Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

celestial vibrations…

Τον Laraaji τον ήξερα. Γνώριζα δηλαδή τον μουσικό, που μας είχε συστήσει ο Brian Eno (έτσι νόμιζα – δηλαδή, όντως, ο Eno μας τον είχε συστήσει, απλώς ο άνθρωπος, καλλιτεχνικώς, προϋπήρχε), μ’ εκείνο το “Ambient 3: Day of Radiance” στην Editions EG, το 1980. Να όμως, τώρα, που υπάρχει και συνέχεια. Ή, μάλλον… prequel. Ο Laraaji, το πραγματικό όνομα του οποίου είναι Edward Larry Gordon (γενν. στη Philadelphia το 1943), έχει μιαν ιστορία πίσω του, η οποία μας αποκαλύπτεται σε αδρές γραμμές στο ένθετο τής έκδοσης τής Soul Jazz. Αναφέρομαι στην επανέκδοση του πρώτου-πρώτου άλμπουμ του, που είχε τίτλο “Celestial Vibration” και το οποίον είχε βγει σε κάποια SWN, το 1978.
Ο Gordon λοιπόν, που είχε σπουδάσει Θεωρία της Μουσικής και Σύνθεση, στο Howard University της Washington D.C. την περίοδο 1962-64, μπαίνει στην πρακτική παίζοντας πλήκτρα, πιάνο και (πρώιμα) σύνθια, πριν στρίψει προς την jazz και το funk, με κάποιους Winds of Change εκεί προς τα early seventies, και πριν ξαναστρίψει, στη συνέχεια, προς τον ανατολικό μυστικισμό και την meditation music, παίζοντας zither στα πάρκα της Νέας Υόρκης, αλλά και σε παραστάσεις Ολιστικών Κέντρων. Σε μια τέτοια παράσταση, πριν από μια σχετική ομιλία, γνωρίστηκε με τον δικηγόρο Stuart White, ο οποίος είχε δικό του record label (SWN), προτείνοντάς του να τον ηχογραφήσει. (Σ’ ένα πάρκο του Village θα τον συναντούσε τυχαίως και ο Brian Eno, λίγο αργότερα). Το άλμπουμ, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, είχε τίτλο “Celestial Vibration”, αποτελείται από δύο 24λεπτα κομμάτια (ένα σε κάθε πλευρά), στα οποία ο Edward Larry Gordon αυτοσχεδιάζει στο ενισχυμένο zither και την kalimba. Η αίσθηση που σου αφήνει το άκουσμα είναι εκείνο μιας.... κάπως ιδιάζουσας electronic music (δεν πρόκειται, φυσικά, για κάτι τέτοιο), με στοιχεία minimal α λα Terry Riley και κάποια electro-kraut α λα Peter Michael Hamel. Ok, το αποτέλεσμα είναι μοναδικό, αλλά και η ακουστική του γκάμα μοιάζει προαποφασισμένη.#Τρανή περίπτωση της αμερικανικής ενορχηστρωτικής τέχνης, ο μαέστρος και τρομπετίστας Don Ellis, που πέθανε νέος, στα 44 του το 1978, είχε δύο ολοκληρωμένα άλμπουμ για την γερμανική MPS στα seventies. Το “Soaring” του 1973 και το “Haiku” του 1974. Αυτό, το δεύτερο, επανεξέδωσε πέρυσι η Promising Music, δίνοντάς μας την ευκαιρία για μία εκ νέου γνωριμία με τον ξεχωριστό μουσικό.
Έχοντας γράψει ιστορία ήδη από το δεύτερο μισό των sixties με δύο (κυρίως) άλμπουμ στην Columbia – τo “Electric Bath” (ένα fusion αρχέτυπο) και το “Shock Treatment” (στην παράδοση του Esquivel) – ο Don Ellis εξελίσσεται σ’ έναν μάστορα των… παράξενων μέτρων από την εποχή, έχω την αίσθηση, της γνωριμίας του με τον βούλγαρο πιανίστα Milcho Leviev· άκου το “Tears of Joy” [Columbia, 1971]. Στο “Haiku” έχοντας κοντά του πάντα τον Leviev στα πλήκτρα και ακόμη τους Ray Brown μπάσο, John Guerin ντραμς, το νούμερο 1 της session κιθάρας Tommy Tedesco, ως επίσης τους Larry Carlton, David Cohen και βεβαίως μία πλήρη ορχήστρα από βιολιά, βιόλες, τσέλο, άρπα, κουαρτέτο εγχόρδων κ.λπ., ο Ellis, επηρεασμένος από κάποια αγαπημένα του haiku, κτίζει ένα πολύ ενδιαφέρον ορχηστρικό άλμπουμ, στο οποίο καταγράφει τις επιρροές του από την παλαιά ιαπωνική μουσική, συνδυάζοντας στο πακέτο του classic, easy και jazz αναφορές. Το άλμπουμ διαμορφώνει ένα πολύ ιδιαίτερο κλίμα, κάπως σαν κινηματογραφική nostalgia, αγγίζοντας κορυφή με το “Cherry petals”, με τον Ellis ν’ αποτίει φόρο τιμής στη «Λυρική Σουίτα για Κουαρτέτο Εγχόρδων» του Alban Berg, πιάνοντας ξανά κορυφή με το “Parting”· εκεί όπου τα walking μπάσα του Ray Brown, συνδυάζονται με μία… strip μελωδία, που απλώνεται κυριεύοντας το σύμπαν. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, επαναλαμβάνονται τέτοια άλμπουμ σήμερα.

2 σχόλια:

  1. "Parting (From The 1973 CD "Haiku")"
    Λες να υπάρχουν άτομα που νομίζουν ότι το 1973 βγαίνανε CD;

    Manwolf Louie

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σίγουρα. Εδώ υπάρχουν άτομα που νομίζουν ότι ο Βενιζέλος είναι οικονομολόγος…

    ΑπάντησηΔιαγραφή