Τετάρτη, 5 Οκτωβρίου 2011

AUDIOPHILE

Νέες audiophile εκδόσεις, δηλαδή επανεκδόσεις, από την ολλανδική Music On Vinyl… και στο πλατώ (επειδή συζητάμε για LP) το “Chet Baker & Strings” [Columbia, 1953] του Chet Baker. Πριν από μερικούς μήνες (τεύχος 215, 2/2011) το Jazz & Τζαζ είχε προσφέρει το CD “Bird with Strings”, ηχογραφήσεις δηλαδή του Charlie Parker από το 1949-50, τη συνοδεία ρυθμικού τμήματος, αλλά και βιολιών, βιόλας, τσέλου, άρπας… Η ιδέα, ως φαίνεται, είχε φανεί ελκυστική στο jazz circuit με αποτέλεσμα, τα αμέσως επόμενα χρόνια, να επιχειρήσουν κάτι ανάλογο τόσο ο (τρομπετίστας) Clifford Brown (1955), όσο και ο (τρομπετίστας/ τραγουδιστής) Chet Baker. Φυσικά, θ’ ακολουθούσαν κι άλλοι… Η βασική ιδέα πίσω από τα συγκεκριμένα projects ήταν το ενδιαφέρον των παραγωγών (και των μουσικών βεβαίως) να συνδέσουν την jazz με τα classic ηχοχρώματα, παρέχοντας στις εγγραφές τους έναν cinematic αέρα. Εκεί όμως, στο σημείο που πάσχιζε να κρυφτεί το φλερτ της jazz με την pop, στο ίδιο εκείνο σημείο παραμόνευε και το υψηλό light γούστο, η συντονισμένη αφέλεια, η άνεση της jazz να διαπραγματεύεται τα φυλετικά χαρακτηριστικά της.
Ο Chet Baker το 1953 ήταν 24 ετών, αλλά ήταν ήδη ο… Chet Baker. Ο άνθρωπος δηλαδή που είχε συνδεθεί με το κουαρτέτο του Gerry Mulligan τον Σεπτέμβριο του ’52 κάνοντας τους πάντες να παραμιλούν (για διαφόρους λόγους, καλλιτεχνικούς ή μη), όντας βραβευθείς από το Down Beat και το Metronome ως ο καλύτερος jazz τρομπετίστας της χώρας· και όπως αναφέρεται στο οπισθόφυλλο του LP «κανένας μουσικός πριν απ’ αυτόν δεν είχε διαγράψει την απόσταση από την αφάνεια στην κορυφή σε λιγότερο από ένα έτος». Σε παραγωγή λοιπόν του Richard Bock με σχήμα συνοδείας τους Zoot Sims τενόρο, Jack Montrose τενόρο, Bud Shank άλτο, φλάουτο, Russ Freeman πιάνο, Joe Mondragon μπάσο, Shelly Manne ντραμς και με 9μελές string section, ο Baker καταπιάνεται μ’ ένα ευρύ ρεπερτόριο (ό,τι αργότερα θα αποκαλείτο στάνταρντ) συνθέσεις των Gershwins (Love walked in), Rodgers & Hart (I married an angel), Cole Porter (I love you, Why shouldn’t I) κ.ά., βασικά μελωδίες από το σινεμά (το είπαμε και πριν, πως το αίσθημα είναι cinematic), τις οποίες και αξιοποιεί με το αυταπόδεικτο ταλέντο του. Είτε στα νωχελικά κομμάτια, με τις γλαφυρές, ανοιγμένες μελωδίες, είτε στα πιο ρυθμικά και groovy ο Baker είναι… εξαντλητικός (πόσω μάλλον όταν αναλογίζεσαι την ηλικία του).
Τα άλμπουμ του Elvis Presley, διαχρονικά must have για τους πάσης φύσεως pop fans γνωρίζουν συνεχείς (βινυλιακές) επανεκδόσεις. Το “Fun in Acapulco” [RCA Victor, 1963/ Music On Vinyl, 2010] είναι το soundtrack της φερώνυμης ταινίας (σκ. Richard Thorpe) και περιλαμβάνεται μαζί με τα “Blue Hawaii” (1961) και “Girls! Girls! Girls!” (1962) στην τριάδα των… τροπικών (fims και OSTs) του Elvis· εκείνων, δηλαδή, που επιχείρησαν να ανανεώσουν το προφίλ του στα πρώτα χρόνια του ’60. Τα τραγούδια είναι συμβατά, λοιπόν, με το τύπου crooner φωνητικό στυλ του βασιλιά, εκμεταλλεύονται το exotic κλίμα ακόμη και από τους τίτλους, π.χ. “Fun in Acapulco” (το Acapulco είναι πόλη του Μεξικού στον Ειρηνικό), “Guadalajara”, “Mexico”, “El toro”, “Bossa nova baby” (το θέμα των Lieber και Stoller μπορεί να είναι πολύ καλό, αλλά, απλώς, εκμεταλλεύεται την τρέλα της bossa, που, ως γνωστόν, ουδεμία σχέση είχε με το Μεξικό), αλλά από ’κει και πέραν ελαχίστως ξεφεύγουν του αναμενομένου. Το μόνο track που ξεχωρίζει, πέραν του στυλ που είχε πλασάρει ο Elvis εκείνη την εποχή, ήταν το rhythm n’ blues “Slowly, but surely” με το fuzz στην κιθάρα από τον Scotty Moore(;). (Μπαίνει ερωτηματικό, γιατί στο άλμπουμ έπαιζαν κιθάρα και οι Barney Kessel, Tiny Timbrell – αν και ο Timbrell ήταν, βασικά, «ρυθμικός»).
Το “Prelude” [CTI, 1972] του βραζιλιάνου keyboard player Eumir Deodato, ή απλώς Deodato είναι ένα πασίγνωστο άλμπουμ. Μάλιστα, όπως διάβασα, αποτέλεσε την εμπορικότερη κυκλοφορία της CTI (το υποπτευόμουν), με το “Also sprach Zarathustra (2001)” να φθάνει μέχρι το νούμερο 2 στο pop chart των ΗΠΑ (το 1973). Η παραγωγή του Creed Taylor υπήρξε πληθωρική. Χρειάστηκαν καμμιά 35αριά(!) μουσικοί για να βγει το πράγμα εις πέρας – μεγάλα ονόματα ανάμεσά τους, όπως εκείνα των John Tropea, Ron Carter, Stanley Clarke, Billy Cobham, Jay Berliner, Airto Moreira, Ray Barretto, Hubert Laws… – φαντάζομαι κάμποσες μέρες στούντιο (τον Σεπτέμβριο του ’72) και φυσικά γερό χρήμα για promotion, που απέδωσε φυσικά τα αναμενόμενα. Καλλιτεχνικώς, δεν μπορούμε να μιλήσουμε και για extravaganza, αλλά εν πάση περιπτώσει για ένα άλμπουμ που έχει τις ωραίες groovy-lounge στιγμές του (“September 13”, “Carly & Carole”…)· αν και προσωπικώς προτιμώ τον βραζιλιάνικο ήχο του Deodato, από την ίδιαν εποχή. Αναφέρομαι στο LP “Skyscrapers”, το οποίο είχε ηχογραφηθεί στο Rio, τον Ιούλιο του ’72, με μέλη των Catedraticos (Durval Ferreira, Sergio Barroso), Tamba Trio (Helcio Milito, Bebeto), Azimuth (Ivan “Mamao” Conti)… Εκεί ν’ ακούσεις “Carly & Carole”…
Κι ας κλείσω με μιαν έκδοση που δεν είναι… επανέκδοση, αν και περιέχει παλαιά τραγούδια. Πρόκειται για το νέο 2LP του Leonard Cohen, υπό τον τίτλο “Songs from the Road” [Columbia-Legacy/ Music On Vinyl, 2010]. Ηχογραφημένο ζωντανά στο Τελ Αβίβ, την Γκλασκόβη, το Λονδίνο, το Oberhausen (Γερμανία), το San Jose και το Indio (California), το Γκέτεμποργκ, το Μάντσεστερ, το Ελσίνκι και το Λονδίνο του Οντάριο (Καναδάς), το άλμπουμ είναι ενδεικτικό της καλής φάσης φάσης που βρισκόταν, το 2008-09, και εξακολουθεί να βρίσκεται, ο 75χρονος (τότε) καναδός τροβαδούρος. Αν κι εδώ που τα λέμε δεν χρειάζεται πολλά-πολλά ο Cohen για να ερμηνεύσει τους ύμνους, τα άσματα που κατά καιρούς έχει γράψει. Μια καλή μπάντα, που πάντα την έχει, μερικά γυναικεία φωνητικά (κι απ’ αυτά άλλο τίποτα), την κιθάρα του και πάνω απ’ όλα τη φωνή του. Ή, μάλλον, πάνω απ’ όλα τα τραγούδια του. “Lover, lover, lover”, “Bird on the wire”, “Chelsea Hotel”, “Heart with no companion”, “That don’t make it junk”, “Waiting for the miracle”, “Avalanche”, “Suzanne”, “The partisan”, “Famous blue raincoat”, “Hallelujah”, “Closing time”… Ωραιότατες στιγμές.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου