Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2011

η ελλειπτική jazz των Δίσκων Amirani

Για τους δίσκους της Amirani Records έχω γράψει κι άλλες φορές. Το ιταλικό label του σοπρανίστα Gianni Mimmo έχει μπει στον έκτο χρόνο του, εξακολουθώντας να προτείνει ένα είδος jazz, που απαιτεί την προσοχή, ου μην και την προσήλωση του ακροατή. Ηχογραφήσεις κουιντέτων, κουαρτέτων, αλλά και ντούο (στην περίπτωσή μας), που επιμένουν στους παράδοξους συνδυασμούς οργάνων (τσέλο με πιάνο, σοπράνο και φωνή ή κιθάρα με σοπράνο, ή δύο σοπράνο κ.ο.κ.) και, βεβαίως, στο αυτοσχεδιαστικό πνεύμα.
Το “Live at Bauchhund, Berlin 2010” [AMRN 026] των Gianni Mimmo και Harri Sjostrom είναι ένα άλμπουμ ύμνος – αν και δεν είναι κατάλληλη η λέξη – στο σοπράνο σαξόφωνο. Ο Ιταλός Mimmo με τη διακριτή καριέρα στην Amirani και αλλού και ο Φινλανδός Sjostrom (γνωστός, περισσότερο, από τις συνεργασίες του με τον Cecil Taylor), μοιράζονται κανάλια – το δεξί ο ένας, το αριστερό ο άλλος – και, κυρίως, μοιράζονται ιδέες και τρόπους επικοινωνίας, παραλληλίζοντας ή κοντράροντας δύο όργανα ίδια φαινομενικώς (υποθέτω ό,τι μπορεί να μοιάζουν – όλα τα σοπράνο δεν είναι ίδια), αλλά εντούτοις τόσο διαφορετικά, αφού παίζονται από δύο διαφορετικούς παίκτες, γυμνασμένους μέσα από διαφορετικούς διαύλους συνεργασιών και εμπειριών. Ένα όργανο λοιπόν από τη φύση του υβριδικό, που ηχεί άλλοτε κοντά στο κλαρινέτο, άλλοτε κοντά στο όμποε, και άλλοτε σε κάτι ενδιάμεσο ή και πέραν αυτών, ένα όργανο που τίμησαν μουσικοί από τον John Coltrane, μέχρι τον Fela Kuti (δίχως να ξεχνάμε τον Steve Lacy και τον Anthony Braxton, δασκάλους κατά μίαν έννοια τού Mimmo τουλάχιστον), αντιμετωπίζεται εδώ ως το μόνο και απόλυτο μέσον επικοινωνίας μεταξύ των δύο παικτών. Το πνευστό και… κρουστό αποτέλεσμα (οι τάπες πρωταγωνιστούν ενίοτε επί ίσοις όροις) δεν μπορεί παρά να έχει την ενέργεια της στιγμής. Είτε κινούμενο σε υψηλά, ακραία δυναμικά, είτε σε χαμηλά και υποχθόνια.
Για το πρώτο άλμπουμ των ElectroAcousticSilence “Cono di Ombra e Luce, επίσης στην Amirani, έχω γράψει πριν από κάποιο καιρό (http://is.gd/bWVPFE). Εκεί, επρόκειτο για trio (Luca Cartolari live electronics, ηλεκτρικό μπάσο, Mirio Cosottini τρομπέτα, φλούγκελχορν, Alessio Pisani μπασούν), εδώ, στο έσχατο “Flatime” [AMRN 025], έχουμε να κάνουμε πλέον με κουιντέτο (χωρίς τον Cartolari, αλλά με τους Taketo Gohara sound design, Filippo Pedol κοντραμπάσο, ηλεκτρικό μπάσο, Andrea Melani ντραμς). Ηχογραφημένο τον Απρίλιο του ’10 στο Μιλάνο, το “Flatime” προσφέρει ένα περιπετειώδες άκουσμα, με λυρικά μέρη, που τα φέρουν εις πέρας τα πνευστά, υποβολιμαίους electro ήχους, που δημιουργούν καινοφανείς ατμόσφαιρες, αλλά και rhythm section άριστα πακτωμένο στις διδαχές της jazz (από την soul, έως την avant). Απολύτως συγκροτημένος ήχος, μέσα στην αποσπασματικότητά του.
Εν αντιθέσει δηλαδή από εκείνο που συμβαίνει στο “Fine Tuning, The Gradisca Concert” [AMR 024] των Lol Coxhill σοπράνο και Enzo Rocco κιθάρες. Ο θρύλος βρετανός σαξοφωνίστας και ο ιταλός κιθαρίστας βρέθηκαν να παίζουν live, τον Νοέμβριο του ’08, στην ιταλική πόλη Gradisca D’Isonzo (πάνω στα σύνορα με τη Σλοβενία), προτείνοντας μιαν ελεύθερη μουσική (διάρκεια περί τα 34 λεπτά), από την οποία δεν απουσιάζει, κατά πρώτον, το ίδιον παίξιμο του Coxhill (άλλοτε ανεπαίσθητο, άλλοτε θορυβώδες, άλλοτε λυρικό και άλλοτε εκρηκτικό, και πάντα με… καρτουνίστικη διάθεση) και βεβαίως το προσωπικό άγγιγμα τού Rocco, που ασκείται στην ηλεκτρική με λελογισμένη ένταση και πάθος. Εννοώ πως το παίξιμό του, συχνά, φαίνεται να συνοδεύει το σοπράνο, παίζοντας ελεύθερα παράξενες φράσεις, επιβάλλοντας άλλοτε φρενήρεις διαδοχές ακόρντων, και άλλοτε υιοθετώντας έναν ήχο περισσότερο relaxed, πάντα όμως μέσα στα ευρύτερα συνεργατικά πλαίσια. Απρόσμενο άκουσμα.
Στο “The Shoreditch Concert” [AMRN 023], το οποίον υπογράφεται από τους Hannah Marshall τσέλο, Nicola Guazzaloca πιάνο, Gianni Mimmo σοπράνο και Leila Adu φωνή, ο χώρος της ζωντανής ηχογράφησης, η St. Leonard’s Shoreditch Church στο Λονδίνο, καθορίζει θα έλεγα τις επιμέρους δυναμικές κι εντάσεις. Οι τέσσερις μουσικοί επικοινωνούν εκμεταλλευόμενοι ποικίλες τεχνικές έκφρασης, οι οποίες σχετίζονται άλλοτε με την πλήρη χρήση των οργάνων (το παίξιμο από μέσα στο πιάνο, τα clusters α λα Cecil Taylor…) και άλλοτε με συναισθηματικές καταστάσεις, που υποβάλλονται ενδεχομένως από το χώρο ή δημιουργούνται αυτοστιγμεί από ασήμαντες λεπτομέρειες. Σε κάθε περίπτωση το “The Shoreditch Concert” φανερώνει το πάθος της ιταλικής εταιρίας να καταγράψει το εν τω γενάσθαι, μ’ έναν τρόπο που ναι μεν να μην αποκλείει τις λυρικές φορτίσεις, αλλά από την άλλη να γειτνιάζει πάντα με τις προσλαμβάνουσες της στιγμής σ’ ένα ψυχοακουστικό επίπεδο.
Επαφή: www.amiranirecords.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου