Μπορεί ένα καινούριο βιβλίο να σου δημιουργεί πάντα μία διάθεση προσμονής, παρά ταύτα κανένα – μέχρι να γίνει παλαιό – δεν συγκρίνεται μ’ εκείνα που έχεις ήδη διαβάσει και στα οποία ανατρέχεις, για κάποιους λόγους, μέσα στα χρόνια. Το ίδιο συμβαίνει (σ’ εμένα τουλάχιστον) και με τους δίσκους, όπως και με τις ταινίες. Έχω κανα χρόνο στο ράφι το “My Blueberry Nights” του Wong Kar Wai δίχως ν’ αποφασίζω να το ρίξω στο player, έχω όμως δει τρεις φορές, μέσα σ’ αυτό το διάστημα, το «Διάφανο Δέρμα» του Philip Ridley.
Κάπως έτσι, ένα από τα βιβλία στα οποία ανά τακτά διαστήματα ανατρέχω για να διαβάσω κάτι, κάτι να επεξεργαστώ, ή να ξαναθυμηθώ είναι το «Η σύγχρονη σκέψη, η ‘απάτη’ της Λογοτεχνίας και ο βαθμός μηδέν της γραφής» [εκδ. Γραμμή, Αθήνα 1973] του Γιώργου Διζικιρίκη (1921-2008). Ο Διζικιρίκης γεννημένος στη Γένοβα το 1921, υπήρξε μαθητής του μαρξιστή φιλοσόφου Galvano Della Volpe, σπουδάζοντας στη Ρώμη Αισθητική, Καλές Τέχνες και Κινηματογράφο και ακόμη Μουσική με τον Μανώλη Καλομοίρη (Ανώτερα Θεωρητικά) και βιολί με τους Βασίλειο Σκαντζουράκη και Βύρωνα Κολάση. Έγραψε άρθρα και μελέτες αισθητικής και κινηματογραφικής τέχνης και τεχνικής σε περιοδικά (Διαβάζω, Πολιτιστική…), ενώ υπήρξε σκηνοθέτης στον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Το έργο του «Βαβυλωνία» (1970), σάτιρα εμπνευσμένη από τη φερώνυμη κωμωδία του Βυζαντίου, τιμήθηκε με ειδικό βραβείο στο ενδέκατο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και μπορείτε να το δείτε εδώ http://is.gd/GS9Fm2. Μεταξύ των βιβλίων που έχει γράψει είναι και τα: «Τέχνη και τεχνική στον κινηματογράφο» (1969-70), «Για τη γλώσσα και την επιστήμη της λογοτεχνίας» (1977), «Η αισθητική της ρωμιοσύνης» (1983), «Σε αναζήτηση της καινούργιας γλώσσας/ Το οδοιπορικό της τέχνης προς το τέλος του αιώνα» (1990)… Εδώ, λίγα αποσπάσματα από τον «βαθμό μηδέν της γραφής» (έχω διατηρήσει την ορθογραφία του πρωτοτύπου)…
Ναι, είναι αλήθεια: η τέχνη έχει συχνά ανάγκη να καταφεύγη στην απομόνωση, ν’ απευθύνεται μόνο στους ελάχιστους, στους εκλεχτούς και επαΐοντες, προπαντός σε περιόδους έσχατης πνευματικής πτώσης. Κι αυτό όχι από αριστοκρατικότητα, παρά μόνο γιατί είναι, ίσως, ο μοναδικός τρόπος που απομένει στον αληθινό καλλιτέχνη να διαφυλάξη την εντιμότητα, την γνησιότητα και την αισθητική ακεραιότητα του οράματός του.
Αλλά είναι ανάγκη ν’ αποφύγουμε τη σύγχυση: άλλο πράγμα είναι ν’ απευθύνεται η τέχνη μόνο στους εκλεκτούς, όταν τριγύρω μας κορυβαντιούν ξένοιαστοι οι κτηνόβιοι, σε περιόδους παρακμής, ή μη, κι άλλο αν μπορή η τέχνη ν’ απευθύνεται και στους πολλούς, χωρίς να εκμηδενίζη τους λόγους της ύπαρξής της.(…)
Εξετάζοντας τη θεωρία περί «αυτοτέλειας τους καλλιτεχνικού φαινομένου», ο Διζικιρίκης καταλήγει:
Δεν υπάρχει, πραγματικά πιο σαγηνευτική και πιο κολακευτική θεωρία, όπως είδαμε για την καλλιτεχνική δημιουργία. Αυτό εξηγεί και τη μεγάλη διάδοσή της ανάμεσα στους καλλιτέχνες, είτε είναι μεγάλοι αυτοί, είτε απλοί μεταπράτες της. Αλλά δεν υπάρχει και μεγαλύτερη αυταπάτη. Έτσι, ούτε λίγο, ούτε πολύ, κάθε καλλιτέχνης αισθάνεται ξαφνικά σαν Θεός, σαν το «άλας της γης», αφαλός και δημιουργός του «σύμπαντος κόσμου». Ταυτόχρονα όμως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτή η οίηση, αυτός ο μύθος, όσο πιο επηρμένος και αλαζονικός γίνεται, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται ουτιδανός και ψεύτικος. Και προπαντός ασεβής. Γιατί αυτό που ονομάζουμε «δημιουργία» στην απόλυτη έννοιά του σημαίνει: κάνω κάτι από το «μη είναι» δηλαδή από το τίποτε, έννοια που την αποδίδουμε κατά κύριο λόγο σε θεϊκή ιδιότητα.
Μέσα στις σχεδόν 300 σελίδες του πονήματός του ο Διζικιρίκης σκέπτεται γύρω από την τέχνη, τη γλώσσα και την κοινωνία, εκκινώντας από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και φθάνοντας έως τον Marcuse, τη Νέα Αριστερά και τον Μάη του ’68. Το βιβλίο του έχει τη γοητεία εκείνων που μελέτησαν, απέρριψαν ή αποδέχθηκαν, πριν πάρουν την απόφαση να προτείνουν…

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου