόρησε την Τετάρτη 13/10/1965, υπάρχει ήδη η είδηση). Έτσι, και η ημερομηνία της συναυλίας στην Τερψιθέα – στην οποίαν οι εναπομείναντες Juniors έπαιξαν με τον Clapton, που είχε πάρει τη θέση του Καρακαντά – ήταν 17/10/1965· μία Κυριακή δηλαδή μετά το δυστύχημα και όχι την 25/10/1965, ημερομηνία που αναφέρει ο Καββαδίας.
Ανακρίβειες, βεβαίως, λέει και ο Clapton στο απόσπασμα που μεταφράζεται, όταν υποστηρίζει πως σκοτώθηκαν δύο μέλη των Juniors (ενώ είχε σκοτωθεί μόνον ο Σουγιούλ), ενώ ελέγχεται και για το ακόλουθο (η έμφαση δική μου). «Το επόμενο πρωί πίναμε καφέ στο κλαμπ (σ.σ. το Igloo, στην Ιωάννου Δροσοπούλου, στην Κυψέλη), όταν ο μάνατζερ όρμησε μέσα κι άρχισε να ουρλιάζει το όνομα Θάνος, του κιμπορντίστα, με τον οποίον ήταν προφανώς ερωτευμένος και ήταν ένας από τους δύο που είχαν σκοτωθεί». Δεν ξέρω αν ήταν… προφανώς ερωτευμένος ο μάνταζερ(;) με τον αρραβωνιασμένο Θάνο Σουγιούλ, όμως τα πράγματα είναι περισσότερο ξεκαθαρισμένα στο κείμενο του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη στα Πρόσωπα/ 21ος Αιώνας (τεύχος 23, 13/8/1999). Διαβάζω: «Στο μεταξύ το μέλλον του αποδεκατισμένου συγκροτήματος είχε όπως ήταν φυσικό τεθεί επί τάπητος. ‘Μεταξύ των πρώτων’ σημείωναν Τα Νέα της 11ης Οκτωβρίου ‘επληροφορήθη το δυστύχημα ο ιδιοκτήτης του κέντρου Ιγγλού, στο οποίο εμφανίζεται η ορχήστρα Τζούνιορς, κ. Γιώργος Καραμούσαλης, ο οποίος περιήλθε σε κατάσταση απελπισίας’. Προς στιγμήν ο Καραμούσαλης φερόταν αποφασισμένος ‘να διακόψει οριστικώς την λειτουργεία του νάιτ κλαμπ’ στη συνέχεια όμως μεταστράφηκε ‘μετά από πιέσεις φίλων’ και το Σαββατόβραδο της 16ης Οκτωβρίου οι Juniors επανεμφανίζονταν στο club της Κυψέλης συνοδευόμενοι από τους ‘Άγγλους Φέισες’, ένα απολύτως άγνωστο συγκρότημα, που το όνομά του, όπως εμφανίζεται στις εφημερίδες αποτελεί προφανώς την ελληνική απόδοση της αγγλικής λέξης Faces». (Η φωτογραφία προέρχεται από το 40 τεύχος των Μ.Ρ., 13/10/1965, και είναι από τις τελευταίες των Juniors με τον Θάνο Σουγιούλ. Θα επιχειρήσω να αναφέρω τους μουσικούς, με τον κίνδυνο να σφάλω για ορισμένους. Γι’ αυτό – αν έχω κάνει λάθος – ζητώ εκ των προτέρων συγγνώμη. Από αριστερά λοιπόν: Τζίμης Νταής ντραμς, πίσω του με τα γυαλιά ο Εύρης Παρίτσης μπάσο, τραγούδι και ενίοτε ρυθμική κιθάρα, μπροστά καθισμένος ο Θάνος Σουγιούλ όργανο και σπανιότερα μπάσο, πίσω του ο Λάκης Βλαβιανός πιάνο, δεύτερος από δεξιά ο Γιώργος Τσίκνης τραγούδι και άκρη δεξιά ο Αλέκος Καρακαντάς lead κιθάρα)

Οι Faces λοιπόν, δηλαδή ο Ben Palmer πιάνο (από τους Roosters, αργότερα στους Powerhouse και road manager των Cream), ο Bob Ray μπάσο (να είναι ο Bob Ray που παίζει μπάσο στο “Season of the witch” του Donovan, που ηχογραφήθηκε τον Μάιο του ’66 στην California;), ο Bernie Greenwood σαξόφωνο (συνόδευε τον Chris Farlowe, όντας μέλος των Thunderbirds), ο John Bailey τραγούδι, ο Eric Clapton κιθάρα και ο Μάκης Σαλιάρης ντραμς ήταν έτοιμοι, όχι μόνο για να βγουν πριν απ' τους Juniors, παίζοντας κατά τον Ben Palmer (http://www.angelfire.com/hi/Clapton/1965a.html) … early Stones numbers, early Kinks numbers; we stuck a few of our own, hoping they wouldn't be noticeably too different from the rest of the repertoire; we did some Ray Charles, αλλά και για να μπουν στη δισκογραφία, αφού στο τεύχος 41 των Μ.Ρ. (27/10/1965) ο Νίκος Μαστοράκης έγραφε πως ετοίμαζε το πρώτο 45άρι τους με τα τραγούδια “No/ Group potion No. 9”...

Δείτε κι αυτό… http://diskoryxeion.blogspot.gr/2015/10/the-juniors-eric-clapton-50.html

Παρασκευή, 13 Αυγούστου 2010

ΔΗΜΟΣ ΘΕΟΣ κιέριον

Το κανάλι της Βουλής δείχνει καλές ταινίες. Βεβαίως, αυτό δεν ξέρω αν είναι αρκετό, ώστε να δικαιολογεί την ύπαρξή του, αλλά το προσπερνώ· έστω και στους καιρούς της επαράτου τριπλέτας, που θέλει να μας βάλει τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι. Το «Κιέριον» του Δήμου Θέου, που προβλήθηκε την περασμένη Τρίτη (10/8), είχα να το δω πολλά χρόνια. Μπορεί και είκοσι. Μπορεί και περισσότερα. Μ’ εντυπωσίασε. Για πολλούς λόγους. Και στο επίπεδο της ψυχαγωγίας (δεν ξέρω αν αυτό είναι το πρώτο, ας πούμε ότι είναι…), αλλά και σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, σκέψης και προβληματισμού, που αφορούσε τόσο στο «είναι» όσο και στο «φαίνεσθαι» της ταινίας.
Το «Κιέριον» γυρίστηκε πριν την έλευση της χούντας και ολοκληρώθηκε στο εξωτερικό. Πρωτοπροβλήθηκε δε στη γαλλική Cinematheque, όπως και στο Φεστιβάλ της Βενετίας, το 1968 όπου βραβεύτηκε με Τιμητική Μνεία. Στην Ελλάδα παίχτηκε για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1974, όπου και λαμβάνει τρία βραβεία (καλύτερης καλλιτεχνικής ταινίας, πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και τιμητική διάκριση ερμηνείας – υποθέτω για τον Ανέστη Βλάχο). Το στόρι είναι απλό. Ο αμερικανός George Morgan (τον υποδύεται ο Σταύρος Τορνές) έρχεται στην Ελλάδα προκειμένου να συγκεντρώσει στοιχεία για το καρτέλ πετρελαίου που δρα στη Μέση Ανατολή και για τον τρόπο με τον οποίον εκείνο θα μπορούσε να επηρεάσει πολιτικο-κοινωνικώς την κατάσταση στη χώρα. Ο σύνδεσμός του στην Ελλάδα είναι ο νεαρός δημοσιογράφος Αίμος Βαγενάς (Ανέστης Βλάχος), ένας ανυπότακτος συντάκτης εφημερίδας, ταγμένος όπως φαίνεται στην αποκάλυψη της αλήθειας. Ο Morgan δολοφονείται από το παρακράτος (η ιστορία θυμίζει την υπόθεση Polk) και ο Βαγενάς βάζει ως στόχο να αποκαλύψει τον ένοχο, o οποίος, να το πω, ως φυσικό πρόσωπο, δεν έχει καμίαν αξία για την εξέλιξη της ταινίας. Το επίσημο κράτος και η ανάκριση (στο ρόλο του ανακριτή ο σκηνοθέτης Κώστας Σφήκας) ψάχνουν το δολοφόνο στις φοιτητικές οργανώσεις της Αριστεράς και συλλαμβάνουν γι’ αυτόν τον, εβραϊκής καταγωγής, αναρχικό φοιτητή Ζαδίκ (Κυριάκος Κατζουράκης). Ο Βαγενάς πιέζεται να στηρίξει την επίσημη θέση, αλλά επειδή εξακολουθεί να ψάχνει την υπόθεση, καλείται στην Ασφάλεια, όπου κρατείται και βασανίζεται. Στην πορεία ο Ζαδίκ δολοφονείται, όπως εκπαραθυρώνεται και μια υπηρέτρια, που θα μπορούσε να δώσει πληροφορίες. Το παρακράτος αυτοπροστατεύεται, κλείνοντας όλες τις «πόρτες» και ο Βαγενάς, ένας σχεδόν καφκικός ήρωας, θα συνεχίσει το ψάξιμο, όντας ηττημένος. Η ταινία έχει τη φόρμα του αστυνομικού θρίλερ. Οι σκηνές στο αεροδρόμιο, στους δρόμους με τ’ αυτοκίνητα, στα ξενοδοχεία και τα μπαρ, όπως και στα πάσης φύσεως γραφεία είναι πολύ ωραία φιλμαρισμένες και παρότι παίζουν ελάχιστοι επαγγελματίες ηθοποιοί (η Ελένη Θεοφίλου είναι η σύζυγος του Βαγενά, ο Δήμος Σταρένιος είναι ο διευθυντής σύνταξης στην εφημερίδα) και πολλοί, πάρα πολλοί σκηνοθέτες (φίλοι προφανώς του Δήμου Θέου), οι ρόλοι είναι άψογα δουλεμένοι. (Αναγνώρισα εκτός από τον Τορνέ και τον Σφήκα, τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ως συντάκτη, την Τώνια Μαρκετάκη, τον Γιώργο Κατακουζηνό, τον Κώστα Φέρρη ως παρακρατικό, ενώ… δεν αναγνώρισα τον Νίκο Νικολαΐδη, τον Παντελή Βούλγαρη, τον Σταύρο Κωνστανταράκο και κάποιους ακόμη, τα ονόματα των οποίων τα βρήκα από τον imdb.com). Θα έλεγα δε πως η ταινία θα μπορούσε να είχε επηρεάσει ακόμη και το “Z” (1969) του Κώστα Γαβρά, όσον αφορά στη διαχείριση και περαιτέρω την εξέλιξη της αστυνομικής ίντριγκας. (Για πληροφοριακούς λόγους σημειώνω πως το «Κιέριον» γυριζόταν την εποχή που κυκλοφορούσε το βιβλίο του Βασιλικού στην Ελλάδα, τον Νοέμβριο του ’66). Είχα περισσότερο το νου μου στα δρώμενα, αλλά και σ’ ένα βιβλίο που διάβαζα ταυτοχρόνως, κι έτσι, δυστυχώς, δεν έδωσα πολύ σημασία στη μουσική της ταινίας. Θυμόμουν τους κάπως σαν... ηλεκτρονικούς ήχους των τίτλων (τους είχα ξανακούσει προσφάτως - στην τηλεόραση μάλλον), οι οποίοι προέρχονταν από ένα απλό μουσικό όργανο (και καθόλου ηλεκτρονικό), που μοιάζει με το jew's harp (ή, ίσως, είναι ακριβώς το ίδιο), το scaccia pensieri, το οποίο χειριζόταν ο άγνωστος προς εμένα συνθέτης Βαγγέλης Μανιάτης. Μάλιστα, στην αρχή, είχα εσφαλμένως υποθέσει πως τα... ηλεκτρονικά ήταν επεξεργασμένα από τον Στέφανο Βασιλειάδη, και πως προέρχονταν από τον «Κουκλόκοσμο», τη σύνθεσή του που υπάρχει στο πολύ ενδιαφέρον «Ελληνική Ηλεκτρονική Μουσική -1» [EMI/ His Master’s Voice CSDG 67, 1974]. Άκουσα το συγκεκριμένο σημείο του LP και, φυσικά, δεν ήταν έτσι. Πάντως, ο Βασιλειάδης ήταν ο μουσικός επιμελητής στο "Κιέριον" και σ' αυτόν οφείλονταν τα παλιά λαϊκά, jazz και folk κομμάτια της ταινίας (ένα είχε κάτι περίεργα φωνητικά, θυμίζοντάς μου την Patty Waters, αν και μπορεί να ήταν κάτι περισσότερο προφανές). Λυπάμαι, που δεν έδωσα τη δέουσα προσοχή· μάλλον χρειάζομαι την ταινία σε DVD.Και κάτι ακόμη. Προ 15ετίας είχα παρακολουθήσει ορισμένες εισηγήσεις του Δήμου Θέου, που αφορούσαν στις σχέσεις του κινηματογράφου με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Πιο πριν, στα χρόνια του ’80, είχα αγοράσει και το βιβλίο του «Φορμαλισμός» [εκδ. Αιγόκερως, Αθήνα 1981], στο οποίο επιχειρούσε να διερευνήσει την επίδραση των γλωσσολογικών απόψεων του Ferdinand de Saussure στον ρωσικό φορμαλισμό και από ’κει στην άρθρωση μιας «καθαρής» κινηματογραφικής γλώσσας. Έχω την αίσθηση, για να μην πω τη βεβαιότητα, πως ορισμένα από τα θεωρητικά συμπεράσματά του, ο Θέος επιχείρησε να τα περάσει και στις (λιγοστές) ταινίες του, οι οποίες - τη εξαιρέσει του «Κιέριον» - απαιτούν... προϋποθέσεις, για να τις παρακολουθήσεις.(Σκηνή από την "Καρκαλού" του Σταύρου Τορνέ - δεξιά ο Δήμος Θέος. Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο "Σταύρος Τορνές" εκδ. Θέατρο Σφενδόνη/Ροδακιό, Αθήνα 1994).

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

CANE AND ABLE gemma morett

Ένα σχόλιο στην ανάρτηση για τους Mombasa μ’ έκανε να θυμηθώ τους Cane And Able, ένα από τα καλύτερα funky γκρουπ, που δρούσαν στη Γαλλία στα πρώτα χρόνια του ’70. Αφορμή ήταν ο φλαουτίστας Chris Hayward, ο οποίος συμμετείχε στο δεύτερο και τελευταίο LP του γκρουπ, το “Relating a Message To You” [Epic EPC 65265] από το 1972. Βασικά μιλάμε για μία οκταμελή ομάδα (Frenchie Thompson τραγούδι, George “Apache Slim” Alford τρομπέτα, Norris “Nicky” Ridguard τρομπέτα, τρομπόνι, Billy “Chillie Willie” Ellis άλτο, τενόρο, βαρύτονο, φλάουτο, Garland “Eddie” Edwards κιθάρα, Worthington “Doc” Brown μπάσο, George “Pee Wee” Carter ντραμς, Blinky Bostic κρουστά), η οποία αποτελούσε κομμάτι της …αμερικανο-γαλλικής σκηνής που διέπρεπε στα παρκέ, λίγο πριν την επέλαση της disco. Άκου, ας πούμε, Bobby Boyd Congress, The Lafayette Afro Rock Band, Ice, Bad Child κ.ά.Παρ’ ότι λοιπόν οκτάδα οι Cane And Able χρειάστηκαν άλλους 7(!) μουσικούς, προκειμένου να ολοκληρώσουν την ηχογράφηση του “Relating a Message To You”, που συνέβη στο Παρίσι τον Ιούνιο και τον Οκτώβριο του 1972. Αυτοί οι… παραπανίσιοι μουσικοί ήταν «υπαρκτά» ονόματα της γαλλικής σκηνής, με σημαντικές περγαμηνές, πράγμα το οποίον σε οδηγεί να συμπεράνεις, πως στους Cane And Able επένδυε συνειδητά η παραγωγή, ο ντράμερ Claude Delcloo δηλαδή. (Μουσικός με τεράστια συνεισφορά στη γαλλική progressive jazz σκηνή, ο Delcloo υπήρξε παραγωγός της BYG, ήταν δίπλα σε «γαλλικές» ηχογραφήσεις των Alan Silva, Jacques Coursil και Archie Shepp, ενορχηστρωτής σε άλμπουμ των Danta και Moving Gelatine Plates και ακόμη ντράμερ των Full Moon Ensemble).
Αυτοί λοιπόν οι guests ήταν, κατ’ αρχάς, ο πιανίστας και οργανίστας Alan Reeves (φωτό επάνω) από τους Clinic. Το γκρουπ είχε συμμετάσχει μαζί με τον Christophe στο soundtrack του “La route de Salina” του Georges Lautner.
Μάλιστα, από ’κείνο το soundtrack πήρε ο Quentin Tarantino το “The chase” (σύνθεση των Alan Reeves, Phil Steele και Philip Brigham), κάτι ανάμεσα σε Pink Floyd, Gila και Nosferatu, για να το βάλει στο “Kill Bill Vol.2”. Έπειτα, ο πιανίστας Patrick Gauthier (που την ίδιαν εποχή έπαιζε στους Schizo και λίγο πιο μετά στους Heldon, τους Magma και τους Weidorje – δες κι εδώ http://diskoryxeion.blogspot.com/2010/05/schizo.html) και, επίσης, ο φλαουτίστας Chris Hayward (φωτό), όπως προέγραψα, ο οποίος δεν συμμετείχε μόνο στους Clinic και το OST της ταινίας του Robert Bresson “Quatre nuits d'un rêveur” (1971), αλλά ήταν και μέλος των Total Issue, μετά των Henri Texier, Aldo Romano, Georges Locatelli και Michou Libretti (έγραψαν ένα LP στην United Artists το ’71), ενώ αργότερα έπαιξε και στο “Goodbye, My Love, Goodbye” (1973) του Ντέμη Ρούσσου. Ακόμη, συμμετείχαν και τέσσερις τραγουδίστριες οι Cher Kimbrow, Maria Popriewickz, Dotty Shipman και Mauricia Platon (φωτό) με την τελευταία να έχει περάσει από την γαλλική εκδοχή του “Hair” και κυρίως από το πρώτο LP των Zao (βασικά φωνητικά στο “Z=7L”).
Τέτοια ιστορία πίσω από ένα άλμπουμ, θα μου πείτε; Γιατί όχι, θ’ απαντήσω. Άλλο είναι το ζήτημα. Αν το “Relating a Message To You” αξίζει τα λεφτά του κι έχει πράγματα να πει. Κατ’ αρχάς τ’ αξίζει σίγουρα, γιατί είναι πάμφθηνο, αφού έχει επανεκδοθεί σε LP (το αγόρασα πριν 2-3 χρόνια 10 ευρώ). Έπειτα, γιατί περιλαμβάνει κομμάτια όπως το “Mass of confusion” του μπασίστα Doc Brown, το “Keep on moving” του σαξοφωνίστα Billy Ellis, το “Stoned groove” του τρομπετίστα George Alford και κυρίως το “Gemma morett” του πνευστού Norris Ridguard, που μπορεί να ταρακουνήσουν άνευ παρελκομένων. Σ’ αυτό το τελευταίο, μάλιστα, ακούγεται και ο Alan Reeves (προς το τέλος) στο ηλεκτρικό πιάνο…

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

o ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ και οι… Αφρικανοί

Για τον Νίκο Παπαθανασίου, τον (μεγαλύτερο) αδελφό του Βαγγέλη Παπαθανασίου έχουν γραφεί ελάχιστα πράγματα στην Ελλάδα. Υπάρχουν μερικές πληροφορίες, διάσπαρτες εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα συνολικό. Τίποτα, που να τοποθετεί την προσφορά του στο μουσικό στερέωμα. Εδώ, τώρα, δεν φιλοδοξώ κα καλύψω το… χαμένο έδαφος – θα το κάνω κάποια στιγμή στο περιοδικό –, απλώς θέλω να επιστήσω για λίγο την προσοχή σας σε δύο παραγωγές με afro και funky ενδιαφέρον, τις οποίες επιμελήθηκε ο ίδιος, όντας βασικό στέλεχος της ιταλικής Polydor, όπως και της RCA Italiana, στα χρόνια του ’70. Βασικά, αναφέρομαι στο γκρουπ African People, μίαν εξαιρετική πενταμελή ομάδα, η οποία άφησε ένα LP (βγήκε δύο τουλάχιστον φορές), και κάποια 45άρια, πριν εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Ήταν η εποχή κατά την οποίαν οι afro ήχοι, ξεπερνώντας τα γεωγραφικά σύνορα της «μαύρης ηπείρου», έσκαγαν κατά κύματα στην Ευρώπη (Γαλλία, Ιταλία, Μεγάλη Βρετανία, Δυτική Γερμανία, Ολλανδία κ.ά.), προκειμένου να ανακατευθούν με την jazz, τη soul, το rock και το a la Santana latin rock, βγάζοντας προς τα έξω ήχους σαν εκείνους των Osibisa, των Assagai, των Asiko, των Funkees, των Matata… Ένα τέτοιο γκρουπ ήταν και οι African People. (Δεν είμαι σίγουρος, βλέποντάς τους στα εξώφυλλα, αν ήταν όλοι Αφρικανοί - μήπως κάποιοι ήταν γιαλαντζί; - αλλά αυτό μικρή σημασία έχει).Οι African People λοιπόν σκάνε στην Polydor το 1970 μ’ ένα 45άρι, στην πρώτη πλευρά του οποίου τραγουδούσαν στην ιταλική το “Montego Bay” των Jeff Barry και Bobby Bloom (επιτυχία για τον Bloom στη Βρετανία, αφού πήγε στο Νο3 το φθινόπωρο του ’70 – υποθέτω πως και στην Ιταλία κάτι ανάλογο θα συνέβη), ενώ στη δεύτερη το “Neanderthal man” των Hotlegs (σύνθεση των Kevin Godley, Lol Creme και Eric Stewart από το 1970 – οι τρεις τους μαζί με τον Graham Gouldman ένα-δυο χρόνια αργότερα θα έφτιαχναν τους 10cc)*. Ο Παπαθανασίου, ως διορατικός παραγωγός (όπως αποδεικνύει η όλη διαδρομή του), «βλέπει» στους African People ένα περισσότερο groovy μέλλον, σπρώχνοντάς τους να ηχογραφήσουν το “Stop Pushing” (1971), LP ιδιαίτερης, θα έλεγα, αξίας. Συμμετέχοντας, συνθετικώς, σε επτά από τα δέκα κομμάτια και τα, κατά τεκμήριον, καλύτερα (“Stop pushing”, “Woman”, “Can’t always be right” – τα δύο πρώτα τα υπογράφει μαζί με τον κιθαρίστα Winston Alwyn Gill, το τρίτο μόνος του), ο Παπαθανασίου και οι Αφρικανοί παρουσιάζουν ένα άλμπουμ, το οποίον έχει απ’ όλα. Tracks, που θα ταρακουνήσουν και σήμερα τα φλόρια, όπως τα τρία προηγούμενα ή το “On the march” (σύνθεση των Titus Tonge και Winston Gill), ωραίες μπαλάντες όπως το “I just want to be friends” (σύνθεση του Νίκου Παπαθανασίου, πνιγμένη στα απόνερα των… Aphrodite’s Child), ή το “Yesterday” (από το οποίο δεν απουσιάζει το scat singing και βεβαίως τα κρουστά). Τι άλλο έκαναν οι African People; Συμμετείχαν στο LP της Patty Pravo “Di Vero in Fondo” παίζοντας στο “Wild world” του Cat Stevens.
Κάτι άλλο δεν γνωρίζω. Όποιος άλλος, ας παρέμβει… Εδώ, μια δισκογραφία τους…LP
1. Stop Pushing – IT. Polydor 2448 002L – 1971
-. Stop Pushing – IT. Polydor Special 2449 004 – 1973 (2 edits)
singles
1. Montego bay/ Neanderthal man – IT. Polydor 2060 011 – 1970
2. On the March/ Moovin’ on – IT. Polydor 2060 018 – 1971

3. No siempre tienes la razon
(το βρήκα στο YouTube - άψογο - δεν ξέρω από που προέρχεται)
Συμμετοχή
1. Patty Pravo – Di Vero in Fondo – IT. Philips 6323 004 L – 1971
(στο “Wild world” του Cat Stevens)

Ένα άλλο ιταλικό(;) σχήμα, σε εγγραφές του οποίου είχε κάνει παραγωγή ο Νίκος Παπαθανασίου ήταν οι Cargo 23. Αυτοί έβγαλαν ένα τουλάχιστον 45άρι για την RCA [PM 3711] τo 1973, στην πρώτη πλευρά του οποίου διασκεύαζαν το “Afrikaan beat” του Bert Kaempfert (afro, lounge και rock στοιχεία σε παράταξη), ενώ στo flip side υπήρχε επίσης ένα κομμάτι με afro χαρακτηριστικά, το “Rejna bella”, στο ίδιο πάνω-κάτω στυλ. Ενδιαφέροντες. Όχι όμως όσο οι African People.

*Τα τραγούδια “Montego Bay” και “Neanderthal man” τραγουδήθηκαν και στην Ελλάδα από τον Gino και την Lucille, εκείνα τα χρόνια.
Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στο 45άρι «Εγώ περιμένω εδώ/ Ο άνθρωπος του Νεάντερθαλ» [Polydor 2061 052] από το 1970. Το δεύτερο κομμάτι το τραγουδούν ο Gino με την Lucille.
Επίσης, σε ιδιωτική έκδοση κυκλοφόρησε και το 45άρι “Yellow river/ Montego Bay” [Gino Gudsi Records 20010] υπό τον Gino (μάλλον το 1970).

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

MOMBASA african rhythms & blues

Όσοι ασχολούνται με τον πλατύ πυθμένα του jazz-funk στην Ευρώπη σίγουρα θα έχουν υπ’ όψιν τους τούς Mombasa. Ένα απίθανο γκρουπ που κατάφερε να ηχογραφήσει μερικά άξια LP στην παλαιά Δυτική Γερμανία, από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 και μετά. Δύο από εκείνα τα άλμπουμ, το “African Rhythms & Blues” και το “2” (αμφότερα στην Spiegelei/Intercord, το 1975 και το 1976), θεωρούνται από τους... ειδήμονες (DJ κυρίως και κάποιους συλλέκτες) απόλυτα must have, απαραίτητα δηλαδή για την πλαισίωση ψαγμένων σετ και φυσικά για sampling. Με τις τιμές των originals να ανεβαίνουν, και με κάποια tracks να εμφανίζονται κατά καιρούς σε συλλογές, για ν’ ανοίγει ακόμη περισσότερο η όρεξη, ένα πράγμα μόνον απέμενε. Η πλήρης και οριστική επανέκδοσή τους. Η Sonorama θα ανελάμβανε το… ιερό καθήκον.Το πρώτο άλμπουμ των Mombasa, το “African Rhythms & Blues” [Sonorama L-17, 2006], ηχογραφημένο τον Απρίλιο του 1975 στην Κολωνία, δεν είναι ένα κλασικό jazz-funk LP, αλλά μία ακόμη απόπειρα προκειμένου να pop-ποιηθεί η αφρικανική ρυθμολογία (ένα ίχνος της δηλαδή), με τη βοήθεια τεχνικών της jazz. Το αποτέλεσμα, που αγγίζει βεβαίως και το funk, έχει μία κομψότητα κι ένα επικοινωνιακό χάρισμα, σπάνιο για τέτοιου τύπου μουσικές, οι οποίες συχνά (και καλώς…), στηρίζονται σε μία περισσότερο «ελεύθερη» προσέγγιση, με κρυμμένη τη μαγεία τους πίσω από τις ακροαματικές επαναλήψεις. Οι Mombasa χωρίς να αρνούνται το ειδικό, προσεγγίζουν το γενικό, μέσα από μία απλή, γενικώς, συνταγή, που τραντάζεται από δημιουργικά vibes. Κομμάτια όπως το “Nairobi” ή το “Kenia” (αμφότερα συνθέσεις του τρομπονίστα του γκρουπ Lou Blackburn) είναι εντελώς προφητικά, σε σχέση με τους ήχους που παράγουν σήμερα εταιρίες, όπως π.χ. η Yoruba Records.Τώρα, το “African Rhythms & Blues 2” [Sonorama L-30, 2008] παρουσιάζει, και αυτό, μιαν αυτοδυναμία ως έργο, με ακόμη περισσότερο χωνεμένες τις afro-funk και afro-jazz επιρροές/αναφορές, γεγονός που συνεπάγεται την πλήρη ένταξή του στη σημερινή club σκηνή – η οποία έχει επιδoθεί, εδώ και χρόνια εξάλλου, στο πιο απονενοημένο κυνήγι του χαμένου θησαυρού. Στην ανάσυρση δηλαδή, από τα πιο σκοτεινιασμένα ράφια, πολύτιμων καταγραφών από το afro μεγασώμα. Περαιτέρω, οριστικοποιείται κατά έναν τρόπο η σκιαγράφηση του πορτρέτου τού τρομπονίστα Lou Blackburn, του μουσικού που υπήρξε η κινητήρια δύναμη των Mombasa – ένας άνθρωπος με jazz προϊστορία, αφού υπήρξε στέλεχος σε ορχήστρες όπως εκείνες των Lionel Hampton, Duke Ellington, Count Basie, Quincy Jones κ.ά.
Ήταν 1971, όταν ο Blackburn θα βρεθεί για πρώτη φορά στο (τότε) Δυτικό Βερολίνο μπαίνοντας στην ορχήστρα του Kurt Edelhagen. Αναφερόμαστε στην εποχή όπου τα afro διδάγματα στην jazz και το rock βρίσκονταν στην ημερησία διάταξη στην Ευρώπη (και σ’ ένα underground, πάντα, κύκλωμα, στην Αμερική), με συγκροτήματα όπως οι Assagai και οι Osibisa να αποκτούν, την ίδιαν ώρα, ιδιαίτερη δημοφιλία. Ο Blackburn θα σχηματίσει τους Mombasa το 1973, επηρεασμένος, τρόπον τινά, όχι μόνο από το περιρρέον afro κλίμα, αλλά και από μιαν ιδιαίτερη άποψη που κουβαλούσε ο ίδιος, εν σχέσει με την pop-ποίηση του ήχου του AACM (Art Ensemble of Chicago κ.ά.) και τη διάχυσή του σε μαζικότερα ακροατήρια. Μέσα από μία απλοποιημένη φόρμα, όσον αφορά στη συνθετική ανάπτυξη, με περιορισμένο δηλαδή το «ελεύθερο» αυτοσχεδιαστικό στοιχείο, ο Blackburn στήνει, από οπτικής πλευράς, ένα jazz σχήμα, που έπαιζε με rock τρόπο, δίχως όμως τις συνήθεις rock προσδοκίες (τα βασικά σολιστικά του όργανα ήταν το τρομπόνι και η τρομπέτα, ενώ απουσίαζαν οι κιθάρες και τα πλήκτρα, με το ηλεκτρικό μπάσο να παίζει υπερ-καθοριστικό ρόλο). Η «γνωριμία» θα επιτευχθεί τελικώς μέσω του “African Rhythms & Blues” όπως προείπα, για να πάρει πια το δικό της δρόμο με το “2”, ένα χρόνο αργότερα. Αν και η line-up είναι, τώρα, εντελώς αλλαγμένη – Doug Lucas τρομπέτα, φλούγκελχορν, Bob Reed κόνγκα, κρουστά, Don Ridgeway bass guitar και Alan Tatham ντραμς, κρουστά – εντούτοις, η σταθερή, φωτεινή παρουσία του Blackburn, που χειρίζεται τρομπόνι, σενάι και κρουστά, είναι εκείνη που εξασφαλίζει την αισθητική συνέχεια. Όλα τα θέματα άγονται από τις ισχυρές funky bass lines του Ridgeway, με την απαραίτητη κρουστή υποστήριξη πάνω στις οποίες απλώνεται ο ήχος των πνευστών, με το αφρικανικό φινίρισμα – το section του Fela, με τους Tunde Williams τρομπέτα και Lekan Animashaun βαρύτονο, έτσι όπως αποτυπώνεται π.χ. στο άλμπουμ “Mr.Big Mouth” [Afrodisia, rec.1975] είναι ένα... νιγηριανό, ηχητικό ανάλογο. Και τα έξι tracks του “2” προσφέρουν ευφορία σε ακρόαση οίκαδε, μερικά όμως, όπως το “Shango II”, το “African hustle” και κυρίως το “Al Rahman”, είναι ό,τι πρέπει για να ανέβει σε γούστο το spin των DJs.
Α και κάτι ακόμη. Το 2007 η Sonorama είχε κυκλοφορήσει και το LP “Mombasa, African Rhythms & Blues Remixes” [L-21] με τους Dr Rubberfunk, Matt Flores, Bird, Curv και Palmreaders να επιχειρούν πάνω στα “Massai”, “Holz”, “Kenia” και “Shango”. Καλή προσπάθεια. Να και μια δισκογραφία...
1. African Rhythms & Blues – GER. Spiegelei/ Intercord 26564-5U – 1975
2. African Rhythms & Blues 2 – GER. Intercord INT 160.049 – 1976
3. Ode To Kalahari – GER. Spiegelei/ Intercord INT 145.601 – 1979
4. Tathagata – GER. Wind No 002 – 1980
5. Peace Maker – GER. Plane Nr.88268 – 1981
6. Ikwezi – GER. Biton ΒΙΤ 2122 – 1981 (ως Ikwezi)
Οι Ikwezi σχηματίστηκαν από τον μπασίστα των Mombasa Don Ridgeway. Τo άλμπουμ ηχογραφήθηκε το 1980/81, στο Bitone Studio της Φρανκφούρτης. Μάλιστα, το 2007 η Sonorama έδωσε σε 45άρι το “Get down (And do it right)” [S-26] βγαλμένο μέσα από το εν λόγω LP. Στα φωνητικά η Joan Faulkner. Ακούστε το...

Κι επειδή, σε τέτοιες περιπτώσεις, μόνον ο διάβολος μπορεί να σε βάλει να ψάχνεις διαβάστε τι εντόπισα στο site του Γιώργου Νταλάρα, κοιτάζοντας στις συνεργασίες του. «Towards the end of 1995 and, within the framework of a concert held in the Old Frankfurt Opera, he became acquainted with Joan Faulkner, the famous American jazz singer. Together, in the course of that concert, they had interpreted two songs by Alexandros Karozas, a composer of Greek origin. George Dalaras met again with Joan Faulkner in September 2000 in the Conservatory of Herod of Attica accompanied by the BBC Concert Orchestra within the framework of the events that took place towards the support of the Acropolis museum».

Δευτέρα, 9 Αυγούστου 2010

Ολίγα DVD…

Παρ’ ότι, κανονικά, το DVD θα έπρεπε να το λάβω ως bonus – του διπλού set CD/DVD “The Midnight Ramble Sessions, Volume Two” [Levon Helm Studios Inc.] – κάνω την... παρασπονδία να θεωρήσω αυτό ως το κύριο υλικό, και το CD ως πρόσθετο, για έναν και μόνο λόγο. Ο Levon Helm (ο ντράμερ των Band) εμφανίζεται σ’ αυτό, αλλά μαζί του και οι Johnnie Johnson, Dr. John, Amy Helm, Little Sammy Davis, Jimmy Vivino, Larry Cambell, Glen Patscha όπως και κάποιοι ακόμη, παλαιοί και νέοι γνώριμοι της αμερικανικής roots music ή, εν πάση περιπτώσει, της αμερικανικής... americana, πράγμα το οποίον σημαίνει πως υφίσταται λόγος να δεις και να ξαναδείς, τους διαχρονικούς, βασικά, «ήρωες» – πώς χαίρονται τα γεράματά τους – αλλά κι ένα-δυο φυντάνια. Αντιλαμβάνεσαι, έτσι, τι σημαίνει να... μαζεύεσαι εν έτει 2004 (και λίγο 2005) στην κωμόπολη Woodstock της Νέας Υόρκης, να οσμίζεσαι το χώμα και την πέτρα από το Overlook Mountain, αραδιάζοντας εμπρός σου διαθέσεις και τραγούδια. Τι τραγούδια; Ray Charles, Bob Dylan, Lowell Fulson, Ike Turner, Mac Rebbenack... καταλαβαίνετε τώρα. Το βάθος, εν ολίγοις, του λαϊκού τραγουδιού στην Αμέρικα, ερμηνευμένο από ανθρώπους που μπορεί να μην το γέννησαν, αλλά το αγάπησαν το ίδιο με τη ζωή τους. Δεν το ακούς. Το βλέπεις. Pete York. Βρετανός ντράμερ με τεράστια ιστορία. Μέλος κατά σειρά των Spencer Davis Group, Eric Clapton’s Powerhouse, Hardin and York, Olympic Rock & Blues Circus και ίσως κάποιων ακόμη, ο York ξεκινά το 1987 μια σειρά sessions με μουσικούς της γενιάς του (αλλά και νεοτέρους) τις οποίες ονόμασε “Super Drumming”. Στην πρώτη μάς συνέστησε τους Ian Paice, Louie Bellson, Cozy Powell, Gerry Brown και Simon Phillips. Στη δεύτερη, το 1988, τους Billy Cobham, Bill Bruford, Dave Mattacks, Zak Starkey, Nicko McBrain, Jon Lord και Eddie Hardin, ενώ στην τρίτη (1989) τους Jon Hiseman, Steve Ferrone, Mark Brzezicki, Trilok Gurtu και πάλι τον Ian Paice. Μέλη του συγκροτήματός του, σ’ εκείνες τις συναντήσεις ήταν μεταξύ άλλων και οι Miller Anderson, Colin Hodgkinson, Brian Auger και Barbara Thompson· όλοι με σαφή παρουσία στο χώρο του british rock. Από ’κείνες ακριβώς τις συναντήσεις έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα τουλάχιστον τρεις DVD-τόμοι, με τον τρίτον απ’ αυτούς, το “Super Drumming Vol.3” [inakustik] να διαρκεί 240 λεπτά (4 ώρες!). Δεν το είδα όλο. Το ξεκαθαρίζω. Το είδα τόπους-τόπους· και μπόρεσα, νομίζω, ν’ αντιληφθώ το ωραίο, ελεύθερο παίξιμο των μουσικών – χίλιες φορές ανώτερο από τα άλμπουμ, που έγραφαν οι περισσότεροί τους την ίδιαν εποχή – τα όμορφα, λιτά soli, την παρεΐστικη ατμόσφαιρα. Blues, rock και jazz, όλα σε groovy κατευθύνσεις και με την απαραίτητη ζωντανή σπιρτάδα. Να πω και κάτι ακόμη; Μου άρεσαν, με τη σειρά, πρώτα οι οργανίστες, κατόπιν οι ντράμερ, έπειτα οι τραγουδιστές, περαιτέρω οι μπασίστες και μετά οι κιθαρίστες...Το Burg Herzberg Festival είναι ένα «χίπικο» event που διοργανώνεται κάθε χρόνο, καλοκαιριάτικα, σε κάποια γερμανική κοιλάδα. Από μουσικής πλευράς – μια και αναδύεται κι ένα κοινωνιολογικής φύσεως ζητούμενο, που αφορά στον κόσμο που συρρέει και χαίρεται – το φεστιβάλ αναδεικνύεται σε... άντρο, ό,τι πιο δεινοσαυρικού έχει να επιδείξει η σύγχρονη rock πραγματικότητα (με παμπάλαιους, παλαιότερους και πιο καινούριους μάστορες). Έτσι λοιπόν και στο παρόν “Traditional Hippie Convention 2005/Burg Herzberg Frstival” [Rockpalast] μπορεί κανείς να δει σε ακαταπόνητες sessions συγκροτήματα όπως οι Ten Years After, οι Jane, οι Big Brother & The Holding Compnay, οι Ozric Tentacles, οι IQ, οι Manfred Mann’s Earth Band – όλοι ζούσαν και μακροημέρευαν το 2005, και πιθανώς ακόμη –, ονόματα δηλαδή που έχουν καταστεί «μυθικά» και που βασικά, εξακολουθεί να παίζουν καλά, ανταποκρινόμενα στον ιστορικό τους ρόλο. Αν και οι line-up δεν έχουν και πολύ μεγάλη σχέση μ’ εκείνες που έγραψαν την ιστορία του rock – έχουν υπάρξει και οι φυσικές, ή άλλου είδους, απώλειες – εντούτοις το πράγμα ρέει, και, κυρίως, όπως έχω την ευκαιρία να παρακολουθήσω στο ωραία βιντεοσκοπημένο DVD, αποδίδει... ψυχοσωματικώς. Στους παρευρισκομένους αναφερόμαι πρώτα-πρώτα. Μένω όμως στο Burg Herzberg…Οι Space Debris, ένα power trio (κιθάρες, hammond, ντραμς) - ως trio τους βλέπω εδώ - έλκουν την ηχητική καταγωγή τους από τους Amon Düül II (εποχής “Wolf City”), τους Atlantis, τους Jane, τους Deep Purple, τους Hawkwind κι άλλα ανάλογα σχήματα των early 70s, παρουσιάζοντας ένα ατελείωτο hard space-rock, με τα πλήκτρα και την κιθάρα να μονολογούν, να... παραμιλούν και να συνομιλούν αενάως. Από μόνες τους εξάλλου οι διάρκειες των κομματιών δείχνουν περί τίνος πρόκειται (16:15, 17:19, 22:05 – όχι, δεν τους παίρνει ο ύπνος...). Το live “Into the Sun” [inakustik] είναι μαγνητοσκοπημένο – και αυτό – στο Burg Herzberg Festival, κάπου στο κρατίδιο της Έσσης, το καλοκαίρι (υποθέτω) του 2006. Μία open-air, hippie διοργάνωση, στρωμένη σ’ ένα καταπράσινο περιβάλλον, όπως προανέφερα, στο οποίο κατασκηνώνουν «άπλυτοι» γερμανοί παλιοροκάδες, συν γυναιξί και τέκνοις, πίνοντας μεταλλικά νερά και πορτοκαλάδες (άνευ ανθρακικού). Δεν τo λέω ειρωνικώς, το βλέπω. Ο κινηματογραφιστής, σωστά σκεπτόμενος, από το να δείχνει επί 22 συνεχή λεπτά το γκρουπ, αποφάσισε, για τα πρώτα 17, να έχει την κάμερά του στραμμένη προς τον κόσμο, επισκεπτόμενος το χώρο. Παρά ταύτα, τη CD έκδοση (επειδή υπάρχει και τέτοια) τη βρήκα αμεσότερη.

Κυριακή, 8 Αυγούστου 2010

LAURA NYRO the first songs...

Είχα αγοράσει τζάμπα (δηλαδή πάμφθηνα) στο Μοναστηράκι, πριν δυο δεκαετίες, το πρώτο άλμπουμ της Laura Nyro (γεννημένη στο Bronx το ’47, πέθανε κάπου στο Connecticut 50 χρόνια αργότερα), το “The First Songs” [Verve Forecast]. Το LP πρέπει να πρωτοβγήκε προς τα τέλη του 1966, σε ετικέτα... μουσταρδί Verve Folkways και μέχρι πρότινος νόμιζα πως είχα την original έκδοση. Τώρα, που το έψαξα λιγάκι παραπάνω, διαπιστώνω πως πρόκειται για την τρίτη έκδοση βινυλίου από τις αρχές του ’70 (μάλιστα το αρχικό “Flim flam man” είχε μετονομαστεί σε “Hands off the man”, ενώ είναι διαφορετικό και το track list). Γιατί τα λέω αυτά; Μόνο για να δείξω πως εκείνο το άλμπουμ είχε κάτι το ιδιαίτερο, ώστε ν’ αναγκάζει την MGM να το τυπώνει και να το ξανατυπώνει μέσα στα χρόνια. Δεν είχε βγάλει, απλώς, μερικά ωραία τραγούδια (όλα συνθέσεις της Nyro), αλλά σε δεύτερες ή και... τρίτες εκτελέσεις είχε προσφέρει mega-hits για τους Blood Sweat and Tears (“And when I die”, No 2), τους 5th Dimension (“Wedding bell blues” No 1, “Blowin’ away” No 21) και την Barbra Streisand (“Stoney end”, No 6) – όλα τη διετία 1969-1970!! Αυτό λοιπόν το άλμπουμ με τον πρώτο-πρώτο σίγουρο τίτλο του, ως “More Than A New Discovery”, επανεξέδωσε πρόπερσι σε CD η βρετανική εταιρία Cherry Red/Rev-Ola, δίνοντάς μας την ευκαρία για μία ταχεία επανεκτίμηση. Είναι, έτσι, τα τραγούδια που βαραίνουν – και όχι μόνον τα πολύ γνωστά, αλλά και τα λιγότερο όπως το “Lazy Suzan” π.χ. – είναι φυσικά οι μάλλον pop, και όχι τόσο… δραματικές, ερμηνείες τής Nyro, που προαναγγέλουν το ύφος singer-songwriters τύπου Joni Mitchell ας πούμε (μη ξεχνάμε πως οι ηχογραφήσεις συμβαίνουν το 1965, όπως διαβάζω στο ένθετο, ή το 1966 κατ’ άλλους) και βεβαίως είναι η... easy soul, blues ενορχήστρωση του Herb Bernstein, που προσδίδει στο άλμπουμ μίαν αλάνθαστη αίσθηση μοντερνισμού (στην μπάντα ο πιανίστας Stan Free, βασικό πρόσωπο, αργότερα, πίσω από τους Hot Butter, αλλά και ο κιθαρίστας Jay Berliner, που παίζει στο "Astral Weeks" και σε δίσκους δεκάδων άλλων, από Charles Mingus μέχρι John Ylvisaker).
Treasure item; Δεν είμαι σίγουρος... αλλά, σε κάθε περίπτωση, μπροστά απ’ την εποχή του.

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

δυτικο-αφρικανικά…

Το άλμπουμ “Mali” της Network, με ηχογραφήσεις των Kandia Kouyate, Mah Damba, Lansine Kouyate, Sali Sidibe και Oumou Sangare είναι παλαιότερο (1997), αλλά το ξανάκουσα προσφάτως. Αν και ο υπότιτλος “divas from Mali” είναι παντελώς άστοχος, δεν εμποδίζονται, γενικώς, οι γερμανοί παραγωγοί ώστε να προτείνουν ένα απολύτως ωραίο ακρόαμα. Τα τραγούδια της Kandia Kouyate προέρχονται από ένα ακόμη παλαιότερο άλμπουμ (1987) του Sidiki Diabate (ο ίδιος, όπως και ο γιος του Toumani παίζουν kora και συμμετέχουν στις εγγραφές), καθώς και από μια παράσταση στην Κολονία, το 1991. Το “Samba sike” αναφέρεται σε κάποια γυναίκα που δεν μπορεί να συλλάβει (πιθανώς από μόλυνση, λόγω του γνωστού βάρβαρου «εθίμου» της κλειτοριδεκτομής). Μελαγχολική ατμόσφαιρα με κάτι από συγκρατημένη οργή. Τα τραγούδια των Mah Damba (κόρη του Djeli Baba Sissoko) και Lansine Kouyate προέρχονται επίσης από live στην Κολονία το 1996. Το “Jarabi”, με την Mah Damba και τον Djeli Moussa Diawara στην kora, είναι «άλλο πράγμα». Επίσης στην Κολονία, το 1990, είναι γραμμένα τα δύο κομμάτια με την Sali Sidibe. Εδώ, με πλήρες γκρουπ (kamelen-ngoni, soukou – ήχος βιολιού – balaphon, dundun και djembe) και με αίσθημα «εκλεπτυσμένο». Κι έτσι όμως τα “Dunia djamou” και “Djana djani” είναι «άπαιχτα». Η Oumou Sangare είναι, ίσως, η πιο γνωστή απ’ όλες τις συμμετέχουσες στο “Mali”. Τα δύο δικά της άσματα, που ακούγονται εδώ, είναι δανεισμένα από τα άλμπουμ της “Moussulo” (rec.1989) και “Ko Sira” (rec.1992), που κυκλοφόρησαν από την World Circuit. Lead και chorus φωνητικά και ακόμη kamelen-ngoni σε, μάλλον απρόβλεπτους, funky εξτρεμισμούς. Για την Γκάμπια έχω γράψει σε παλαιότερο post (12/10/2009), όταν αναφέρθηκα στους Super Eagles και τους Ifang Bondi, δύο κορυφαία συγκροτήματα της χώρας. Όπως έλεγα κι εκεί, η Γκάμπια είναι μία καθαρή «σενεγαλέζικη» περίπτωση ή, για να πάμε πολύ πίσω στο χρόνο, για μια περιοχή της αυτοκρατορίας των Mande· κάτι το οποίο αποδεικνύει και το άλμπουμ “Salam - New Kora Music” [Network, 1994] του Ebraima “Tata Dindin” Jobarteh. Ηχογραφημένος στη γερμανική πόλη Oberursel, o γκαμπιανός jeli τραγουδά και παίζει 22χορδη kora (έχει προσθέσει μία επιπλέον μπάσα χορδή), προσφέροντας σειρές σκοπών προσαρμοσμένες σε τοπικές αλλά και ευρύτερες ανάγκες. (Το “Kele” έχει τη δύναμη του αντιπολεμικού άσματος).Η Αφρική είναι η ήπειρος του ηχητικώς απρόσμενου, αφού είναι παντελώς αδύνατον να περιγραφεί έστω κι ένα μέρος των παραδόσεων που «ευδοκιμούν» σ’ αυτήν την αρχαία γη. Τούτο δε μάς το υπενθυμίζει το άλμπουμ της Smithsonian Folkways “Por Por, Honk Horn Music of Ghana”, ένα παντελώς ουρανοκατέβατο CD με τραγούδια και ήχους κλάξον(!) κυρίως, πατημένα (τα κλάξον) από μια ένωση φορτηγατζήδων της Accra (πρωτεύουσα της Γκάνα), που έχουν ως έδρα τους την περιοχή La. Χονδρικώς, θα έλεγα πως τα κλάξον por por συνοδεύουν, σήμερα, στην «τελευταία τους κατοικία» τους αποθανόντες φορτηγατζήδες της Ένωσης, αν και το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας τοποθετείται 53 χρόνια πίσω, στο 1957, όταν η χώρα απέκτησε την ανεξαρτησία της από το «στέμμα», με τον κόσμο να βγαίνει στους δρόμους και να πανηγυρίζει. Το 40σέλιδο(!) ένθετο, μέσα από τα πολλά διαφωτιστικά που αναφέρει, μάς δίνει να καταλάβουμε πως οι άνθρωποι αυτής της περιοχής της Accra, υπήρξαν, ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα, απείθαρχοι έναντι του αποικιοκρατικού καθεστώτος, αρνούμενοι να πληρώνουν φόρους και να υποτάσσονται στις... γενικότερες διατάξεις. Το έφαγαν το κεφάλι τους πολλές φορές, ποτέ δεν συνεμορφώθησαν και ακόμη θεωρούν τους εαυτούς τους ως μήτρα αντίστασης και αγώνων. Θα τό’χει το νερό...Τέταρτο άλμπουμ του Μαλινέζου Issa Bagayogo (χειρίζεται kamelen ngoni) για την εταιρία Six Degrees από το San Francisco, το “Mali Koura” (2008) είναι η σύγχρονη άποψη, για έναν global ήχο, με μαλινέζικα στοιχεία βεβαίως, αλλά και με το χέρι ανοιχτό προς την jazzy και τη funky electronica. Ευχάριστο άκουσμα που θα ενθουσιάσει τα... fusion ακροατήρια, δυσαρεστώντας, μάλλον, τους πιουρίστες. Ο N’Faly Kouyate είναι ο kora player των Afro Celt Sound System. Προέρχεται από τη Γουινέα (Conakry) και ανήκει και αυτός στην εθνική ομάδα των Mande. Στο Βέλγιο από το 1994, o N’Faly έχει το δικό του γκρουπ, τους Dunyakan, με τους οποίους μάς παραδίδει το “Tunya” στην γερμανο-ισπανική εταιρία Galileo MC. Όχι αναγκαστικώς ευχάριστο άκουσμα, που πιθανώς να ενθουσιάσει τα... fusion ακροατήρια, δυσαρεστώντας σίγουρα τους πιουρίστες.Τ’ όνομά του Hermas Zopoula. Ο τίτλος τού διπλού CD του “Espoir” [Asthmatic Kitty, 2009]. Τόπος καταγωγής και ηχογράφησης του άλμπουμ η πρωτεύουσα της Burkina Faso, η Ouagadougou. Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από την ακρόαση του “Espoir”, τούτο έχει να κάνει με την αίσθηση ενός εξελιγμένου κονγκολέζικου soukous, που φαίνεται να διαπερνά την τραγουδοποιία του Zopoula – τουλάχιστον στο πρώτο CD, στο οποίο παρατάσσονται keyboards, γυναικεία chorus vocals, μπάσο και ηλεκτρική κιθάρα. Πιο «απόμακρο» το δεύτερο μέρος· στην ουσία μία field recording (ακούγονται πουλιά, τα αυτοκίνητα που περνούν) με τη φωνή και την ακουστική κιθάρα του καλλιτέχνη, σε κάτι σαν βιβλικούς ύμνους, μια και, από τα λίγα που διάβασα στο ένθετο, ο Zopoula πρέπει να είναι Χριστιανός. Έχει ενδιαφέρον, αυτό το δεύτερο μέρος. Μάλιστα, αν τραγουδούσε στ’ αγγλικά, θα νόμιζες πως είχες να κάνεις με κάποια xian ηχογράφηση του αμερικανικού underground.

Παρασκευή, 6 Αυγούστου 2010

JAZZ & TZAZ 209/210

Σε κίνηση το νέο τεύχος του Jazz & Tζαζ, το οποίον αποκαλούμε «διπλό» επειδή, παραδοσιακά, μένει στα περίπτερα δύο μήνες (τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο).
Ας ξεκινήσω από τα θέματα έτσι όπως καταγράφονται στις σελίδες…Ο Σπύρος Σερλεμές στο κείμενό του “Dixie on my mind” γράφει για τις «μουσικές φυλές του αμερικανικού νότου», ο Γιάννης Μουγγολιάς επικεντρώνεται σε δύο πρόσωπα της ECM, την viola player Kim Kashkashian και τον νορβηγό πιανίστα Tord Gustavsen, o Κώστας Παπαθανασίου τα δίνει όλα για το βρετανό σαξοφωνίστα Evan Parker, o Δημήτρης Κατσουρίνης συνομιλεί με τον Andy Noble (από το soul, funk σχήμα των Kings Go Forth), o Βαγγέλης Αραγιάννης επίσης συνομιλεί με την κυρία Carolyn Hume, μία πολύ σημαντική improv-woman από τη Βρετανία που ηχογραφεί για τη Leo Records, o Θανάσης Μήνας εστιάζει στην περίπτωση του «πρίγκηπα» του dub Prince Jammy, ενώ ο Γιώργος Χαρωνίτης γράφει για τη σχέση του Clint Eastwood με την jazz (τον βλέπετε και στο εξώφυλλο), παρέχοντας όλες τις πληροφορίες. Στο Jazz Eye υπάρχουν δικά μου κείμενα για την Maria Markesini, τους Έλληνες Small Blues Trap και Swing Shoes, τους Αυστριακούς Studio Dan και επίσης, το πολύ κατατοπιστικό άρθρο του Νίκου Νικολόπουλου για την ιταλική prog εταιρία Altrock Productions (Yugen, Rational Diet, Mirthkon κ.ά.). Όπως πάντα, παρούσες και όλες οι μόνιμες «στήλες» (δισκοκριτικές, blues boom!, επανεκδόσεις, δισκορυχείον, Πράξεις λόγιας μουσικής, Τζαζ και Λογοτεχνία κ.ά.). Στο “Jazzin’ with Clint Eastwood” CD μια σειρά κομματιών των Michel Legrand, Jay McShann, Miles Davis, Lennie Niehaus, Gil Evans, Erroll Garner, Thelonious Monk, Gerry Mulligan, Charlie Parker κ.ά. που έχουν τη θέση τους στις ταινίες του αμερικανού ηθοποιού.

Πέμπτη, 5 Αυγούστου 2010

κάτι για το JAZZ JAMBOREE

Γράφοντας έτσι γενικώς, λέμε τώρα, περί ευρωπαϊκών jazz festivals δε γίνεται να παραβλεφθεί το πολωνικό Jazz Jamboree, μία από τις παλαιότερες jazz συναθροίσεις στη Γηραιά Ήπειρο και για κάποια χρόνια (early sixties), σίγουρα, η πιο σπουδαία. Αρχής γενομένης το 1958 (καιρό πριν το Montreux – 1967, το Pori – 1966 ή το North Sea Jazz Festival – 1976), το Jazz Jamboree έφτιαξε αμέσως όνομα, συμπληρώνοντας στις μέρες μας 52 χρόνια συνεχών διοργανώσεων και σημαντικής προσφοράς στα ευρω-τζαζικά δρώμενα. Διεθνές σχεδόν από την ίδρυσή του, αφού το 1960 εμφανίστηκε και ηχογράφησε εκεί ο Stan Getz, συνέδεσε την ύπαρξή του όχι μόνο με τη γέννηση και την ανάπτυξη της τοπικής σκηνής, φιλοξενώντας όλα τα μεγάλα ονόματα των sixties (Krzysztof Komeda, Tomasz Stanko, Zbigniew Namyslowski – η παρουσία του το 1963, με το κουαρτέτο του θεωρείται από τις καθοριστικές στιγμές στην ιστορία της polish jazz), αλλά και με τις μετακλήσεις Αμερικανών (Duke Ellington, Miles Davis, Thelonious Monk, Dizzy Gillespie, Wynton Marsalis, Charles Mingus, Keith Jarrett, Herbie Hancock…) και βεβαίως Ευρωπαίων (Ganelin Trio, Bernt Rosengren, Guido Manusardi…), έδωσε άλλον αέρα όσον αφορά στη σημασία των τζαζ δρωμένων στην Ευρώπη. Τα άλμπουμ εξάλλου, που έχω επιλέξει για ένα μικρό σχολιασμό, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.Το 1968 ήταν μια δύσκολη χρονιά για την πολωνική κοινωνία. Το καθεστώς Gomulka βρισκόταν με την πλάτη στον τοίχο, μετά μάλιστα και από την εξέγερση των φοιτητών το Μάρτιο εκείνου του έτους, και με τη χώρα να βυθίζεται όλο και περισσότερο στη φτώχεια. Λογικό ήταν λοιπόν το Jazz Jamboree 68 [Muza XL 0501] να μην εμφανίσει «αστέρια» στο πάλκο του, αλλά κάποια σχήματα από το eastern block, προχωρώντας και σε ορισμένες οικονομικές μετακλήσεις από την Αγγλία ή το Βέλγιο. Εμφανίστηκαν λοιπόν η Big Band of The Moscow Radio and TV υπό τη διεύθυνση του Vadim Ludvikovski, με τον Gennadiy Goldstein στο άλτο, παίζοντας ένα εξωφρενικό swing, το θρυλικό Studio 4 Ensemble από την πρώην Ανατολική Γερμανία (με leader τον αλτίστα Ernst-Ludwig Petrowsky και ακόμη τους Hubert Katzenbeier τρομπόνι, Hans Joachim Graswurm τρομπέτα, Klaus Koch μπάσο κ.ά.) σε πολύ συναισθηματικές ελεύθερες στιγμές, οι Βρετανοί traditionalists Old Timers, με τον κλαρινίστα Sandy Brown και την Beryl Bryden στο τραγούδι και με ρεπερτόριο από Louis Armstrong μέχρι… Horace Silver και τέλος οι Βέλγοι Babs Robert Quartet, του σαξοφωνίστα Babs Robert (Johnny Brouwers πιάνο, Paul Dubois μπάσο, Robert Pernet ντραμς οι υπόλοιποι) σ’ ένα στυλ alla Bill Evans, πριν μπει το σαξόφωνο και... χαλάσει το πράγμα.Το 1972 ο Gomulka ήταν πια παρελθόν και στη θέση του βρισκόταν ο Gierek. Η κατάσταση, λογικώς, δεν πρέπει να’ταν και πολύ καλύτερη· τουλάχιστον για τους μουσικούς. (Οι πληροφορίες μου προέρχονται, κυρίως, μέσα από συζητήσεις με τον ελληνικής καταγωγής κιθαρίστα των SBB Αποστόλη Άνθιμο – κάποια στιγμή θ’ ανεβάσω ένα μέρος τους). Παρ’ όλα αυτά βρέθηκαν φαίνεται κάποια λεφτά και κατέφθασαν στη Βαρσοβία, για το Jazz Jamboree 72 [Muza XL 0929 ή SXL 0929 για τη stereo κόπια] μεγάλα, οπωσδήποτε, ονόματα. Cannonball Adderley και Jimmy Smith (που δεν εμφανίζονταν στο άλμπουμ) και ακόμη Elvin Jones Quartet (με τους Steve Grossman τενόρο, Dave Liebman φλάουτο, σοπράνο, τενόρο, Gene Perla μπάσο), Charles Mingus Quartet (με τους Cat Anderson τρομπέτα, Hamiet “Bunny” Bluiet βαρύτονο, John Russell Foster πιάνο, Roy Brooks ντραμς), η Big Band του Kurt Edelhagen από την τότε Δυτική Γερμανία και το κουαρτέτο του βιμπραφωνίστα Bosco Petrovic (με Damir Dicic κιθάρα, Miljenko Prohaska μπάσο, Georgij Manchev ντραμς) από την πρώην Γιουγκοσλαβία, που ακούστηκαν στο “Days of wine and roses” του Henry Mancini...
Τι αποδεικνύεται απ’ όλα τούτα; Μα το προφανές. Το να εμφανίσει κάποιος διοργανωτής ενός φεστιβάλ μεγάλη μουσική δεν είναι αναγκαστικώς θέμα χρημάτων.