Σάββατο, 1 Ιανουαρίου 2011

ΣΗΜΕΡΟΝ REGGAE!

Για τη reggae, το επαναστατικό-κοινωνικό της πνεύμα και τη συμβολή του στην αυτοσυνείδηση των Τζαμαϊκανών δεν χρειάζεται να πω κάτι, μια και έχουν γραφεί (και μεταφραστεί) πολλά και στην Ελλάδα. Πέραν όμως του μηνύματος, το οποίο δεν μπορεί παρά να αφορά, πρωτίστως, στους ίδιους τους Τζαμαϊκανούς, υπάρχει ο ήχος, το off-beat, τα στουντιακά επινοήματα, το dub, οι επί μέρους μεταμορφώσεις του πρώτου ήχου μέσα στα χρόνια, το ska, το rocksteady, το dancehall, το raga, ακόμη και το dubstep και όλα τα υπόλοιπα – τα κύτταρα, δηλαδή, μέσω των οποίων αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε η ίδια η dance culture. Δεν ήταν τα μόνα. Ok. Ήταν (και είναι) όμως τα κύρια στοιχεία στο βασικό οπλοστάσιο μουσικών τε και παραγωγών, που έβλεπαν (και βλέπουν), μονίμως, τη ρυθμική σκηνή σε συνάρτηση με τις ηχητικές καινοτομίες στο νησί (και βεβαίως στη Βρετανία) και οι οποίοι επέκτειναν τη συγκεκριμένη ηχο-κουλτούρα σε κάθε μουσικό χώρο. Τι εξανάγκασε, φερ’ ειπείν, τους krautrockers Can να ασχοληθούν με την reggae στο “Flow Motion”; Τα λόγια των τραγουδιών του Marley και του Tosh; Δεν νομίζω. Ή, εν πάση περιπτώσει, όχι μόνον. Ήταν, κυρίως, η διάθεση του Holger Czukay να υπερβεί το μύνημα, μελετώντας εργαστηριακώς τα ρυθμικά patterns, φέρνοντάς τα ακόμη πιο κοντά στην pop αφήγηση. Πολλοί, ακόμη και λευκοί(!), εξοργισμένοι θα διαφωνήσουν. Θα υπεραμυνθούν της μαύρης καθαρότητας. Της συνείδησης. Της ράτσας. Ακόμη κι αν σέβονται τους Can ή τον Σουηδό Peps Persson – «τον ξέρει η μάνα του;» θα μου πείτε – του “Droppen Urholkar Stenen” [Sonet, 1976], ενός από τα πιο ενδιαφέροντα λευκά reggae άλμπουμ που ηχογραφήθηκαν τότε στην Ευρώπη, πάλι θά’χουν να λένε για τον τρόπο που εξελίχθηκε η φάση, για το πώς φθάσαμε από την roots, στον Manu Chao, και από την pop-reggae στους… Locomondo. Σκεφθείται όμως και το εξής. Εντάξει με το (τζαμαϊκανικό) μήνυμα. Τι γίνεται όμως μ’ εκείνες τις γκρουπάρες, τους Skatalites, τους Sound Dimension και τόσες άλλες, που ήταν ορχήστρες κυρίως· ορχήστρες για χορό και για διασκέδαση; Εκεί, το μήνυμα ακολουθούσε άλλη διαδρομή.Για πέντε σχεδόν δεκαετίες οι Skatalites τροφοδοτούν τα πλατώ και τις ψυχές όσων τους ακολουθούν με αληθινά, ευφρόσυνα vibes. Το δικό τους ska εξακολουθεί να φέρνει στα ώτα των φίλων τους, εκείνο το άπιαστο ηχόχρωμα των ημερών της ανεξαρτησίας, τότε, όταν όλα άλλαζαν ή νόμιζαν (εκείνοι και όποιοι άλλοι) πως άλλαζαν. Ηχογραφημένοι στο Byron Bay της Αυστραλίας(!), το 2006, οι Skatalites με το “On the Right Track” [AIM, 2007] δείχνουν τον τρόπο, μέσω του οποίου η ηλικία (τουλάχιστον) εκμηδενίζεται μπροστά στο στόχο. Τη μουσική... καλοπέραση, που θα γεμίσει πρώτα τις ψυχές και, από ’κει και πέρα... ό,τι ήθελε προκύψει. Με τρία ιστορικά μέλη όρθια και στις επάλξεις, τον ντράμερ Lloyd Knibb, τον αλτίστα Lester Sterling και την τραγουδίστρια Doreen Shaffer, οι Skatalites (οι τρεις προηγούμενοι, έξι ακόμη, συν τρεις φίλοι τους, με πρώτον ανάμεσα τον τενορίστα Cedric Brooks) ξέρουν να απαιτούν το μέγιστο, έχοντας έτοιμες τις πλατφόμες των δυνατών ορχηστρικών “Divine conception”, “June Rose”, “One armed bandit” και “Marguerita’s lament” (ανάμεσα σε άλλα), ίνα μεταφέρουν κλίμα και αίσθηση του ’60. Θα τους ξαναδούμε στην Ελλάδα; Πιθανώς. Είθε...Ένα σπαρταριστό κομμάτι του ήχου της Τζαμάικα, την τετραετία 1967-1970, ήταν κατ’ ουσίαν ο ήχος των Sound Dimension. In-house μπάντα του Studio 1, οι Sound Dimension πήραν τη σκυτάλη από τους Skatalites, όσον αφορά στα βαθειά soul vibes, τα οποία, προϊόντος του χρόνου, θα μεταλλάσσονταν σε rock και funky, δίχως ποτέ να χάσουν το groovy στυλ τους. Σαν πολλά δεν τά’παμε; Και όμως. Το άλμπουμ “Mojo Rocksteady Beat” [Soul Jazz, 2007] είναι απολύτως περιγραφικό της ζούρλας που έδερνε αυτό το σούπερ-γκρουπ, με την παροιμιώδη οργανοπαικτική τόλμη και την pop ανεξαργύρωτη συνείδηση. Έχοντας συνοδέψει κάθε ένα από τα top ονόματα της εποχής (The Heptones, Alton Ellis, Ken Boothe, Marcia Griffiths κ.ά.), στο ενδιάμεσο των sessions, οι Sound Dimension εύρισκαν την ευκαιρία να γράψουν τα δικά τους θέματα, τα οποία και εξέδιδαν στις... Dodd ετικέτες Bamboo, Coxsone και φυσικά, Studio 1. Με τον τρομπονίστα Vin “Don Drummond Jr” Gordon (σήμερα στους Skatalites) σε απίστευτο κέφι, τον σαξοφωνίστα Deadly Headley Bennett να κρατά τις jazz ισορροπίες, τον κιθαρίστα Eric “Rickenbacker” Frater να φαζάρει με ψιλο-garage διάθεση (“Park view”) και τους οργανίστες Jackie Mittoo, Richard Ace και Robbie Lyn (ποιος παίζει που δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο) με διαβολεμένη όρεξη, το “Mojo Rocksteady Beat” CD έρχεται να πλασαριστεί δίπλα στο προηγούμενο “Jamaica Soul Shake Vol 1” [Soul Jazz, 2006], κλείνοντας ένα κεφάλαιο. Fish are jumping… το Γενάρη.

Η Heartbeat συμπλήρωσε το 2007 το ψηφιδωτό... Bob Marley and the Wailers, μ’ ένα ακόμη άλμπουμ, το οποίον έρχεται να πάρει θέση ανάμεσα στα όσα προηγούμενα. Το “Another Dance - Rarities from Studio One” είναι ό,τι ακριβώς λέει ο τίτλος. Σπάνιες εγγραφές του γκρουπ από την τριετία 1964-1966, που έγιναν για λογαρισμό του Clement “Sir Coxsone” Dodd και οι οποίες κυκλοφόρησαν ως 45άρια σε ετικέτες Coxsone, Studio 1, Supreme, Tabernacle και Wincox. Το υλικό είναι σπάνιο, ούτως ή άλλως· και υπό την έννοια ότι κανένα από τα 18 θέματα του CD δεν έχει χρησιμοποιηθεί στις πάμπολλες προηγούμενες εκδόσεις της Heartbeat, που επιχειρούν να καταγράψουν τα πρώτα έτη της «μαρλεϊκής» περιπέτειας. Τι φαίνεται κι εδώ; Πολλά και διάφορα. Ας πούμε το χρυσό τάλαντο του Marley σε κομματάρες όπως το “One love” και το “Love won’t be mine this way” (ακούγεται η αυθεντική εκδοχή του single από το 1964, με το jazzy σόλο στο σαξόφωνο από τον Rolando Alphonso). Ακόμη, η μεγάλη επιρροή που άσκησαν στην μπάντα οι Impressions του Curtis Mayfield (η version του “Another dance” απλώς επιβεβαιώνει το προφανές), αλλά και η ευρύτερη doo-wop, gospel, soul και r&b αμερικανική παράδοση. Όσον αφορά στην έκδοση; Θα πρέπει να σημειώσω πως πολλές από τις εγγραφές «ξύνουν». Είναι όμως δύσκολο να εντοπιστούν κάπου καθαρότερες, δίχως να είναι «πειραγμένες».Το “Satta Massagana” [Hearbeat, 2006] των Abyssinians είναι ένα από τα κλασικά 70s roots reggae άλμπουμ (πρωτοκυκλοφόρησε το 1976), αφού περιέχει δύο από τους «ύμνους» εκείνων των χρόνων, το φερώνυμο θέμα και το “Declaration of rights”. Φυσικά, όλο το άλμπουμ είναι εξαιρετικό – θα έλεγα δε πως είναι ένα από τα ωραιότερα εκείνης της ιστορικής εποχής. Οι Abyssinians σχηματίστηκαν το 1968 προς ’69, ως ένα τυπικό vocal trio, αποτελούμενο από τους Bernard Collins lead, μπάσο αρμονικά φωνητικά, Donald Manning lead, μπάσο, τενόρο αρμονικά φωνητικά και Lynford Manning lead, τενόρο αρμονικά φωνητικά, ερμηνεύοντας από την αρχή roots υλικό (το “Jerusalem” γραμμένο το 1969 για το Studio 1, ακούγεται και στο παρόν CD ως bonus), προσανατολισμένο στα θρησκευτικά-κοινωνικά rastafarian πιστεύω. Γράφοντας εξαίρετα δικά τους τραγούδια, οι Abyssinians είχαν την τύχη να «ερμηνευτούν» από τους καλύτερους session μουσικούς των τζαμαϊκανικών στούντιο (Robbie Shakespeare μπάσο, Sly Dunbar ντραμς, Micky Chung κιθάρες, Clive Hunt φλάουτο, Geoffrey Chung hammond κ.ά.), γεγονός που προσθέτει στο “Satta Massagana” ακόμη περισσότερα credits. Απίθανο, ολοκληρωμένο άλμπουμ αποτελούμενο από 14 tracks, το ένα καλύτερο από τ’ άλλο.Δεν είναι η πρώτη φορά κατά την οποίαν τυπώνεται ένα CD των Heptones από την Heartbeat. Παρ’ όλα αυτά η αμερικανική εταιρία βρίσκει τον τρόπο να προσφέρει, κάθε φορά, και κάτι διαφορετικό, παίζοντας με τα stereo mixes και τα previously unreleased σε compact disc, κτυπώντας, κυρίως, τις πόρτες των fans και των συλλεκτών. Στο “Sweet Talking” (2007) ανθολογούνται κομμάτια της περιόδου 1967-1971, όλα ηχογραφημένα στο Studio 1 από τους Leroy Sibbles, Barrington “Barry” Llewelyn και Earl Morgan και βεβαίως, τους άσσους μουσικούς που τους συνόδευαν. Το κορυφαίο ίσως, μα, σίγουρα, το πιο δημοφιλές trio της rocksteady era, οι Heptones άφησαν έξοχα τραγούδια, όπως π.χ. το “Gunmen coming to town” (δεν υπάρχει εδώ – ακούγεται π.χ. στο CD τής Trojan “Meaning of Life” από το 1999) ή το “How can I leave you”, ένα δυνατό θέμα αγάπης με καθημερινά λόγια, το οποίο, ευτυχώς, απολαμβάνουμε στο “Sweet Talking”. Σ’ αυτήν την κατεύθυνση, που υπήρξε, για κάποια χρόνια, η βασική πηγή έμπνευσης του γκρουπ (γιατί στα mid-seventies θα μιλούσαμε πια για τους... cool rastas Heptones), κινούνται τα περισσότερα από τα κομμάτια του CD μας, όπως τα “One love”, “Every day and every night” και “It’s like heaven”, δίχως να είναι αυτός ο κανόνας. (Η πιο συναρπαστική στιγμή του άλμπουμ είναι, πάντως, το extended mix του “Message from a Blackman” – ένα groovy «ντανσικό», με φωνητική προσέγγιση για σεμινάριο).Για τον Bunny Wailer να πω τι; Ότι υπήρξε στέλεχος των κλασικών Wailers – ένα από τα τελευταία ζώντα μέλη τους; Ίσως είναι λίγο (λέμε τώρα), μπροστά σε μια καριέρα που εξακολουθεί να εμπνέει πλήθος νέων fans, οι οποίοι αναγνωρίζουν στον κύριο Bunny Livingston, μία ιδιαίτερη αίσθηση τραγουδοποιίας τόσο στο στιχουργικό κομμάτι, με τις βαθειές rastafarian ιδέες και το κοινωνικό roots περιεχόμενο, όσο και στο καθαρώς μουσικό, με τις πάντα μοντέρνες ρυθμικές ιδέες, οι οποίες τον έφεραν, κάποτε, στην εμπροσθοφυλακή του dancehall, ου μην και της τζαμαϊκανικής disco. Το άλμπουμ “Rock N’ Groove” [Tafari/Me & My Records], που ξανακούω τώρα, κυκλοφόρησε το 1980, σε μιαν εποχή «αλλαγής» στον πολιτικό χάρτη του νησιού (μετά, δηλαδή, τη νίκη του Εργατικού Κόμματος υπό τον Edward Seaga, στις εκλογές του Οκτωβρίου εκείνου του έτους), και αναπτέρωσης του ηθικού – ως συνήθως συμβαίνει – των μέσων και χαμηλώτερων στρωμάτων, για μία άρδην καλυτέρευση του βίου. Ο Wailer, εισπράττοντας τον «άνεμο της αλλαγής» προσφέρει ένα αισιόδοξο άλμπουμ, έντονης χορευτικότητας (dancehall θα το πουν τότε), εκεί όπου κομμάτια σαν τα “Cool runnings” και “Dance rock” μοιάζουν ακριβώς αυτό – εκτονωτικά ενός μπαφιάσματος... το οποίο θα το διαδεχόταν ένα άλλο.
ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ - ΕΤΣΙ Ή ΑΛΛΙΩΣ - ΕΛΗΦΘΗ. ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου