Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

ERDEM HELVACIOGLU & PER BOYSEN

Δεν είναι δύσκολο να χαρακτηρίσεις το έργο του τούρκου κιθαριστή (χειρίζεται, επίσης, διάφορα μπιμπλίκια) Herdem Helvacioglu και του σουηδού σαξοφωνίστα-φλαουτίστα (επίσης χειρίζεται διάφορα μπιμπλίκια) Per Boysen. Στο 58λεπτο “Sub City 2064” [Private Pressing, 2010] αναφέρομαι, ένα ηλεκτρονικό εν γένει άλμπουμ, με τις όποιες ενδεχόμενες παραλλαγές και διακλαδώσεις του.Η space αισθητική, το πρώτο που λέω, είναι πανταχού παρούσα στο CD, είτε μιλάμε για τα soli των σαξοφώνων (άκου Gato Barbieri), είτε για τα κιθαριστικά (άκου Pink Floyd)· αμφότερα σαφέστατα (τα soli) σε κομμάτια όπως το “Legends of lost land”. Παρά ταύτα το συνολικό άκουσμα δεν θα το χαρακτήριζα pop (με την ευρεία έννοια), ούτε ακριβώς avant. Κι αυτό είναι το δύσκολο, στην προσπάθεια που καταβάλουν οι Helvacioglu και Boysen. Να υπερβούν, δηλαδή, μανιέρες και συνταγές, προσφέροντας ένα ακρόαμα απολύτως καταληπτό και από τα δύο συμβαλλόμενα (pop-avant) μέρη. Kraut, psych, electro, electro-acoustic και μάλιστα με dub, metal, jazz και improv αναφορές; Μοιάζει «σαλάτα». «Σούπα», φαινομενικώς. Και όμως δεν πρόκειται για ένα έργο ερμητικό και αυτάρεσκο, και επ’ ουδενί αδιάφορο. Απεναντίας, είναι μία από τις όχι και τόσο… καθημερινές απόπειρες δύο καλλιτεχνών, να μεταχειριστούν γνωστές και καταξιωμένες φόρμες, με μιαν αίσθηση «πρώτης φοράς». Αυτή, ίσως, να είναι και η φουτούρα της Sub City (του... 2064). Η πιθανότητα, δηλαδή, πως η επικοινωνία ανάμεσα στο πείραμα και την εκλαΐκευσή του θα έχει αποκατασταθεί, χωρίς ενδιάμεσες εκπτώσεις.
Επαφή: www.myspace.com/erdemhelvacioglu, www.perboysen.com
Εδώ, κάτι από τον Erdem. Δεν είναι από το “Sub City 2064”, αλλά είναι στο ίδιο κλίμα και δε μας χαλάει…

ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΑ ΕΠΙΘΕΤΑ. Ή, έστω, ένας μικροτραυματισμός τους. Ας μην είμαστε και τόσο κακοί…

Ξεφύλλισα το πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, της περιόδου 2010/2011. Ανεβαίνουν ένα-δυο έργα, που θα ήθελα να τα δω («Η Μητέρα του Σκύλου», του Παύλου Μάτεσι, ας πούμε). Ελπίζω να το καταφέρω.Διάβασα, επίσης, όσα ήταν εντός γραμμένα (επιμέλεια κειμένων-διορθώσεις: Μαρία Τσέτσου). Σε καμμιά δεκαριά περιλήψεις, των 100 περίπου λέξεων η καθεμία, υπάρχει μία χρήση επιθετικών προσδιορισμών, που, κατ’ εμέ, υπερβαίνει τα όρια του ανεκτού.
«Η αριστουργηματική», «ένα εμβληματικό», «ένα αριστουργηματικό», «αριστούργημα», «εξέχοντες ηθοποιούς», «σπουδαίο επιτελείο», «σπουδαιότερα έργα», «σημαντικούς πρωταγωνιστές», «ένα αριστούργημα», «το αριστουργηματικό», «η εμβληματική», «σπουδαίοι πρωταγωνιστές», «σημαντικότερες ελληνίδες», «κορυφαίο έλληνα φιλόλογο»…
Η κατάχρηση, ακόμη κι αν μιλά κανείς για τον Παλαμά, τον Γκολντόνι, ή τον Ροστάν, είναι προφανής. Θα έλεγα δε πως ακριβώς επειδή τα πρόσωπα είναι… υπεράνω πάσης υποψίας, θα έπρεπε τα επίθετα που χρησιμοποιούνται για την «εξυπηρέτηση» των έργων τους να ήταν εντελώς ανώδυνα. Τι ανάγκη έχει ο Μάτεσις π.χ. του «εμβληματικού», μίας λέξης του συρμού, κακόηχης και «δήθεν», την οποίαν προσωπικώς δεν έχω ποτέ χρησιμοποιήσει; Και πόσες φορές «αριστούργημα» (σ.σ. δύο) θα πρέπει να αποκαλέσεις, μέσα σε 100 λέξεις, το «Συρανό Ντε Μπερζεράκ» του Ροστάν, προκειμένου να πειστεί το θεατρόφιλο κοινό ώστε να «ενδώσει»;
Έτσι, για το γαμώ το που λέμε, χτύπησα τη λέξη «αριστούργημα» με όλα τα παράγωγά της στο blog. Βρήκα τη λέξη 4 φορές γραμμένη (ίσως να υπάρχουν μερικές ακόμη – δεν είμαι σίγουρος τι πιάνει το search) μέσα σε 14 μήνες, εκ των οποίων οι τρεις είναι «κούφιες» (η λέξη αναφέρεται με ειρωνική διάθεση). Τι να πω; Δισκορυχείον είμαστε. Χώματα ανασύρουμε…
Θέλω να υποθέτω πως η επιμελήτρια από υπερβάλλοντα και μόνο ζήλο (και όχι από αδυναμία έκφρασης) κατέφυγε στην ανηλεή… επιθετότητα.

ΙΔΙΟΦΩΝΟ

Από την κ. Ρίκα Δεληγιαννάκη (δείτε εδώ σάς παρακαλώ… http://is.gd/hSHmm) έλαβα πριν από λίγο καιρό ένα τεύχος, το υπ’ αριθμόν 16 (Μάιος 2010), του περιοδικού Ιδιόφωνο, που κυκλοφορεί στο Ηράκλειο (της Κρήτης), από τον Μουσικό Σύλλογο «Απόλλων». Η Ρίκα Δεληγιαννάκη είναι πρόεδρος της καλλιτεχνικής επιτροπής των καθηγητών του Συλλόγου και επιμελήτρια της έκδοσης του Ιδιοφώνου.Το περιοδικό είναι αρκετά καλό, με θέματα που ξεφεύγουν του τοπικού ενδιαφέροντος (δεν είναι γι’ αυτό το λόγο «αρκετά καλό», αντιλαμβάνεστε πώς το λέω). Διάβασα με αληθινή όρεξη τη μονογραφία του καθηγητού τού Πανεπιστημίου Αθηνών Παύλου Καλλιγά, για την συνθέτιδα Ρένα Κυριακού (1917-1994)… κυρίως γνωστή για τη λαμπρή σταδιοδρομία της ως πιανίστα. Επίσης τη συνέντευξη του Γιώργου Κουρουπού στην Ελένη Παπασπύρου, αλλά και το πολύ προσωπικό κείμενο της Ρίκας Δεληγιαννάκη για την πιανίστα Ντόρα Μπακοπούλου
Ένα e-mail ίσως φανεί χρήσιμο σε κάποιους(ες): apollon.1908@gmail.com

Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΣΟΥΚΑΣ δικαίωμά μου…

Κάπως έγινε και θυμήθηκα, ξαφνικά πριν από δυο μέρες, τον συνθέτη, κιθαρίστα και τραγουδιστή Κώστα Σούκα (από το αρτινό γένος των Σουκαίων, φυσικά). Και αν για τον αδελφό του κλαριντζή Βασίλη Σούκα τα… τρομερά παιδιά της τζαζ πήραν κάποια στιγμή γραμμή (ελέω Κυριάκου Σφέτσα και Κώστα Γιαννουλόπουλου, βασικά), για τον Κώστα Σούκα η… ροκ ομήγυρη φοβούμαι πως δεν έχει πάρει ακόμη χαμπάρι τα... μερακλομπερδέματά του. Δικαίως; Ίσως. Δηλαδή ναι.
Ο Κώστας Σούκας δεν έπαιξε στα fusion του καιρού, ίσως (έτσι το νοιώθω) γιατί υπήρξε ο ίδιος ένας fusion πρωτοπόρος (τό’ξερε δεν τό’ξερε), ρίχνοντας –παραλλήλως με τις επιτυχίες που χάριζε στον Μάκη Χριστοδουλόπουλο, τον Μιχάλη Μενιδιάτη, την Έλενα Γιαννακάκη, ή τη Σοφία Κολλητήρη– ένα διαμαντάκι στον ωκεανό της δισκογραφίας, το οποίο θα λάμπει (έστω, θ’ αχνοφέγγει) στον αιώνα τον άπαντα. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που βρήκα μπροστά μου για πρώτη φορά, σ’ ένα βλάχικο δισκάδικο της Πάτρας τα «Μερακλομπερδέματα» [Intersound SIN2002] από το 1979. Λέω «βλάχικο», γιατί το μαγαζί, το οποίο τώρα δεν υπάρχει, πουλούσε και αντέγραφε μόνο δημοτικά – δίσκους, κασέτες και… γιγαντοκασέτες των 8-track. (Για όσους ξέρουν από Πάτρα, βρισκόταν στην οδό Μαιζώνος –τον ιδιοκτήτη τον ’λέγαν Σπύρο–, σχεδόν απέναντι από τα Δικαστήρια). Εκεί λοιπόν είχα βρει το δίσκο του Κώστα Σούκα, τον οποίον αγόρασα (τότε) για ένα και μόνο λόγο. Είχε… ροκ εξώφυλλο/οπισθόφυλλο. «Κιθάρα παίζει ο Κώστας Σούκας» διάβαζα. «Κιθάρα» έλεγε, κιθάρα έβλεπα, τι είχα να χάσω – σε μιαν εποχή, μάλιστα, που τα φράγκα μάς περίσσευαν; Επτά-οκτώ κατοστάρικα, κάτι τέτοιο...
Το άλμπουμ, για να μην πολυλογώ, αποδείχτηκε αδάμαντας. Και αποτελεί, έκτοτε, ένα από τα αμετακίνητα στην playlist μου, όποτε τυχαίνει δηλαδή να κληθώ σε κανά σταθμό, για κανένα προγραμματάκι. «Μερακλομπερδέματα» είχα παίξει και στην Πάτρα (στο Μουσικό Δίαυλο και στον Φάρο FM), αλλά και στην Αθήνα πρόπερσι, στον Κόκκινο 105,5, όταν είχαμε πάρει κάτι ωρίτσες, ως περιοδικό, ενώ βεβαίως έχω αναφερθεί στο άλμπουμ και στο Jazz & Τζαζ (όχι στο «δισκορυχείον»).Κάτι ακόμη. Πρωτάκουσα διπλοπενιά σε ηλεκτρική κιθάρα από το Γιάννη Δρόλαπα (Μουσικές Ταξιαρχίες… κι άλλες αηδίες) το 1982, στη διασκευή του «Τεκέ» του Ανέστη Δελιά. Πήγαινα στο Λύκειο ακόμη. Θυμάμαι πως δεν καταλάβαινα τι ήταν, ακριβώς, εκείνο, που έφτανε στ’ αυτιά μου. Φίλος, που… γρατζούναγε, μου είχε εξηγήσει. Περί τα μέσα των 80s άκουσα για πρώτη φορά τη «Μισιρλού» από τον Dick Dale, από κάποια νυχτερινή εκπομπή (ραδιόφωνο) του Γρηγόρη Βάιου και πολύ αργότερα, στη δεκαετία του ’90 πια, τον Aris San. Είχαν προηγηθεί βεβαίως τα διπλόχορδα σόλι του Κώστα Σούκα…
Διαπίστωση. Στα «Μερακλομπερδέματα» δεν υπάρχει μπουζούκι ούτε για δείγμα (κάποιοι τη θέλουν αυτή την πληροφορία...). Φυσικά, τα instros είναι χάρμα ώτων, αλλά επειδή εγώ γουστάρω και τα σκυλάδικα ξεκινάω με το «Δικαίωμά μου» (στίχοι Λάκης Τσόλης) και μετά πάω στο απίθανο lead track «Το τσιφτετέλι μου»

Σάββατο, 27 Νοεμβρίου 2010

CHARLIE POOLE το pop banjo στις αρχές του 20ου

Δύο εκδόσεις του τελευταίου καιρού επαναφέρουν στη συλλογική μνήμη έναν από τους πιο επιδραστικούς «λευκούς» μουσικούς των ΗΠΑ, τον banjoist Charlie Poole (1892-1931). Στα 39 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει, και ουσιαστικά μέσα σε μια πενταετία ηχογραφήσεων (1925-1930), κατόρθωσε – μαζί με το συγκρότημά του, τους North Carolina Ramblers –, να ανασυντάξει ό,τι του παραδόθηκε, δημιουργώντας, και αυτός απ’ τη μεριά του, το νέο pop(ular) άσμα.Όσοι ακούμε rock, jazz, blues και folk μπορεί να μη γνωρίζουμε «απ’ ευθείας» τον Charlie Poole, γνωρίζουμε όμως τα τραγούδια του ή, εν πάση περιπτώσει, τα τραγούδια εκείνα τα οποία ο ίδιος τα έκανε, πρώτος, «επιτυχίες», καιρό πριν τα περιλάβουν οι… νέοι του ’60. Ένα παράδειγμα είναι το “Hesitation blues”. Προσωπικώς, άκουσα για πρώτη φορά αυτό το τραγούδι από τους Αμερικανούς Kaleidoscope (υπάρχει στο πρώτο LP τους “Side Trips” από το 1967 – στα credits αναφέρεται “C. Poole”) και περίπου την ίδιαν εποχή (μέσα του ’80), από τους Hot Tuna (στο πρώτο LP τους, από το 1970, στο οποίο αναφέρεται ως traditional, διασκευασμένο από τους Jorma Kaukonen και Jack Cassady). Από τον Kaukonen φαίνεται πως έμαθε το τραγούδι και η Janis Joplin (το ηχογράφησαν μαζί, στο σπίτι του Kaukonen, το 1965), ενώ από τους πρώτους που το τραγούδησαν στα sixties πρέπει να ήταν και οι Holy Modal Rounders, στο παρθενικό LP τους στην Prestige, το 1964. Μάλιστα, κάποια στιγμή τραγουδούν “Got my psycho-delic feet, in my psycho-delic shoes” και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν αυτή η πρώτη φορά κατά την οποίαν ακούστηκε η λέξη «ψυχεδελικός» σε τραγούδι. Φυσικά, οι εκδοχές του κομματιού είναι δεκάδες. Από τους jazzmen Duke Ellington και Earl Hines, μέχρι τους folkists Dave Van Ronk και Roy Bookbinder. Ενώ και στην Αγγλία το είπαν οι Cyril Davies, New Deal String Band, Pete Stanley & Wizz Jones, One Time Syncopated Codpiece και άλλοι διάφοροι. Στην Ελλάδα, δε, έχει ακουστεί σε live από τη Sugahspank! και τους Swing Shoes (ελπίζω σύντομα και στη δισκογραφία…). Άλλα τραγούδια του Charlie Poole, που έγιναν γνωστά στα πιο πρόσφατα χρόνια (εννοώ μετά το ’60), ήταν το “White house blues” (Stained Glass, John Mellencamp ή John Cougar, όπως τον ξέραμε από παλιά…), το “Don’t let your deal go down” (Chieftains, Grateful Dead, Flying Burrito Brothers, Bob Dylan…), αλλά και το “Sweet sunny South” (Joan Baez, Possom Trot String Band…). Ποιος ήταν λοιπόν αυτός ο… high wide & handsome, στον οποίο θ’ αφιέρωνε ένα ξεχωριστό project, πριν από λίγο καιρό (και αυτό θα είναι ένα δεύτερο θέμα) ο Loudon Wainwright III; Ας ξεκινήσω με ολίγα βιογραφικά, έτσι όπως τα βρίσκω στο βιβλίο του Richard Carlin “The Big Book of Country Music” [Penguin Books, New York 1995].
Γεννημένος στην αγροτική Βόρεια Καρολίνα, το 1892, ο Poole ανέπτυξε το δικό του παίξιμο στο banjo, βασισμένο στα διάφορα παραδοσιακά στυλ που άκουγε τριγύρω. Αντιθέτως από άλλους banjoists του βαθέως Νότου, που έπαιζαν κάπως χαλαρά και συγκρατημένα, οι pickers από την Καρολίνα ήταν πιο… φουριόζοι, έχοντας την τάση να τσιμπάνε τις χορδές, χρησιμοποιώντας δύο ή τρία δάχτυλα, θυμίζοντάς μας το μεταγενέστερο παίξιμο στο bluegrass (το οποίον, και αυτό, ανέπτυξαν δύο Καρολινέζοι, ο “Snuffy” Jenkins και ο Earl Scruggs). Ο Poole ήταν επηρεασμένος από έναν άλλο προγενέστερο banjoist, τον Fred Van Eps (1878-1960), που έκανε εκατοντάδες ηχογραφήσεις στις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ου αιώνα. Αλλά και ο Poole άφησε λίγες ηχογραφήσεις στο ragtime στυλ των banjoists. Αναφέρονται, επίσης, ιστορίες ότι ο Poole είχε καταστρέψει το δεξί του χέρι, όταν στα παιδικά του χρόνια έπαιζε baseball (σ.σ. μάλλον χωρίς γάντια), πράγμα που τον ώθησε να αναπτύξει το δικό του στυλ παιξίματος. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ως ενήλικας, έπαιζε banjo χρησιμοποιώντας τον αντίχειρα και δύο από τα δάκτυλα του δεξιού χεριού του. Ο Poole, εργάστηκε στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του σε υφαντουργεία, όπως και πολλοί άλλοι country μουσικοί της εποχής. Η βάση του ήταν η Spray, μία μικρή πόλη της Βόρειας Καρολίνα, εκεί όπου γεννήθηκε και άρχισε την καλλιτεχνική του καριέρα. Αρχικώς, σχημάτισε ένα duo με τον βιολιστή Posey Rorer, έναν ανθρακωρύχο από το Tennessee, που είχε τραυματιστεί στη σκληρή δουλειά του ορυχείου και γι’ αυτό είχε βρεθεί στην υφαντουργεία. Οι Poole και Rorer συνδέθηκαν, άμεσα, με τον κιθαρίστα Norman Woodlieff, δημιουργώντας έτσι τους περιώνυμους North Carolina Ramblers. Το 1925 το trio πήγε βόρεια για να βρει δουλειά, στο Passaic, του New Jersey (εργάστηκαν σε αυτοκινητοβιομηχανία). Η Νέα Υόρκη ήταν κοντά και ο Poole, που πήρε την πρωτοβουλία για μια δισκογραφική επαφή, τα κατάφερε με την πρώτη, αφού την ίδια χρονιά (27/7/1925) το συγκρότημα έκανε το πρώτο του session για την Columbia (“The girl I left in sunny Tennessee”, “I’m the man who rode the mule around the world, “Can I sleep in your barn tonight mister”, “Don’t let your deal go down blues”). Η επιτυχία υπήρξε άμεση. Το “Don’t let your deal go down blues”, ένα τραγούδι επηρεασμένο από τα blues (βεβαίως), που επανατυπωνόταν συνέχεια, πούλησε αμέσως σχεδόν πάνω από 100 χιλιάδες κόπιες(!), για να γίνει με τα χρόνια κάτι σαν η «υπογραφή» του Poole.Περιεργαζόμενος το 4 Disc Box Set της Proper υπό τον τίτλο “The Essential Charlie Poole” μένω, κατ’ αρχάς, στο πρώτο δισκάκι· το “White House Blues”, υπό Charlie Poole & The North Carolina Ramblers. Τα τέσσερα πρώτα κομμάτια δεν είναι άλλα από εκείνα του πρώτου session, για να ακολουθήσουν άλλα 16 με χρονολογική σειρά (και ανά session), φθάνοντας μέχρι το “If I lose, I don’t care” (rec. 25/7/1927). Σ’ αυτά, δε, φαίνεται πως παίζει (δηλαδή παίζει) κιθάρα ένας πρώην μηχανικός σιδηροδρόμων από την West Virginia, ο Roy Harvey, ο οποίος είχε αντικαταστήσει τον Norman Woodlieff. Τραγούδια όπως το “White House blues” (με αναφορές στη δολοφονία του Προέδρου των ΗΠΑ William McKinley, το 1901, από τον αναρχικό Leon Frank Czolgosz) αποδείχθηκαν διαχρονικές αξίες μέσα στα χρόνια, αφού με αλλαγμένους στίχους (“To Washington”) ο John Mellencamp έδωσε ένα ωραίο «αντι-George W. Bush» άσμα το 2003.
Το δεύτερο CD έχει τίτλο “Old & Only In the Way” και περιλαμβάνει (με σειρά) 16 από τα τραγούδια που ηχογράφησε ο Charlie Poole από την 25/7/1927 έως την 7/5/1929, πάντα με τους North Carolina Ramblers, συν 4 τραγούδια με τους Highlanders. Ήταν η εποχή όπου ο καρολινέζος μουσικός ήθελε να επεκτείνει το συγκρότημά του, συμπεριλαμβάνοντας και άλλους οργανοπαίκτες (σε πιάνο, δεύτερο βιολί…), που είχαν συνεργαστεί κατά καιρούς με τους Ramblers. (Πιάνο, ας πούμε, έπαιζε η Lucy Terry, αδελφή του Roy Harvey). Ο παραγωγός της Columbia, όμως, Frank Walker, ο οποίος, παρεμπιπτόντως, είχε ανακαλύψει δεκάδες μουσικούς και συγκροτήματα (από τους Skillet Lickers μέχρι τον Hank Williams) δεν ήθελε ν’ αλλάξει την επιτυχημένη φόρμουλα των Ramblers. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η λύση που προτείνεται είναι, συνήθως, μία. Το νέο συγκρότημα αλλάζει όνομα (Highlanders) και μεταφέρεται σε άλλο label (την Paramount εν προκειμένω). Περιττό να πω πως το υλικό υπήρξε πρώτης κλάσης, με τραγούδια όπως το “Rambling blues” ή το “Old and only in the way”, να μετατρέπονται σε στάνταρντ, για το old-time country ρεπερτόριο. Ακόμη και το super group του bluegrass οι Old and in the Way (Jerry Garcia, Vassar Clements, David Grisman, John Kahn, Peter Rowan), που έδρασε στο διάστημα 1973-75, χρωστούσε τ’ όνομά του στον παλιό σκοπό του Poole.
Στο “A Trip to New York” (τρίτο CD) ανθολογούνται ηχογραφήσεις του κιθαρίστα Roy Harvey (1892-1958), αλλά και του βιολιστή Posey Rorer (1891-1936), οι οποίοι έκαναν και παράλληλες, ξεχωριστές καριέρες (πιο μεγάλη ο πρώτος, πιο μικρή ο δεύτερος), αλλά και επόμενα sessions των North Carolina Ramblers (από το καλοκαίρι του ’28), με τον βιολιστή Lonnie Austin να αντικαθιστά τον Poser Rorer, όπως και του παράλληλου project Allegheny Highlanders· υπό το όνομα αυτό βγήκαν οι τέσσερις πλευρές “A trip to New York” στην Brunswick.Αλλά και στο τέταρτο CD, το “If the River Was Whiskey”, που καταγράφονται δύο sessions (Ιανουάριος-Σεπτέμβριος του ’30 – μέσα στην Ύφεση δηλαδή) οι North Carolina Ramblers, με νέο βιολιστή τους Francis Odell Smith, εξακολουθεί να γνωρίζουν επιτυχία. Το “If the river was whiskey” (rec. 23/1/1930), που δεν ήταν άλλο από το “Hesitation blues”, μπορεί να επιλέχθηκε για πολλούς λόγους, αν και σε κάθε περίπτωση εξέφραζε την ακατανίκητη ροπή του Charlie Poole προς το ποτό. Ένα πάθος, που, ίσως (ίσως λέω – μην παρεξηγηθώ), να συνέτεινε στον πρόωρο θάνατό του (πέθανε, πάντως, στα 39 του, το 1931, από ανακοπή). Στα highlights του παρόντος τα 4 κομμάτια (“Just pickin’”, “Beckley rag”, “Underneath the sugar moon”, “Lonesome weary blues”) των κιθαριστών Roy Harvey και Leonard Copeland, από το 1929, που αποτελούν ύψιστες κατακτήσεις της λαϊκής κιθαριστικής τέχνης.To πόσο «σημερινές» ακούγονται οι συνθέσεις και τα τραγούδια που διαμόρφωσε ο Charlie Poole το αντιλαμβάνεσαι αμέσως, ρίχνοντας μιαν ακρόαση στο περιποιημένο διπλό CD του Loudon Wainwright III υπό τον τίτλο “High Wide & Handsome, The Charlie Poole Project” [2nd Story Sound/ Proper, 2009]. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό tribute, στο οποίο ο αμερικανός μουσικός και η πολυμελής παρέα του (καθένα από τα 30 tracks ερμηνεύονται από διαφορετικό team), δίνουν απίθανες versions των κομματιών που είπε ο Poole στα late twenties, κάνοντας άσματα όπως το “Where the whippoorwill is whispering tonight” (το τελευταίο, μάλλον, track, που ηχογράφησε στην καριέρα του ο σπουδαίος Καρολινέζος), ν’ ακούγονται με περισσή συγκίνηση. Όπως γράφει ο Wainwright στο περιποιημένο booklet, εστίασε στην περίπτωση του Charlie Poole νωρίς στα seventies, στο σπίτι του Patrick Sky, όταν o ίδιος ο Sky του είχε τραγουδήσει το “Awful hungry hash house” – αν και, όπως σημειώνει ο ίδιος, είχε ακούσει κι είχε αγαπήσει τόσο το “Baltimore fire”, όπως το είχαν διασκευάσει οι New Lost City Ramblers στο “Vol. III” [Folkways, 1961], όσο και το “Flop eared mule” από το “The Holy Modal Rounders 2” [Prestige, 1965].Ακούγοντας το “If I lose”, με τον Loudon Wainwright III και τους φίλους του (Chaim Tannenbaum banjo, David Mansfield μαντολίνο και Tim Luntzel μπάσο), να τραγουδούν “The peas was so greasy, the meat was so fat/ The boys was fighting the Spaniards, while I was fighting that/ One morning, just before day” εκείνο που περνάει από το μυαλό μου είναι πως, 112 χρόνια μετά τον ισπανο-αμερικανικό πόλεμο, κάποιοι εξακολουθούν να περιμένουν τους φαντάρους να επιστρέψουν. Όχι από την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο, αλλά από το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Σομαλία ή απ’ όπου αλλού.
Ας πρόσεχαν. Δεν πρόσεξαν.

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

οι μαστουρωμένοι ροκάδες του Νίκου Δήμου…

Χλευάζει τον ακαδημαϊκό Βασίλειο Μαρκεζίνη (δίχως να τον κατονομάζει) ο Νίκος Δήμου στην τελευταία Lifo (Νο 226, 25/11/2010). Είναι εύκολο να καταλάβεις γιατί. Θίχτηκε ο Δήμου, γιατί ένας άνθρωπος ενός κάποιου κύρους λέει κάτι που το λένε όλοι οι σοβαρά σκεπτόμενοι άνθρωποι ανά τον κόσμο (νομικοί τε και οικονομολόγοι). Πως η χώρα πάει κατά διαόλου. Πως την κυβέρνηση τη νοιάζει μόνο να μη ζημιωθούν οι τοκογλύφοι (αυτό το λέω εγώ) και πως δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσουμε την πτώχευση, την αναδιάρθρωση ή τη στάση πληρωμών (δεν είναι όλα τα ίδια, αλλά υπάρχουν κοινά σημεία). Κι ενώ ο Δήμου επιχειρεί να μας εξηγήσει τη φαιδρότητα (κατ’ αυτόν) του όρου «σερ» (σιγά τα λάχανα), την πραγματική αφορμή των λεγομένων του την αποκρύβει. Ή, μάλλον, τη βάζει σε… παρένθεση. Λέει κάπου δηλαδή, αναφερόμενος στον Μαρκεζίνη: «(Προς το παρόν, εκστομίζει κοινοτοπίες και κινδυνολογίες.)». Α, μάλιστα. Τώρα κατάλαβα. Θίχτηκε το εκσυγχρονιστικό μας γονιδίωμα…
Και σαν να μην έφθαναν αυτά – και το λέω, γιατί, σε άλλη περίπτωση, δεν θα έκανα το post – ο σεβάσμιος Νίκος Δήμου καταφέρεται κι εναντίον των ροκάδων που αναγορεύτηκαν «σερ», γράφοντας για «μαστουρωμένους ροκάδες (που) τιμήθηκαν μ’ αυτόν τον τίτλο».
Ο άσχετος με το ροκ Νίκος Δήμου ορθόν είναι να σκέφτεται, πριν μιλήσει για τον Paul McCartney και τον Elton John (δεν ξέρω ποιοι άλλοι ροκάδες μπορεί να είναι σερ), καθότι – απ’ ό,τι φαίνεται δηλαδή –, είναι ανίκανος να αντιληφθεί… πώς, με ποιον τρόπο, εκείνοι οι… μαστούρηδες έδωσαν ταυτότητα, λόγο και φωνή σε μιαν ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων, σε κάθε γωνιά του κόσμου.
Του αφιερώνω μάλιστα του κυρίου Δήμου κι ένα… ναρκωτικό τραγούδι αγάπης από τον σερ Έλτον, σε μεγάλη φόρμα, την οποίαν, ως fan της κλασικής, καλύτερα θα εκτιμήσει.

THE SWING SHOES swinging… hassapika

Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο συχνά εντοπίζω, στην ελληνική σκηνή, μπάντες οι οποίες επιχειρούν να αναμοχλεύσουν το ηχογραφικό παρελθόν (εγχώριο και αλλοδαπό), βγάζοντας προς τα έξω μια… σπαραξικάρδια εικόνα. Σαν να κάνουν πλάκα, σαν να αναποδογυρίζουν το τσουκάλι για να δουν τι υπάρχει από κάτω (χύνοντας ό,τι υπάρχει μέσα), σαν να επιθυμούν να κάνουν δικά τους, όσα τους ανήκουν και, κυρίως, όσα δεν τους ανήκουν, μη λογοδοτώντας σε κανέναν. Υπάρχει δηλαδή μία αρχικώς αδικαιολόγητη, αλλά στη διαδρομή γενναία σιγουριά, που αφορά στην αισθητική στόχευση και η οποία υπηρετείται με ήθος, γνώση και αναρχοκρατούμενο χιούμορ. Τους Burger Project έχω κατά νου, αλλά και τους Swing Shoes, το άλμπουμ τους “Ladies & Gents, Here’s The Swing Shoes”, που κυκλοφόρησε λίγο μήνες πριν από τις Prominence Recordings.Οι Swing Shoes, έτσι τουλάχιστον όπως εμφανίζονται στην ηχογράφηση (2/2008), είναι βασικά, τρία άτομα – ο Αντώνης Γουλιέλμος κιθάρες, ο Γιώργος Κούτρας κιθάρες, banjo, dobro και ο Πάνος Τομαράς μπάσο –, αν και, σήμερα, το συγκρότημα είναι πλέον κουαρτέτο (ασχέτως αν μετατρέπεται ακόμη και σε οκτέτο…), μια και δίπλα στους Γουλιέλμο, Κούτρα και Τομαρά, ο βιολιστής Ανδρέας Σιγαλός έχει πλέον ρόλο μόνιμο.
Εκείνο που πράττουν οι Swing Shoes είναι πρωτότυπο, όχι όσον αφορά στο προβαλλόμενο ηχόχρωμα αναγκαστικώς (αφού ο Django Reinhardt είναι πανταχού παρόν – δίχως να κρύβεται, ταυτοχρόνως, η αγάπη τους και για τον Μανώλη Χιώτη φερ' ειπείν), όσο κυρίως στην ικανότητά τους να ομογενοποιούν διαφορετικά ακούσματα, προς την κατεύθυνση του gypsy ακουστικού swing. Γιατί – πώς να το κάνουμε; – άλλο πράγμα είναι το “Swing ’42” του Django, άλλο το «Δεν σε θέλω πια», άλλο το “20th century boy” των T. Rex και άλλο το “Rollin’ & tumblin’” του Muddy Waters. Παρά ταύτα, παρά τον φαινομενικό κατακερματισμό του ρεπερτορίου που επιλέγουν, γι’ αυτήν την πρώτη έξοδό τους στη δισκογραφία, οι Swing Shoes έχουν τη δύναμη, τη γνώση και την πρόνοια, αν θέλετε, να φέρουν στα μέτρα τους ένα υλικό, το οποίον, έτσι όπως τ’ ακούς, σε πείθει απολύτως.Κατ’ αρχάς (και εν τέλει), εκείνο που είναι φανερό είναι πως οι άνθρωποι έχουν δουλέψει πάνω στο συγκεκριμένο σχέδιο. Έχουν καταφέρει, δηλαδή, να σβήσουν τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ κομματιών, όπως αυτά που προαναφέρθηκαν, εμμένοντας στη δική τους lo-fi ενοργανική προσέγγιση και μάλιστα με ελάχιστες έξωθεν βοήθειες (μόνο στο “20th century boy” του Marc Bolan ακούγεται η Sugahspank! στη φωνή, ο Oxocube στα κρουστά και ο Σιγαλός στο βιολί, ο οποίος, όπως είπα, θα γινόταν λίγο αργότερα μόνιμο μέλος τους). Οι versions, με άλλα λόγια, απ’ όποια πλευρά και να τις δεις, είναι πολύ δεμένες, με ωραίες αυτοσχεδιαστικές(;) παρεμβάσεις στις εισαγωγές ή αλλαχού («Καραγκούνα», «Γιάννη μου το μαντήλι σου»), μεταφέροντας, δίχως πρόβλημα, έναν ωραίο Hot Club αέρα.
Να μιλήσω για αναπάντεχο (ελληνικό) άκουσμα; Όχι, για όσους τους έχουν δει ζωντανά ή απ' το YouTube τα τελευταία 3-4 χρόνια.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

μια βδομάδα πριν…

Ο… Λάκης Αλεξάνδρου της Ιταλίας στο «Γελαστό παιδί»…

ΛΑΚΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ άσπρα περιστέρια

Ακούμε συχνά να λένε: «μ’ αυτά τα τραγούδια μεγάλωσα». Τι να εννοούν άραγε; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως τι εννοώ εγώ. Γιατί κι εγώ λέω αυτή την κουβέντα – και μ’ αρέσει· με γυρίζει στην πηγή των μουσικών μου γούστων, τότε όταν αποφάσιζαν άλλοι για την… καλλιτεχνική μου επιμόρφωση.
Τα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσα είναι εκείνα που άκουγα τυχαίως στην παιδική μου ηλικία (γιατί στην παιδική μας ηλικία μεγαλώνουμε… μετά κολλάμε), δίχως να πληρώνω, δίχως εγώ ν’ αποφασίζω το τι, το πώς και το γιατί. Εκείνα που έπαιζαν τα ραδιόφωνα στις αυλές. Όσα άκουγα στα λουναπάρκ, στα σφαιριστήρια και τα ποδοσφαιράκια (από τα οποία με μάζευε η μάνα μου, γιατί κάπνιζαν και αισχρολογούσαν οι «γιεγιέδες»), εκείνα που έδειχνε στα μουσικά διαλείμματα η χουντοτηλεόραση.
Αυτή η ιστορία με τα… τραγούδια που μεγάλωσα κράτησε μέχρι το ’74, γιατί από το ’75 και μετά κάπως περιορίστηκε, όταν άρχισα να χώνω τα φραγκοδίφραγκα στα τζουκ-μποξ της εποχής, ακούγοντας και κανά Ζαγοραίο (που δεν τον έπαιζε η χούντα – νομίζω;)· το φροϋδικό ας πούμε «Όλες είσαστε ίδιες» (Όταν ήμουν παιδί/ πριν γνωρίσω το δάκρυ/ είχα πλάσει μια αγάπη/ φανταστική), που για έναν παράξενο τρόπο μου άρεσε, όσο και το «Έλα πιο κοντά» με τον Θέμη Ανδρεάδη και την Άινα Μάουρερ, και άλλα διάφορα. Κάποιοι της ηλικίας μου λένε ότι μεγάλωσαν με Zeppelin, με Sabbath, με Boy George ή με Mecano. Ώπα. Άκουσα κι εγώ Flue και Mecano, στα 18 μου. Αλλά στα δέκα μου, άκουγα τον μακαρίτη το Χρύσανθο στο ραδιόφωνο (από τους «Δροσουλίτες») κι έτρεμα απ’ το φόβο μου. Ακόμη τρέμω, καθώς τον ακούω να ξελαρυγγιάζεται στα «Φλουριά»… Το ’75-’77 όλα αυτά. Το ’71-’72 όμως;
Συνειδητοποίησα τι χώνευα ως πιτσιρίκι, μια δεκαετία αργότερα, στα χρόνια του ’80 πια, όταν κάποιοι ξεχασμένοι ραδιοπειρατές, με ελάχιστη διάθεση ανανέωσης της… γκαρνταρόμπας τους, εξακολουθούσαν να μεταδίδουν το ελαφρολαϊκό των early και mid seventies. Τα κομμάτια, και βεβαίως οι τραγουδιστές μού φαίνονταν όλοι γνωστοί. Λάκης Αλεξάνδρου, Φίλιππος Νικολάου, Κωστής Χρήστου, Τόλης βεβαίως, Κοινούσης, Μυτηλιναίος, μη «ερωτικός» Πάριος, αλλά και τα πιο πίσω ονόματα, όπως ο Νίκος Πάνος με την «Κατάρα» του ή ο Γιώργος Αιγύπτιος.
Στη δεκαετία του ’90 πια, όταν έπαψα να σκέπτομαι έστω και κατά το ελάχιστον σκληροπυρηνικά, σε σχέση με το τι ακριβώς μουσική γουστάρω ν’ ακούω, – όλα όσα «μου λένε», απαλλαγμένος από άψυχους περιορισμούς – κι επειδή οι συγκεκριμένοι δίσκοι δεν έκαναν περισσότερο από δυο-τρία κατοστάρικα (τώρα κάνουν δυο-τρία ευρά, μπορεί και πέντε), άρχισα να τους αγοράζω, ώστε να είμαι πλέον κύριος των μουσικών επιλογών μου.Με τον Λάκη Αλεξάνδρου, λοιπόν – που πέθανε την περασμένη Πέμπτη (18/11) στα 69 του χρόνια απ’ ό,τι διάβασα – μεγάλωσα. Το «Όνειρο», τα «Άσπρα περιστέρια», το «Αντίο σπίτι μου», το «Τον κόσμο κυβερνώ» τα θυμόμουν και τα θυμάμαι από τότε, όλα από τον πρώτο δικό του δίσκο [EMI/ His Master’s Voice CSDG 50] του 1971, με τις λαϊκορόκ ενορχηστρώσεις του Γιάννη Διδίλη (ενορχήστρωνε και για τον Μίκη Θεοδωράκη). Αν μου αρέσουν; Είναι καλά ελαφρολαϊκά τραγούδια. Έχουν στίχους και μουσική του ίδιου του Αλεξάνδρου, ο οποίος και τα ερμήνευε. Άρα έχουμε να κάνουμε μ’ έναν τραγουδοποιό, κάτι ενδιαφέρον από μόνο του. Εξάλλου, ήταν κι η φωνή του. Μία φορά την άκουγες και σου έμενε στ’ αυτί. Όχι όπως του Ρέμου, που όσες φορές και να τον ακούσω, εδώ κι εκεί δηλαδή, κινδυνεύω να τον αναγνωρίσω. Τι άλλο ήταν; Ήταν και το… κάπως ψυχεδελικό εξώφυλλο, που μου θύμιζε Erkin Koray (ξέρω ’γω, εκείνη την παλιά συλλογή της Xotic Mind).Πήγα και παραπέρα, αφού αγόρασα κάποια στιγμή και το «Λάκης Αλεξάνδρου 2» [EMI/ Columbia SCXG 114] από το 1973, με ενορχηστρώσεις των Γιώργου Μαλλίδη και Μίμη Πλέσσα. Στο δίσκο που είχε 12 τραγούδια, δύο ήταν του Πλέσσα, πέντε του Μαλλίδη και πέντε του ίδιου του Αλεξάνδρου. Ήταν κατώτερος, όμως, από τον πρώτο, αν και δυο-τρία κομμάτια ξεχώριζαν. Το «Παίξε κιθάρα», σε μουσική και στίχους του Αλεξάνδρου, το «Στενό δρομάκι» του Μαλλίδη, το «Πώς να μη λυγίσω» του Πλέσσα και του Τάσου Οικονόμου.
Άλλο άλμπουμ τού Λάκη Αλεξάνδρου δεν αγόρασα. Δεν πήγα παρακάτω. Τώρα, όμως, θα σκύψω να μαζέψω και το τελευταίο του…

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΤΑΚΗΣ

Ωραία η ιδέα της ΕΤ1 για μια εκπομπή αφιερωμένη στο σκηνοθέτη Νίκο Παπατάκη, αλλά πτωχό το (υλοποιημένο) αποτέλεσμα. Στο προχθεσινό (22/11) Doc On Air αναφέρομαι, στο οποίο προβλήθηκε η ταινία των Τίμωνος Κουλμάση και Ηρούς Σιαφλιάκη «Νίκος Παπατάκης: Πορτρέτο ενός ελεύθερου σκοπευτή».
Τι δεν έγινε, λοιπόν; Οι συντελεστές του ντοκυμαντέρ (ας το πω έτσι) δεν εκμεταλλεύτηκαν το θέμα, μένοντας, κατά κύριο λόγο, στα όσα είπε μπροστά από την κάμερα ο σκηνοθέτης. Μπορεί, βεβαίως, ο Παπατάκης να τα έλεγε μια χαρά, φανερώνοντας έναν άνθρωπο που δεν «μάσησε» στη ζωή του, πόσω μάλλον σήμερα, όταν βρίσκεται στα 92 του, όμως το έργο του δεν «αναλύθηκε» όπως θα άρμοζε, από τους δύο συντελεστές (και δεν εννοώ, αναγκαστικώς, από τους ίδιους, αλλά από έτερους προσκεκλημένους). Ακούστηκαν ελάχιστα για τις ταινίες του και σχεδόν τίποτα για τις δύο «ελληνικές» του, τους «Βοσκούς της συμφοράς» και τη «Φωτογραφία», οι οποίες αποτελούν κατ’ εμέ (μεταφέρω τη γνώμη ενός θεατή, να μην παρεξηγηθώ) υπέρλαμπρα κοσμήματα του κινηματογραφικού μας μικρόκοσμου.
Οι «Βοσκοί», μία απολύτως αντισυμβατική, για να μην πω αναρχική, ταινία με τον Γιώργο Διαλεγμένο και την Όλγα Καρλάτου, που γυρίστηκε μέσα στη χούντα, ή και μέσα στη χούντα, και πρωτοπροβλήθηκε στην Ελλάδα μάλλον στα μέσα των seventies (πιθανώς στις αρχές του 1976), όπως και η «Φωτογραφία», η πιο πλήρης κινηματογραφημένη τραγωδία (με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης), με τον Άρη Ρέτσο και τον Χρήστο Τσάγκα, «δεμένη», μάλιστα, με το συγκλονιστικό soundtrack του Χριστόδουλου Χάλαρη – δίσκος στην EMI/Columbia [062-1701231] από το 1986 – είναι από ’κείνα τα φιλμ, που πάνε το ελληνικό σινεμά μίλια μπροστά. Με τον Παπατάκη δεν ξεμπερδεύεις σε τρία τέταρτα…
(Επειδή… ένα τέταρτο κειμένου είναι και τούτο ’δω υπόσχομαι να επανέλθω).

Τρίτη, 23 Νοεμβρίου 2010

TIGA... «τρία» στην Ιάβα

“Blues for Tony” [USA. MoonJune MJR029, 2009], ok, αλλά περί ποίου Tony πρόκειται; Δε θέλει και πολύ για να μαντέψεις, ρίχνοντας μία πρώτη ματιά στη line-up του κουαρτέτου. Allan Holdsworth κιθάρες, Alan Pasqua πιάνο (μέλη αμφότεροι των New Tony Williams Lifetime τη διετία 1975-76 – ξεκαθάρισε το πράγμα), Jimmy Haslip (ex-Yellowjackets) μπάσο, Chad Wackerman ντραμς (στις μπάντες του Frank Zappa την περίοδο 1981-88). Κάπως σαν σούπερ-γκρουπ δηλαδή, και, εν πάση περιπτώσει, με ξεκάθαρη fusion απόδοση.Ένα… blues λοιπόν για τον master ντράμερ Tony Williams (1945-1997), τον άνθρωπο που σφράγισε με τα χτυπήματά του τον ήχο τού Miles Davis στα sixties, αλλά και τον ήχο του jazz-rock εν γένει, όταν ηγείτο των Lifetime (1969-1976). Η μπάντα που πιάνεται εδώ σ’ ένα live του ’07, πράττει, όσον αφορά στο πρόγραμμα, το πρέπον. Και παλαιά κομμάτια από το πρώτο LP των New Tony Williams Lifetime “Believe It” του 1975 (“Fred”, “Protocosmos”, “Red alert”) και κλασικές συνθέσεις των μελών του γκρουπ (όπως το βαρύ στις κιθάρες “Looking glass” του Holdsworth, από το “Atavachron” του ’86), αλλά και πρωτότυπο υλικό – το “It must be jazz”, σύνθεση και των τεσσάρων, είναι το πιο groovy θέμα του διπλού CD, με έξοχη δουλειά από τον Alan Pasqua στα keyboards. Γενικώς, ένα καλοφτιαγμένο fusion άλμπουμ του παλιού καιρού, που τυγχάνει διανομής από μουσικάρες.Η MoonJune δίνει βήμα στους «ιστορικούς» παίκτες των sixties/seventies, φέρνοντάς τους σ’ επαφή με νεώτερους μουσικούς του χώρου. Συνδυάζει, δηλαδή, διαφορετικές «γενιές», κατορθώνοντας να σχηματίσει νέα progressive περιβάλλοντα, παντελώς… ιδιόφωνα και χωρίς κανένα κόλλημα με τα τεχθέντα του άλλοτε. Ο φλαουτίστας, βασικά, Geoff Leigh έχει περάσει από τους Henry Cow, Slapp Happy, Hatfield and The North κ.ά. Είναι, εν ολίγοις, «κεφάλαιο». Η ιαπωνίδα Yumi Hara – ήδη γνωστή από το έσχατο project Humi, μετά του Hugh Hopper – είναι η keyboard player και η βοκαλίστα, που μπορεί να εγγυηθεί τη συνέχεια της κατάστασης· όχι εν είδει sequel, αλλά με καινούρια δυναμικά επεισόδια. Στο “Upstream” [MJR027, 2009] οι δύο μουσικοί προβάρουν, συνθέτουν και αυτοσχεδιάζουν, δίχως να ξεκαθαρίζεται πότε προβαίνουν στο ένα ή το άλλο. Ο Leigh, που δεν χειρίζεται μόνο φλάουτο, αλλά ακόμη σοπράνο, zither, κρουστά, ηλεκτρονικά… βομβίζοντας με τη φωνή ενίοτε, παρέχει όλες τις δυνατές «εκπλήξεις», οι οποίες βρίσκουν χώρο ν’ αναπτυχθούν στα τελετουργικά πληκτρονικά χαλιά, που... υφαίνει, με σαφή διακριτικότητα, η Hara· όταν, βεβαίως, η ίδια δεν τραγουδά, βασισμένη σε «σπασμένες» μελωδίες της πατρίδας της. Το συνολικό φωνητικό αποτέλεσμα, όσον αφορά στην αισθητική σκοπιά, κινείται ανάμεσα στον gothic μπρεχτισμό της Dagmar Krause, τον avant μελωδισμό της Meredith Monk και την κακοφωνία της Joan La Barbara. Υπόδειγμα το 11λεπτο “Dolphin chase”, στο οποίο συνυπάρχουν φωνές, όργανα και ατμόσφαιρες, σ’ ένα επικοινωνιακό κρεσέντο.Για τους Ινδονησίους simakDialog έχω ξαναγράψει (http://is.gd/hEEzs)· αφορμή ήταν το προηγούμενο άλμπουμ τους για την MoonJune, το “Patahan”, που βγήκε πριν από τρία χρόνια. Πέρυσι, η νεοϋορκέζικη εταιρία κυκλοφόρησε και το πλέον πρόσφατο (πέμπτο) CD τους, το “Demi Masa” [MJR024], ένα ακόμη eastern fusion, βουτυγμένο στη γκαμελανική πεντατονία. Χωρίς μειδιάματα, είναι ό,τι θ’ αποκαλούσαμε indonesian jazz. Εξαιρετικές μεγαλόπνοες συνθέσεις (το 14λεπτο “Salilana Pertama”), εξώκοσμοι φωνητικοί συνδυασμοί (“Salilana Kedua”), απολαυστικό percussion section (τρεις χειριστές κρουστών), μοναδικές συνυπάρξεις ηλεκτρικών και ακουστικών οργάνων (κιθάρα, πιάνο), υψηλής λειτουργικότητας παιξίματα από το 5μελές γκρουπ και τους τρεις guests. Σημαντικότατο άλμπουμ.
Επαφή: www.moonjune.com

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

ECHOES OF JERUSALEM…

Για τον Χάρη Χαλκίτη έχω ξαναγράψει (http://is.gd/hBteY). Προσφάτως, ανακάλυψα μία ακόμη απίθανη ηχογράφησή του – ένα 45άρι, το οποίον παντελώς αγνοούσα. Μα ακόμη κι αν υπήρχε περίπτωση κάποιος να το είχε ακούσει, τυχαίως, στο δίκτυο, πάλι δεν θα συνέβαινε τίποτα, αφού το όνομα του έλληνα μουσικού δεν αναγράφεται στο cover. Και που αναγράφεται; Μα στο label, αλλά κι εκεί λανθασμένα. (Οπότε, ακόμη χειρότερα).Ο… H. Chaltikis Charalampo, δεν είναι άλλος, φυσικά, από τον Χάρη Χαλκίτη, ο οποίος ως… Echoes of (Jerusalem) ηχογραφεί ένα δισκάκι, το 1973, σε γαλλική παραγωγή των Disques Carabine (στο ίδιο label κόπηκαν singles των τρομερών Βέλγων Irish Coffee, των El Chicles, του Pierre Cavalli κ.ά.). Το 45άρι “Echoes of Jerusalem/ Take your time” φαίνεται δε πως έκανε μεγαλύτερη επιτυχία στην Ιταλία, όταν κυκλοφόρησε εκεί στις αρχές του ’73 από την Fonit-Cetra International [IS 20121], μπαίνοντας μάλιστα στην 20άδα του top της χώρας.
Και τα δύο τραγούδια (συνθέσεις του Χαλκίτη) ήταν σε παραγωγή και ενορχήστρωση του Michael Swirid. Οι δυο τους, Swirid και Χαλκίτης, θα συνεργαστούν το 1975 στο άλμπουμ του Ντέμη Ρούσσου “Souvenirs” [Philips] –θα γράψουν μαζί με τον Χαλκίτη και κάποιον άλλον το “Winter rains”–, σκοράροντας και στην περίοδο των Queen Samantha, όταν με το “Take a chance” (1979) θα δρέψουν δάφνες στο σύμπαν της space-disco.
Για μένα, το “Echoes of Jerusalem” είναι ένα από τα καλύτερα ελληνικά funky items, με… ψυχεδελικό drum break και ακόμη ψυχεδελικότερο hammond κλείσιμο. Ακούστε το…

οι CHAΚACHAS στο Ερέχθειον

Αυτές τις δύο φωτογραφίες στα εξώφυλλα των singles των Chakachas τις χωρίζουν πάνω από 10 χρόνια, μπορεί και 15. Όπως φαίνεται καθαρά οι δύο ομάδες αποκλείεται να έχουν κοινά, περισσότερα από ένα μέλη. Βασικά, αναφέρομαι στη χοντρή κυρία που τραγουδούσε και έπαιζε maracas και το όνομα της οποίας ήταν (βάσει μιας διάσπαρτης ιντερνετικής πληροφορίας) Kari Kenton.Οι Chakachas των «Παιδιών του Πειραιά», του «Κουλούρι», της «Εικοσάρας» και του «Εγώ και το γαϊδουράκι» μου (early sixties) δεν φαίνεται να είχαν καμμία ουσιαστική σχέση με τους Chakachas του "Jungle fever", του "African yama", του "By the way" και του "He's gone" (early-mid seventies).Πάντως, η τρίτη φωτογραφία από το Ερέχθειον, τραβηγμένη κάπου στις αρχές της δεκαετίας του '60 (κοσμεί το back cover του πρώτου single), φανερώνει και την ιδιαίτερη σχέση των Βέλγων(;) με τις μουσικές μας, αφού δεν έλεγαν μόνο τραγούδια ελλήνων συνθετών (Χατζιδάκις, Μουζάκης...), αλλά τραγουδούσαν και στη γλώσσα μας!Δίνω ακόμη μια πληροφορία από μνήμης, χωρίς να την τσεκάρω. Τους θυμάμαι live ή περίπου live και σε ελληνική ταινία της εποχής. Όποιοι γνωρίζουν περισσότερα (όχι απ' αυτά που λέει η Wikipedia...) ας συμπληρώσουν...

Κυριακή, 21 Νοεμβρίου 2010

GROOVY STELIOS - ZERRIN ZEREN

Το «Μη μου λέτε γι’ αυτή» (1968) σε μουσική του Νάκη Πετρίδη και σε στίχους του Πυθαγόρα είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη. Όταν πριν από κάμποσα χρόνια είχα βρει στο Μοναστηράκι ένα... ψιλοχάρβαλο στο εξώφυλλο 45άρι («μέσα» ήταν μια χαρά), το “Yazik sana/ Askta gurur olmaz” [Murat MI 446] από το 1972, διαπιστώνοντας ότι το είχε πει στην τουρκική και η Zerrin Zeren χάρηκα. Βασικά, για δύο λόγους. Και γιατί, η τουρκάλα τραγουδίστρια, το υποστήριξε όπως πρέπει και γιατί απεδείχθη, για πολλοστή φορά, το πόσο δημοφιλής υπήρξε (και είναι) ο Καζαντζίδης στη γείτονα. Πάρτε γραμμή…

Παρασκευή, 19 Νοεμβρίου 2010

THE ATLANTICS ψυχωβγάλτες

Οι… Αυστραλοί Atlantics υπήρξαν (υπάρχουν ακόμη, του χρόνου συμπληρώνουν 50 χρόνια ζωής!) ένα από τα μεγαλύτερα surf γκρουπ στη rock history. Το “Bombora” –στη γλώσσα των Αβοριγίνων το τεράστιο κύμα που σκάει σε ύφαλο–, το οποίο βγήκε τον Ιούλιο του 1963 δεν αποτελεί, απλώς, ένα παγκοσμίου φήμης all time instro surf classic, αφού ακόμη και στην Ελλάδα «κόπηκε» από την CBS σε 45άρι εκείνα τα χρόνια («δεύτερο», ίσως, μόνο πίσω από το “Pipeline” των Chantay’s), είναι κι ένα κομμάτι το οποίο φέρει (και) την υπογραφή ενός Έλληνα, του κιθαρίστα Jim Skiathitis. Στους Atlantics –και θέλω να νομίζω πως λέω γνωστά πράγματα– έπαιζε ακόμη ένας Έλληνας, ο κιθαρίστας και αργότερα κιμπορντίστας Theo Penglis, ενώ μπασίστας ήταν κάποιος επίσης από τη γειτονιά μας, ο Bosco Bosanac. Το κουαρτέτο συμπλήρωνε ο ντράμερ Peter Hood, που, ίσως, ήταν ο μόνος Αυστραλός στο γκρουπ. Φυσικά, οι Atlantics δεν ήταν το συγκρότημα του «ενός κομματιού». Ηχογράφησαν κάμποσα 45άρια, τρία άλμπουμ (το “Express to Bagdad” των Hood-Skiathitis, από το τρίτο LP τους “The Explosive Sound of The Atlantics” είναι ένα ακόμη άπαιχτο surf instro, εφάμιλλο του “Bombora”), ενώ πρόλαβαν να διασκορπίσουν τη δημιουργικότητά τους και μέσα στην garage και psych εποχή, αφήνοντας, επίσης, καταπληκτικά covers και τραγούδια.
To 1967 οι Atlantics, ως κουιντέτο πλέον, αφού στη σύνθεσή τους είχε προστεθεί και ο τραγουδιστής Johnny Rebb δίνουν μία από τις πιο ώριμες εγγραφές τους. Αναφέρομαι στο 45άρι “Come on/ You tell me why” [Sunshine QK-1691]. Το πρώτο κομμάτι, σύνθεση και πάλι του ντράμερ Peter Hood είναι ένα ψυχωτικό garage punk, χιλιάδων κυβικών.
Ο lead κιθαρίστας στο φιλμάκι με το ριγέ παντελόνι και το μπιρμπιλωτό πουκάμισο είναι ο Penglis, ενώ εκείνος με τα μαύρα μαλλιά (αριστερά στο κάδρο) είναι ο Skiathitis. (Στην πραγματικότητα, στην ηχογράφηση εννοώ, είναι πιθανόν ο Penglis να παίζει πλήκτρα και ο Skiathitis να σολάρει στην κιθάρα).

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

BRYAN AND THE HAGGARDS

Δεν είναι σύνηθες να βρίσκεσαι, συχνά, εμπρός σε τέτοια εξαίρετα tributes. Οι Bryan and The Haggards, που δεν είναι κάποιο συγκρότημα αποτελούμενο από «αγνώστους» μουσικούς (θα πω στη συνέχεια για ποιους πρόκειται) σκύβουν στο ρεπερτόριο του «θρύλου» της country Merle Haggard, δίδοντας έναν απίστευτης έντασης, πρωτοτυπίας και ομορφιάς, βινυλιακής διάρκειας (38:57) δίσκο. Το “Pretend It’s the End of the World” [Hot Cup Records HOT CUP 094, 2010] είναι η πιο απλή απόδειξη του τι σημαίνει δημιουργική μουσική και πώς, με ποιόν τρόπο δηλαδή, ένα έργο άλλης λογικής (εκείνο του Haggard) μπορεί να ενδυθεί τελείως διαφορετικά ενδύματα, δίχως ν’ απωλέσει ίχνος της δύναμής του.Αυτό που κάνουν, επί του παρόντος, οι Bryan Murray τενόρο (από τους Jon Lundbom & Big Five Chord – έχω γράψει γι’ αυτούς, δες εδώ… http://is.gd/hmL9P), Jon Irabagon άλτο (από τους Mostly Other People Do the Killing – για το πολύ καλό CD τους “Forty Fort” δες, επίσης, στην ίδιαν ανάρτηση), Jon Lundbom κιθάρες, Matthew “Moppa” Elliott μπάσο (επίσης από τους MOPDtK) και Danny Fischer ντραμς είναι να προσομοιάσουν τις μουσικές του Haggard σ’ ένα «ελεύθερης», όσο και χεβυ-τζαζικής λογικής πλάνο, παίρνοντας γραμμή από ένα-δυο γεγονότα της πρώιμης ζωής του (του Haggard), τα οποία, κατά τον Leonardo Featherweight που έχει γράψει τις σημειώσεις στο ένθετο, τον επηρέασαν στο… σχεδιασμό τού μουσικού του πλάνου. Το ένα ήταν η γνωριμία του (τού Haggard) με τον Ornette Coleman (όταν ο τεξανός σαξοφωνίστας έπαιζε στην μπάντα τού… rhythm n’ bluesman Pee Wee Crayton, το 1953) και το άλλο η τηλεοπτική του επαφή (τού Haggard) με τον Charlie Haden, όταν ο άγνωστος τότε κοντραμπασίστας ήταν in-house μουσικός στην εκπομπή του ABC “Ozark Jubilee”, συνοδεύοντας τον Johnny Cash στο “Cry! cry! cry!”, εκεί γύρω στο 1955 (πιθανώς και λίγο πιο μετά). Οι δύο αυτές «αναφορές», ο Coleman και ο Haden δηλαδή, οδηγούν τους Bryan and The Haggards σε μία ανατρεπτική αντιμετώπιση των τραγουδιών του Haggard (οι δικές του συνθέσεις “Silver wings”, “Swinging doors”, “Working man blues”, “All of me belongs to you”, καθώς και τα “Miss the Mississippi and You” του Bill Halley, “Lonesome fugitive” των Casey and Liz Anderson και “Trouble in mind” του R.M Jones), μετατρέποντάς τα όλα σε instrumentals (αυτό είναι το εύκολο), πλήν του “All of me belongs to you”, στο οποίο έχουμε scatting, και, κυρίως, δίνοντάς τους μία εξω-καντρική αύρα, φέρνοντάς τα δίπλα, κάποιες φορές, στην Liberation Music Orchestra (“Trouble in mind”), στο πρώιμο southern-rock (τα soli της κιθάρας στο “Silver wings”) ή σε άλμπουμ του Coleman, όπως το “Crisis” [Impulse!, 1969], με Charlie Haden, Dewey Redman κ.ά.
Σπουδαία δουλειά. Κι ας μην περιέχει (καλύτερα…) τις εκδοχές του αντι-hippie/αντι-αντιπολεμικού “Okie from Muskogee” και του υπερ-πατριωτικού “The fightin’ side of me”, δύο κλασικών «δεξιών» τραγουδιών του Haggard από τη διετία 1969-70…

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ blink

Πριν διαβάσετε ό,τι ακολουθεί, ίσως αξίζει να ρίξετε μια ματιά εδώ... http://is.gd/hkNmU... (Έχω ενθέσει και στην παλαιά ανάρτηση τη συνέντευξη για ευνόητους λόγους). Λίγα λόγια, λοιπόν, του Αχιλλέα Μιχαηλίδη από τους Asteria Beat, Achill, Zachar a Bolek και τους Επίκουρους, όσον αφορά στην καριέρα του στην π. Τσεχοσλοβακία και την Ελλάδα...

Πώς έφθασαν στα χέρια σας, στα χέρια των Asteria Beat, τα τραγούδια των Charms και των Idols;
Τα σινγκλ μας τα στέλνανε από την Ελλάδα. Με τ’ Asteria Beat τραγουδούσαμε σε χορευτικά κλαμπ. Για να ήσουν επαγγελματίας μουσικός θα έπρεπε να είχες δώσει μουσικές εξετάσεις. Και βεβαίως, ελληνικά τραγούδια ακούγονταν από ’μας και από τα άλλα ονόματα που έχετε καταγράψει στο χρονικό σας. Το κράτος προωθούσε ό,τι «ταλαντούχο» υπήρχε, μέσω των μίντια και των μουσικών περιοδικών. Μόνον η «ξένη» δισκογραφία ήταν περιορισμένη.
Όσον αφορά στους Achill, Zachar a Bolek;
Τo διάστημα 1972-75, στην Πράγα, η Supraphon μάς ηχογραφεί στο σινγκλ “Mexico”, και με την πρώτη έκδοση το τραγούδι κρατάει «πρωτιά» για 13 εβδομάδες. Ακολουθεί το “Týden končí/ Kansas City” των Les Humphries Singers, το οποίο παίζεται ακόμη και σήμερα.
Πότε έρχεστε στην Ελλάδα;
Το 1976, στο ζενίθ της καριέρας μας, φεύγουμε για την πατρίδα. Στη Θεσσαλονίκη δημιουργούνται οι Επίκουροι, με νονό τον δημοσιογράφο και κριτικό μουσικής Λευτέρη Κογκαλίδη. Το 1980 γινόμαστε πανελλαδικά γνωστοί, μέσω της εκπροσώπησης της Ελλάδας στη Eurovision με το «Ώτο-στοπ» (Άννα Βίσση και Οι Επίκουροι). Ανήκαμε από το 1977 στη CBS και από το 1980 στην PolyGram. Δυστυχώς, οι παραγωγές ήταν περιορισμένες, σχεδόν ανύπαρκτες. Υπήρχε διαφωνία με τους τότε υπεύθυνους στην επιλογή των τραγουδιών. Το μόνο που γράψαμε κάτω από το όνομα Επίκουροι είναι ένα remix χορευτικό. Το LP “Ράλλυ” στην Music Land της Θεσσαλονίκης το 1992.

Αν θέλετε ν' ακούσετε μόνο το "Mexico" με τους Achill, Zachar a Bolek πηγαίνετε κατ' ευθείαν στο 6:25... κλείνει, πάντως το "Apres toi" με την Helena Vondráčková... Προηγούνται, απ' ό,τι διάβασα στο βίντεο, οι Věra Špinarová & Bob Frídl στο "Put your hand in the hand", η Jitka Zelenková στο "Hallo A", οι Zelenáči στο "Orange blossom special", η Eva Pilarová στο "Gira l´amore" και ο Václav Neckář στο "Where do you go to (My lovely)".

Τρίτη, 16 Νοεμβρίου 2010

ACID MOTHERS TEMPLE electric heavyland

Η απίστευτα περιπλεγμένη 15ετής ιστορία των Ιαπώνων Acid Mothers Temple και βεβαίως του ιδρυτή τους, κιθαρίστα Kawabata Makoto δρα αποθαρρυντικώ τω τρόπω, στην προσπάθεια να «περιοριστεί», μέσα σε κάποια λογικά πλαίσια δηλαδή, η λαβυρινθώδης (heavy cosmic improvised λένε όσοι θέλουν να ξεμπερδεύουν με τρεις λέξεις) δισκογραφική τους παρουσία. Με άξονα πέντε CD τους, για τα οποία θα πω λίγα λόγια, θα επιχειρήσω το... ακατόρθωτο. (Ok, δεν είμαι ο μόνος). Από την εποχή των Πυθαγορείων (το πάμε πολύ πίσω, αλλά δεν πειράζει) η μουσική και όσοι... συναναστρέφονταν μαζί της, αποτελούσαν το πιο ισχυρό κομμάτι ενός μηχανισμού να κατανοηθεί η γήινη και κατ’ επέκταση η συμπαντική πορεία, μέσα από διαδικασίες μελέτης και άσκησης, που στόχευαν στην απελευθέρωση του σώματος από τις διάφορες φυσικές εξαρτήσεις και βεβαίως στην ανάταση του πνεύματος, με την ταυτόχρονη προβολή του επάνω στο καθημερινό αιτούμενο. Στην εύρεση δηλαδή των απαντήσεων που να καθιστούν βεβαία τη θεωρία. Αναπτύχθηκαν έτσι κάποιοι μυστικοί κώδικες, ένα σύστημα σύνθεσης πραγμάτων και καταστάσεων, εντός του οποίου η τέχνη των ήχων είχε έναν πολύ σημαντικό ρόλο (και ως άμεση εφαρμογή της φυσικής των αριθμών), στην κατανόηση των νόμων της δημιουργίας. Από ’κει, από τους Πυθαγορείους δηλαδή, φαίνεται πως ξεκινούνε όλα – όχι τυχαίως ο Sun Ra, ιδρυτής μιας εκ των των σημαντικοτέρων μουσικών κολεκτίβων του 20ου αιώνα, στο εξώφυλλο τού “The Heliocentric Worlds of, Vol.2”, έβαλε τη δική του φωτογραφία στο κέντρο μιας εξάδας προσώπων, δίπλα σ’ εκείνη του Πυθαγόρα. Βεβαίως, όλες οι «ανάλογες» μυστικές φιλοσοφικο-θρησκευτικές σχολές ή στάσεις που εμφανίστηκαν στην ιστορική πορεία, από εκείνη του Ερμή Του Τρισμέγιστου, μέχρι της Μαντάμ Μπλαβάτσκυ, του Γκουρντζίεβ και του Harry Smith (για όλες, ο Sun Ra, είχε έναν καλό λόγο...), έπαιξαν το δικό τους αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας γενικότερης αντίληψης πως η μουσική, εν τέλει, ο ήχος καλύτερα, είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ ό,τι απλώς ακούμε. Μπορεί, λοιπόν, στο χώρο της αφροαμερικανικής κουλτούρας η Arkestra να υπήρξε το πιο διάσημο «κλειστό» σύστημα μουσικού-φιλοσοφικού στοχασμού, όμως και στο χώρο του rock, υπήρξαν σε μικρότερο βαθμό, ανάλογες τάσεις που διαμόρφωσαν ένα σύστημα από πιστεύω, ίσως όχι τόσο καλώς «πληροφορημένο», αλλά πάντως με σημαντική παρουσία, κάποιες φορές, μέσα στα πλαίσια της κουλτούρας των νέων. Να θυμηθούμε τους Magma, τους Gong και κυρίως τους Ya Ho Wa 13 του Father Yod, μία hippie μυστικιστική, μουσική ομάδα από την Καλιφόρνια με μεγάλη δραστηριότητα στα seventies (κοντά της ήταν κάποτε και ο Sky Saxon), τα μέλη της οποίας διδάσκονταν παλαιές πρακτικές (kabbalah, tarot, λευκή μαγεία), μαζί με yoga, ασκήσεις αναπνοής και διαλογισμό. Τούτοι οι τελευταίοι φαίνεται πως απετέλεσαν ένα από τα πιο ισχυρά πρότυπα για τους Acid Mothers Temple. Aν και το συγκρότημα δημιουργήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στην Osaka, εντούτοις η ιστορία μας ξεκινά αρκετά χρόνια πριν, το 1978, στις πρώτες προσπάθειες δηλαδή του Kawabata Makoto να κάνει αισθητή την παρουσία του στην ιαπωνική σκηνή μέσω της Ankoku Kakumei Kyodotai, μιας ομάδας που απαρτιζόταν (και) από μη μουσικούς, οι οποίοι χειρίζονταν, συνήθως, αυτοσχέδια όργανα. Το ηχητικό αποτέλεσμα καταγράφηκε τότε σε ορισμένες κασέτες, για τις οποίες όσοι τις έχουν ακούσει μιλούν για κάποιο είδος freaky ηλεκτρονικού rock, σαν έναν φανταστικό συνδυασμό δηλαδή Deep Purple, Karlheinz Stockhausen, Amon Düül και Red Crayola. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και μέχρι τουλάχιστον το 1987, ο Makoto θα πρωτοστατήσει στη ίδρυση διαφόρων σχηματισμών (Baroque Bordello, Mura, Seiri, Enkei, Suiso, Erochika...) χτίζοντας στην ουσία τις βασικές διαστάσεις του ήχου των Acid Mothers Temple, έτσι όπως εμείς θα τον γνωρίζαμε λίγα χρόνια αργότερα. Χονδρικώς, την εξαετία 1987-92, και βάσει όσων διαβάζω στο ημερολόγιο της μπάντας (www.acidmothers.com), o Makoto θα ασχοληθεί με τον «ελεύθερο αυτοσχεδιασμό», αναπτύσσοντας συγχρόνως τις κοινοβιακές ιδέες και πρακτικές του, όντας μέσα σε διάφορες κομμούνες. Προς το 1995 όλη αυτή η καταβύθιση θα πάρει σχήμα μέσω των Acid Mothers Temple, ενός γκρουπ που ξεπήδησε μέσα από μία ευρύτερη ομάδα φίλων (Soul Collective) αποτελούμενη από αγρότες, ψαράδες, αλλά και χορευτές, μουσικούς κ.λπ. και το οποίο γκρουπ έμελε να παίξει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας νέας ηλεκτρικής αυτοσχεδιαστικής, με την πληθωρική του παρουσία σε events και ηχογραφήσεις.
Λειτουργώντας ως κολεκτίβα, με τους δικούς τoυς, βεβαίως, όρους, οι Acid Mothers αρχίζουν να ηχογραφούν σωρηδόν, στα πρότυπα της Αrkestra δηλαδή, φθάνοντας να έχουν μέσα σε μια 15ετία «άπειρη» δισκογραφία – αδύνατον, ήδη, να καταγραφεί πλήρως. CD, CD-R, δίσκοι βινυλίου, κασέτες και βεβαίως δεκάδες συμμετοχές σε συλλογές, σχεδόν πάντα με πρωτότυπο υλικό, που βλέπουν το φως σε διάφορες χώρες στον κόσμο (από την Φινλανδία έως τις ΗΠΑ και από τον Καναδά έως την Γαλλία, την Νορβηγία και την Πολωνία) φτιάχνουν έναν ζωντανό σημερινό μύθο, που βρίσκεται πάντα σε πλήρη ανάπτυξη. Ένα άλλο χαρακτηριστικό τους, ή μάλλον χαρακτηριστικό του Makoto, έχει να κάνει με τα κατά καιρούς παράλληλα projects που ο ίδιος οδηγεί (Μothers of Invasion, Acid Mothers Temple SWR, Acid Mothers Afrirampo, Acid Mothers Gong, Acid Mothers & The Pink Ladies Blues, Acid Mothers Temple & the Incredible Strange Band, Acid Mothers Guru Guru... λόγω Mani Neumeier, MMMH! κ.ά.) και τα οποία περιπλέκουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα διαπιστώσει αμέσως τον τρόπο που σκέφτεται μουσικώς ο Makoto και πώς αποδίδει φόρους τιμής σε μουσικούς και συγκροτήματα, τα οποία έχει μελετήσει (Τhe Mothers of Invention, Ash Ra Tempel, Gong, Pink Floyd – ή μήπως Pink Fairies; – Jimi Hendrix, Black Sabbath, King Crimson...). Aκριβώς γι’ αυτό το λόγο δεν θα… λυπηθώ κι εγώ να πω ονόματα.
Μία τυπική επαφή μαζί τους θα σήμαινε ας πούμε την ακρόαση 2-3 άλμπουμ τους, φερ’ ειπείν του παρθενικού “Acid Mothers Temple & The Melting Paraiso U.F.O.” [PSF, 1997], του “Pataphysical Freak Out Mu!” [PSF, 1999] ή του “La Novia” [Eclipse] με τον ολοκληρωτικό αυτοσχεδιασμό επάνω σ’ έναν παραδοσιακό σκοπό της Οσιτανίας (Νότια Γαλλία), ενώ από την προσωπική δισκογραφία του Makoto θα μπορούσα να προτείνω (έτσι ως σταγόνα) ακόμη και το kraut “Infinite Love” [Ochre, 2002], για το οποίο και θα γράψω παρακάτω λίγα λόγια.
Τα επόμενα άλμπουμ, λοιπόν, φανερώνουν οπωσδήποτε την ηχητική πολυδιάσπαση των Acid Mothers Temple, ευρισκόμενα όλα μέσα στη «λογική» του συγκροτήματος, δίχως, εννοείται, να την εξαντλούν. Αξίζει ν’ ακούσουμε... Acid Mothers Temple & The Melting Paraiso U.F.O. – Electric Heavyland – CAN. alien8recordings ALIENCD34 – 2002
Για το εναρκτήριο track “Atomic rotary grinding god” τρία άλμπουμ φαίνεται να το επικαθορίζουν, το ένα πάνω στο άλλο. Το πρώτο των Γερμανών Ash Ra Tempel είναι το πιο βαθύ. Μετά, ως αρχικό υπόστρωμα, τα free form/freak-out μέρη των Red Crayola από το “The Parable of Arable Land” και τέλος μία... λεπτή κρούστα αναλογικών ηλεκτρονικών από το “Messe Pour Le Temps Present” των Pierre Henry και Michel Colombier. Προσθέστε μόνο 40 καντάρια ζούρλας... Στο “Loved and confused” φιλοξενείται περαιτέρω ο Jimi Hendrix – αν κι εδώ τα οξύτονα φωνητικά της Cotton Casino είναι όλα τα λεφτά. Στο έσχατο “Phantom of galactic magnum” η ηλεκτρική improv παράνοια αγγίζει τα όριά της – «και συ γιατι ποιος ξέρει παράγγειλες λικέρ/ και μένα στην καρδιά μου 16 κομπρεσέρ...», όπως είχε γράψει (για άλλο λόγο) κάποτε κι ο Ρασούλης. Η line-up: Cotton Casino φωνητικά, σύνθια, Tsuyama Atsushi μπάσο, Higashi Hiroshi σύνθια, Koizumi Hajime ντραμς, Kawabata Makoto κιθάρες. Acid Mothers Temple & The Melting Paraiso U.F.O. – Mantra of Love – CAN. alien8recordings ALIENCD44 – 2004
Ηχογραφημένο στην Nagoya και την Osaka το “Mantra of Love” αποτελεί μία αγνή επίδειξη βιρτουοζιτέ – εδώ, από ένα σχήμα που μοιάζει να έρχεται από τον... δικό μας πλανήτη. Αποδεικνύεται δηλαδή ότι οι Acid Mothers δεν είναι τίποτα απονενοημένοι μετα-hippies που βαράνε δίχως στόχο, αλλά μία ρεαλιστική μπάντα που γνωρίζει απολύτως τα μυστικά του χασίματος και η οποία ξέρει όχι απλώς να αναπαράγει, αλλά και να δημιουργεί πρωτότυπα ψυχεδελικά ρίγη. Και τα δύο θέματα που καταγράφονται εδώ, ιδίως όμως το 30λεπτο “La le lo” (επίσης βασισμένο, κατ’ αναλογίαν με το “La Novia”, σ’ έναν παραδοσιακό σκοπό της Οσιτανίας) είναι εκτός σειράς. Άπιαστη, heavy psychedelia με cosmic φωνητικά από την Cotton Casino, που θα ζήλευαν οι καλύτεροι Pink Floyd. Ή μάλλον τα γκρουπ της γερμανικής Pilz, οι Popol Vuh και οι Emtidi. Acid Mothers Temple / The Cosmic Inferno – Demons from Nipples – POL. vivo 015CD – 2005
Πρόκειται για ένα από τα παράλληλα project του Makoto (τά ’παμε λίγο πριν). Επί της ουσίας αναφέρομαι στη συνεργασία δύο μελών των Acid Mothers (Higashi Hiroshi ηλεκτρονικά, Kawabata Makoto κιθάρες) με τους τρεις Cosmic Inferno (Tabata Mitsuru μπάσο, φωνή, Shimura Koji ντραμς, Okano Futoshi ντραμς) και του παίκτη του κέλτικου ασκού James Annis. Το σχήμα, αν και δημιουργήθηκε μέσα στο 2005, έχει προλάβει να ηχογραφήσει κάμποσα άλμπουμ. (Ένα έχει τίτλο “Starless and Bible Black Sabbath” – σαφή τα υπονοούμενα). Στο “Demons from Nipples” το αποτέλεσμα προσεγγίζει περισσότερο εκείνο του “Electric Heavyland”, κυρίως στη λογική ανάπτυξης των αυτοσχεδιασμών και όχι ακριβώς στην «χεντριξ-ότητα», η οποία, στην περίπτωσή μας, σπάει κάπως λόγω των κυρίαρχων ηλεκτρονισμών. Το όλον πράγμα θυμίζει κάτι από το heavy kraut παραλήρημα των Ash Ra Tempel στο “Seven Up, αν και, όπως αντιλαμβάνεστε, το άθροισμα στην περίπτωσή μας είναι κατά τι... μεγατόνους βαρύτερο. Kawabata Makoto – Your Voice from the Moon – POL. vivo 018CD – 2005
Έτερο κεφάλαιο στην πορεία των Acid Mothers τα προσωπικά σχέδια του Makoto, τα οποία είναι ουκ ολίγα. Ένα απ’ αυτά έχει τίτλο “Your Voice from the Moon”, υπότιτλο “Musique Cosmique Electro-Acoustique.2” και κυκλοφόρησε το 2005 στην πολωνική εταιρία vivo. Κατ’ αρχάς ό,τι ακούγεται εδώ προέρχεται από συνθετητές, αναπτυσσόμενο μέσα από μεγάλες φόρμες. Το πρώτο κομμάτι που έχει τίτλο “Planet crazy diamond” και διαρκεί 21:29 ανταποκρίνεται σε μία κλασική sixties electro αισθητική τύπου Morton Subotnick. To “Love on the galactic railroad” (19:23) ξεκινά με κάπως relaxed διαθέσεις (oι Popol Vuh θα μπορούσε να ήταν μία αναφορά), για να εξελιχθεί μετά τη μέση προς ένα περισσότερο concrete ύφος, κατά τα πρότυπα της γαλλικής σχολής. Το τρίτο και τελευταίο κομμάτι, το “Your voice from the moon” (33:52) είναι το πιο cosmic, με ανεπαίσθητη εξέλιξη κοντά στην αισθητική των πρώιμων Tangerine Dream (“Zeit”). «Φεύγεις» αδιάβαστος... Kawabata Makoto – Infinite Love – UK. Ochre OCH031LCD – rec. 1/2002
Η avant-garde, fully improvised ψυχεδέλεια στην Ιαπωνία φαίνεται να έχει ήδη από τη δεκαετία του ’90, ένα και μόνον όνομα “Acid Mothers Temple”. Η κολεκτίβα του κιθαρίστα Kawabata Makoto μοιάζει υπεύθυνη για το πιο άγριο, απροσδιόριστο και γεμάτο εκπλήξεις ηχητικό μωσαϊκό, που μας ήρθε από την Άπω Ανατολή την τελευταία 15ετία - μια πρόσμειξη βιομηχανικού θορύβου, ζεν διαλογισμού, φρικαρισμένου acid rock και ιαπωνικού folk, που σε ουκ ολίγες περιπτώσεις είναι συναρπαστική. Kraut, άνευ αμφισβήτησης, το “Infinite Love” του Kawabata περιέχει τρία μεγάλης διάρκειας θέματα (19:05, 13:30, 41:30) τα οποία ανακαλούν στη μνήμη μου, εκ νέου, το ηχοσύστημα των Tangerine Dream της περιόδου των “Alpha Centauri”, “Zeit” και “Atem” – μία προσελήνωση, ή μάλλον προς-Άρη-ξη σε αραιή ατμόσφαιρα, που διαρκεί για ώρες…

Υ.Γ. Οι Acid Mothers Temple (με την όποια μορφή τους) στην Ελλάδα. An Club το 2003(;), Bios το 2005 και κάπου αλλού πιο μετά; Κάτι θυμάμαι, από τις «ατζέντες» του Jazz & Τζαζ, αλλά δεν είμαι σίγουρος πέραν του live στο Bios (το ’05 πρέπει να ήταν – ψιλό χάος). Ακριβείς πληροφορίες, για χώρους και ημερομηνίες, θα ήταν χρήσιμες…

ο φθισικός

Δευτέρα, 15 Νοεμβρίου 2010

CROMAGNON 34 χιλιάδες χρόνια πριν...

Ξανακούγοντας, τώρα, μετά από αρκετά χρόνια βινυλιακής απάθειας κι ενός, μόλις, CD-ακής, το “Orgasm” [ESP Disk’, 1969] των Cromagnon ή “Cave Rock” όπως ονομάστηκε αργότερα (έτσι τιτλοφορείται και στην περυσινή επανέκδοση της ESP-Disk’) το πρώτο πράγμα που ήρθε στο μυαλό μου – ως ακροατής εννοώ –, είναι πως κάτι γκρουπ σαν τους Animal Collective, τούτοι εδώ οι διαλυμμένοι anti-hippies από το Connecticut, θα τα είχαν, απλώς, για... πρωινό. Εν πάση περιπτώσει. Τα συγκροτήματα δεν παλεύουν σε αρένες. Ούτε κονταίνουν και ψηλώνουν αναλόγως με τα μέτρα σύγκρισης. Κάνουν ό,τι νομίζουν, και κρίνονται για ό,τι αφήνουν.Εν ολίγοις. Το άλμπουμ των Cromagnon παραμένει μεταξύ των πιο απίστευτων ηχητικών γεγονότων που κληροδότησαν τα sixties, ένα έργο για το οποίον το πρόθεμα proto δύναται να αποκτά, ακόμη και σήμερα, ακόμη και αύριο... άπειρες ολοκληρώσεις. Proto-punk, proto-kraut, proto-industrial, proto-EBM, proto metal... δύσκολο να περιγράψεις τι ακριβώς προτείνουν με το «ροκ των σπηλαίων» οι Austin Grasmere και Brian Elliott. Αν, όντως, όπως λέει ένας αρχαίος μύθος, λίγα χρόνια αργότερα αυτά τα δύο πρόσωπα (ή τρία, γιατί τρία φαίνονται στη φωτογραφία του CD-cover – ποιος να είναι ο τρίτος άραγε, μήπως ο μηχανικός της ESP Onno Scholtze ή μήπως κάποιος από την Connecticut Tribe, που συμμετέχει στην εγγραφή κάνοντας του… κεφαλιού της;), αν αυτά τα πρόσωπα λοιπόν οδήγησαν αργότερα τους Residents (ή τους Negativland) τότε πολλά μπορεί να εξηγηθούν. Αν όχι, που είναι και το πιθανότερον, δηλαδή το... σιγουρότερον, τότε οι Cromagnon θα παραμείνουν εκεί όπου βρίσκονται, απείραχτοι, την τελευταία 40ετία· στην κορυφή των πιο σοβαρών αναδομητών της pop αφήγησης.

Strauss-Kahn

Οι σημερινές δηλώσεις του Dominique Strauss-Kahn, πως οι Έλληνες στηρίζουν το πρόγραμμα του ΔΝΤ και πως ο κόσμος «τελικά υποστήριξε στην πλειοψηφία του την υπάρχουσα κυβέρνηση», αποτελούν ύπατη προσβολή της νοημοσύνης μου (για να μη γράψω «μας» και θεωρηθεί πως μιλώ εξ ονόματος άλλων).
Όταν στις χθεσινές εκλογές η αποχή άγγιξε, πανελληνίως, το 54% (στον Δήμο Αθηναίων το 66%), ενώ τα άκυρα-λευκά το 11%, που σημαίνει πως ένα 65% είπε «όχι» (απ’ όποια θέση – κατ’ εμέ η αποχή έπρεπε να είναι τουλάχιστον «λευκό» ή «άκυρο», για να πονέσει πιο πολύ), για ποια πλειοψηφία καθόμαστε και συζητούμε; Mένει, λοιπόν, ένα «έγκυρο» 35% από το οποίον οι κυβερνητικοί υποψήφιοι (αν θεωρηθεί πως αυτοί επιδοκιμάζουν τα της κυβέρνησης) έλαβαν, χονδρικώς, το μισό, δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση ένα 18%. Ποια πλειοψηφία και κουραφέξαλα; Δεν ντρέπονται να λένε τέτοια λόγια; Όποιοι τα λένε... Τους έχει σιχαθεί ο κόσμος. Τι άλλο πρέπει να συμβεί δηλαδή, για να παραδεχθούν πως είναι οι λιγότεροι; Να τους υποστηρίζουν μόνον οι συμπεθέρες τους;

Υ.Γ. Στην Καισαριανή ζήσαμε το απόλυτο θρίλερ… ποια Θεσσαλονίκη τώρα (ok, κι εκεί έπεσαν κορμιά). Ο συνδυασμός που υποστήριξα ηττήθηκε για 12 ψήφους! Το κρίμα… σε όσους είπαν «όχι», δίχως να προσέλθουν.

LULA & LAILSON Satwa

Την εποχή, τότε όταν τα ταξίδια των μουσικών από τις «τρίτες» χώρες προς τον «τρίτο κόσμο» δεν ήταν ό,τι πιο εύκολο, ένας Βραζιλιάνος, ο Lula Cortes, διέσχισε όλον τον Ατλαντικό (ας το υποθέσω) για να βρεθεί στο Μαρόκο το 1972, να συναναστραφεί με τοπικούς καλλιτέχνες ν’ αφομοιώσει ό,τι θα μπορούσε και θα προλάβαινε από την ηχητική κουλτούρα της χώρας και, κυρίως, να φέρει πίσω στη Βραζιλία ένα όργανο – έτσι σαν λάφυρο, από μια μάχη που εξελισσόταν μέσα στο μυαλό του – το όνομα του οποίου ούτε καν εγνώριζε. Citara popular θα ανέγραφε στο δίσκο λίγο καιρό αργότερα, μαροκινό σιτάρ θα το αποκαλούσε πολλά χρόνια πιο μετά ο φίλος του ο Lailson. Ήταν, απλώς, ένα guembri – όπως φαίνεται από ένα σκίτσο στο οπισθόφυλλο και όπως έχει την ευκαιρία να το διαπιστώσει ο καθείς, μετά από μία πρώτη ακρόαση της “Satwa” (στην ινδουιστική διδασκαλία μαζί με την raja και την tama αποτελούν το τρίπτυχο της πραγματικότητας ή των καταστάσεων του μυαλού, με την satwa να εξισορροπεί το σύνολο). Αυτό το κλασικό 3χορδο παραδοσιακό λαούτο των Gnaoua και άλλων τινών Βερβέρων, το τζέμπρι, το οποίον υπήρξε σύμβολο από τα mid seventies και μετά (Embryo, Kwaku Baah, Archimedes Badkar...) μιας ιδιόμορφης ψυχεδελικής ροπής, κατά ένα μάλλον απροσδόκητο τρόπο θα βρεθεί στα χέρια ενός Βραζιλιάνου, καιρό πριν το πάρουν χαμπάρι άλλοι Δυτικοί.Από τη Νέα Υόρκη και το Arkansas είχε επιστρέψει και ο Lailson εκείνη ακριβώς την εποχή – εντρυφών σε μία άλλου τύπου εκτεταμένη φόρμα – κι έτσι, όταν οι δύο (άγνωστοι μεταξύ τους) Βραζιλιάνοι θα βρεθούν στο «σπίτι» τους στη Recife του Pernambuco, σε μία τοπική καλλιτεχνική συνάθροιση, με πρωταγωνιστές τους φοιτητές και τη νεολαία της περιοχής, μία φιλία θα τους ενώσει. Είχαν, εξάλλου, κοινά ενδιαφέροντα. Έγραφαν ποιήματα και τραγούδια, ζωγράφιζαν, και, κυρίως, είχαν τη διάθεση να ζήσουν νέες ηχητικές εμπειρίες, μέσα από πολύωρους αυτοσχεδιασμούς και ακαταπόνητο παίξιμο. Στην πορεία, μάλιστα, θα εμφανίζονταν πολλά που θα έκαναν τους δύο φίλους να τα χάσουν. Βραζιλιάνικες φολκ μελωδίες, παιγμένες από 12χορδη, ανακατεύονταν με τους ήχους από το guembri, δημιουργώντας απροσπέλαστα, ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα, ηχητικά patterns, που θα μπορούσε να μεταφέρουν έναν αέρα από τα κλασικά άλμπουμ του Sandy Bull και του John Fahey, ή από εκείνο το ξεχασμένο “Intensifications” των Gene Estribou και Jean Paul Pickens. Τίποτα όμως… Η “Satwa” [Rozenblit/ Discos Kif LPP005, 1973 ή Time-Lag Records TLR 019, 2004] παραμένει εντελώς αυθόρμητη και μόνη.Στην ουσία, οι Lula και Lailson διαλέγουν έναν τίτλο από τον ακόμη σε ισχύ ινδικό μύθο των sixties, επιχειρώντας να εξηγήσουν εκείνο που συνέβη τη νύχτα της 20ης Ιανουαρίου του 1973, όταν – κατά τα λεγόμενα του τελευταίου στο ένθετο της επανέκδοσης – θα μπουν για πρώτη φορά στο στούντιο, προκειμένου να γράψουν δέκα τραγούδια, δίχως λόγια, «αφού η χούντα θα μπορούσε να επέμβει και να λογοκρίνει στίχους, αλλά για τη μουσική να κάνει τι;». Μαζί κι ένας ακόμη φίλος τους, ο Robertinho do Recife, στην ηλεκτρική κιθάρα στο “Blue do cachorro muito louco” (όχι "blues", όπως αναγράφεται στο βίντεο), μαζί και η Katia Mesel, η σύζυγος του Lula στα γραφικά και το εξώφυλλο (και οι τρεις μαζί στην παραγωγή, του πρώτου, μάλλον, παντελώς ανεξάρτητου άλμπουμ που κυκλοφόρησε ποτέ στη Βραζιλία).
Τα master tapes της “Satwa”, χαμένα σε μια θύελλα που έπληξε τη Recife το 1975, δεν θα εντοπιστούν ποτέ. Το 2004 οι ψυλλιασμένοι Αμερικανοί της Time-Lag (www.time-lagrecords.com) θα στείλουν ένα e-mail στον Lailson, ζητώντας του την άδεια προκειμένου να φτιάξουν ένα καινούριο master από κάποια καθαρή κόπια βινυλίου. Ευτυχώς, την έδωσε…

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ταξίδι στον Άρη…

Πέρασα τα σύνορα… και κατέβηκα στο Μοναστηράκι το πρωί. Δεν είχε πολύ κόσμο· τουλάχιστον μέχρι τις 11, όταν έφυγα. Μπορούσες δηλαδή να ψάξεις με την άνεσή σου και να «σηκώσεις» διάφορα ψιλολοΐδια. Με 18 ευρώ πήρα τέσσερα LP και τρία 45άρια. Θέλετε να σας πω τι; Πολύ ευχαρίστως.
Κατ’ αρχάς δύο LP-συλλογές του Κώστα Γιαννίκου. Το “16 Disco Hits, I Love You” [Seagull 33/3E-IN-602, 1976] με Equals, Moonquake, Wilson Pickett, Ben Thomas, τον αδικοχαμένο Fran O’ Toole κ.ά. και το “Satisfaction” [Seagull 33/3E-IN-613, 1977] με Troggs, Larry Page Orchestra, Ronald and Donald (το “Couac couac” – 33 χρόνια αργότερα ο Γιαννίκος βγάζει τα ίδια πράγματα…) κ.λπ. Τρίτο LP η «Καραμελοχώρα» [ΕΜΙ/ Columbia 14C 054-70829, 1977] του Γιώργου Μενέλαου Μαρίνου, για τον οποίον έχω ήδη κάνει δύο αναρτήσεις (http://is.gd/h2bTy και http://is.gd/h2chg). Τέταρτο, το προσωπικό του Γιώργου Μελέκη [Zodiac ZLP 88110] από το 1993 ('92 γράφει το label, '93 το εξώφυλλο) με την ελληνική εκτέλεση του "Cherry tree" του Rocky Shahan (ως "Olilali" με στίχους της Σώτιας Τσώτου - δε λέει κάτι ιδιαίτερο).
Βρήκα, ακόμη, δύο παλιά 45άρια του Γιώργου Νταλάρα. Το «Κάτω στα Πετράλωνα (Στ. Κουγιουμτζή)/ Ποιο δρόμο να διαλέξω (Στ. Κουγιουμτζή)» [Margophone FINA 10, 1968] και το split «Δυο φίλοι απ’ το Βόλο» (Κατσαρού-Πυθαγόρα, με τον Θόδωρο Κανακάρη και τη Ρένα Ντάλμα)/ Ήτανε Απρίλης μήνας (του Μητσάκη, με τον Νταλάρα και την Τασία Μαυρίδου)» [Margophone FIN 20, 1968].Και η έκπληξη. Το παιδικό «Ταξίδι στον Άρη» [Χρυσή Πέννα C.P. 101, άνευ χρονιάς, αλλά, σίγουρα, από τις αρχές των 70s]. Με τράβηξε, φυσικά, το α λα “Yellow submarine”… ψυχεδελικό εξώφυλλο. Το έβαλα ήδη στο πικάπ, επειδή προσδοκούσα ν’ ακούσω τίποτα spacey effects (παρότι δεν αναφερόταν πουθενά, στο label ή το cover, κάτι σχετικό). Δεν έπεσα τελείως έξω…

Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ξαναξαναξαναξαναξανά…

Δεν ανήκω στο Δήμο Αθηναίων, αλλά σ’ ένα γειτονικό. Παρά ταύτα όλες μου οι δραστηριότητες γυροφέρνουν την Αθήνα (ολούθε Παγκράτι, πάνω Κουκάκι, κάτω Κολωνάκι, κάτω απ’ την Ομόνοια, μέσα Εξάρχεια, έξω Μοναστηράκι, πέρα Κυψέλη…). Η κατάσταση δεν είναι καλή. Τις προάλλες έψαχνα σ’ ένα μαγαζί, στο αγριεμένο κέντρο, και επί τόπου έκλεψαν την ιδιοκτήτρια, που είναι και Κερκυραία (κοντοχωριανή μου, από τους Καρουσάδες). Δύο «πελάτισσες» άρπαξαν την τσάντα της. Άκουσα τη γυναίκα να οδύρεται. Ειδοποίησε την αστυνομία· που ήρθε στο πι και φι. Με ρώτησαν αν είδα τίποτα. Τι να δω; Ποιος να δει; Ποιος προλαβαίνει να δει;
Δε φταίει ο Κακλαμάνης γι’ αυτό. Μπορεί να φταίει (δηλαδή φταίει) για άλλα. Για τα άθλια πεζοδρόμιά του, πρώτα-πρώτα. Το σκουπιδαριό του. Ούτε ο Καμίνης θ’ αλλάξει τίποτα, άμα βγει. Άντε να μαζέψει καμιά σύριγγα παραπάνω. Αν του δώσουν τη δυνατότητα να το κάνει. Η κατάσταση είναι χάλια. Και τα πρόσωπα παίζουν ένα ρόλο όλο και πιο ανύπαρκτο, στην προσπάθεια να πάρουμε μια μικρήν ανάσα. Μας πατάνε στο στέρνο. Έτσι, προσωπικώς, βλέπω με καχυποψία (φύγετε εσείς να ’ρθούμε εμείς) κάθε προσπάθεια στράτευσης πίσω από τα κυρίαρχα ονόματα.
Είναι δυνατόν δήμαρχοι, περιφερειάρχες που στηρίζονται από το ΠαΣοΚ και τη Νέα Δημοκρατία ν’ αλλάξουν την κατάσταση; Με ποιους θα συζητάνε; Με τον Γιωργάκη ή με τον Σαμαρά; Τον Κακλαμάνη τον αφήνω... Τον Καμίνη τον σώζει ότι δεν είναι ο στυγνός κομματικός, αλλά τον θάβει (στα δικά μου μάτια) το γεγονός ότι τον υποστηρίζει το ΠαΣοΚ, και μαζί η… πεφωτισμένη ιντελιγκέντσια. Όσοι σκέφτονται – υποτίθεται – αντί για ’μας. Έπρεπε, ο Καμίνης, ή να αυτοπροτεινόταν ή να προτεινόταν μέσω κάποιας… λεπτοφυούς διαδικασίας, αρνούμενος, σε κάθε περίπτωση, κάθε επίσημη στήριξη. Όχι, έτσι, για τα μάτια του κόσμου, αλλά για το μυαλό του (τού κόσμου).
Επαναληπτικές εκλογές, λοιπόν. Για μένα, διλήμματα δεν υπάρχουν. Ψηφίζω, όποιους ψήφισα και την προηγούμενη Κυριακή· πήγαν-δεν πήγαν β γύρο… (Κράτησα το σχετικό υλικό από τα «παρατημένα» στο παραβάν).

HAMMOND ORGAN DYNAMITE

Φίλος μού έφερε απόψε και άκουσα το άλμπουμ “Hammond Organ Dynamite” [Park LBP 3006, 1969;] του ολλανδού οργανίστα Fred Van Zegveld. Το όνομα μού ήταν άγνωστο, αν και το εξώφυλλο του άλμπουμ κάπου το είχα δει. Τέτοιοι δίσκοι – με το hammond να κυριαρχεί – έβγαιναν σωρηδόν στα late sixties, αλλά και στις αρχές της επόμενης δεκαετίας (και τώρα βγαίνουν) κι η αλήθεια είναι πως ελάχιστοι, ως σύνολα, κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν. Τελευταίως, απέκτησαν φήμη ακόμη και τα… ανάλογα LP του Wynder K. Frog (του Mick Weaver δηλαδή), το “Sunshine Super Frog” [Island, 1967] και το “Out of the Frying Pan” [United Artists, 1968] – το δεύτερο το έχω αγορασμένο τουλάχιστον 20 χρόνια, από το μαγαζί του Φώτη, στα Εξάρχεια –, ενώ φαίνεται πως δεν εκτιμούνται και τόσο στο groovy κύκλωμα δίσκοι του Barry Goldberg φερ' ειπείν, όπως το “Street Man” στην Buddah. (Και για να γίνω λίγο... προκλητικός, έως και αφοριστικός. Όποιος δεν έχει ακούσει το ανατριχιαστικό organ break του Barry Goldberg στο “Cha cha the blues” - http://is.gd/gYX2z - από το “Stand Back!” του Charlie Mausselwhite δεν έχει ακούσει τίποτα). Όπως πάντα συμβαίνει, ψάχνουμε τα «πίσω» ονόματα, αγνοώντας ή υποτιμώντας τα βασικά. Και δεν μιλάω, εδώ, για τους οργανίστες της jazz – αυτοί είναι άλλο κεφάλαιο. Κάποτε είχα πει να βρω ένα τουλάχιστον… hammond όνομα εκείνης της εποχής, από κάθε χώρα της Ευρώπης ή της Αμερικής. Όταν όμως ανακάλυψα τον Τούρκο Ümit Aksu είπα πως δεν έχει νόημα.
Τέλος πάντων, το άλμπουμ του Van Zegveld δεν είναι κακό, αλλά δεν είναι και κάτι το ιδιαίτερο. Η διασκευή του στο “I wanna be your man” μπορεί να μην είναι αδιάφορη, όπως είναι εκείνη του “Here, there and everywhere”, όμως το πραγματικά καλό κομμάτι είναι ένα. Και είναι το δικό του “Dynamite”. Ακούστε το…

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

κι ένας Έλληνας ανάμεσα…

Τα άλμπουμ, για τα οποία γράφω παρακάτω δεν κυκλοφορούν στην Ελλάδα (αν και αυτό δεν λέει κάτι ιδιαίτερο). Είναι όλα αμερικανικά και αφορούν σε σύγχρονες jazz παραγωγές, από ’κείνες που συντηρούν το ενδιαφέρον του σχετικού κοινού, δείχνοντας, παραλλήλως πως το… πράγμα «δουλεύει» και θα «δουλεύει» στον αιώνα τον άπαντα. THE BRITTON BROTHERS: Uncertain Living (Private Pressing)
Britton Brothers είναι ο John Britton τρομπέτα και ο Ben Britton τενόρο σαξόφωνο. Τα δύο νεαρά αδέλφια στηρίζει, με τ’ όνομα και την παρουσία του σε δύο κομμάτια, ο πολύς Chris Potter (στο τενόρο επίσης) και ακόμη οι Jeremy Siskind πιάνο, Taylor Waugh μπάσο και Austin Walker ντραμς. Σχεδόν όλο το υλικό (τα 6 από τα 8 tracks), διάρκειας περίπου 64 λεπτών, είναι συντεθιμένο από τους Brittons, ενώ δική τους είναι και η ενορχήστρωση στον παλαιό spiritual ύμνο “Come thou fount” του πάστορα Asahel Nettleton (το κομμάτι που απομένει είναι σύνθεση του πιανίστα Siskin). Εκείνο που αντιλαμβάνεται ο καθείς, ύστερα από μία πρώτη ακρόαση του “Uncertain Living”, είναι η ποιότητα και το εύρος των αυτοσχεδιασμών των Brittons. Υπάρχουν θέματα με απύθμενο groovy, και μάλιστα με rockin’ groovy, όπως το έσχατο “Ducks in a row” (εξαντλητικός ο Potter), και άλλα, όπως το “June humidity”, που φλερτάρουν με «περίεργες», a la Monk, αρμονικές περιπτύξεις. Από την άλλη μεριά, το άλμπουμ ανοίγει με το extra funky… “Extra Fuzz” και μια μικρή, απλή ιδέα στην ουσία, η οποία επεκτείνεται δημιουργικώς και συν τω χρόνω, για να διαχυθεί (το άλμπουμ) εντός της πνευματικής θάλασσας τού “Come thou fount”. Απεναντίας, στο “Molo” ακούμε τυπικό swinging, την ώρα κατά την οποίαν, στο φερώνυμο “Uncertain living”, τα περισσότερο σκοτεινά στοιχεία της αφήγησης έρχονται να υπογραμμίσουν ό,τι φανερώνει ο τίτλος.
Επαφή: www.thebrittonbrothers.com OLEG KIREYEV, KEITH JAVORS with BORIS KOZLOV and E.J. STRICKLAND: Rhyme Reason (Inarhyme)
Τα ονόματα των μουσικών προδίδουν τις καταγωγές τους, αλλά επειδή, ταυτοχρόνως, πρόκειται και για παίκτες με παρελθόν, προδίδουν θα έλεγα και την ποιότητα της μουσικής τους. Ο λόγος για τον ρώσο τενορίστα Oleg Kireyev, τον αμερικανό πιανίστα Keith Javors και ακόμη τον μπασίστα Boris Kozlov (από την Charles Mingus Big Band), όπως και τον ντράμερ E.J. Strickland (από την Ravi Coltrane Band). Έχοντας ένα απολύτως πρωτότυπο υλικό να ερμηνεύσουν (έξι κομμάτια μέσης και μεγάλης διάρκειας), συντεθιμένο από τους Javors και Kireyev, οι τέσσερις μουσικοί συναποτελούν ένα περιπετειώδες κουαρτέτο, το οποίον παραπέμπει άλλοτε σε «ιστορικούς» σχηματισμούς του παρελθόντος – φέρ’ ειπείν στα συγκροτήματα του Stan Getz (παρά ταύτα, κομμάτια όπως το “Sierra Nicole’s bossa” δείχνουν και τη διάθεση των μουσικών να γράψουν τη δική τους ηχητική σελίδα) ή στα περισσότερο «πνευματικά» του Joe Henderson (το “Happenstance” είναι ένα τέτοιο track) – και άλλοτε στις σημερινές αγωνίες ενός τμήματος της jazz να συμπορευτεί με το funk αιτούμενο (“Chinatown”). Σε κάθε περίπτωση εκείνο που μένει είναι η γνώση και το feeling τεσσάρων μουσικών, που παίζουν στα δάκτυλά τους (κυριολεκτικώς και μεταφορικώς) την jazz παράδοση.
Επαφή: www.inarhymerecords.com ELLEN ROWE QUARTET: Wishing Well (PKO)
Η λυρική ομορφιά των συνθέσεων της πιανίστα Ellen Rowe, στο “Wishing Well”, όπως και η φαινομενική πολυπλοκότητά τους (κρυμμένη, και αυτή, κάτω από τα «ουράνια» μελωδικά πέπλα) σε καμία περίπτωση δεν αδυνατίζουν την πεποίθηση, πως, τελικώς, έχουμε να κάνουμε μ’ ένα καθαρό και συνάμα «εσωτερικό» jazz άλμπουμ – από ’κείνα που πάντα θα ευδοκιμούν στην αμερικανική ενδοχώρα (το “Wishing Well” είναι ηχογραφημένο στην Ann Arbor του Michigan, τον Απρίλιο του ’09). Η Rowe και οι μουσικοί που τη συνοδεύουν, ο σαξοφωνίστας Andrew Bishop, ο μπασίστας Kurt Krahnke και ο ντράμερ Pete Siers (στην ηχογράφηση πήραν, επίσης, μέρος η Ingrid Jensen φλούγκελχορν και ο Andy Haefner τενόρο) διαβιούν κάτω από συνθήκες απόλυτης συναισθηματικής ταύτισης, παράγοντας μουσική, το κυριότερο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ομορφιά. Ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο πόνος (το “Night sounds” είναι αφιερωμένο από την Rowe στον νεκρό αδελφό της) ή οι οικολογικές ανησυχίες (“For that which was living lost” – με το εντυπωσιακό σόλο της Ingrid Jensen), μπερδεύονται γλυκά με την ανάγκη για χαλάρωση (“Wishing well”) και περαιτέρω για εκτόνωση (“Sanity Clause” – από το “Night at the Opera” των Marx Brothers), η Ellen Rowe έχει τον τρόπο να διατρανώνει την αγάπη της για την jazz, συνθέτοντας στο πνεύμα των… αθανάτων· το “Tick tock” ας πούμε, που είναι ένα κλασικό hard-bop, στην παράδοση του Art Blakey και των Jazz Messengers.
Επαφή: www.pkorecords.com BOBBY AVEY: A New Face (jayDell)
Δεν μπορώ να καταλάβω, ακριβώς, τη σχέση του νεαρού πιανίστα Bobby Avey με τα Βαλκάνια, όμως το CD του “A New Face” είναι πλημμυρισμένο στις σχετικές αναφορές. Όχι, ο Avey δεν παραδίδει ένα τυπικό balkan-jazz άλμπουμ, απλώς ενσωματώνει στο ευρύτατο μελωδικό και ρυθμικό του σύμπαν κάποια «γειτονικά» στοιχεία, έχοντας δίπλα του τον σπουδαίο David Liebman (σε 4 κομμάτια) στο τενόρο και το σοπράνο σαξόφωνο, και ακόμη τους Thomson Kneeland μπάσο και Jordan Pearlson ντραμς. Ξεκινώντας από το εισαγωγικό “Late November”, με την πιανιστική αρχή να σε προετοιμάζει λες και θα σκάσει η… Μπάντα της Φλώρινας, πηγαίνοντας στο “Delusion” με τη ρυθμική του βάση που είναι καθαρώς βαλκανική και φθάνοντας στο “Half is less than half”, εκεί όπου, και πάλι, οι ασύμμετροι ρυθμοί δείχνει να κυριαρχούν, τούτη τη φορά ενταγμένοι μέσα σ’ ένα ακόμη πιο συμπαγές jazz πλαίσιο. Ο Avey δημιουργεί ένα άλμπουμ στο οποίο κυριαρχούν οι συνθέσεις (τυγχάνει να είναι και οι οκτώ δικές του). Εννοούμε πως υπάρχει μία προσήλωση του καλλιτέχνη προς την κατεύθυνση και περαιτέρω τη δημιουργία συγκεκριμένων τάσεων. Έτσι, αν από τη μια μεριά η βαλκανική παράδοση δείχνει να κατευθύνει την γραφίδα τού Avey, από την άλλη – σε κομμάτια όπως το “In retreat” – αντιλαμβάνεσαι την ικανότητα του συνθέτη να οικειοποιείται μεγάλο κομμάτι της λεγόμενης «κλασικής»· από τις ρομαντικές σονάτες του 19ου αιώνα, έως τον Bartok. (Πάλι στα Βαλκάνια γυρίζουμε δηλαδή… ή περίπου στα Βαλκάνια).
Επαφή: www.bobbyavey.com ERIKA: Obsession (Erika)
Δεν με «πιάνει» η εκδοχή της ιαπωνίδας jazz-singer Erika Matsuo στο “Night and day” του Cole Porter. Μπορεί να ηχεί πιο κοντά στον τρόπο της Ella Fitzgerald, αλλά δεν συγκρίνεται π.χ. με την afro/up-tempo version της Ουγγαρέζας Marta Szirmay και των Qualiton Jazz Ensemble, εκεί από τα early sixties. Έτσι, και παρά την κρατημένη εισαγωγή, το πράγμα δε θα μπορούσε παρά να κυλήσει καλύτερα στη διαδρομή, καθώς η Erika αποφασίζει να… βραζιλοποιήσει το set της, ερμηνεύοντας τραγούδια των Milton Nascimento, Djavan, Chico Buarque, A.C. Jobim/Vinicius de Moraes (την κλασική “Chega de saudade”), Dori Caymmi και Ivan Lins. Όχι πως αυτό θεωρείται εύκολο. Απλώς, η ιαπωνίδα ερμηνεύτρια φαίνεται πως έχει την (απαιτούμενη) εμπειρία στο εν λόγω ρεπερτόριο, διαμορφωμένη, με προσωπικό κόπο (όπως διάβασα στο βιογραφικό της) εντός της τελευταίας δεκαετίας. Μιλάμε δηλαδή για ένα σχεδόν… brazilian standards άλμπουμ, το οποίο πιάνει κορυφή με το “Samurai” του Djavan, αλλά και με την πάρα πολύ καλή έκδοση του “Moondance” του Van Morrisson – ένα καταπληκτικό, ως γνωστόν, τραγούδι, που (και) μέσω της Erika αποκαλύπτει την jazzy αισθητική του. Γενικώς, πρόκειται για ένα… σαφές, όμορφο άλμπουμ, ικανό να παράσχει (θετικές) αποδείξεις σε όσους στραβομουτσουνιάζουν με τα παγκοσμιοποιημένα ρεπερτόρια.
Επαφή: www.erikajazz.com GEORGE COTSIRILOS TRIO: Past Present (OA2)
O ελληνικής, προφανώς, καταγωγής αμερικανός κιθαριστής George Cotsirilos (ξέρω κι έναν… φαρμακοποιό Κοτσιρίλο) δεν είναι χθεσινός στο jazz circuit. Μέλος της σκηνής του San Francisco έχει ήδη δύο άλμπουμ στην κατοχή του (“Silenciosa”, “On The Rebop”), με το τρίτο “Past Present” να κυκλοφορεί εδώ και μερικούς μήνες από την εταιρία OA2 Records. To ύφος του Cotsirilos, όπως και των υπολοίπων δύο μουσικών που τον συνοδεύουν (Robb Fisher μπάσο, Ron Marabuto ντραμς) είναι χαρακτηριστικό της Bay area, υπό την έννοια ότι περιλαμβάνει στάνταρντ, αλλά και original συνθέσεις σε bop ή latin φόρμες, όλα και όλες κοντά στο easy, contemporary κλίμα της ευρείας περιοχής (Δυτική Ακτή). Η πορεία των μουσικών δίπλα στους Cal Tjader, Pharoah Sanders, Pepper Adams, Tommy Flanagan και Steve Grossman διασφαλίζει την πορεία (και) του “Past Present” προς έναν jazz προορισμό, εκεί όπου το εκλεπτυσμένο γούστο κυριαρχεί, με την αμεσότητα της αφήγησης να συνδέεται, κάθε φορά, και με συγκεκριμένο κλίμα. Φερ’ ειπείν στο εισαγωγικό “Good wood”, που είναι ένα πρωτότυπο bop κομμάτι, η αλληλουχία των συγχορδιών αποκτά άλλον αέρα μέσω του… brush παιξίματος τού Marabuto, την ώρα κατά την οποίαν, στα δύο στάνταρντ που ακολουθούν (“Without a song”, “The way you look tonight”), οι «καθαροί» δακτυλισμοί του Cotsirilos, αλλά και τα παιξίματα-soli των υπολοίπων, συνάδουν με τη γλαφυρότητα, την κομψότητα και την, γενικώς, «καλή διάθεση». Το “Franny’s jump” είναι ένα ακόμη… τυπικό bop, όπως και το “Rosie’ tune” εξάλλου (με τα εμφανή bluesy στοιχεία – όπως διάβασα ο Cotsirilos υπήρξε μέγας fan του B.B King και της Butterfield Blues Band), το οποίο παραχωρεί τη θέση του στο “Cafe 4 Cats”, κομμάτι εμπνευσμένο από το διάσημο bar, restaurant, cafe της Βαρκελώνης Les Quatre Gats· εδώ, ο latin και spanish αέρας είναι εμφανής, σχετιζόμενος και με τις κλασικές σπουδές του Cotsirilos. Στα δύο τελευταία στάνταρντ το κλίμα γίνεται και πάλι ιδιάζον. Στο “Bittersweet”, το rhythm section δίνει «ρέστα», με τον Marabuto να προσφέρει ορισμένα δυνατά drum breaks, ενώ στο “What kind of fool am I?” η ακουστική κιθάρα τού Cotsirilos πάει το κομμάτι σε άλλες σφαίρες (μεσογειακή μπαλάντα, για… τετελεσμένους έρωτες).
Επαφή: www.oa2records.com