Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

για το ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΘΗΝΩΝ 2011, συν…

Ρίχνοντας μια ματιά, πριν από καιρό, σ’ ένα προγραμματάκι του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου 2011, που βρισκόταν, ως ένθετο, μέσα σε κυριακάτικες εφημερίδες, μού έκανε εντύπωση η ισχνότητα των μουσικών επιλογών (αφήνω τα υπόλοιπα). Παρά ταύτα βρέθηκαν κάποιοι κι έγραψαν διθυράμβους –φερ’ ειπείν ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, σ’ ένα editorial της Lifo την 11/5/2011– και μάλιστα για ένα πρόγραμμα που αντανακλά τη… νέα αντίληψη για τον πολιτισμό, αυτήν που διαμορφώνεται από την τρόικα, το μακρυπρόθεσμο και τα… κατορθώματα της Πέμπτης· λες κι οι μειωμένες δαπάνες σημαίνουν, αυτομάτως, και την ελαχιστοποίηση των γεγονότων, τον εξοβελισμό της μουσικής από τον φεστιβαλικό ιστό. Λες και το «φθηνό και καλό» είναι πρωτάκουστο σ’ αυτόν τον τόπο, που έχει μάθει να κορδώνεται πλάι στη βιτρίνα κι από ουσία τα ήκιστα. Καθότι η πιο ουσιαστική στιγμή του εφετινού φεστιβάλ – όχι πως δεν θα μπορούσε να ήταν, από πολλές πλευρές, ουσιαστικότερη – ήταν το αφιέρωμα στον Ξενάκη. Δεν είναι οι Κρατικές Ορχήστρες (με τον Liszt και με τον Mahler), δεν είναι ο Τσαϊκόφσκι κι ο Monteverdi, και δεν είναι, φυσικά, η Monika, ο Πορτοκάλογλου, κι η Γαλάνη με τον Vassilikos. Είναι κι αυτά, ok, δεν μπορεί, όμως, επ’ ουδενί, να εξαντλείται ένα φεστιβάλ τέτοιου τύπου στην κλασικότερη της «κλασικής», και σε κάποια καθημερινά ελληνικά ονόματα, που θα παίξουν (έπαιξαν) στη Μικρή Επίδαυρο. Που είναι ο Ennio Morricone, ο George Crumb (το αφιέρωμα εννοώ), o DJ Spooky, o Philip Glass, η Diana Krall, η Shemekia Copeland, η Laurie Anderson, o Elvis Costello, ο Allen Toussaint, η Norah Jones, o Krzysztof Penderecki, o Howard Shore, οι Big Band Nights, o Charles Lloyd, ο Rufus Wainwright, o Ντέμης Ρούσσος, ο Caetano Veloso, o Solomon Burke, η Maria Joao, η Fairuz, το Synch… για να επαναφέρω στη μνήμη μου κάτι μόνον από την τελευταία 5ετία;
Κακά τα ψέμματα. Το εφετινό Φεστιβάλ Αθηνών (και Επιδαύρου) είναι κατώτερο του αναμενομένου. Πολύ κατώτερο. Σκιά του εαυτού του. Να το πούμε. Να μη μασάμε τα λόγια μας. Και όχι γιατί απουσιάζει η βιτρίνα, που κι αυτή χρειάζεται, αλλά γιατί απουσιάζουν τα «μεσαία» και τα «κατώτερα» στρώματα της καλλιτεχνικής πυραμίδας. Για όσους, δε, υποστηρίξουν πως για τούτο ευθύνεται η κρίση ένα μόνο θα πω. Δεν ξέρουν που πατούν και που πηγαίνουν. Ή, πιθανώς, να ξέρουν, αλλά να προσποιούνται πως δεν ξέρουν.
Κατά τα λοιπά έπεσε στα χέρια μου το τελευταίο τεύχος (#26, 14/7/2011) της εφημερίδας του ελληνικού φεστιβάλ, της εφ, με τη Σιλβί Γκιλέμ στο εξώφυλλο και τις διάφορες συνεντεύξεις εντός.
Στην αρχή μού προξένησε αλγεινή εντύπωση το κείμενο κάποιου Τηλέμαχου Αναγνώστου, αναφορικώς με τα live των Roger Waters και Nick Cave (στο ΟΑΚΑ και τη Μαλακάσα). Εκεί όπου το “The Wall” παρουσιάζεται ως ένα «από τα γνωστότερα κομμάτια στην ελληνική ενδοχώρα», λες και το “The wall” είναι τραγούδι (κομμάτι) και όχι ο δίσκος, που έγινε γνωστός όχι μόνο στην… ενδοχώρα (όπως γράφει ο Αναγνώστου), αλλά και στα... παράλια της ηπειρωτικής χώρας, όπως και στη... νησιωτική Ελλάδα (που δεν είναι ενδοχώρα)· και συνεπώς σε όλη τη χώρα. Για να ξέρουμε τι γράφουμε δηλαδή. Μάλιστα, ο ίδιος συντάκτης λίγο πιο κάτω σημειώνει: «Ήταν μια εποχή μετάβασης. Τέλος της δεκαετίας του 1970, που δεν φανταζόμασταν ότι φράσεις όπως “We don’t need no education” θα αποκτούσαν στενή σχέση με την ελληνική πραγματικότητα, όπου το να μη θέλεις πραγματική εκπαίδευση (αλλά μόνο το πτυχίο) ανήχθη σε αξία της καθημερινότητας». Από πού κι ως που η φράση “we don’t need no education” σχετίστηκε με τη σημερινή εκπαιδευτική πραγματικότητα; Να το λέγαμε τούτο σκεπτόμενοι, ξέρω ’γω, την… Αγωγή του Πολίτου επί Χούντας (και επί Μεταπολίτευσης), ok, «δε χρειαζόμαστε καμμία εκπαίδευση», αλλά με το σήμερα που κολλάει; Προσωπικώς, δεν έχω υπ’ όψη μου κανέναν αληθινό φοιτητή, που να θέλει να του φέρουν το πτυχίο με courier στο σπίτι. Απεναντίας, γνωρίζω φοιτητές, που εξακολουθούν να λιώνουν παντελόνια στο διάβασμα, κάνοντας master και διδακτορικά, στα 25 και στα 30 τους. Και συνεχίζει απτόητος ο Αναγνώστου: «Ο Γουότερς πάντως, που κάποια ελληνικούλια τα γνωρίζει καλά…». Δηλαδή δεν κατάλαβα, θα κάνουμε κριτική στα ελληνικά του Roger Waters και όχι στα… αγγλικούλια του κυρίου Αναγνώστου, που βάζει “the” μπροστά από το όνομα του μεξικανού αυτοκράτορα Montezuma, καταγράφοντας το τραγούδι των Grinderman (Nick Cave) ως “Palaces of the Montezuma”, αντί του σωστού “Palaces of Montezuma”; Και όχι τίποτ’ άλλο, αλλά, επειδή το ελληνικό φεστιβάλ Α.Ε. είναι ΔΕΚΟ, μπορεί να βγουν τίποτα… κακοήθεις λαϊκιστές και ν’ αρχίσουν να φωνάζουνε για τα φράγκα του κοσμάκη.
Στο ίδιο τεύχος του εφ υπάρχει και μία συνέντευξη του Vassilikos σε κάποιον Αντώνη Σακελλάρη. Σε ένα lead που πρoηγείται των συνεντεύξεων τού Vassilikos και της Δήμητρας Γαλάνη, ο Σακελλάρης γράφει: «Η Δήμητρα Γαλάνη (…), που την επέλεξαν ως ερμηνεύτρια όλοι οι μεγάλοι του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Ξαρχάκος, Μικρούτσικος – και ο Vassilikos – (…)». Αφήνω το «όλοι οι μεγάλοι του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα», που είναι… εντελώς μικροπρεπές και μένω στο παρακάτω. Είναι δυνατόν ν’ απουσιάζει ο Λοΐζος και ο Χάλαρης, ή και ο Κραουνάκης, από αυτή τη σειρά των ονομάτων και αντ’ αυτών να εμφανίζεται ο Vassilikos; Κι εκείνο που λέει ο Σακελλάρης, πως «η μεγάλη επιτυχία, αλλά και οι γκρίνιες για την πιο εμπορική στροφή των Raining Pleasure, ήρθε με το Flood. Την απάντηση στη γκρίνια την έδωσαν οι ίδιοι με τα επόμενα άλμπουμ κομψοτεχνήματα: Forwards+Backwards, Reflections και Who’s Gonna Tell Juliet» εμένα δε με βρίσκει καθόλου σύμφωνο. Ποιος είναι αυτός που γκρίνιαζε για το “Flood”, να του ψιθυρίσω δυο φωνήεντα στο αυτί; Τον καλύτερο δίσκο των Raining Pleasure (τι «εμπορική στροφή» και αηδίες) θα τον βάλουμε δίπλα στο “Reflections” και στ’ άλλα δύο. Έλα Παναγία μου. Ορισμένοι αμαθείς και σκληροπυρηνικοί της πλάκας, φαίνεται πως δε συγχωρούν ακόμη το «έγκλημα» των Raining Pleasure να συνεργαστούν με την Cosmote. Φευ. Αν ο Vassilikos μπορούσε να ξαναβγάλει άλμπουμ σαν το “Flood”, ας διαφήμιζε και κουβαρίστρες – καρφί δε θα μου καιγόταν.
Και δυο λόγια, τώρα, για όσα λέει ο ίδιος ο Vassilikos στη συνέντευξη…
«Είμαστε το μακροβιότερο συγκρότημα στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή(…). Υπάρχουμε 21 συναπτά έτη». Δεν είναι ότι υπολογίζει και τους Rest in Peace στην 21ετία ο Vassilikos (την κασέτα των οποίων ξανάκουσα τις προάλλες για κάποιο λόγο), είναι ότι ξεχνάει, ας πούμε, τους Blues Wire, που ως Blues Gang στην αρχή υπάρχουν συνεχώς από το 1983. Όχι ότι είναι σημαντικό το θέμα, αλλά επειδή εθίγη.
«Νομίζω ότι κάποιοι σκέφτηκαν το χαρακτηρισμό crooner επειδή επέλεξα να διασκευάσω ένα κομμάτι του Πολ Άνκα». Ε όχι δα. Προσωπικώς, τον Paul Anka ποτέ δεν τον λογάριασα για crooner. Αντιθέτως, έχω για crooner τον Frank Sinatra (ο ίδιος αρνείτο τον χαρακτηρισμό) και τον Nat King Cole, τραγούδια των οποίων διασκευάζει ο Vassilikos στο “Vintage”.
«Ό,τι έχει μείνει ως τώρα στην άκρη είναι ότι έχω γράψει στα ελληνικά(…). Και ό,τι έχω γράψει με ελληνικό στίχο έχει μείνει ακυκλοφόρητο». Πάντως, στον πρόσφατο δίσκο τής Ελένης Τσαλιγοπούλου «Τα-Ρι-Ρα» [Ακτή, 2011] o Vassilikos έχει γράψει τους ελληνικούς στίχους στο «33 στροφές».
«Κάποια πράγματα που μόνο εδώ μπορούν να συμβούν, όπως είναι το schoolwave, στην επιτροπή του οποίου είμαι από την αρχή. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει αυτή τη στιγμή και δεν θα μπορούσε να συμβεί πουθενά αλλού.(…). Για μένα το schoolwave είναι ένα από τα λίγα πράγματα που αξίζουν σ’ αυτή τη χώρα». Μπορεί ο Vassilikos να συμμετέχει στην επιτροπή του schoolwave, αλλά από ’κει και μέχρι του σημείου να μιλάμε για το «πιο ενδιαφέρον πράγμα που συμβαίνει αυτή τη στιγμή» (στον εγχώριο μουσικό χώρο) έχω την αίσθηση ότι πάει πολύ. Τι νομίζετε ότι συμβαίνει στο schoolwave; Μήπως κάποια μουσική κοσμογονία; Προτείνονται τίποτα ρηξικέλευθες προτάσεις, που θα πάνε παραπέρα τη μουσική τού αύριο; Απλώς, βγαίνουν οι μαθητές από κάποια Λύκεια της χώρας και παίζουν τις μουσικές που τους αρέσουν. Ωραία. Θετικό είναι αυτό – το ότι νέοι άνθρωποι δηλαδή φτιάχνουν συγκροτήματα και δεν πάνε, ας πούμε, να επευφημούν τις ομάδες του Πσωμιάδη και του… Μπαρμπαμπέου –, αλλά ας μη δίνουμε στο γεγονός περισσότερο βάρος απ’ όσο έχει. Έχω ακούσει διάφορα σχήματα από τα Schoolwaves (στο YouTube), έχω και κάποιο CD (του πρώτου διαγωνισμού, από το 2005, που το είχε μοιράσει η Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και το περιοδικό Schooligans) κι η γνώμη μου είναι πως υπάρχει μια προσπάθεια, όπως υπάρχει και ορατή προχειρότητα (αναμενόμενο), και, ακόμη, έλλειψη πραγματικού ταλέντου (κι αυτό αναμενόμενο). Αλήθεια, θα ήθελα να ρωτήσω. Βγήκε κανένα γκρουπ απ’ όλη αυτή την ιστορία; Προχώρησε; Βελτιώθηκε; Άφησε κάτι; Τι απέγιναν, άραγε, εκείνοι οι Musica Ficta, από το Μουσικό Λύκειο Παλλήνης, το μοναδικό σχήμα των schoolwaves – απ’ όσα έχω ακούσει –, που είχε κάτι να πει;
Με ειλικρίνεια το λέω. Τις απαντήσεις (αν υπάρχουν) δώστε τες εσείς.

5 σχόλια:

  1. Συμφωνώ με τα όσα λες σχετικά με το Schoolwave,αλλά έχω την εντύπωση πως οι Rosebleed(που ήδη έχουν δισκογραφήσει και έχουν γράψει μερικά αξιόλογα κομμάτια,ακολουθούν μια σταθερή και ίσως ανοδική πορεία πλέον) αναδείχθηκαν απο τον συγκεκριμένο "θεσμό".

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τo έχω το CD τους (αν και πρέπει να το ξανακούσω). Δεν ήξερα, ή δεν θυμόμουν, πως προέρχονται από το Schoolwave. Ευχαριστώ λοιπόν για την υπενθύμιση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ απόλυτα με αυτά που ανέφερες για τον Βασιλικό, και τους R.P. Πάντως αλμπουμ σαν το flood δεν ξαναέβγαλαν...Και η Μόνικα και boy και λοιποί, είναι λίγοι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Άρης Καραμπεάζης28 Ιουλίου 2011 - 9:15 μ.μ.

    Στο μεταξύ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το schoolwave (καλό-κακό, όπως το πάρει κανείς, ας πούμε καλό, όχι και τίποτε συνταρακτικό βέβαια, το ότι ξεδίνουν οι πιτσιρικάδες και βγάζουν γούστα είναι σημαντικό πάντως) μπορεί να συμβεί "μόνο εδώ"
    Σιγά την ελληνικότητα του θεσμού πια...που πρέπει να διαφυλαχθεί κι όλας. Ψυχραιμία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καλά, αυτό το «κάποια πράγματα που μόνο εδώ μπορούν να συμβούν, όπως είναι το schoolwave» είναι εκτός τόπου και χρόνου. Σιγά την πρωτότυπη ιδέα. Αν πατήσεις στο google “high school music competitions” θα πήξεις. Εδώ το αντίστοιχο ολλανδικό schoolwave:

    http://hsmc.popunie.nl/wp/english/

    Η ιστορία κρατάει βεβαίως από τα sixties (για να μην πω τα fifties), με τις αμερικανικές high-school bands να φθάνουν πολλές φορές μέχρι τη δισκογραφία. Πάτα στo popsike.com, στο advanced search, τις λέξεις “high school” και θα πάθεις. Μέχρι τον Tom Waits βγάζουν να πρωτοδισκογράφησε με γυμνασιακή μπάντα το 1964…

    ΑπάντησηΔιαγραφή