Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2011

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΣΕΦΕΡΛΗΣ και οι… SCAFFOLD

Δεν πολυβλέπω τηλεόραση (ένα τελευταίο που παρακολούθησα ήταν το φιλμ “La Ragazza del Lago” του Andrea Molaioli στην ET3, το προηγούμενο Σάββατο – όσο κυλούσε μου άρεσε όλο και … λιγότερο), αλλά καμιά φορά με πιάνω να κάνω ένα κάπως… ακατανόητο ζάπιν προσδοκώντας το απροσδόκητο. Πριν λίγα βράδια, σε μια τέτοια φάση, έπεσα πάνω στους τίτλους τέλους της εκπομπής του Μάρκου Σεφερλή «Κορίτσια ο Μάρκουλης» στο Alter. Ξαφνιάστηκα, κατά μίαν έννοια, καθότι άκουσα εκεί το “Thank u very much” των Scaffold από το 1967. Το τραγούδι, μία ευφυέστατη σύνθεση του Mike McGear (αδελφός του Paul McCartney) σε στίχους του Roger McGough (το τρίτο μέλος των Scaffold ήταν ο John Gorman), είχε γίνει μεγάλη επιτυχία στη Βρετανία, αφού την 9/12/1967 είχε φθάσει μέχρι το νούμερο 4, στο British Top 50. Ίσως, δε, γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο το ίδιο 45άρι είχε κυκλοφορήσει εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα· αναφέρομαι στο “Thank u very much/ I’ de B the first” [Parlophone GMSP 128].Έχοντας, λοιπόν, εκπλαγεί από την επιλογή του κομματιού στο πρόγραμμα του Σεφερλή, είπα μιαν επόμενη φορά να παρακολουθήσω και την εκπομπή του από την αρχή, μήπως παρουσίαζε κάποιο ανάλογο (μουσικό) ενδιαφέρον. (Ας πω πως αν και επρόκειτο για παραγωγή του 2005 εγώ μόλις τώρα την πήρα χαμπάρι και μόλις τώρα άκουσα, στους τίτλους τέλους της, τούς Scaffold). Εντάξει, ο Σεφερλής είναι ο Σεφερλής, σε άλλους αρέσει και σε άλλους όχι (εμένα γενικώς μου είναι συμπαθής, όπου τον έχω «τρακάρει» στην TV εδώ κι εκεί, εξαιτίας της μπουφονικότητάς του, αν και με τα σεξιστικά «αστεία», στρέιτ ή αδελφίστικα, δε γελάω καθόλου), όμως το όλον πράγμα, το «Κορίτσια ο Μάρκουλης» εννοώ, δεν είναι για πέταμα, επειδή, ίσως, είναι… δανεισμένο από αλλού. Πιθανώς, δε, οι σχέσεις του ελληνικού προγράμματος μ’ ένα παλαιότερο βρετανικό να… αποκαλύφθηκαν για πρώτη φορά στην εκπομπή του Αναστασιάδη, αν κρίνω από αυτό το βίντεο http://is.gd/XRPrt6.
Στο «Κορίτσια ο Μάρκουλης» περιγράφεται, βασικά, η ζωή σ’ ένα ξενοδοχείο· οι «χοντράδες» που συμβαίνουν ανάμεσα στο προσωπικό και τους πελάτες. Και λέω πως το όλον πράγμα στέκει, κάπως, επειδή, όπως είδατε, πρόκειται για… αναπροσαρμογή τού “Faulty Towers”, ενός πολύ επιτυχημένου sitcom του BBC που προβαλλόταν στη δεκαετία του ’70 και στο οποίο πρωταγωνιστούσε, στο ρόλο του ξενοδόχου (ο ρόλος του Σεφερλή), ο John Cleese των Monty Python. Φυσικά, το original δεν το έχω δει (ούτε έχω καμιά πρεμούρα να το ψάξω τώρα), αλλά να φθάνουν ορισμένοι (όπως διάβασα στα σχόλια του YouTube) να συγκρίνουν τον John Cleese με τον Μάρκο Σεφερλή νομίζω πως πάει πολύ (ούτε ο Σεφερλής δεν θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο).
Έτσι, επειδή τους Scaffold, μαζί με τους Bonzo Dog Doo-Dah Band, τους Grimms, ενδεχομένως τον Ivor Cutler και σίγουρα τους Monty Python εγώ τους βάζω στο ίδιο καζάνι (ή έστω σε διπλανά) η επιλογή τού “Thank u very much” για το τέλος τού «Κορίτσια ο Μάρκουλης» μου φάνηκε απολύτως ταιριαστή. Σαν κάτι να ’ξερε αυτός που το σκέφτηκε…
Επί τη ευκαιρία ξανάκουσα και το μοναδικό άλμπουμ των Scaffold που διαθέτω, το “L. the P.” [Parlophone PCS 7077, 1969], με τη χαρακτηριστική αδιάστατη λιθογραφία(;) του Maurits Cornelis Escher στο εξώφυλλο. Η πρώτη πλευρά εντάσσεται απολύτως εντός του ηχητικού πλαισίου ανατροπών της εποχής. Θα μπορούσα να την χαρακτηρίσω δηλαδή ως ψυχεδελική, κάτι στο οποίο συμβάλλει η πνευματώδης ενορχήστρωση (έγχορδα, σιτάρ, κιθάρες, πλήκτρα, πνευστά, vibes κ.λπ.) του Mike Vickers (ex-Manfred Mann) και βεβαίως η περιπλάνηση σε folk, jazz, pop και rock περιβάλλοντα, με τον γνωστό βρετανικό τρόπο. Η δεύτερη πλευρά, ζωντανά ηχογραφημένη στα EMI Studios την 12/1/1969, με τη συμμετοχή φοιτητών του London University είναι μία σειρά διαλόγων (χιουμοριστικών ενίοτε), αλλά και ποιημάτων του Roger McGough (και με ηχητική υπόκρουση). Κορυφαία στιγμή από εδώ η δυναμική απαγγελία του ποιήματος “10.15 Thursday Morning, Memphis Tennessee” (“the difference between someone who loves/ And someone who hates/ Is that someone who hates/ Has to explain what he means”), με τις πολιτικο-κοινωνικές αναφορές σε συμβάντα της εποχής (δολοφονία του Martin Luther King, Jr.) και τη γενικότερη stoned (ηχητική) ατμόσφαιρα.

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

RED ROSE THE GROUP κατά... Select

Πριν από λίγες ημέρες ένας αμερικανός dealer από το Schwenksville της Pennsylvania πούλησε στο eBay ένα ελληνικό 45άρι, το “Big show theme/ Night time girl” [Select ΣΑ3130] των Red Rose The Group (η Select ήταν ετικέτα συμφερόντων Αντώνη Πλωμαρίτη), το οποίον περιέγραφε ως εξής (οι εμφάσεις δικές μου): “I can’t find a shred of information about this killer single online, but I can only say when word gets out on this one, it’s gonna be on want lists. I mean, just listen to both sides of this monster. “Night time girl” is a downright awesome mystical psych head-twirler, riding a twisty belly dance rhythm with twangy sitar-like instruments straight off one of those “Dance with Sheherazade” comps. It’s still got both feet firmly placed in rock, though, which means it’s likely not the work of your typical ethnic greek combo. Instead, imagine the Hollies’ “Stop! stop! stop!” played by a greek garage band while six scantily-clad belly dancers gyrate on stage at a hookah bar. “Night time girl” is simply an amazing wonky bit of greek sitar freakbeat that has yet to be discovered, or comped. It will be big. Flip it over and you’ ve got “Big show theme”, which is exactly what it says it is. A cool as f*** swinging gogo game show theme meets arabian snake dance that will break spines if you try to dance to it. You’ve been warned”. Επειδή λοιπόν διαθέτω το εν λόγω 45άρι και μ’ έχει απασχολήσει από παλαιά το ζήτημα (έχω ρωτήσει σχετικώς και τον Manwolf Louie, που γνωρίζει καλά αυτά τα θέματα) έρχομαι να παραθέσω τα εξής. Κατ’ αρχάς, να το ξεκαθαρίσω, το γκρουπ δεν είναι ελληνικό. Αναγράφεται εξάλλου πάνω στο label εγγραφαί USA. Δεύτερον, και εξ ίσου σημαντικό, δεν υπάρχει συγκρότημα (ούτε ελληνικό, ούτε αμερικανικό, ούτε οτιδήποτε) με τέτοιο όνομα! Προφανώς ο Πλωμαρίτης, για λόγους αποφυγής δικαιωμάτων, άλλαξε(!) όνομα στο γκρουπ, αποφεύγοντας να γράψει στην ετικέτα ακόμη και τα credits των κομματιών. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μία απολύτως πειρατική έκδοση, του τύπου… πιασ’ το αυγό και κούρευτο.
Μετά από μία σχετική έρευνα στο popsike.com και αλλαχού καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως οι Red Rose The Group δεν είναι άλλοι από τους Skip Battyn and The Group(!), το συγκρότημα του αμερικανού τραγουδοποιού Clyde “Skip” Battin (1934-2003), μέλους μεταξύ άλλων των Byrds, New Riders of the Purple Sage και Flying Burrito Brothers.
Το 1966 κατά το popsike, ή το 1967 κατά την επίσημη δισκογραφία του που μάλλον είναι και το σωστό (δες http://is.gd/hoLRZL), ο Skip Battin ηχογραφεί το “Night time girl/ The dating game theme” σε ετικέτα Aurora [159] και σε διανομή από την νεοϋορκέζικη Bell. Μάλιστα, το τραγούδι της πρώτης πλευράς (γιατί το flip side είναι instro) είναι γραμμένο από τους A. Kooper - I. Levine (όπως βλέπουμε στη φωτογραφία του label, που υπάρχει στο popsike). Τα ονόματα, φυσικά, δεν είναι άλλα από εκείνα των Al Kooper και Irwin Levine.
Ψάχνοντας λίγο στο δίκτυο ανακάλυψα πως το εν λόγω άσμα το είχαν πει και οι Everly Brothers το 1965 (η πρώτη εκτέλεση;). Μάλιστα, σ’ ένα pdf με τους στίχους των τραγουδιών τους (http://is.gd/m2qQLi) διαβάζουμε ακόμη πως το τραγούδι το είχαν ερμηνεύσει και οι Modern Folk Quartet (Cyrus Faryar, Henry “Tad” Diltz, Chip Douglas, Stan White – αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Jerry Yester). Οι στίχοι του τραγουδιού (στο πρώτο κουπλέ) που λένε οι Modern Folk Quartet, οι Everly Brothers βεβαίως, αλλά και οι Skip Battyn and The Group είναι οι ακόλουθοι: “Under the veil of her perfume and paint/ there was long ago look of a used-to-be saint/ of a rose raised up to someday marry the sun/ ’stead of hiding in the shadows/ with just anyone”. (Τους αναφέρω για να μην υπάρχει αμφιβολία πως το “Night time girl” των… Red Rose The Group, δεν είναι άλλο από το “Night time girl” των Skip Battyn and The Group). Περαιτέρω, διαπιστώνω από το popsike πως το συγκεκριμένο κομμάτι το είχαν πει και κάποιοι Down Children σε ετικέτα Philips (το 1967;). Εκεί μάλιστα αναφέρεται ως “awesome loungey Casbah garage psych headtripper” (άψογη περιγραφή). Και όντως δηλαδή. Το κομμάτι είναι εξαιρετικό, ένα «διαμάντι» που θα μπορούσε να κοσμεί κάθε garage/psych συλλογή από εκείνη την εποχή. Το δε oriental ηχόχρωμα (θυμίζουν τους Λιβανέζους Cedars) ήταν εκείνο που ανάγκασε κάποιους να τους μπερδέψουν με Έλληνες. (Όπως έχω ξαναγράψει, νομίζω στην ανάρτηση/σχόλια για τον Gus Vali, οι Αμερικάνοι όταν λένε «Ανατολή», ή «Μέση Ανατολή», βάζουν μέσα και… κάτι από Ελλάδα).Πρώτη πλευρά στο ελληνικό single των ανύπαρκτων Red Rose The Group και δεύτερη στο αμερικανικό των Skip Battyn and The Group ήταν το instrumental “Big show theme” (κατά τον Αντώνη Πλωμαρίτη) ή “The dating game theme” (ένα… swingin’ game show instrumental, όπως γράφει το popsike) κατά τους Αμερικανούς. Προφανώς, πρόκειται για το ίδιο κομμάτι, απλώς ο Πλωμαρίτης για τους δικούς του λόγους το “The dating game theme” το έκανε “Big show theme”. Όπως διαβάζω στην ετικέτα του αμερικανικού single (γιατί στην ελληνική δεν αναφέρεται τίποτα) το instro προερχόταν από το… ABC TV - Network Show (υπάρχουν πληροφορίες γι’ αυτό στην wikipedia http://is.gd/lYvQav) και ήταν σύνθεση του Chet Baker! Εκεί, δε, ακουγόταν από τους The Mariachi Brass (στούντιο μουσικοί υπό τον Jack Nitzsche) στους οποίους συμμετείχε ο Chet Baker, επιχειρώντας να κλέψει (τότε) λίγη από τη δόξα των Herb Alpert & The Tijuana Brass. Ο Skip Battin του αλλάζει λίγο τα φώτα (τι λίγο δηλαδή), μετατρέποντάς το σ’ ένα πολύ δυνατό «σέικ», αλλά ποιος μπορεί να τον μεμφθεί γι’ αυτό; Ίσα-ίσα.
Εν τέλει, απ’ όλη αυτή την ιστορία, ας θυμόμαστε το πιο σημαντικό. Το 45άρι των Skip Battyn and The Group στην Aurora, από το 1967, τυπώθηκε την ίδια περίπου εποχή και στην Ελλάδα (έστω και ως… Red Rose The Group), στη Select του Αντώνη Πλωμαρίτη. Αλλά και αυτό μικρή σημασία θα είχε, αν το τραγούδι τού Al Kooper δεν αντιμετωπιζόταν από τον Skip Battin μ’ αυτόν τον μοναδικό τρόπο… Ύμνος.
(Αφήστε την εικόνα, που είναι άσχετη με το θέμα μας, και δώστε σημασία στο κομμάτι).

Μερικές ακόμη αναρτήσεις για τους Δίσκους Πλωμαρίτη…http://is.gd/ytEvBh, http://is.gd/bT0rUj, http://is.gd/iIK9dZ, http://is.gd/SSybem

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

THE SIDEWINDERS - THE BRIEF ENCOUNTER

Ο Βρετανός Jazzman δεν ξεχνάει το καθήκον του. Να εφοδιάζει δηλαδή την αγορά με σκοτεινά soul και funk άλμπουμ του παρελθόντος, βγαλμένα από τα δισκογραφικά αζήτητα.
Το μοναδικό LP των (The) Sidewinders από το Halifax του Καναδά, που είχε τίτλο “Flatfoot Hustlin’” κυκλοφόρησε σε κάποια Great Eastern, προς τα μέσα των 70s (ίσως και πιο μετά). Το άλμπουμ αυτό ήταν παντελώς άγνωστο μέχρι πριν από δυο χρόνια, αφού έχω την εντύπωση (μπορεί και να κάνω λάθος) πως μόλις πέρυσι έσκασε μύτη στο ebay (προφανώς κάποιος Καναδός βρήκε κόπιες), για να φύγει τελικώς σε τιμές που άγγιξαν ή ξεπέρασαν τα $2000. Είναι τόσο καλό τελικώς; Δεν είναι αυτό το ζήτημα…
Όλα φαίνεται πως ξεκινούν στα μέσα των sixties, στη Νέα Υόρκη, όταν σχηματίζονται οι Little Charles & The Sidewinders, που είχαν για τραγουδιστή τον Charles Walker και οι οποίοι ηχογράφησαν κάμποσα (οκτώ;) smooth soul 45άρια στην Decca, την Red Sands και την Drum, όλα μέχρι τα πρώτα χρόνια του ’70. Κάποια στιγμή ο Walker αφήνει το γκρουπ και οι υπόλοιποι – επτά νοματαίοι, οι Raymond Myers σαξόφωνα, Jerry Holland πλήκτρα, Jerry Jenkins κιθάρες, Hank Anderson μπάσο, Alexander Link φλάουτο, Reggie Barnes ντραμς, Jerry Ayers τρομπέτα – είναι κατ’ ουσίαν οι «σκέτοι» Sidewinders, της Great Eastern και τώρα του Jazzman [JMANCD 039]. Το άλμπουμ ανταποκρίνεται πλήρως στα αισθητικά κελεύσματα του δεύτερου μισού του ’70· θα παραξενευόμουν δηλαδή, αν μάθαινα πως τούτο ηχογραφήθηκε πριν το 1975. (Αφήνω δε το γεγονός πως στο οπισθόφυλλο αναγράφεται και το“for more than ten years now the Sidewinders…”). Υπάρχει λοιπόν το ισχυρό rhythm section της early disco (“A voyage”), υπάρχει το blax κλίμα στα πνευστά ιδίως, υπάρχει όμως κι ένα jazz-funk groovy στοιχείο, όπως φερ’ ειπείν στο εισαγωγικό “I like to dance”, το οποίο «σπάει» προς το ακόμη πιο funky. Βεβαίως, το smooth σταγονίδια είναι πάντα παρόντα (“Time for loving”), όπως παρόν δηλώνουν και τα περισσότερο δυναμικά ενορχηστρωτικά patterns σε κομμάτια όπως το “Flat foot hustlin’”. Γενικώς, ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, το οποίον αξίζει να μην απασχολεί μόνο τους συλλέκτες…
Προσπάθησα να ξεκαθαρίσω, διαβάζοντας διάφορες ιντερνετικές πηγές, την ιστορία των (The) Brief Encounter από την Wilkesboro της North Carolina, και, κυρίως, πότε ακριβώς τοποθετείται η ηχογράφηση του φερώνυμου άλμπουμ τους (άλλοι το αποκαλούν “Special Release”, επειδή έτσι αναγραφόταν στο original cover), που επανεξέδωσε πέρυσι ο Jazzman [JMANCD 038]. Στο discogs αναφέρεται πως πρόκειται για έκδοση του 1970, διάφορα blogs γράφουν για ’73, άλλοι (ανάμεσά τους και ο Jazzman) προκρίνουν το 1977. Εν πάση περιπτώσει. Σημασία έχει πως πρόκειται για ακόμη ένα πανσπάνιο… διχίλιαρο άλμπουμ, που έχει αναμφισβήτητο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον.
Το γκρουπ αρχικώς αποκαλείτο The Sounds of Soul, κι έτσι πρωτοηχογράφησε ένα 45άρι (S.O.S. Records), το 1971, με τα κομμάτια “So much love/ Yes I’m ready”. Το 1972 φαίνεται πως αποκτούν το όνομα Brief Encounter, αρχίζοντας με το χρόνο να ηχογραφούν σε κάποια Seventy Seven Records (έγραψαν εκεί τρία singles). Τo 1976 κάνουν το άλμα και υπογράφουν στην Capitol για τρία χρόνια, διάστημα στο οποίο δίνουν δύο ακόμη 45άρια, κι ένα LP, το οποίον, όμως, ενώ το πλήρωσε η Capitol (ηχογράφηση στα Muscle Shoals στούντιο) κυκλοφόρησε, τελικώς, από την Seventy Seven ως «ειδική έκδοση». Είναι αυτό που επανεκδίδει τώρα ο Jazzman.
Οι Brief Encounter ήταν μία 9μελής μπάντα, στην οποίαν έπαιρναν μέρος τέσσερα αδέλφια. Ο Larry Bailey σαξόφωνα, ο Velmar πλήκτρα, ο Montie κιθάρες και ο Bernard μπάσο, ενώ τραγουδούσε ο Maurice Whittington με την κάπως «γυναικεία» φωνή. Το αποτέλεσμα είναι ένα ωραίο funk-boogie, που πλησιάζει προς την disco, δίχως να εκλείπουν και οι στάνταρντ σ’ αυτές τις περιπτώσεις lush/smooth στιγμές. Τα καλύτερα κομμάτια βρίσκονται προς το τέλος του CD, και αναφέρομαι κυρίως στο “Time is moving”, αλλά και στο “Get a good feeling” , που θα μπορούσε να διαπρέπουν ακόμη και στο πρώτο μισό των 70s. Όχι μόνο στο δεύτερο…

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

NEU! e-musik άλλης εποχής

Πέρυσι τον Μάιο η βρετανική Grönland κυκλοφόρησε ένα vinyl-box, αφιερωμένο στους γερμανούς krautrockers Neu!. Το πακέτο περιείχε τέσσερα LP (τα κανονικά “Neu!”, “Neu! 2”, “Neu! ’75” και για πρώτη φορά μία επίσημη έκδοση του “Neu! ’86”), ένα 20λεπτο maxi-single με ανέκδοτο live υλικό από το 1972, ένα 36σέλιδο βιβλίο με φωτογραφίες και Neu! stencil, έναν κωδικό για free downloading μέσω του www.neu2010.com, συν ένα μπλουζάκι. Το box έφθασε να πωλείται στα καταστήματα 110 λίρες (περί τα 125 ευρώ δηλαδή), αν και τώρα η τιμή στο eBay είναι $200 (δηλ. 141 ευρώ).Για αρκετούς, όπως ας πούμε για τον επιφανή Julian Cope, οι Neu! υπήρξαν ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα στην ιστορία του krautrock. Δεν ξέρω αν ήταν… Το ζήτημα είναι με ποιο κριτήριο λέγεται κάτι τέτοιο – τι συνυπολογίζεται δηλαδή και τι όχι. Ας πούμε, ο Cope και πολλοί άλλοι, μετράνε το γεγονός του πόσο επέδρασαν γκρουπ όπως οι Neu! στη γέννηση και την εξέλιξη της βρετανικής industrial σκηνής και του new-wave. Επέδρασαν; Όντως. Αλλά γιατί; Απλώς γιατί και οι τρεις δίσκοι τους εκδόθηκαν στο Νησί εκείνα τα χρόνια (1972-75) από την United Artists – οι original κόπιες ως γνωστόν ανήκουν στη γερμανική Brain – άρα, ήταν εύκολο κάποιος να τους βρει και να τους ακούσει, να τους απορρίψει ή να τον επηρεάσουν. Τι γίνεται όμως με τους πραγματικά σπουδαίους δίσκους του krautrock, που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στη Μεγάλη Βρετανία, που τους άκουσαν ελάχιστοι Εγγλέζοι (τότε) και με τους οποίους, ακόμη και σήμερα, λίγοι, συγκριτικώς, ασχολούνται μαζί τους; Πόσο θα μπορούσε ν’ αλλάξει ή να πάρει άλλη τροπή το gothic, το dark wave, η βιομηχανική avant ή το συστεμικό rock, αν κάποιοι Εγγλέζοι είχαν υπ’ όψιν τους από νωρίς τους Cluster, τους Ash Ra Tempel, τους Gila, το Sci Fi Party, τους Annexus Quam, τους Yatha Sidhra ή τους Guru Guru; Κανείς δεν μπορεί ν’ απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα. Δε θέλω με τούτα να υποστηρίξω πως οι Neu! ήταν ένα ευνοημένο από τη συγκυρία γκρουπ (ήταν κι αυτό), απλώς ότι είναι υπερ-εκτιμημένοι.
Οι Neu! σχηματίστηκαν το 1971, κατ’ ουσίαν μέσα στους Kraftwerk, αφού ο Klaus Dinger (ντραμς) ήταν ήδη μέλος του γκρουπ όταν ηχογραφείτο το “Kraftwerk”, την ώρα που ο Michael Rother (κιθάρες) θα έμπαινε στους αληθινά μεγάλους Γερμανούς λίγο καιρό αργότερα. Επίσημες εγγραφές με τους δύο pre-Neu! δεν υπάρχουν, όμως τον Δεκέμβριο του ’71, όταν βρέθηκαν στο Windrose Dumont Time Studio του Αμβούργου, με μηχανικό ήχου τον Conny Plank (ύπατη «πίσω» μορφή του krautrock) οι Dinger και Rother θα κατέθεταν αυτοστιγμεί το έργο της ζωής τους. Το πρώτο άλμπουμ των Neu!, που κέντριζε από το εξώφυλλό του ήδη (αφαιρετική σχεδίαση, super cool αισθητική), μπορεί να χρωστούσε πολλά στους Can, όμως με κομμάτια όπως το 10λεπτο “Hallogallo”, έθετε (είτε μου αρέσει, είτε όχι…), ένα αγκωνάρι στην εξέλιξη του electro-rock. Μέχρι, όμως, εκεί; Ναι. Ό,τι ιδέες υπήρχαν εξαντλήθηκαν σ’ αυτό το άλμπουμ – σε κομμάτια όπως το προαναφερθέν ή το “Negativland” με την concrete εισαγωγή και το μετρονομημένο πάθος. Απ’ όποια πλευρά και να το δω δηλαδή ό,τι προσέφερε η popular εκδοχή της avant-garde στον καθημερινό ήχο ήταν (και είναι) σε επίπεδο ιδεών. Και οι Neu! δεν είχαν και τόσο πολλές…
Παρά ταύτα την επόμενη χρονιά (1973) ξανακτυπούν με το δεύτερο άλμπουμ τους, το “2”, επαναλαμβάνοντας τον εαυτό τους στο πιο μεγαλόπνοο κομμάτι του δίσκου, το 11λεπτο “Fur immer”. Κάποιες πρωτοπορείες που σκάνε ανολοκλήρωτες στα υπόλοιπα μικρής διαρκείας θέματα (υποψίες dub στο “Spitzenqualitat”, αυθεντικό beat box wave στο “Super 78”, electro punk στο “Super”) λειτουργούν πιο πολύ ως αφορμές, παρά ως συγκεκριμένες προτάσεις.
Το 1974 ο Michael Rother θα συνεργαστεί με τους Dieter Moebius και Joachim Roedelius των Cluster στη δημιουργία ενός καινούριου project, που άκουγε στο ελληνικό όνομα Harmonia. Και τα δύο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν, το “Musik von Harmonia” [Brain, 1974] και το “Deluxe” [Brain, 1975] είναι εξαιρετικά. Όπως, βεβαίως, και το “Tracks and Traces” [Gronland, 2009] των Harmonia & Eno ’76 (δες κι εδώ http://is.gd/iHDSyk).
Την επόμενη χρονιά το duo των Dinger/Rother ανασυντάσσεται για τη δημιουργία του τελευταίου seventies άλμπουμ των Neu! Ο τίτλος του απλώς “’75”. Η πρώτη πλευρά του LP, ή τα πρώτα τρία tracks του CD αν θέλετε, εμφανίζουν μία κάπως απρόσμενη relaxed διάθεση, ενώ τα επόμενα τρία αποτελούν για ορισμένους ό,τι πιο σημαντικό ηχογράφησαν ποτέ οι φίλοι μας (ως πλήρες σχήμα πια, με τις προσθήκες των Thomas Dinger και Hans Lampe ντραμς). Τα κομμάτια που κάνουν τη διαφορά είναι τα punky “Hero” και “After eight”, ενώ το “E-musik” περιστρέφεται γύρω από την μόνιμη… δομοστατική του “Hallogallo”. Ούτε στοιχειό να ήταν…Το “Neu! ’86” εκδόθηκε για πρώτη φορά από την ιαπωνική Captain Trip το 1995 ως “Neu! 4”, δίχως τη σύμφωνη γνώμη του Michael Rother, ενώ στην επίσημη έκδοση της Grönland εμφανίζεται κάπως διαφοροποιημένο. Βασικά, έχουμε να κάνουμε με εγγραφές της περιόδου 10/1985-4/1986, όταν οι Neu! είχαν ξανασχηματιστεί (Klaus Dinger φωνή, ντραμς, κιθάρα, keyboards, Michael Rother κιθάρα, μπάσο, keyboards, PC, συν τρεις «βοήθειες»), επιχειρώντας να αναστήσουν τον παλαιό τους ήχο, εκσυχρονίζοντάς τον κάπως τη βοηθεία κομπιουτερομηχανών, δίνοντάς του ένα περισσότερο… light χρώμα. Υπάρχουν tracks που θυμίζουν εντόνως τις ημέρες του παρελθόντος, όπως το “Drive (Grundfunken)” ή το “Wave mother”, άλλα τα οποία ηχούν εντελώς late 70s-early 80s (το “Danzing” θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και πρώιμους Yello), άλλα πιο… ατμοσφαιρικά, που φέρνουν στο νου τις μέρες των Harmonia (“Elanoizan”) και άλλα πιο προχωρημένα, όπως το “Paradise walk”, που θα μπορούσε να το ζήλευαν ακόμη και οι 23 Skidoo· αν κι οι τελευταίοι είχαν ήδη πολύ καλύτερα δικά τους…

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

τζαζεπιδρομή…

Πρόσφατα και… σχετικώς πρόσφατα jazz άλμπουμ, που άκουσα τον τελευταίο καιρό.
Το “Narrow Margin” [Microphonic, 2008] του κιθαρίστα Andrew Green δεν κρύβει, από τον τίτλο του κιόλας, τη σινεφίλ αναφορά του (το “Narrow Margin” ήταν ένα χαμηλού budget, film noir, του 1952, σε σκηνοθεσία Richard Fleischer). Παρατάσσοντας δίπλα του, στα Park West Studios του Brooklyn, έξι μουσικούς που χειρίζονται τενόρο, τρομπέτα, τρομπόνι, μπάσο, ντραμς και wurlitzer πιάνο, κι έχοντας μελετήσει, προφανώς, τον τρόπο που αρθρώνεται ο ήχος στις ταινίες του είδους, ο Green δημιουργεί ένα μετα-σάουντρακ θα έλεγα, κινούμενος σε bop (post-bop δηλαδή), free, fusion (το σόλο του στο “Short cut” π.χ. είναι αμιγώς rock), ακόμη και pop φόρμες. Ως αποτέλεσμα όλων τούτων μάς παρουσιάζει επτά δικές του συνθέσεις, καθώς και μία διασκευή στον «Ταξιτζή» του Bernard Herrmann, οι οποίες μπορεί να αναπαραστήσουν τις επιμέρους δράσεις μιας ταινίας noir. Groovy, ευχάριστο άκουσμα από ένα μουσικό και δάσκαλο (έχει εκδώσει δύο βιβλία για την τζαζ κιθάρα), που ζει κι εργάζεται στη Νέα Υόρκη.
Για τον αμερικανό κιθαρίστα Bruce Eisenbeil είχα γράψει για πρώτη φορά στο τεύχος 170 του Jazz & Τζαζ (5/2007), όταν είχα αναφερθεί στο άλμπουμ του “Carnival Skin” [Nemu], μία δυνατή συνεργασία του με παίκτες κλάσης, όπως τον άσσο κλαρινετίστα Perry Robinson και τον ντράμερ Klaus Kugel. Πρόκειται για έναν ιδιαίτερο μουσικό της free-improv/avant σκηνής, ο οποίος το τελευταίο διάστημα «αναπτύσσεται» με το δικό του τρόπο. Totem αποκαλείται ένα πρόσφατο σχήμα τού Bruce Eisenbeil και “Solar Forge” [ESP Disk’, 2008] είναι το CD γνωριμίας με τον ήχο του. Ο Eisenbeil στις κιθάρες, ο Tom Blancarte στο κοντραμπάσο και ο Andrew Drury στα ντραμς κτίζουν ηχητικά τοπία χωρίς γραμμική συνοχή, τονίζοντας την εικονοκλαστική ταυτότητα της μουσικής τους, μέσα από το ανορθόδοξο παίξιμο των τριών, κατά τ’ άλλα... κλασικών, οργάνων. Το εγνωσμένο... rock setting στα χέρια των Αμερικανών απεμπολεί τα λεγόμενα λαοπρόβλητα χαρακτηριστικά του, για να κινηθεί με απόλυτη ελευθερία προς έναν ήχο, η βάση του οποίου μοιάζει να είναι ασταθής. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποιο υποτυπώδες σχέδιο, αν οι πολυρυθμίες φερ’ ειπείν είναι προσυμφωνημένες, ή αν αναδύονται ως το αποτέλεσμα ενός free, σχεδόν πυξ-λαξ χειρισμού (το κρουστό ποδοβολητό του Drury, το φάντασμα του – τσελίστα – Tom Cora, πάνω από τον Blancarte, το πνεύμα του – πνευστού – Anthony Braxton καθώς κυριεύει τον Eisenbeil), εκείνο όμως που μοιάζει σίγουρο είναι η ανάγκη των Totem να κινηθούν στα πλαίσια ενός, μονίμως σε αναζήτηση, νέου timbre-αλισμού.
Αυστριακής καταγωγής, η Elisabeth Lohninger διηγείται πώς γίνονται σήμερα τα vocal-jazz CD. Δεν μέμφομαι την καλλιτέχνιδα (ποσώς), απλώς εκείνο που διαπιστώνω (για ακόμη μία φορά) είναι το πρόδηλο. Ρίχνοντας, δηλαδή, μια ματιά στο track list του “Songs of Love and Destruction” [Lofish Music, 2010] βλέπεις πώς είναι δυνατόν να ενοποιούνται – ενοποιούνται; – η Joni Mitchell, η k.d. Lang και οι Beatles, με τα jazz standards και τα ισπανόφωνα κομμάτια (το “La puerta” του Luis Demetrio)· τα πάντα, κάτω από μία φωνή. Η Lohninger δεν είναι τυχαία τραγουδίστρια, ούτε πρωτοφανέρωτη στη δισκογραφία. Η φωνή της είναι πολύ καλή και βοηθούμενη από τους άσσους μουσικούς που έχει δίπλα της (Bruce Barth πιάνο, Ingrid Jensen τρομπέτα, φλούγκελχορν, Donny McCaslin σαξόφωνα…) δημιουργεί ένα άλμπουμ, που δεν στηρίζεται σε… περιφερειακές δυνάμεις, αλλά στο σύνολό του. Η διασκευή στο “Here there and everywhere” (Lennon/McCartney) δεν την «κρεμάει», γιατί και φωνητικώς το υποστηρίζει με άνεση και τα soli του McCaslin σπάνε τον πάγο, που προς στιγμήν πηγαίνει να δημιουργηθεί.
Μία μέρα πριν φύγει από τη ζωή (2/4/2009), ο σημαίνων (λευκός) αμερικανός άλτο-σαξοφωνίστας και φλαουτίστας Bud Shank βρέθηκε στο Studio West του San Diego, ηχογραφώντας, παρά τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε, το τελευταίο του άλμπουμ. Το “In Good Company” [Capri, 2011] μπορεί να έγινε βεβαίως εξ αιτίας της φροντίδας που επέδειξε γι’ αυτό ο βρετανός μαθητής του, αλτίστας Jake Fryer (έχει συνεργαστεί με τους Stan Tracey, Guy Barker και άλλους), όμως δεν πρόκειται, επ’ ουδενί, για μία τρόπον τινά υποχρέωση. Οι μουσικοί, που παρέστησαν, ο πιανίστας Mike Wofford, ο μπασίστας Bob Magnusson, ο ντράμερ Joe LaBarbera και φυσικά οι δύο αλτίστες, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, εμφανίζοντας εν τέλει ένα άψογο νέο-bop άλμπουμ, στηριγμένο στις original συνθέσεις του Fryer (επτά στον αριθμό) και σε δύο (μόλις να πούμε;) διασκευές, το “Caravan” και το “Speak low” του Kurt Weill (και όχι “Weil”, όπως αναγράφεται στα credits). Ο τρόπος, που αρθρώνεται το πρώτο κομμάτι του “In Good Company”, το “Caravan”, δίνει αν θέλετε και τη γραμμή γύρω από το πώς θα προχωρήσει η κατάσταση. Τo σόλο του Shank προηγείται, ακολουθεί εκείνο του Fryer, για να συμπληρώσουν συν τω χρόνω όλοι οι υπόλοιποι. Οι μελωδικές γραμμές τού Fryer ξεχωρίζουν με την πρώτη, και συνθέσεις όπως η “Agnieszka” (εξαιρετικό κομμάτι) είναι βούτυρο στο ψωμί, όχι μόνο για τους saxmen, μα και για τον πιανίστα Wofford, ο οποίος δεν παραλείπει να δώσει μερικά όμορφα soli, τα οποία δεν κρύβουν τη… ρομαντική καταγωγή τους. Απλό, ανεπιτήδευτο άλμπουμ, που ολοκληρώνεται προβάλλοντας, πάνω απ’ όλα, τη χαρά τής session.
Επαφή: http://www.caprirecords.com/

Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

DAVY GRAHAM folk, blues and beyond…

Για τον Davy Graham (1945-2008) έχω γράψει 2-3 φορές στο Jazz & Τζαζ και τουλάχιστον μία φορά στο blog (http://is.gd/6XCkqR). Και πάντα θα το κάνω όταν υπάρχει λόγος (ενδεχομένως, δε, και όταν δεν υπάρχει).Η Music On Vinyl έχει εδώ και λίγο καιρό σε κυκλοφορία (και μάλιστα σε audiophile έκδοση) ένα από τα κορυφαία LP στην ιστορία του british folk (κι ένα από τα παντοτινά διαμάντια στην ιστορία της δισκογραφίας), το άλμπουμ “Folk, Blues & Beyond…”, που ηχογράφησε ο Graham για την Decca το 1964. Αναφερόμαστε στο δεύτερο LP του βρετανού μουσικού, εκείνο που τον κατέστησε (ακόμη περισσότερο) εικόνα της σκηνής, αληθινό είδωλο για μερικούς από τους σημαντικότερους κιθαρίστες της Αλβιόνας και πέραν αυτής (Bert Jansch, John Renbourn, Martin Carthy, John Martyn, Paul Simon, Jimmy Page – τα ονόματα με τη σειρά που τα παραθέτει η wikipedia), και ακόμη έναν πρωτομάρτυρα του ethnic και psych sound, έναν all around παίκτη που επιτέλεσε πριν από κάθε άλλον το ανεπανάληπτο fusion (jazz, blues, folk, rock, world εις σάρκαν μία).
Είναι δύσκολο να αντιπαρατεθείς σ’ αυτό το άλμπουμ, καθότι θα πρέπει να αντιπαρατεθείς, ξεχωριστά, με κάθε ένα από τα 16 κομμάτια του. Από το εισαγωγικό “Leavin’ blues” του Lead Βelly (με το σήμα κατατεθέν DADGAD κούρδισμα), το κλασικό “Cocaine”, τα “Sally free and easy”, “Black is the colour of my true love’s hair” (αμόλυντοι folk ύμνοι) και το απίστευτο “Moanin’” του Bobby Timmons (όλα στην πρώτη πλευρά), μέχρι το “Maajun”, το πρώτο ψυχεδελικό track που γράφτηκε ποτέ στη Βρετανία, τα αθεράπευτα blues “I can’t keep from cryin’ sometimes”, “My babe” και την εντελώς προσωπική εκδοχή του “Better git it in your soul” (του Charles Mingus), εκείνο που απολαμβάνεις δεν είναι μόνον το finger-picking του παίκτη και την εκφραστικότατη φωνή, είναι και η ανεπανάληπτη… πληθωρική λιτότητα της ηχογράφησης (παίζουν οι Tony Reeves μπάσο, Barry Morgan ντραμς, αλλά ο Graham φαίνεται πενταπλάσιος!), που ανυψώνει το “Folk, Blues & Beyond…” στα επίπεδα του αριστουργήματος. Εντάξει. Η λέξη έχει καταντήσει της «κουτσής Μαρίας» και λέγεται για ο,τιδήποτε. Εδώ, όμως, η… Μαρία διαθέτει και τα δυο της πόδια και πηδάει μέχρι το ταβάνι…

ΜΑΡΙΕΤΤΑ ΦΑΦΟΥΤΗ μικρές ρομάντζες

Οι εκπλήξεις από την πατρινή Inner Ear συνεχίζονται... Κάπως έτσι ένα από τα ωραιότερα (τονίζω τη λέξη) άλμπουμ της που άκουσα τον τελευταίο καιρό αφορά στο “Try A Little Romance” της τραγουδοποιού Μαριέττας Φαφούτη.
Τα τραγούδια της Φαφούτη, με τον τρόπο που διαδέχονται το ένα το άλλο στο πρώτο της αυτό CD, μπορεί να διατηρούν την pop ευγένεια κάποιας άλλης εποχής, δεν είναι όμως επ’ ουδενί παλιομοδίτικα. Δεν θυμίζουν κάτι (αναγκαστικώς), δεν εξαντλούνται δηλαδή σε μιαν αναπαραγωγή ερεθισμών, απεναντίας επιχειρούν με άξονα το πηγαίο και το αυθεντικό ενός ανθρώπου που… αναπολεί το τώρα, να περιγράψουν αυτό ακριβώς (το τώρα).
Η Φαφούτη είναι τραγουδοποιός με συγκεκριμένη άποψη γύρω από το πώς ένα τραγούδι αγάπης (αγάπη εν σχέσει με τη φύση, τον εαυτό μας, τον άλλον) δύναται να εισχωρήσει στο «κάθε μέρα» των ανταλλακτικών συμπεριφορών και της συντριπτικής ανταγωνιστικότητας. Θα μπορούσε να μιλήσει κάποιος, αν το τραβούσε το θέμα, ακόμη και για μια θρησκευτική αντιμετώπιση του ωραίου, της εσωτερικής ομορφιάς, της αρμονίας και της ισορροπίας των αισθημάτων, χαρακτηρίζοντας έτσι ως πολύ καλά τραγούδια όπως το “Overture”, το “Don’t stop”, το “The girl who loved the rain” (θαύμα!), το “A true romance”, το “Lalala”, το “My beautiful girl”. Μάλιστα, αυτό το τελευταίο επιβεβαίωσε κάτι που μου πέρασε από το μυαλό μόλις ξεκίνησα ν’ ακούω το “Try a Little Romance”. Τα τραγούδια της Φαφούτη δεν χρειάζονται πολλά-πολλά για να αναδειχθούν. Τους αρκεί κι ένα πιάνο. Το πιάνο της…

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

all (nigerian) night long

Η βρετανική Soundway συνεχίζει να σκάβει στο δυτικο-αφρικανικό παρελθόν του soulful ήχου, ξεθάβοντας διάφορα… μικρά και μεγάλα συγκροτήματα, μερικά εκ των οποίων τα παρουσιάζει στη συλλογή της (2CD ή 3LP με bonus tracks) “The Worlds Ends: Afro Rock & Psychedelia in 1970s Nigeria” (2010). Βεβαίως κάποια εξ αυτών είναι πλέον γνωστά στους παροικούντες την αφροσκηνή, αφού έχουν επανεκδοθεί ολόκληρα LP τους (The Funkees, The Mebusas, Ofege). Άλλα, επίσης, ονόματα εκδόθηκαν σε πρώτο χρόνο από βρετανικά ή αμερικανικά labels (Ofo the Black Company, Sonny Okosuns, Lijadu Sisters), ενώ άλλα/άλλοι, όπως ας πούμε ο Bongos Ikwue, συνεργάστηκαν και με βρετανούς μουσικούς (Ginger Baker), εκεί στα early seventies.
Ξεπερνώντας το προφανές (και πάντα σημαντικό), της ανθολόγησης γενικώς σπάνιων κομματιών, τα οποία φεύγουν με υψηλά ποσά στις δημοπρασίες, αξίζει να μείνουμε, λίγο παραπάνω σε 2-3 σημεία, τα οποία αφορούν στη συγκρότηση τού τότε nigerian sound. Κατ’ αρχάς υπάρχει πάντα ο James Brown και το soul-funk. Μέγιστη επιρροή. Από ’κει κάτω υπάρχει το afro-rock των Osibisa, το latin rock των Santana και βεβαίως οι περισσότεροι τοπικοί ρυθμοί, έτσι όπως «εξευγενίστηκαν» εκείνοι, ήδη από τα sixties, μέσα από την «ηλεκτροποίηση» του highlife π.χ. Και φυσικά, κάπου κρυμμένος, υπάρχει πάντα ο Fela… και ο Geraldo Pino. Με αυτά ως παρακαταθήκη τα γκρουπ αρχίζει να ομαδοποιούνται και βοηθούμενα από την ακμαία δισκοπαραγωγή (την οποία «έσπρωχναν» με κάθε τρόπο οι Εγγλέζοι), κατόρθωσαν και αποτύπωσαν το υλικό τους, το οποίο σχεδόν πάντα σφύζει από «συγκοπή» και ατόφια δύναμη. Μάννα εξ ουρανού, λοιπόν, για τα πλατώ των DJs, οι οποίοι, απ’ ό,τι απεδείχθη, ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν χοντρά ποσά προκειμένου να μεταχειρίζονταν στα sets τους 45άρια των Ceejebs (βρώμικος αέρας το “Eti ufok”), δυναμικά τραγούδια των Identicals και των Bongos and The Groovies (το ψυχεδελικό “All night long” από το LP “You Can’t Hurry the Sunrise”, σε παραγωγή του Ginger Baker), ποπάκια των Black Mirrors (το “The world ends” θα μπορούσε να θυμίζει ακόμη και ελληνικά sixties γκρουπ), γκαραζάκια των Lawrence Amavi Group, φάνκικα rock των Hygrades και των Eclados, rock εξώτικες των Actions κ.ο.κ. Για όλα έχει έναν καλό λόγο η Soundway…

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

της B-Otherside…

Οι Monkee Wonkey προέρχονται από τη Λευκωσία. Επί της ουσίας δεν πρόκειται για γκρουπ, αλλά για το προσωπικό στοίχημα τού Nick Savvi, ο οποίος χειριζόμενος διάφορα synthesizers επιχειρεί σ’ ένα χώρο που δεν είναι αναγκαστικώς ο αναμενόμενος… dance, αλλά, ενίοτε, κι εκείνος της περιβαλλοντικής electronica. O ήχος που έβαλαν σε κίνηση κάποια γερμανικά γκρουπ και καλλιτέχνες (ο Eno δεν ήταν άμοιρος ευθυνών) εκεί προς το δεύτερο μισό των seventies (άκου τις παραγωγές τής Sky φερ' ειεπείν) φαίνεται πως γοητεύει τον κύπριο μουσικό, αλλά κι ένα-δυο φίλους του, που πήραν μέρος στην ηχογράφηση (ο Rasrobindennis κιθάρες, εφέ, ο Charlie didgeridoo). Τo αποτέλεσμα, σε κάποιες από τις περιπτώσεις (“Bye bye little fairy” στην πρώτη πλευρά, αλλά, κυρίως, στη δεύτερη), όταν και οι χορευτικοί παλμοί, παίρνουν θέση βασική στον καμβά των Monkee Wonkey, είναι παραπλήσιο εκείνου των Tangerine Dream ή του Klaus Schulze των early 80s, ενώ σε κάποιες άλλες, όταν τα beats ανεβαίνουν ακόμη περισσότερο (“Snakee”), μεταφερόμαστε εντός του φάσματος τής techno. Το αποτέλεσμα σε κάθε περίπτωση (στις πιο ambient της side A, στις πιο dance της side B) δεν είναι ποτέ αυτάρεσκο. Τo “I Want to Disappear” κυκλοφορεί σε ωραία έκδοση 200 αριθμημένων βινυλίων (LP), από την αθηναϊκή B-Otherside.#
Υπό το ίδιο label ακόμη ένα LP (350 αντίτυπα), που τιτλοφορείται “www.elliniki-skini.gr, Vol.1”. Έχει δημιουργηθεί από το site www.elliniki-skini.gr/ και την B-Otherside και περιλαμβάνει σύγχρονα ελληνικά γκρουπ, ορισμένα εκ των οποίων (μάλλον) εμφανίζονται για πρώτη φορά στη δισκογραφία. Το άλμπουμ ανοίγει με το “Scars” των Venus In Furs, για ν’ ακολουθήσει το polit-rock του Ακάλεστου, το μελωδικό hip-hop των Unholy Union, το βαρύγδουπο nu metal των FlyByWire, το deep dance cosmic electro των No Batter (το “A little story” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του άλμπουμ), για να κλείσει η side A μ’ ένα από τα ονόματα του εγχώριου hip-hop, τον Ανδρείκελο. Στην side B ακούμε τους South Off σε μία pop-electro σύνθεση πλημμυρισμένη στα breakbeats, την Hypnelia σ’ ένα τριπ-χοπάδικο electro, τους Indiependents, ένα… κανονικό γκρουπ που αποδίδει ένα ωραίο δικό τους, λιγάκι επικό, rock που παραπέμπει στους U2, τους Kathrin The Thrill που με το indie-rock τους μοιάζουν έτοιμοι για το μεγάλο άλμα, τους Decomposer που επιμένουν στο early 80s post-punk/new-wave, για να κλείσουν οι (The) Crazed με το μια κι έξω γκαραζοπάνκ psychobilly τους. Χαμός…#
Οι Venus Ιn Furs είναι παλαιοί post-punk γνώριμοι (χρονικός ο προσδιορισμός). Σχηματίστηκαν στην Αθήνα το καλοκαίρι του ’85, έπαιξαν σε κλαμπ και φεστιβάλ κατορθώνοντας προς τα τέλη της δεκαετίας να γράψουν ένα LP για την Penguin, το οποίον είχε κοπεί σε 13(!) μόλις αντίτυπα τo 1990, δίχως να κυκλοφορήσει ποτέ κανονικά. Πέρυσι, δύο από τα original μέλη του γκρουπ, ο κιθαρίστας Γιώργος Καρατζάς και ο τραγουδιστής και μπασίστας Περικλής Μποζινάκης επανέφεραν τους Venus In Furs στο προσκήνιο, ηχογραφώντας ξανά κάποια κομμάτια από το χαμένο άλμπουμ, αλλά και καινούριο υλικό, που βλέπει τώρα το φως της δισκογραφίας ως “New Horizon”· πρόκειται για μία έκδοση 250 αριθμημένων αντιτύπων, της B-Otherside Records.
Οπωσδήποτε κάποιες από τις συνθέσεις των Venus In Furs μαρτυρούν την ηλικία τους, αν θέλετε και την εποχή που πρωτογράφτηκαν (κυρίως στο φωνητικό τους μέρος), αν και ποτέ δεν ακούγονται «εκτός εποχής», αφού παικτικώς, να το πούμε, έχουν ενσωματωθεί σ’ αυτές ευρύτερα ηχοχρώματα. Το όργανο π.χ. στο εισαγωγικό “Firedance”, σε συνδυασμό με τις κιθάρες, χρωματίζει ιδιαιτέρως ένα δυνατό ούτως ή άλλως τραγούδι, όπως εξάλλου και οι ακουστικές κιθάρες στο “Scars”, που κλείνει την πρώτη πλευρά. Στη δεύτερη πλευρά η σύνθεση που ξεχωρίζει είναι η “New horizon”, ένα slow tempo κομμάτι, κάπως τελετουργικό, με τις ακουστικές κιθάρες να χρωματίζουν και πάλι, αλλά και με τα φωνητικά και τις ηλεκτρικές να ανεβάζουν την ένταση, προσφέροντας άλλο βάρος στην… ομιχλώδη μελωδία.
Επαφή: www.b-otherside.gr/

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2011

ΗΛΙΑΣ ΜΥΛΩΝΑΚΟΣ operation orient

Ταινίες με αστυνομική πλοκή, ή πλοκή με συμμορίες (με τις αστυνομίες ν’ απουσιάζουν), βία και σεξ γυρίζονταν κατά κόρον στην Ευρώπη, στα χρόνια του ’70. Μπορεί η Ιταλία να είχε την πρωτοκαθεδρία στο είδος, όμως σχεδόν κάθε χώρα είχε να δώσει ανάλογα δείγματα, τα οποία, ορισμένες φορές (αρκετές), ξέφευγαν από τον χαρακτήρα του cult, αποκτώντας ευρύτερη αξία. Όχι δηλαδή πως η «ευρύτερη αξία» αποτελεί προϋπόθεση, προκειμένου να καταξιωθεί ένα φιλμ, ακόμη και όταν είναι cult, αλλά, να, η “Roma Violenta” (1975) του Marino Girolami είναι μια ταινία, που θα μπορούσε να αφορά σε περισσότερους.
Η κυρία στη φωτογραφία δεν είναι η Clementi, αλλά η Rosaria Della Femmina
Στην Ελλάδα, στα seventies, γυρίστηκαν τέτοια φιλμ, τα οποία όμως ελάχιστες φορές ξέφευγαν της καρικατούρας. Οι σκηνοθέτες μας, έχοντας σχεδόν πάντα, ανύπαρκτα σενάρια, πριμοδοτούσαν σε σεξ (πράγμα εύκολο) και σε εντελώς προκάτ φόνους, και κλέβοντας (τις περισσότερες φορές) μουσικές από ’δω κι από ’κει (ακόμη και από τους Pink Floyd!) φτιάχνοντας ατμόσφαιρα, επιχειρούσαν να αναπαράγουν το “poliziotteschi” ή το “crime” κλίμα των δυτικοευρωπαϊκών ταινιών, με, συνήθως, οικτρά αποτελέσματα. Υπήρχαν όμως κι εξαιρέσεις· μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού φυσικά. Μία απ’ αυτές και για μένα η κορυφαία στιγμή του ελληνικού βίαιου φιλμ (ας το αποκαλέσω έτσι) είναι το “Operation Orient” (1978) του Ηλία Μυλωνάκου.Η ταινία θεωρείται, κακώς για κάποιους, «τσόντα»· ίσως γι’ αυτό να προβλήθηκε στην Ελλάδα με τον τίτλο «Ισχυρή Δόση… Σεξ». Και ναι, υπάρχει αρκετό γυμνό και σεξ στο φιλμ (αχρείαστο και βιαστικό σε γενικές γραμμές, αφού αδυνατίζει το στόρι), όμως το όλον πράγμα δεν έχει καμμία σχέση με τον – όπως τον έλεγαν παλαιά – ρεαλιστικό κινηματογράφο. Η “Operation Orient” έχει καλούς, πειστικούς πρωταγωνιστές (τον νευρώδη Gianni Gori, τη σύζυγο Rosaria Della Femmina, την γκόμενα Anna Maria Clementi, τον… μασίστα Gordon Mitchell, τον ψυχρό εκτελεστή Νότη Πιτσιλό, τον… Ιταλό Αντώνη Λιώτση), ενδιαφέρον σενάριο, ωραία φωτογραφία (Πέτρος Καραβίδογλου), πολλά εξωτερικά γυρίσματα (σε Ελλάδα και Κύπρο) που προσφέρουν σε αληθοφάνεια, συνετούς διαλόγους και βεβαίως πρωτότυπη rock μουσική εκεί όπου απαιτείται από τον Harry Alepis (Μπάμπης Αλέπης)· το θέμα των τίτλων π.χ. είναι σκέτο… Goblin.
Ο Νότης Πιτσιλός έτοιμος για δράση
Ο Μυλωνάκος δεν ήταν τυχαία περίπτωση. Από τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του που κυκλοφορούν στο δίκτυο μαθαίνουμε πως είχε σπουδάσει την τέχνη της κινηματογραφίας στη Στοκχόλμη, ενώ του ανήκει και μία από τις μεγαλύτερες «επιτυχίες» του ελληνικού σινεμά στο εξωτερικό (στο… παράπλευρο κύκλωμα), η «Μαύρη Εμμανουέλα» ή “Emanuelle: Queen of Sados”(1979), με την Ινδονήσια Laura Gemser. Η άψογη, εν ολίγοις, ελληνική συμβολή στο γνωστό ερωτικό «μαύρο» μύθο, τον οποίον ξεκίνησε ο Bitto Albertini με την “Emanuelle Nera” το 1975 και την ωραία μουσική του Nico Fidenco. (Προτείνω το LP τού Fidenco στην Dagored από το 1998 με τα θέματα από τις ταινίες “Emanuelle Nera”, “Emanuelle in America”, “Emanuelle Nera Orient Reportage” και “Emanuelle Perche Violenza alle Donne?”). Στον Μυλωνάκο ανήκει επίσης «Ο Κύκλος της Ανωμαλίας» από το 1971 με την Γκιζέλα Ντάλι και τον Αντώνη Λιώτση, το «Σημάδι» (1977) με την Άρτεμη Τσάρμη και τον Χάρη Τρύφωνα… και άλλα διάφορα. Στο “Operation Orient” παρακολουθούμε τις περιπέτειες μιας διεθνούς σπείρας διακίνησης ναρκωτικών και βασικά την αλληλοεξόντωσή της. Ας πω λοιπόν, από την αρχή, πως η ταινία βλέπεται με άνεση, πως οι χαρακτήρες, μέσα στο γενικότερο κλίμα του αμοραλισμού και του τυχαίου, μοιάζουν ολοκληρωμένοι, πως οι, όχι κραυγαλέες, απιθανότητες είναι λίγες σχετικώς, χρήσιμες όμως για να προχωρήσει το σενάριο, με το «τέλος», δυστυχώς, να είναι υπέρ το δέον «ελληνικό», παρουσιάζοντας τις περισσότερες και πιο εμφανείς αδυναμίες. Ο Μάριο (Gianni Gori), συνεργάζεται μ’ ένα διεθνές κύκλωμα διακίνησης ηρωίνης στο οποίο προΐσταται ο Χάινε ή κάπως έτσι (Gordon Mitchell). Εν τω μεταξύ έχει κανονικά «γραμμένη» τη σύζυγό του (Rosaria Della Femmina), η οποία όταν τον πιάνει επ’ αυτοφώρω να κάνει έρωτα με την Γιασμίν (Anna Maria Clementi), φεύγει από το σπίτι. Ο Μάριο βάζει άτομα να την κυνηγήσουν, επειδή η σύζυγος γνωρίζει τις δουλειές του και φοβάται μήπως τον καρφώσει. Σε μία άψογα φιλμαρισμένη σκηνή ο εκτελεστής Νότης Πιτσιλός με την παρέα του φαίνεται να την βγάζει από τη μέση (φαίνεται…), αλλά κι αυτόν (τον Πιτσιλό), όπως και τους συντρόφους του, τους καθαρίζει ένας μοτοσυκλετιστής, που τους παρακολουθούσε. Η κατάσταση μπερδεύεται. Εν τω μεταξύ ο Χάινε έχει έτοιμο το μεγάλο κόλπο. Να μεταφέρει, δηλαδή, κιλά ηρωίνης από την Αθήνα στο Λος Άντζελες. Γι’ αυτό το λόγο ο Μάριο θα φισκάρει ένα κούφιο άγαλμα με το «πράμα», το οποίον άγαλμα ο δήμαρχος της Αθήνας θα το παραδώσει σε μία ελληνοαμερικανική εταιρία Τέχνης κατά τη διάρκεια μιας τελετής στο αεροδρόμιο! Όμως, στη διαδρομή προς τον τόπο της τελετής το άγαλμα το αρπάζουν άλλοι, τη βοηθεία ενός ελικοπτέρου, και το κόλπο χαλάει. Ο Μάριο μαθαίνει από το τσιράκι του τον Τζακ πως στη δουλειά έχει μπλεχτεί ένας Ιταλός, και χειριστής ελικοπτέρου, ο Λουίτζι Μοντανάρι, ο οποίος βρίσκεται στην Κύπρο. Παίρνοντας μαζί του τη Γιασμίν αποφασίζει να πάει να τον βρει.
Με το που πατάει στην Κύπρο το ζευγάρι παρακολουθείται από τον Λουίτζι (υποδύεται ο Αντώνης Λιώτσης). Με ωραία γυρίσματα στη Λάρνακα, ο Μυλωνάκος δείχνει πως ξέρει να χειρίζεται, εποχούμενος, το αστικό τοπίο, δημιουργώντας το κατάλληλο σασπένς. Ο Λουίτζι, όπως κι η γυναίκα του η Λόρα, επειδή ξέρουν πως τους ψάχνουν, έχουν εγκαταλείψει το σπίτι τους και ζουν χωριστά. Η σύζυγος, στο ξενοδοχείο που έχει εγκατασταθεί ο Μάριο (προφανώς για να ελέγχει τις κινήσεις του), κι ο Λουίτζι σ’ ένα αγροτόσπιτο έξω από την πόλη. Η Λόρα συναντά τη Γιασμίν στο ξενοδοχείο λέγοντάς της πως γνωρίζει όλη την ιστορία από πρώτο χέρι και πως ο Λουίτζι είχε απλώς οδηγήσει το ελικόπτερο, ενώ η ηρωίνη βρισκόταν πια σε άλλα χέρια. Ο Μάριο, από την άλλη, έχει πάρει τα όρη και τα βουνά στην κυριολεξία, προκειμένου να ανακαλύψει τον Λουίτζι. Βρίσκει το σπίτι του σε μια απομονωμένη περιοχή, κι έναν τύπο, εκεί, καθισμένο σε αναπηρικό αμαξίδιο, ο οποίος του λέει διάφορα παράξενα που κολλάνε.... Ο Λουίτζι περιφέρεται απ’ έξω και, κάποια στιγμή, ρίχνει μια χειροβομβίδα από το ανοιχτό παράθυρο, σκοτώνει τον ανάπηρο και τραυματίζει τον Μάριο, ο οποίος καταλήγει στο νοσοκομείο. Εν τω μεταξύ, η Γιασμίν είναι έτοιμη για να το σκάσει. Ο Μάριο με τη Λόρα την προλαβαίνουν, ενώ αποκαλύπτεται ο διπλός ρόλος τής Γιασμίν, η οποία φαίνεται να γνωρίζει που βρίσκεται η ηρωίνη. Οι τρεις τους μπαίνουν στο αεροπλάνο – ο Λουίτζι πάντα τους παρακολουθεί –, και φεύγουν απ’ τη Λάρνακα. Η Γιασμίν οδηγεί το ζευγάρι σ’ ένα νησί, εκεί όπου ο Μάριο συναντά κάποιον Αποστόλου, γνωστό του από τη σπείρα του Χάινε. Είναι αυτός που έχει κάνει τη δουλειά; Όχι, καθότι πίσω κρύβεται η σύζυγος τού Mario (δεν την είχε καθαρίσει ο Πιτσιλός), η οποία του αποκαλύπτει πως τόσο η Γιασμίν, όσο και ο Τζακ (ενδεχομένως και ο Πιτσιλός) δούλευαν για ’κείνη. Ο Μάριο τα βρίσκει με τη γυναίκα του ξανά, κάνουν τρελόν έρωτα, και ως πεντάδα πλέον (ο Μάριο, η σύζυγος, η Γιασμίν, η Λόρα, ο Αποστόλου) αποφασίζουν για το τι θα γίνει. Οι ανατροπές όμως είναι συνεχείς. Η Λόρα με τον Λουίτζι, που βρίσκονται πάντα σε συνεννόηση, βουτάνε την ηρωίνη σε μία ωραία στυλιζαρισμένη σκηνή, όπου πρωταγωνιστής είναι και πάλι το ελικόπτερο. Ο Λουίτζι παίρνει την ηρωίνη, συναντά τον Χάινε στο κότερό του στον Πειραιά και του ζητά ένα μεγάλο ποσό, για να του παραδώσει το «πράμα». Ο Χάινε του λέει πως θα το σκεφτεί, αλλά όταν εκείνος φεύγει ο Χάινε τον ακολουθεί με τ’ αυτοκίνητό του. Οι δύο άνδρες φθάνουν στο λόφο του Λυκαβηττού, ακριβώς κάτω από το συναυλιακό χώρο, βγαίνουν από τ’ αυτοκίνητα και στην πάλη που ακολουθεί ο Χάινε καρυδώνει τον Λουίτζι, παίρνοντάς του την ηρωίνη. Η αστυνομία, που έχει ειδοποιηθεί και παρακολουθεί τα τεκταινόμενα προλαβαίνει τον Χάινε, ο οποίος δεν παραδίδεται και εκτελείται επί τόπου.
Η “Operation Orient” είχε κυκλοφορήσει σε DVD το 2002 από την Erotica Collection. Αν την πετύχετε πουθενά ρίξτε της μια ματιά…

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

ΠΑΝΟΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ τα 45άρια

Πριν από τα LP «Δωμάτιο» [Polydor, 1968] και «Επεισόδιο» [Polydor, 1971] o Πάνος Σαββόπουλος είχε κυκλοφορήσει δύο 45άρια στη Lyra, τα οποία, σήμερα, ελάχιστοι φαίνεται να τα θυμούνται. (Ο Πάνος Σαββόπουλος τρίτος από αριστερά. Δίπλα του στ’ αριστερά ο κιθαρίστας Στάθης Γαλάτης. Στην άκρη δεξιά ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. Αρχείο Πάνου Σαββόπουλου)
Το πρώτο, με τα τραγούδια «Άκου μικρό μου ταίρι/ Τα πουλιά πετούσαν» [Lyra LS 1092], ηχογραφήθηκε περί τα μέσα Ιουλίου του ’65 στο κεντρικό στούντιο της Columbia, στον Περισσό με ηχολήπτη (μάλλον) τον Νίκο Κανελλόπουλο. Στην μπάντα συμμετείχαν οι Λουκιανός Κηλαηδόνης πιάνο, Στάθης Γαλάτης κιθάρα, Δημήτρης Φάμπας δεύτερη κιθάρα, και ακόμη ένας κοντραμπασίστας κι ένας ντράμερ, ενώ την ενορχήστρωση και τη διεύθυνση της ορχήστρας την είχε ο ίδιος ο τραγουδοποιός. Και τα δύο κομμάτια εντάσσονται στο γενικότερο κλίμα του «νέου κύματος»· είναι μπαλάντες δηλαδή με κάπως θλιμμένους στίχους. Ιδίως στην περίπτωση του flip side – ένα από τα ωραιότερα νεοκυματικά άσματα που έφθασαν ποτέ στ’ αυτιά μου – η όλη ατμόσφαιρα αφήνει ένα ονειρικό, μαγικό άγγιγμα σαν από ιστορία του Lord Dunsany. (Οι συμμετέχοντες στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του ’66. Ο Πάνος Σαββόπουλος, στη σειρά των καθημένων, τέταρτος από αριστερά, ανάμεσα στην Καίτη Χωματά και την Αλέκα Μαβίλη. Δεύτερος από αριστερά, καθήμενος, ο Γιάννης Σπανός. Δεύτερος από δεξιά, καθήμενος, ο Τέρης Χρυσός. Η φωτογραφία είναι από την εφημερίδα Θεσσαλονίκη της 7/9/1966. Αρχείο Πάνου Σαββόπουλου)
Το δεύτερο δισκάκι «Ο χαμός/ Μικρή αγαπημένη» [Lyra LS 1179] ηχογραφήθηκε (από τους ίδιους μουσικούς) και κυκλοφόρησε την επόμενη χρονιά (1966). Ο «Χαμός» είχε μάλιστα πρωτακουστεί από την Αλέκα Μαβίλη και την Πόπη Αστεριάδη στο Φεστιβάλ Ελαφρού Τραγουδιού 1966, στη Θεσσαλονίκη, αφού ήταν ένα από τα 20 τραγούδια που είχαν προκριθεί στην τελική βραδιά. Στη δισκογραφία πέρασε, βεβαίως, με τη φωνή της Αστεριάδη. (Ας υπενθυμίσω πως το πρώτο βραβείο εκείνης της χρονιάς είχε πάρει το τραγούδι «Πανηγύρι» του Γιώργου Μαυρομουστάκη, με ερμηνεύτριες τις Κλειώ Δενάρδου και Μαίρη Αλεξοπούλου). Πίσω πλευρά στο single η «Μικρή αγαπημένη», ένα κλασικό νεοκυματικό κομμάτι (ποιητικής) ερωτικής απόγνωσης, από ’κείνα που ταίριαζαν «γάντι» στη φωνή τής Αστεριάδη. Εδώ ο «Χαμός» http://is.gd/9jh7KH κι εδώ η «Μικρή αγαπημένη» http://is.gd/0ygLLN.

Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

Ω

Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που είχα βρει σ’ ένα δισκάδικο που δεν υπάρχει πια (ακριβώς κάτω από τους Διόσκουρους στο Μοναστηράκι) το τρίτο (νομίζω) άλμπουμ των Ούγγρων Omega, το “Éjszakai Országút” [Qualiton SLPX 17414] από το 1970. Το είχα αγοράσει, πρώτον, γιατί είχα ήδη άλμπουμ τους και τους «γνώριζα» (έτσι νόμιζα…), δεύτερον γιατί μου είχε κάνει εντύπωση το εξώφυλλο με την… biomechanoid τεχνοτροπία α λα H.R. Giger και φυσικά, γιατί το συγκεκριμένο LP ήταν πάμφθηνο. Ας πω λοιπόν από την αρχή πως το εν λόγω άλμπουμ είναι ένα αθάνατο διαμάντι του progressive rock, ένα από τα σπάνια εκείνα έργα, που τ’ ακούς (όποτε τ’ ακούς) και παθαίνεις πλάκα. Κορυφαίο!
Εκτιμούσα, πάντα, τους Omega και ποτέ δεν μπορούσα να καταλάβω τους ανόητους που τους έθαβαν (στην Ελλάδα) στα τέλη του ’70 και τις αρχές του ’80 – όταν κυκλοφορούσαν κι εδώ κάποια διεθνή τους άλμπουμ από την Music Box, όπως το “Gammapolis” ή το “Time Robber” – λες και ήταν απαγορευτικό ή ανεπίτρεπτο το ν’ ακούει κανείς… Nektar και Damned μαζί. Στο “Éjszakai Országút”, που ήταν γεμάτο από εξαιρετικές συνθέσεις (τι να πρωτοθυμηθώ;), έπαιζαν οι János Kóbor φωνή, Gábor Presser πλήκτρα, βιμπράφωνο, György Molnár κιθάρες, Tamás Mihály μπάσο, τσέλο, László Benkő τρομπέτα, φλάουτο και József Laux ντραμς, κρουστά. Και κάτι ακόμη. Οι Omega κλείνουν οσονούπω 50 χρόνια ζωής, αφού πρέπει να υπάρχουν ανελλιπώς από το 1962!
Από το “Éjszakai Országút” διαλέγω το “Oh, jöjj!” (ένα απίστευτο heavy, γενικώς, track, σε στίχους της Anna Adamis), επειδή, κατά ένα μάλλον παράδοξο τρόπο, μου θύμισε ένα τραγούδι από το έσχατο LP “Done So Wrong” των Αμερικανών Flying Eyes, για τους οποίους θα γράψω στο άμεσο μέλλον.

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2011

τρόμπες astrobeat

Με το funk καταγίνονται οι Σκωτσέζοι (με έδρα το Leeds) Haggis Horns, μία ενδιαφέρουσα, όπως και να το κάνουμε, μπάντα, η οποία είδε τον (ιδρυτικό) σαξοφωνίστα της Jason Rae να εγκαταλείπει τα εγκόσμια το 2008 (είχε προβλήματα με τα ναρκωτικά και μάλλον από αυτά «πήγε»). Να τι έγραφα για το ντεμπούτο τους CD “Hot Damn!”, πριν από τρία χρόνια: «Στηριγμένοι στην άπιαστη πνευστή πλευρά τους – μέχρι και το φλάουτο παίρνει θέση ανάμεσα στις τρόμπες –, οι Haggis Horns, οι οποίοι ανάγκασαν ακόμη και τον Quantic να στήσει αυτί για να δει τι γίνεται, έχουν υλικό που ξέρουν να το διαχειρίζονται και κυρίως να το προβάλλουν μέσα στη νέα funk πραγματικότητα. Στηριγμένοι σε πυλώνες, όπως λένε και οι ίδιοι δηλαδή, τύπου Isaac Hayes, Fela Kuti, Freddie Hubbard και Tommy McCook (θα προσέθετα...), οι Haggis Horns συχνάκις μεγαλουργούν, παρουσιάζοντας ένα σετ, που, από μόνο του, μπορεί να καλύψει ποικίλες ντανσικές ανάγκες».Τα πράγματα δεν διαφέρουν και πολύ στο “Keep On Movin’” [First word, 2010], αφού, από λίγο έως πολύ, όλα τα προαναφερόμενα κάνουν εμφανή την παρουσία τους. Τα φωνητικά της Nia Saw (άλλοτε πιο smooth, άλλοτε περισσότερο νευρικά), που σκορπίζονται στις συνθέσεις τους, είναι οπωσδήποτε προσεγμένα – όταν μάλιστα συνδέονται με afrobeat ρυθμολογίες, όπως στο “Too blind”, κάνουν και τη διαφορά –, την ώρα κατά την οποίαν τα κιθαριστικά licks, όπως κι οι… καραμούζες, ντισκο-φανκάρουν στο “Love gets you high” κατά τα seventies πρότυπα, αφήνοντας κάπου κι έναν… Azymuth αέρα.
Ξέρετε, τώρα, τι γίνεται με πολλά από τα σύγχρονα funk γκρουπ. Προσπαθούν να κρατήσουν πολλά καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη. Και, σίγουρα, ποτέ δεν τους πέφτουν όλα…#
Και βεβαίως τα afrobeat συγκροτήματα τελειωμό δεν έχουν. Σκάνε από παντού και κατά κύματα, λιβανίζοντας Fela Kuti και Tony Allen (βασικά), μα και περαιτέρω νονό της soul, θεό Ήλιο, ενδεχομένως και Άγιο Coltrane (εποχής Interstellar Space)· για να μην πω πως φθάνουν μέχρι και Augustus Pablo ή Mulatu.
Γενικώς, στο… διαγαλαξιακό στριμωξίδι φαίνεται πως κόλλησαν και οι Ariya Astrobeat Arkestra (AAA) επίσης από το Leeds, μία 9μελής ομάδα (Eddie Hick ντραμς, Paul Baxter μπάσο, Tarek Modi πλήκτρα, Gareth Parry κιθάρες, Simon Nixon τρομπέτα, Pete Williams τενόρο, Martyn Strange βαρύτονο, Leon Johnson τενόρο, Kris Wright κρουστά), που τώρα (2010) πρωτοπαρουσιάζεται ολοκληρωμένα μέσω του 67λεπτου άλμπουμ τους στην First word. Afrobeat, funk και sixties φυλετική jazz λοιπόν (συν όλα τα υπόλοιπα), από μία ομάδα, που πλασάρεται με την αξία της, μεταξύ των πιο φημισμένων του είδους (Poets of Rhythm, Karl Hector & The Malcouns και τα συναφή). Με instros, κατά βάθος, στη φαρέτρα τους (όχι, δεν απουσιάζουν τα τραγούδια), οι AAA διαμορφώνουν ένα spacey σκηνικό, υπό την έννοια της ρυθμικής… διαπλάτυνσης και τον μακρόσυρτων, μεζμερικών εξελίξεων· τέσσερα από τα κομμάτια του CD τους ξεπερνούν τα 7 λεπτά, ενώ ένα ξεπερνά και τα 12. Αυτό, μάλιστα, το (έσχατο) “Same same” είναι κι εκείνο που προσδιορίζει, καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο, την ηχητική αγωγή των AAA. Ένα φάνκικο αφρόμπιτο, που συστρέφεται διαρκώς περί τον εαυτό του.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

OSIRIS

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν άρχιζα να ξεσκονίζω τα δισκάδικα της Πάτρας και των περιχώρων ψάχνοντας για… παραμελημένα άλμπουμ, είχα βρει, σ’ ένα λιγάκι απόκεντρο μαγαζί της πόλης, ένα long play που με «τσίμπησε». Μία ελληνική συλλογή υπό τον τίτλο «Ρυθμός και Νειάτα» ή “Rhythm and Youth”, που είχε βγει στην Pan-Vox [EXTRA SPV 1] το 1975. Το μαγαζί εκείνο το είχε μια μπαμπόγρια (δεν ήταν τόσο μεγάλη, αλλά έτσι την έβλεπα τότε), η οποία όχι απλώς σε κοίταζε καχύποπτα με το που πάταγες στην πόρτα, αλλά ήταν έτοιμη να σε πετάξει κι έξω, αν τολμούσες να αντιμιλήσεις· ζητώντας της, ας πούμε, να σου πουλήσει κάποιο παλαιό LP. Με τα λίγα με τα λιγότερα, κι αφού είχα αρχίσει να γράφω τη μια κασέτα μετά την άλλη (κάτι East of Eden, κάτι Skin Alley και τέτοια), μπόρεσα ν’ αποκτήσω ολίγα «δικαιώματα» στη διαδρομή. Μπορούσα δηλαδή να ψάχνω στα κατασκονισμένα ράφια με μιαν άνεση, δίχως να με... διαολοστέλνει· χωρίς και τότε, εννοείται, να μου περνάει από το μυαλό πως θα μπορούσε να μου πουλήσει κάτι. (Η μπαμπόγρια δεν αποχωριζόταν τα βινύλια εκείνη την εποχή, έγραφε, απλώς, κασέτες). Αργότερα, βεβαίως, στα χρόνια του ’90 – και όπως είχα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι κάποια στιγμή – είχε δώσει όλα τα καλά κομμάτια σε αθηναίο συλλέκτη, υποκύπτοντας στα φράγκα του. Η ίδια μου το είχε πει.Κάπως έτσι λοιπόν είχα ακούσει, εν τάχει, στο μαγαζί της το άλμπουμ «Ρυθμός και Νειάτα», το οποίο μου είχε φανεί από την αρχή εντελώς... χαζοχαρούμενο, τη εξαιρέσει δύο κομματιών τα οποία απέδιδε ένα συγκρότημα ονόματι Osiris. (Το ένα – τελευταίο στην πρώτη πλευρά – είχε τίτλο «Παντάπ» και το άλλο – τρίτο στη δεύτερη – είχε τίτλο «Μίλησε ο Θεός»). Στην εξηντάρα Maxell που είχα γράψει πάραυτα χώρεσαν τα «Δυο Μικρά Γαλάζια Άλογα» (τότε τα πρωτάκουσα, 2-3 χρόνια πριν επανεκδοθούν από τη Lyra/Zodiac δηλαδή), για να συμπληρώσω με Osiris, με δύο των Sunset από το «Επί Σκηνής» και κάτι από την «Επικίνδυνη Ισορροπία»… Την κασέτα την έχω ακόμη φυσικά, όπως έχω πια και το LP, το οποίον εντόπισα αργότερα, εκεί γύρω στο ’97, στους Γύφτους, στο Μοναστηράκι.
Το άλμπουμ είναι φισκαρισμένο στις διασκευές ξένων τραγουδιών (με ελληνικούς στίχους). Η Χριστίνα λέει το “So long” των ABBA ως «Μεσ’ την εποχή μας», η Νέλλη Μάνου το “Alle porte del sole” της Gigliola Cinquetti ως «Σου τα χάρισα όλα», ο Λάκης Τζορντανέλλι το “Mille lire” του Drupi ως «Οικονομία Μαργαρίτα», ο Γιάννης Φουντής (δεν ξέρω αν είναι ο τραγουδιστής των Hooks) το “For the good times” του Kris Kristofferson ως «Γύρνα ξανά», η Tammy το “It never rains in Southern California” του Albert Hammond ως «Όταν φύγουν δεν γυρνούν τα καλοκαίρια» κ.λπ. Εκεί λοιπόν, ανάμεσα, και τα δύο τραγούδια των Osiris, το «Μίλησε ο Θεός» και το «Παντάπ», που ήταν βεβαίως το “Ba-dup” των Damnation of Adam Blessing ή απλώς Damnation, από το δεύτερο LP τους στην United Artists, το 1970. Και το λέω αυτό, επειδή στα credits αναγράφεται “Osiris”· ότι ήταν δικό τους δηλαδή – έλα Παναγία μου! Μια χαρά η διασκευή και καλό το «Μίλησε ο Θεός» – το στυλ μού φέρνει στο νου τα πιο σκληρά κομμάτια των 2002 και του Ηλία Ασβεστόπουλου, που συμμετείχαν κι εκείνοι μ’ ένα τραγούδι τους στο «Ρυθμός και Νειάτα».Στοιχεία ιδιαίτερα για τους Osiris δεν γνωρίζω. Στο δίκτυο αναφέρεται πως συμμετείχε στην μπάντα η Πωλίνα, ενώ παλαιότερα είχα διαβάσει σ’ ένα blog – τώρα δεν το βρίσκω – αφιερωμένο στο Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης (του Λευτέρη Κογκαλίδη νομίζω) πως οι Osiris συνόδευαν τον Μάικ Ροζάκη στο τραγούδι του «Εγωισμός», το 1973. Ακόμη, ο Ντίνος Δηματάτης γράφει στο “Get That Beat, Ελληνικό Ροκ 60s & 70s” [εκδ. Κατσάνος, Θεσσαλονίκη 1998] πως από τις… στάχτες τους δημιουργήθηκαν οι Sunset, αν και, προσωπικώς, έχω την εντύπωση πως τα δύο γκρουπ υπήρχαν ταυτόχρονα· το λέω γιατί οι Sunset έπαιζαν τουλάχιστον από το 1973. Πιθανώς λοιπόν κάποια μέλη να μεταπήδησαν από τους Sunset στους Osiris (ή το ανάποδο). Σ’ αυτά τα μέλη θα ανέφερα τον βασικό τραγουδιστή Άλκη Τσάρτα (το λέω με μεγάλη επιφύλαξη) και βεβαίως την Πωλίνα, η οποία παίρνει μέρος στο 45άρι των Sunset «Γυρνώ και ζητάω/ Μνήμες» στην EMI/ Columbia από το 1975. Η φωτογραφία των (τεραμελών) Osiris που βλέπετε είναι από το back cover τού «Ρυθμός και Νειάτα». Δεν υπάρχει λεζάντα, αλλά πρόκειται γι’ αυτούς, επειδή η άλλη φωτογραφία με γκρουπ που υπάρχει (στο οπισθόφυλλο) αφορά στον Ηλία Ασβεστόπουλο και τους 2002. Όποιος γνωρίζει κάτι περισσότερο ας το προσθέσει...

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

ΜΑΙΡΗ ΔΑΛΑΚΟΥ – ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΠΙΤΣΙΛΑΔΗΣ

Στη δεκαετία του ’70 (κυρίως) το λεγόμενο σατυρικό τραγούδι (Θέμης Ανδρεάδης, Γιάννης Λογοθέτης, Χάρρυ Κλυνν κ.ά.) διεκδικούσε ένα σεβαστό κομμάτι από την… πίτα της δισκογραφίας. Το φαινόμενο είχε ξεκινήσει ήδη από την περίοδο της χούντας, αφού στις μπουάτ της εποχής και, λιγότερο φανερά, στη δισκογραφία (θυμάμαι, έτσι προχείρως, τα «Μικροαστικά» του Λουκιανού Κηλαηδόνη και τον «Ταρζάν» του Γιάννη Μαρκόπουλου από το 1973), αυτού του τύπου το τραγούδι ευνοούσε στο να ειπωθούν αλήθειες μ’ έναν τρόπο ευτράπελο, συγκαλυμμένο, ικανό συν τοις άλλοις ν’ αποφύγει και τα προβλήματα με τη λογοκρισία. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο κυκλοφορούν και τα «Σατυρικά» [Sonora SNR 601] επί Μεταπολίτευσης πια (1975), ένα ενδιαφέρον άλμπουμ, το οποίο υπέγραφαν από κοινού η Μαίρη Δαλάκου και ο Βαγγέλης Πιτσιλαδής.Η Δαλάκου ήταν γνωστή στα sixties μέσα από τις συνεργασίες της με τον Γιάννη Μαρκόπουλο (κυρίως) και βεβαίως από το πρώτο προσωπικό της άλμπουμ, την «Απανεμιά» [Polydor 45.294, 1968], εκεί όπου απέδιδε – ζωντανά ηχογραφημένη στη γνωστή μπουάτ της Πλάκας –, κομμάτια των Χατζιδάκι, Μαρκόπουλου, Καλδάρα, A.C. Jobim, calypso, δικά της κ.λπ. Ο Πιτσιλαδής ήταν, και αυτός, μία… διχασμένη sixties περίπτωση. Ωραία λαϊκά για τον Μπιθικώτση, τον Κόκοτα, τη Μοσχολιού και την Κουμιώτη, και από την άλλη «σέικ» και «μπλουζ» για τους Olympians, ή τον Tony Pinelli.
Στα «Σατυρικά» μελοποιούνται ποιήματα των Κώστα Βάρναλη, Αργύρη Ευταλιώτη και Βασίλη Ρώτα, στίχοι του Γιάννη Κιούρκα, ενώ διασκευάζονται και δύο δημοτικά. Από τα 12 τραγούδια του LP, οκτώ αποτελούν συνθέσεις της Δαλάκου και τέσσερα είναι συνθέσεις του Πιτσιλαδή, ο οποίος ενορχηστρώνει, διευθύνοντας συγχρόνως την ορχήστρα. Ο ήχος είναι μοντέρνος – να μην πω rock ή funk –, αλλά επειδή η παραγωγή είναι φτωχή το συνολικό αποτέλεσμα δεν «δείχνει». Κιθάρες, ηλεκτρικό μπάσο, πιάνο, σύνθια και από ’κει και πέρα funky και rock ρυθμοί, αλλά και διασκευασμένοι παραδοσιακοί, όπως και μπαλάντες, διαμορφώνουν ένα συμπαθές ηχητικό πλαίσιο, το οποίο ορισμένες φορές «ξεφεύγει» (προς τα πάνω).Συγκριτικώς, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου είναι η «Παπαδιά» (μουσική Μαίρη Δαλάκου, ποίηση Αργύρη Ευταλιώτη). Μετράνε επίσης: το «Λονδίνο» του Πιτσιλαδή με τους… απομυθοποιητικούς στίχους του Κιούρκα («Στο Λονδίνο όταν πάω/ με τους χίπις θα γυρνάω/ με σοφούς και με λοξούς/ άσπρους, μαύρους και Ινδούς./ Και στο πέρασμα του αιώνα/ μακρυά απ’ τον αγώνα/ θα ξεχάσω μια στιγμή/ την παλιοζωή./ Στου Πικαντίλι την πλατεία/ με ασημένια κελεμπία/ γένια, μαλλιά και χαϊμαλιά/ με ψωμί κι ελιά./ Κι όταν η άδεια τελειώσει/ πριν το Λονδίνο με παλαβώσει/ θα ξαναπάω στη δουλειά/ να ζήσει η φαμελιά»), όπως και το «Πότε θα έρθη μια στιγμή» των ιδίων με τις κοινωνικές του αναφορές, την ωραία μελωδία στο ρεφρέν και τη «βαθιά» ρυθμική συνοδεία. Υπάρχει ακόμη μία… πρώιμη μελοποίηση της «μπαλάντας του Κυρ-Μέντιου» του Βάρναλη από τη Μαίρη Δαλάκου (η μελοποίηση του ιδίου ποιήματος από τον Λουκά Θάνο, με την ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη από το «Σάλπισμα» του '78, είναι εκτός συναγωνισμού), και επίσης η άποψή της για τον «Άγνωστο στρατιώτη» (λόγια που καίνε) του Βασίλη Ρώτα.
Με μια καλύτερη παραγωγή τα «Σατυρικά» θα πετούσαν πιο ψηλά.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΑΝΘΙΜΟΣ μεγαλύτερη κουβέντα

Ο Αποστόλης Άνθιμος είναι ένας ελληνικής καταγωγής κιθαρίστας (αλλά και ντράμερ και κιμπορντίστας), που διέπρεψε στην πολωνική σκηνή του rock στα χρόνια του ’70. Με καριέρα που έπιασε κορυφή όντας μέλος των SBB, ο Άνθιμος εξακολουθεί να προάγει την ηλεκτρική πενιά παίζοντας όπου τον καλέσουν και κυκλοφορώντας συνεχώς καινούρια άλμπουμ (με τους SBB ή προσωπικά). Κύριε Άνθιμε η πρώτη μου απορία. Πώς στην κομμουνιστική Πολωνία ένας νέος που μεγάλωνε στη δεκαετία του ’60 όπως εσείς είχε αμερικανικά πρότυπα (rock, jazz, blues) όσον αφορά στη μουσική κουλτούρα; Τι σήμαιναν όλα αυτά σε μια χώρα του ανατολικού μπλοκ εκείνη την εποχή;
Θα πρέπει να πούμε από την αρχή πως, στην Πολωνία, υπήρχε πάντα ισχυρή μουσική παράδοση. Έτσι λοιπόν τίποτα απ’ αυτά που συνέβαιναν στη Δύση δεν έμενε κρυφό στην Πολωνία. Εγώ μεγάλωσα ακούγοντας Jimi Hendrix και Led Zeppelin, δίσκους των οποίων έφερνε από την Αγγλία ένας φίλος μου. Παράλληλα, ακούγαμε όλοι στο ραδιόφωνο τα jazz προγράμματα του Roman Waschko, ενός πολύ δημοφιλούς πολωνού παραγωγού που πέθανε το 2002. Υπήρχε φυσικά η Φωνή της Αμερικής και βέβαια, υπήρχε ο Krzysztof Komeda, η παγκόσμια αναγνώριση του οποίου, μέσα από τις ταινίες του Polanski, δημιουργούσε ισχυρές βάσεις σε όλους εμάς, που είμασταν νέοι, να πιστέψουμε σ’ αυτό που κάναμε. Ακόμα έπαιξε ρόλο και το φεστιβάλ Jazz Jamboree, εκεί όπου, πολύ συχνά, μπορούσε να δει κανείς αμερικανούς μουσικούς, όπως τον Elvin Jones ή τον Cannonball Adderley. Δεν ξέρω αν ακούγεται στην Ελλάδα παράξενο ή όχι, αλλά οι Πολωνοί ήταν πάντοτε φιλοαμερικανοί.
Εντάξει, ο κόσμος είχε αυτά τα αισθήματα. Το κράτος όμως τι ρόλο έπαιζε;
Δεν είχε πρόβλημα. Να φανταστείτε ότι το 1967 είχαν έρθει στην Πολωνία οι Rolling Stones (σ.σ. λίγες μέρες πριν έρθουν και στην Ελλάδα, τον Απρίλιο του ’67). Το κράτος θα μπορούσε να βοηθήσει κιόλας, όταν έβλεπε πως οι μουσικοί ή κάποια γκρουπ είχαν επιτυχία, παρέχοντας στούντιο, προβολή στα ραδιόφωνα κ.λπ.
Όπως διαβάζω στο οπισθόφυλλο του δεύτερου άλμπουμ των SBB, εσείς ξεκινάτε να παίζετε blues στις αρχές της δεκαετίας του ’70 μ’ ένα γκρουπ ονόματι Silesian Blues Band…
Γεννήθηκα στο Κατοβίτσε, μία πόλη της Σιλεσίας στο νότο, με ισχυρό εργατικό στοιχείο (ανθρακωρύχους κ.λπ.). Σε μια τέτοια περιοχή ίσως δεν είναι περίεργο το γεγονός ότι αναπτύχθηκε μία σκηνή blues και όχι τόσο jazz ή rock. Από την ίδια περιοχή προέρχονταν και οι Breakout, ένα από τα πιο δημοφιλή blues γκρουπ της Πολωνίας, στους οποίους έπαιζε μπάσο ο Jozef Skrzek. Κάποια στιγμή, ο Skrzek φεύγει από τους Breakout και με την προσθήκη του ντράμερ Jerzy Piotrowski, σχηματίζονται οι Silesian Blues Band.
Νομίζω πως δεν υπάρχουν ηχογραφήσεις των πρώτων SBB (Silesian Blues Band)…
Όχι ακριβώς. Επίσημα δεν ηχογραφήσαμε κάτι, όμως πήγαμε στο τοπικό ραδιόφωνο και παίξαμε το ’71. Μάλιστα ετοιμάσαμε κι ένα ντέμο, το άκουσαν παραπάνω και μας κάλεσαν, λίγο αργότερα, στο ραδιόφωνο της Βαρσοβίας. Εκεί, στο στούντιο, γνωριστήκαμε με τον Czeslaw Niemen. Μας άκουσε, του αρέσαμε και αποτελέσαμε το συγκρότημά του.
Ο Niemen είχε ήδη μεγάλη επιτυχία. Φανταζόμαι πως για ’σας, που είχατε ηλικία τότε κάτω από τα 20, το να παίξετε μαζί του ήταν ένα κάποιο όνειρο...
Βέβαια. Ο Niemen ήταν πολύ καλός μουσικός και είχε ωραίες ιδέες, αν και όταν πήγαμε στο Μόναχο, για να ηχογραφήσουμε το “Strange Is this World” τα αφεντικά της CBS που ήταν Εβραίοι του επεφύλασσαν άλλο ρόλο. Θυμάμαι πως ήθελαν να τον παρουσιάσουν κάπως σαν τον Ivan Rebroff, που είχε τότε μεγάλη επιτυχία, ερμηνεύοντας παραδοσιακά ρωσο-εβραϊκά τραγούδια. Ευτυχώς, κάτι τέτοιο δεν συνέβη, για να ηχογραφήσουμε τελικά ένα καθαρό progressive rock άλμπουμ. Η επιτυχία ήταν μεγάλη. Φθάσαμε να παίξουμε μέχρι και με τον Jack Bruce σε μια παραγωγή των Lippmann και Rau (σ.σ. γερμανοί παραγωγοί, από τους ιδρυτές του American Folk and Blues Festival και της εταιρίας L+R).
Πώς έγινε κι επιστρέψατε στην Πολωνία, μετά απ’ αυτήν την επιτυχία;
Βασικά ο Skrzek ήθελε να φτιάξει το δικό του γκρουπ, γιατί δεν πολυσυμφωνούσε με την κατεύθυνση που ήθελε να δώσει στην μπάντα ο Niemen. Πήγαμε να κάνουμε κάτι ως τρίο στη CBS, αλλά η φάση δεν προχώρησε. Έτσι γυρίσαμε πίσω.
Φθάνουμε λοιπόν στην ίδρυση των δεύτερων SBB (από τις πολωνικές λέξεις szukaj, burz, buduj που σημαίνουν ψάχνω, σπάζω, κτίζω). Στα μέσα των 70s το rock ήταν… αυτό που ήταν. Πώς το αντιμετωπίσατε εσείς;
Στην Πολωνία υπήρχαν δεκάδες κιτς γκρουπ, όμως η Muza δεν είχε πρόβλημα να βγάλει και πιο αντιεμπορικά πράγματα, αρκεί να είχαν μια κάποια επιτυχία. Εμείς παίζαμε τότε αυτό το δυναμικό fusion μπροστά σε δέκα χιλιάδες άτομα…
Από οικονομικής πλευράς πώς ήταν τα πράγματα;
Άσχημα. Από τις πωλήσεις των δίσκων δεν παίρναμε σχεδόν τίποτα. Από τα live μπορούσε να πάρεις το πολύ 3-4 μισθούς εργάτη. Εντάξει, από τους ανθρακωρύχους ζούσαμε καλύτερα, αλλά και πάλι τα λεφτά ήταν λίγα. Σκεφθείτε μόνο ότι οι κιθάρες, οι ενισχυτές, τα μεγάφωνα, τα πάντα, στηρίζονταν στην εφευρετικότητά μας. Ιδιοκατασκευές και τέτοια. Κάποια στιγμή μας δάνεισε ο Niemen κανονικά όργανα, ενισχυτές κ.λπ., για να συνεχίσουμε.
Έχω μία (δεύτερη) απορία. Γιατί οι πολωνικοί δίσκοι βινυλίου ακούγονται τόσο χάλια;
Αυτό το έμαθα χρόνια αργότερα, όταν πήγα και ηχογράφησα στην Αμερική. Τα στούντιο στην Πολωνία ήταν πολύ καλά. Αλλά τι έκαναν οι άνθρωποι… Μας ηχογραφούσαν πάνω σε πολυχρησιμοποιημένες μπομπίνες. Σβήνανε-γράφανε αυτό έκαναν συνέχεια…
Οι SBB κάνουν μεγάλη επιτυχία. Ηχογραφούν, ένα από τα ωραιότερα σκληροπυρηνικά jazz-rock που ακουγόταν τότε στην Ευρώπη, δημιουργούν όνομα στη Γερμανία, στα τέλη του ’70, κάνοντας τον ήχο τους πιο συμβατικό, αλλά εσείς κάποια στιγμή τα παρατάτε όλα κι έρχεστε στην Ελλάδα. Πώς βρήκατε εδώ τα πράγματα;
Πολύ δύσκολα. Στην Ελλάδα έρχομαι για μόνιμη εγκατάσταση το 1983. Είχα ξανάρθει για λίγο το ’81 κι είχα παίξει σε λαϊκά μαγαζιά στο Βόλο. Γνώρισα κάποιους μουσικούς τότε που με βοήθησαν, τον Γιώργο Φιλιππίδη, τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη κι άρχισα να παίζω όπου μπορούσα να βρω. Αναρωτιόμουνα, πολλές φορές, που πήγαινα κι έμπλεκα, όμως δεν γινόταν κι αλλιώς. Το ’86 φέρνω τον Tomasz Stanko στο Λυκαβηττό, αλλά και αυτό το γεγονός, για λόγους ανεξάρτητους από εμένα, δεν λειτούργησε υπέρ μου. Μπαίνω στην ελληνική σκηνή και παίζω με την Μπέλλου, τον Νταλάρα, την Κανελλίδου, τον Μητροπάνο… Όμως εγώ είχα στο νου μου άλλα πράγματα. Στην Ελλάδα δυστυχώς δεν υπήρξε έδαφος…
Και με τους νέους SBB τι γίνεται;
Εν τω μεταξύ δε σταμάτησα να πηγαίνω στην Πολωνία, στην οποία και εγκαταστάθηκα μονίμως πριν από λίγα χρόνια. Εκεί ο μύθος των SBB δεν είχε ακόμα σβήσει. Βγαίνουν τα παλιά άλμπουμ σε CD και γίνεται χαμός. Μαζευόμαστε ξανά, χωρίς τον ντράμερ Piotrowski, ο οποίος μένει πλέον στην Αμερική, ηχογραφούμε νέα CD, βγαίνουν ανέκδοτα δικά μας, όπως ένα live στο Sopot το ’78 κ.λπ. Στα ντραμς έχουμε πια τον Gabor Nemeth και συνεχίζουμε…
Επιλεκτική δισκογραφία
Προσωπικά
1. Days We Can’t Forget – Gowi CDG 17 – 1994
2. Theatro – Selles Enterprises SELL 0130 – 1999
3. Back To the North – Metal Mind Productions MMP CD 0396 – 2006
4. Miniatures – Metal Mind Productions MMP CD 0648 – 2008
Με τους SBB
1. SBB – Muza SX 1142 - 1974
2. Nowy Horyzont,2 – Muza SX 1206 – 1975
3. Pamiec – Muza SX 1345 – 1976
4. Ze Slowen Biegne Do Ciebie – Muza SX 1434 – 1977
5. Follow My Dream – GER. Spiegelei-Intercord INT 160.611 – 1978
6. SBB - CZ. Supraphon 1 13 2218 - 1978
7. Reko-reko/ Serenada "gia sena" - Tonpress S-124 - 1978; (το cover φαίνεται πιο πάνω)
8. Welcome – GER Spiegelei-Intercord INT 145.600 – 1979
9. Memento Z Banalym Tryptykiem – Muza SX 1966 – 1980
10. Live 1993 – Stuff S 013-2 – 1993
11. Absolutely Live – Yesterday 83098804-2 – 1999
12. Nastroje – Jazz N’ Java JNJ010 – 2002
13. Freedom, Live Sopot ’78 – Silesia CD 002 – 2002
14. Blue Trance – Metal Mind Productions MMP CD 0680 – 2010
(τα τελευταία 5-6 χρόνια έχουν κυκλοφορήσει περισσότερα από 20 CD των SBB!)
Με τον Czeslaw Niemen
1. Strange Is This World – UK. CBS 64896 – 1972
2. Niemen Vol.1 – Muza SXL 0859 – 1973
3. Niemen Vol.2 – Muza SXL 0896 – 1973
4. Ode to Venus – UK. CBS 65606 – 1973
Με τους Krzak
1. ’i – Tonpress SX-T24 – 1982
Με τον Tomasz Stanko
1. C.O.C.X – Pronit M-0011 – 1983
2. Lady Go – Muza SX 2224 – 1983
3. Chameleon – GR. Utopia LP 1002 – 1989
Apostolis Anthimos Quartet feat. Arild Andersen double bass, Tomasz Szukalski sax, Krzysztof Dziedzic drums. Live in Zakopane, United European Jazz Festival. “New Century” is released on CD “Back To The North” [Metal Mind Productions, 2006]. Different version of this song is available on SBB CD “New Century” [Metal Mind Productions, 2005]. Από την περιγραφή στο YouTube…

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

CICCADA μικρή κουβέντα

Οι Ciccada είναι ένα από τα ελάχιστα ελληνικά συγκροτήματα που κινούνται στο χώρο του progressive folk και rock. Με αφορμή την κυκλοφορία σε 2LP, με 4 bonus tracks, από την ελληνική Missing Vinyl του άλμπουμ τους “A Child in the Mirror” (είχε πρωτοβγεί, πέρυσι, σε CD από την ιταλική Fading), συζητώ με τον φλαουτίστα, keyboard player και συνθέτη του γκρουπ Νικόλα Νικολόπουλο. Ας ξεκινήσω από τα βασικά. Πότε σχηματίστηκαν οι Ciccada, από ποιους και ποιοι συμμετέχουν σήμερα στο γκρουπ;
Όλα ξεκίνησαν την άνοιξη του 2005. Είχα γνωρίσει τον Γιώργο (σ.σ. Μούχος – o κιθαρίστας) λίγα χρόνια πριν. Κάποια στιγμή μου έφερε ένα-δυο κομμάτια του και μου άρεσαν. Αρχίσαμε λοιπόν σιγά-σιγά να προβάρουμε, και λίγο μετά ήρθε η Ευαγγελία (Kοζώνη – η φωνή των Ciccada). Αυτός υπήρξε ο πυρήνας του σχήματος για 4 χρόνια. Το 2009 ο Όμηρος (Κομνηνός – ο μπασίστας) και ο Χρήστος (Ζελελίδης – ο ντράμερ) έγιναν το rhythm-section του γκρουπ. Φέτος, για να υποστηρίξουμε το CD μας, πλαισιωνόμαστε από μερικούς ακόμα μουσικούς σε όργανα όπως πιάνο, βιολοντσέλο, τρομπέτα, κλαρινέτο.
Ο χώρος των Ciccada είναι το progressive rock και folk. Πώς δομούνται οι συνθέσεις σας; Υπάρχουν κάποια θέματα στην αρχή; Μετά μπαίνουν τα σόλι; Υπάρχουν αυτοσχεδιασμοί; Υπάρχουν πράγματα που προκύπτουν στις πρόβες;
Η μουσική γράφεται έως τώρα από εμένα και τον Γιώργο. Κάποια μέρη προέκυψαν όντως από πρόβες. Αλλά τις περισσότερες φορές φέρνουμε κομμάτια, έτοιμα για να παιχτούν. Υπάρχουν βέβαια πάντα και οι δημιουργικές επεμβάσεις του ενός στις συνθέσεις του άλλου. Σόλι υπάρχουν πολλά, σαν μέρη της μουσικής δομής, όχι όμως αυτοσχεδιασμοί, αλλά αυτό δεν είναι καθόλου μειονέκτημα. Παίζουμε ροκ μουσική δωματίου!
Τι ακριβώς βρίσκουν οι Ciccada σ’ αυτόν τον ήχο, που έχει 40 χρόνια ιστορία; Πόσο σύγχρονος μπορεί να είναι; Πόσο μπορεί να ξεφύγει από τις παρακαταθήκες, ώστε να πάει παρακάτω;
Θα συμφωνήσω ότι ο ήχος μας παραπέμπει στον ήχο των progressive συγκροτημάτων των 70s. Όμως οι επιρροές έχουν φιλτραριστεί καλά μέσα μας και η μουσική που βγαίνει είναι αυθεντική και ειλικρινής. Είναι καρπός δουλειάς και μελέτης πολλών ετών και συνοψίζει τις εμπειρίες και τα ακούσματα του καθενός από εμάς. Θεωρώ ότι είναι πολύ πιο σύγχρονη και συναρπαστική από πολλές «μοντέρνες» δημιουργίες του σήμερα.
Τo άλμπουμ βγήκε στην Ιταλία σε CD (και πριν από λίγο καιρό στην Ελλάδα σε 2LP). Πώς είναι τα πράγματα στο χώρο του progressive rock και folk στο εξωτερικό; Στην Ιταλία, ας πούμε…
Έξω γίνονται πολλά και ωραία πράγματα. Το progressive rock διανύει περίοδο αναγέννησης τα τελευταία 20 χρόνια. Υπάρχουν σκηνές σε διάφορες χώρες με αξιόλογα συγκροτήματα και ενημερωμένο κοινό, μικρά και μεγάλα φεστιβάλ, labels,περιοδικά και άλλα. Οι Ιταλοί ειδικά, έχουν τρομερή παράδοση και αγάπη στο είδος. Διαθέτουν και σήμερα πολλούς αξιόλογους μουσικούς και σχήματα: να αναφέρω ενδεικτικά τους Watch, DFA, Garamont, Yugen, Paolo Botta. Επίσης η AltrOck/Fading είναι μια ποιοτική και ανερχόμενη δισκογραφική εταιρεία που υποστηρίζει σθεναρά το εγχώριο και όχι μόνο, progressive γίγνεσθαι.
Τo άλμπουμ έχει και ελληνικά στοιχεία. Όχι μόνο γιατί υπάρχουν δύο τραγούδια στη γλώσσα μας, αλλά και λόγω ηχοχρωμάτων. Πόσο εύκολο είναι όλα αυτά να ταιριάξουν στο progressive κλίμα;
Μια προοδευτική μουσική συνήθως ενσωματώνει διαφορετικά ιδιώματα σ’ έναν ήχο. Έτσι λοιπόν το ελληνικό στοιχείο κάνει αισθητή την παρουσία του στο “A Child in the mirror”. Εντελώς αυθόρμητα...
Ακούγοντάς σας, ανακάλεσα στη μνήμη μου γκρουπ όπως οι Gryphon, οι Spirogyra, οι Strawbs ακόμη και οι Yes (στα κιθαριστικά μέρη). Να υποθέσω ότι ακούτε τέτοια μουσική; Αν ναι, πείτε μου μερικούς αγαπημένους σας δίσκους…
Ωχ, δύσκολη ερώτηση. Τι να πρωτοδιαλέξει κανείς… Ωραία, θα πω μερικούς δίσκους, που ίσως «επηρέασαν» τον ήχο των Ciccada. Gryphon “Midnight Mushrooms”, Strawbs “Grave New World”, Renaissance “Turn of the Cards”, Jethro Tull “Thick as a Brick”, Gentle Giant “In a Glass House”, Camel “The Snow Goose”, Curved Air “Phantasmagoria”, Alan Stivel “Live at Olympia”…
Υπάρχει progressive σκηνή στην Ελλάδα; Πως είναι τα πράγματα από πλευράς συναυλιών, χώρων;
Υπάρχει κάποιο κοινό, αλλά απ’ όσο ξέρω δεν γίνεται σχεδόν τίποτα συναυλιακά, οπότε όλοι ανατρέχουν «κατ’ οίκον» στο ένδοξο παρελθόν. Είναι ελάχιστοι οι μουσικοί που παίζουν με γνώση και αφοσίωση αυτή το στυλ. αλλά δεν υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι που να ενδιαφέρονται να την προωθήσουν. Εμείς και κανα-δυο άλλα σχήματα πάμε να φτιάξουμε κάτι σοβαρό στην Ελλάδα, ενώνοντας το δυναμικό μας. Θα ήθελα να υπάρξουν κάποια στιγμή progressive festivals και στη χώρα μας...
Στην ηχογράφηση πήραν μέρος και ιταλοί μουσικοί. Πώς ήταν η συνεργασία;
Εξαιρετική! Είχαμε την τύχη να συμπράξουμε με μερικούς από τους καλύτερους ιταλούς μουσικούς, που ασχολούνται με το progressive. Μεταξύ άλλων, τον Alberto De Grandis, τον έξοχο ντράμερ των DFA από την Βερόνα και τον Paolo Botta, τον κημπορντίστα των Yugen.
Σχέδια για το μέλλον;
Για την χρονιά που διανύουμε κύριος στόχος είναι να προωθήσουμε με συναυλίες το CD μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αυτό τον καιρό κυκλοφορεί από την ελληνική VEA Music σε διπλό βινύλιο το “A Child in the Μirror”. Ο Νίκος Βουκούτης υπήρξε εξαίρετος συνεργάτης και ένθερμος υποστηρικτής της μουσικής μας με λόγια και έργα και του οφείλουμε πολλά στο θέμα της προώθησης της δουλειάς μας. Επίσης, προσεχώς, θα κυκλοφορήσει από τη γαλλική δισκογραφική Musea ενα τετραπλό compilation CD με θέμα το «Δεκαήμερο», τις Μεσαιωνικές ιστορίες του Βοκκάκιου, όπου 33 συγκροτήματα – μεταξύ των οποίων και οι Ciccada – μελοποιούν ορισμένες απ’ αυτές.

Εμφανίσεις των Ciccada:
17/6, Πάτρα, Αίθριο Παλιού Δημοτικού Νοσοκομείου
25/6, Δισκοπωλείο Music Works, Αγίας Λαύρας 74 (και 25ης Μαρτίου) Πετρούπολη, ώρα έναρξης 9:30

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2011

JAZZ & TZAZ 219

Στο 219 τεύχος του Jazz & Tζαζ που κυκλοφορεί ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τη δανή τραγουδίστρια Caecilie Norby και τον αμερικανό πιανίστα Jason Moran, ενώ ο Κλήμης Λεοντίδης μεγεθύνει στην ιστορική Trident Records, μία top ετικέτα του ιταλικού progressive. Ο Σπύρος Σερλεμές καταπιάνεται, σε μια πρώτη φάση, με το αμερικανικό underground των sixties, o Γιώργος Χαρωνίτης εξετάζει εις βάθος την καριέρα του Charlie Haden (στο εξώφυλλο) και ο Θωμάς Ταμβάκος επικεντρώνεται στα έργα και τις ημέρες ενός σημαντικού προσώπου της δισκογραφίας μας, του συνθέτη και ενορχηστρωτή Γιώργου Κοντογιώργου. Σε δύο κείμενα από κοινού υπογεγραμμένα από εμένα και τους Γιάννη Μουγγολιά και Βαγγέλη Αραγιάννη εξετάζονται τα νέα άλμπουμ των Φλώρου Φλωρίδη, Γιώργου Τρανταλίδη, Γιώργου Κοντραφούρη και Νεκτάριου Καζαντζή, όπως και μερικά σύγχρονα jazz άλμπουμ από Ευρώπη, Αμερική και Ιαπωνία. Ακόμη, οι τελευταίες κυκλοφορίες της Inner Ear, ο Trombone Shorty (από τον Δημήτρη Κατσουρίνη), η Amirani Records και βεβαίως Jazz & Λογοτεχνία, δισκοκριτικές, blues boom, επανεκδόσεις, δισκορυχείον…Στο CD “Soultrane” o John Coltrane σε συνθέσεις του Tadd Dameron (ηχογραφήσεις της περιόδου 1956-1958).

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2011

το Σαββατόβραδο… που θα ’ρθει

Πάνε κάμποσα χρόνια από τότε που έγραψα για το πρώτο “Working Man’s Soul” [Licorice Soul LSD014CD, 2006]. Τώρα, έχω μπροστά μου το “Working Man’s Soul 2”, που κυκλοφορεί, κι αυτό, από την Licorice Soul [LSD015CD, 2009], ένα… ερασιτεχνικό σιντάκι, φτιαγμένο με πάρα πολύ κέφι. Μόνο, δε, τις σημειώσεις να διαβάσει κάποιος, στο ένθετο, αντιλαμβάνεται αμέσως τον τρόπο με τον οποίον σκύβουν οι Εγγλέζοι στην… παλιοποιότητα και, κυρίως, πώς την αναδεικνύουν. Τι έχουμε λοπόν εδώ; Ας το υπενθυμίσω. Μια σειρά συγκροτημάτων και, φυσικά, ηχογραφήσεων, οι οποίες προέρχονται, γενικώς, από τα seventies και ειδικώς από τα… εργαζόμενα συγκροτήματα. Από ’κείνες δηλαδή τις ερασιτεχνικές μπάντες, οι οποίες δούλευαν σε επαρχιακά βρετανικά clubs, διασκεδάζοντας εργάτες και αγρότες της αγγλικής περιφέρειας. Κλαμπάκι, γκρουπάκι και συχνότατα… δισκάκι, καθότι το κοινό το οποίο θα στήριζε την προσπάθεια ήταν δεδομένο (οι πελάτες των μαγαζιών). Αφήνω το «όπλο» στα χέρια της ιδιοκτησίας· το να έχει στη διάθεσή της ένα long-play, ώστε να διαφημίζει την ατραξιόν του μαγαζιού. Τα ονόματα που ανθολογούνται εδώ (Fantasy, Heads Together, ABC Hit Band, Vince Earl Attraction, Mythology, New Jersey Turnpike…) σίγουρα δε λένε τίποτα σε κανέναν. Το ρεπερτόριο, όμως, που ερμηνεύεται είναι κλασικό (Deep Purple, Kool and the Gang, Deodato, Barry White, Uriah Heep, Stevie Wonder, A.C. Jobim, Fifth Dimension και βεβαίως Beatles), καθότι οι άνθρωποι που θα πήγαιναν σ’ ένα τέτοιο club ένα Σαββατόβραδο θα ήθελαν ν’ ακούσουν «γνωστά πράγματα» για να διασκεδάσουν και όχι… δημιουργίες. Παρά ταύτα «χώθηκαν» ανάμεσα και 2-3 πρωτότυπα (ωραιότατο το “Sundance” των Frazer Mak), για να μην έχουμε να λέμε.
Major label, η Sony Music, ανθολογεί major κομμάτια του jazz-funk από την περίοδο 1975-1981. Αναφέρομαι στη συλλογή “Jazz Funk” [Music On Vinyl, 2010], στην οποίαν παρατάσσονται 13 tracks σε δύο βινύλια, τα οποία περιέχουν γνωστά έως πολύ γνωστά κομμάτια της περιόδου· από ’κείνα που διέπρεψαν όχι μόνο στις… πίστες, αλλά και στα σχετικά charts. Η αναφορά και μόνο των συνθέσεων, όπως και των καλλιτεχνών μοιάζει να είναι αρκετή: “Expansions” με τον Lonnie Liston Smith, “Till you take my love” με τον Harvey Mason, “Doctor Jackyll and Mister Funk” με τον Jackie McLean, “More hot fun” με τον Stanley Clarke, “The groove” με τον Rodney Franklin, “Spring high” με τον Ramsey Lewis, “To prove my love” με τον Ned Doheny, “Could heaven ever be like this” με τον Idris Muhammad, “Roller jubilee” με τον Al DiMeola, “Brazilian love affair” με τον George Duke, “Saturday night” με τον Herbie Hancock, “Always there” με τον Willie Bobo, “El Bobo” με τον Webster Lewis. Αρκετές φορές κοντά στα όρια της «καρέκλας», το “Jazz Funk” είναι μια συλλογή με ultra fat beats, που έχει μικρή σχέση με την jazz και τεράστια με το disco-funk.
Δεν είμαι απολύτως σίγουρος αν ό,τι αποκαλούμε northern soul – η soul, οι δίσκοι βασικά που ακούγονταν στα clubs της Βόρειας Αγγλίας – ξεκίνησε από το Twisted Wheel του Manchester (το club έμεινε ανοικτό από το 1963 μέχρι το 1971), αυτό όμως που γνωρίζω είναι πως η συλλογή “The Northern Soul Story Vol.1: The Twisted Wheel” [Sony Music/ Music On Vinyl, 2010] στέκει πολύ καλά, προσφέροντάς μας 25 soul αδάμαντες (χωρισμένους σε δύο LP) της περιόδου 1962-1969· κομμάτια, 45άρια, τα οποία (όχι υποτίθεται) έστριβαν τα βράδυα στα πλατώ του Twisted Wheel. Oscar Toney Jr, Lee Dorsey, Little Richard, Major Lance, Larry Williams, Al Greene, Peaches & Herb, Billy Butler, Shirley & The Shirelles, Clifford Curry, James & Bobby Purify κ.ά. σε γνωστούς και λιγότερο γνωστούς 2λεπτους και 3λεπτους δυναμίτες. Όταν το Twisted Wheel έκλεισε – και βάσει των αναμνήσεων και των εμπειριών του DJ Ian Dewhirst, που επιμελείται τις παρούσες northern soul συλλογές – η κίνηση μεταφέρθηκε στο Stoke-on-Trent του Staffordshire, στο club Golden Torch, ή απλώς Torch. Ο νέος ναός, που ήταν ανοικτός ήδη από το ’65, φιλοξένησε στη σκηνή και τα πλατώ του σημαντικά ονόματα της soul εποχής. Στη συλλογή “The Northern Soul Story Vol.2: The Golden Torch” άλλα 25 tracks της περιόδου 1966-1972 παρατάσσονται με… αθεράπευτη dance λογική, τα οποία αποδίδουν οι Lou Johnson, Roy Hamilton, The Ovations, Robert Knight, The Nite-Liters και πάλι οι Major Lance, Larry Williams, Little Richard. Το τραγούδι του τελευταίου είναι το “I don’t want to discuss it”, που τραγουδούσαν και οι MGC εκείνα τα χρόνια στην Ελλάδα.
Στην ίδια σειρά κυκλοφορούν, πάντα από τη Music On Vinyl και τα “The Northern Soul Story Vol.3: Blackpool Mecca” και “The Northern Soul Story Vol.4: Wigan Casino”.