Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

GREEK LOUNGE 12 για το ’12

1. O ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΤΟΥ: Κάθε λιμάνι και καημός (Γιώργος Κατσαρός) [από το EP “Rebeta Nova No 2” Polydor EPHH 50 891, 1965]
2. JACK IACOVIDIS AND HIS DANCE ORCHESTRA: Give me a light, baby (Γεράσιμος Κλουβάτος) [single, Odeon MSOG 48, γύρω στο 1960]
3. ΟΡΧΗΣΤΡΑ ΥΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΙ ΜΙΜΗ ΠΛΕΣΣΑ: Θαλασσοπούλια (Μάνος Χατζιδάκις) [από το LP «Ο Μίμης Πλέσσας Παίζει Philicorda» Philips 630 112 PL, 1965]4. JIMMY AND HIS ATHENIANS (arranged by C. Clavas): Lara’s theme (Maurice Jarre) [EP, Chandris Cruises PR7T 121, 1968?]
5. FEFE-ΟΡΧΗΣΤΡΑ STORKS: Strangers in the night (Singleton/ Kaempfert) [single, ROL/ Αργώ Γ 2, 1967]
6. LEO LUZIO: Εκείνη που με φιλούσε (Ζήσης Γουδάκης - Σαράντης Τσιλιβερδής) [single, Sonata SON-3001, 1969]

7. DAKY AND THE ATHINEA ORCHESTRA: Bostella d’ oriente (Μάνθος Χαλκιάς) [single, Parlophone GDSP 3036, 1965]
8. YOVΑΝΝΑ/ ORCHESTER HANS LAST: Tiritombabalu (Zeeden-de Luque-Dalli-Homsen) [single, FRG. Polydor 52 208, 1964?]
9. PERIKLES FOTOPOULOS UND DIE SPUTNIKS: Leila (Irgendwann fing es an) (Kahne-Brandenstein) [single, GDR. Amiga 4 50 456, 1964] 10. KOOKY MARAKIS: Say you love me (William Sheller - Kooky Marakis) [single, FR. CBS 4000, 1969]
11. OLGA KARLATOS: Cara liberta (S. Trimarchi) [single, IT. CBS 5401, 1970]
12. COSTA CORDALIS: Marisa (Michaele - William Sheller) [single, FR. CBS 4888, 1970]

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ! Κι οι παπαγάλοι στα κλουβιά τους...

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

των ημερών…

Η δική μου ηλικία (όχι γενιά) αγάπησε την Shirley Bassey, γιατί τραγούδησε το “The rhythm divine” στο synth pop κομψοτέχνημα “One Second” των Yello (1987). Από ’κει τη μάθαμε, αρχίζοντας σιγά-σιγά να πηγαίνουμε και προς τα πίσω – στο Moonraker, τον Χρυσοδάκτυλο, ου μην και στον Oliver!.
Το “Keep the Music Playing” [Music Avenue], χωρίς κανένα στοιχείο επάνω του, πλην του track list, μοιάζει με συλλογή· της... πυρκαγιάς. Ψάχνοντάς το όμως λιγάκι παραπάνω το θέμα διαπίστωσα πως πρόκειται για την επανέκδοση ενός κανονικού LP της Bassey, με τον ίδιον τίτλο, που είχε πρωτοκυκλοφορήσει το 1991. (Να υποθέσω πως πρόκειται για την κανονική edit, και όχι για κάποιαν άλλη εναλλακτική). Επί της ουσίας, θα έλεγα πως εκείνο που ξενίζει στο άκουσμα είναι η οπερατικών διαστάσεων κάλυψη ενός δισκογραφικού event, το οποίον, κάπως χαμηλωμένο, θα μπορούσε να ενδιαφέρει και το... λαό, εκτός από το Κολωνάκι. Γκράντε πολυτέλεια και «μεγαροποιημένο» feeling χριστουγεννιάτικης θαλπωρής, μπορεί να ταίριαζαν κάποτε με την εποχή (τώρα, οι… αγελάδες ίσα που στέκονται στα πόδια τους), αλλά πέραν αυτής ουδέν. Το ρεπερτόριο εξάλλου (Foreigner, Jennifer Rush, Lionel Ritchie, Andrew Lloyd Weber...) το αποδεικνύει.

Ως γνωστόν τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια αποτελούν ειδική κατηγορία της pop culture. Είτε εκφέρονται αυτά με τον γνωστό παιδικό τρόπο (κάλαντα), είτε αποτελούν μέρος του jazz, folk, rock κ.λπ., κ.λπ. ρεπερτορίου τα διακρίνει πάντα μία στόχευση αισθητική, η οποία έχει να κάνει με βαθύτερες ανθρώπινες ανάγκες. Παρ’ όλη δηλαδή την παγκοσμιοποίηση και εμπορευματοποίηση της εορτής, τα Χριστούγεννα, και κατ’ επέκταση τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, εξακολουθούν να μεταφέρουν τα λεγόμενα πανανθρώπινα μηνύματα, προβάλλοντας τη σημασία και τη χαρά της συμμετοχής και γιατί όχι για ορισμένους (και δεν εννοώ τα παιδιά), την αξία του θαύματος. Με τούτα και μ’ εκείνα σημασία έχει πως από το ξεκίνημα σχεδόν της δισκογραφίας τα εν λόγω τραγούδια ποτέ δεν έλειψαν από το soundtrack του Δεκεμβρίου (ούτε πρόκειται να λείψουν), αφού όχι μόνον οι κλασικές ηχογραφήσεις, αλλά και οι πιο πρόσφατες, έως και οι σημερινές, έρχονται να τοποθετήσουν νέους κρίκους στην αλυσίδα.
Αυστριακής καταγωγής η Elisabeth Lohninger, την οποίαν γνωρίσαμε από το άλμπουμ της “Songs of Love and Destruction” [Lofish Music, 2010] – μία ενοποίηση, με νόημα, σκοπών της Joni Mitchell, της k.d. Lang και των Beatles, ανακατεμένων με jazz standards και ισπανόφωνα κομμάτια, να δες κι εδώ http://is.gd/3egdXl – επιλέγει για το πλέον πρόσφατο CD της που έχει τίτλο “Christmas In July” [JAZZsick] και το οποίο συντελείται με τις συμμετοχές των Axel και Walter Fischbacher σε κιθάρες και πιάνο αντιστοίχως και ακόμη των Johannes Weidenmuller μπάσο και Ulf Stricker ντραμς, μία σειρά παραδοσιακών και επώνυμων Christmas’ songs απ’ όλον τον κόσμο. Τραγούδια από τις ΗΠΑ, τη Βραζιλία, την Ιταλία, το Μεξικό, τη Γαλλία, τη Σουηδία, την Ιαπωνία, τη Δανία, τη Γερμανία και την πατρίδα της την Αυστρία, τα οποία ενορχηστρώνονται ποικιλοτρόπως απελευθερώνοντας jazz, folk, ακόμη και rock ηχοχρώματα.Η Lohninger έχει μία απολύτως γυμνασμένη, δυνατή mezzo φωνή, έχει δίπλα της τούς καλούς της παίκτες, οι οποίοι γνωρίζουν να διαμορφώνουν τα ποικίλα περιβάλλοντα προσανατολισμένοι στην ουσιαστική ακρίβεια – το βραζιλιάνικο “Os meninos de mangueira” ηχεί ως βραζιλιάνικο, το μεξικάνικο “Potpourri de Navidad” ως μεξικάνικο κ.ο.κ., δίχως να υποτιμούν τις δικές τους δυνάμεις (ιδίως ο κιθαρίστας Axel Fischbacher είναι στιγμές-στιγμές απρόβλεπτος) – και βασικά και πάνω απ’ όλα έχει με το μέρος της (η Lohninger) ένα, με άψογο τρόπο διαρθρωμένο, ρεπερτόριο, το οποίον προσφέρεται για το απολαυστικό του πράγματος. Όμορφες μελωδίες, όπως εκείνη του Mary’s Boy Child του Jester Hairston (1901-2000), τραγούδι πρωτοηχογραφημένο από τον Harry Belafonte το 1956, κομματάκι απόκοσμες, αλλά ηδονικώς ανατριχιαστικές, βόρειες χριστουγεννιάτικες προσεγγίσεις, όπως ας πούμε η σουηδική συμμετοχή Glans over sjo och strand της Emmy Kristina Kohler (1858-1925), τραγουδισμένη από πάμπολλους-ες στην Σκανδιναυία (ακόμη και από την Frida των ABBA), ιαπωνικά swinging κάλαντα, όπως το περίπου κλασικό Christmas eve (1983) του Tatsurou Yamashita, αλλά και ωραία παραδοσιακά όπως το αυστριακό Advent ή το δανικό Den yndigste rose, άπαντα αναδεικνύονται μέσω μιας οικείας φωνής και βεβαίως των καλυτέρων από τα παιξίματα.
Άλμπουμ που διαπερνά το εορταστικό κλίμα, δημιουργώντας κλίμα από μόνο του.
Επαφή: www.jazzsick.com

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2011

δύο ελληνικά άλμπουμ για το ’11

Πέρυσι, τέτοιαν εποχή, είχα επιλέξει 29(!) άλμπουμ ελληνικής παραγωγής 2010, που είχαν για μένα κάποιαν ευρύτερη αξία. Είχα προσπαθήσει να συμπεριλάβω πολλά και διαφορετικά πράγματα, δίνοντας ταυτοχρόνως και μιαν εικόνα της εντόπιας σκηνής, που έβραζε και βράζει, δίχως να εξατμίζεται… Εφέτος, δεν υπάρχει λόγος να πράξω το ίδιο. Η κατάσταση, παρ’ όλες τις επιμέρους δυσκολίες, πολυμερίζεται με τον πρέποντα τρόπο και οι αξιόλογες δουλειές ξεπετάγονται, από παντού, με τέτοιο ρυθμό, ώστε να είναι δύσκολο να τις παρακολουθήσεις (όλες). Είπα λοιπόν να επιλέξω δύο μόλις άλμπουμ, που μου προξένησαν ιδιαίτερη εντύπωση μέσα στη χρονιά που φεύγει, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, έχοντας ως μοναδικό κοινό σημείο την (ελληνική) καταγωγή των δημιουργών τους. Το ένα είναι η «Ηλιοθεραπεία» του Boy (έχω ήδη αναρτήσει κείμενο, κι εδώ το μεταφέρω κάπως διαφοροποιημένο) και το άλλο η “Amaryllis”, ενός jazz μουσικού της διασποράς, του Βασίλη Παπαδόπουλου. THE BOY – Ηλιοθεραπεία & Μαύρο Αίμα – GR. Inner Ear ΙΝΝ036
Αυτό που παρουσιάζει ο The Boy στην Ηλιοθεραπεία δεν έχει όμοιό του στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία. Δεν είναι τόσο το μουσικό background, ένα electro-punk κάπως eighties… προσαρμοστικότητας, δεν είναι τόσο η αδούλωτη στιχουργική του, που είναι αυτή που είναι (γνωστή, σε όσους, από την εποχή των Mary and The Boy και των προηγούμενων προσωπικών του άλμπουμ), δεν είναι η ερμηνεία του (πνιγμένη και με τα σωθικά να πάλλονται), είναι, βασικά, ο συνδυασμός τους, η συνισταμένη, η γενική κατάσταση που υψώνει την Ηλιοθεραπεία στα όρια του… δεκαπεντάλογου.O Boy, για ακόμη μία φορά, εξηγεί για ποιον ακριβώς λόγο βρίσκεται στη δισκογραφία (δε μιλώ για τη συγγραφή ή τη σκηνοθεσία). Τι είναι εκείνο που τον κινητοποιεί, που τον μετατρέπει σ’ ένα σεισμογράφο των προπατορικών βαρών και του κληρονομημένου ευνουχισμού. Υπάρχει μία στροφή, στην υπερχειλίζουσα στιχουργική του, που μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στο ψαχνό. Γράφει κάπου: «Πια δεν θέλουμε μπαμπά, μαμά, δασκάλα, αρχηγό, θεό. Θέλουμε μόνο ένα αλάνθαστο σχέδιο να ανατινάξουμε το εγώ και το εδώ». Είναι οι λέξεις εντός των οποίων εσωκλείεται η ουσία της «ηλιοθεραπείας»· ένα άλμπουμ πολιτικού και κοινωνικού σφρίγους, που δεν χαρίζεται σε κανέναν, βάλλοντας ταυτοχρόνως κατά πάντων. Μοναδικό το τραγούδι «Άνθρωπος», συμπυκνώνει την ποιητική και συνθετική δεξιότητα του Boy προς την κατασκευή (και) ολοκληρωμένων ασμάτων.
Αλλά και πάλι στις περιπτώσεις εκείνες, όπου τα τραγούδια μοιάζουν ή είναι… ανολοκλήρωτα, η ίδια γενικότερη θέση και στάση δεν αλλάζει. Όπως είχα σχολιάσει και πριν λίγες μέρες, σ’ εκείνη την παλαιά ανάρτηση… ο άνθρωπος, σε κάθε άλμπουμ του, ξεγυμνώνεται σε τέτοιο βαθμό, επιτυγχάνοντας να μεταφέρει στον ακροατή έναν κόμπο στο λαιμό (έστω και παρά τη θέλησή του – ή μήπως να βάλω ερωτηματικό;). Κάπως σαν να… κρύβεσαι εσύ και όχι εκείνος· που βρήκε τον τρόπο να ενσταλάξει στο βαθύ προσωπικό, έναν παλμό συλλογικό. Δεν συναντάται, εν ολίγοις, τέτοιος λόγος σήμερα στην ελληνική δισκογραφία· κι από ’κει πρέπει να ξεκινήσουμε. Όλα τ’ άλλα – ακόμη και τη μουσική – θα τα δούμε στην πορεία.
(Η έκδοση περιλαμβάνει κι ένα βιβλιαράκι 108 σελίδων, που τιτλοφορείται «Μαύρο Αίμα»).VASSILIS PAPADOPOULOS – Amaryllis – GER. Musikverlag Orfeas (άνευ κωδικού στη ράχη ή το label)
Δώδεκα χρόνια μετά το “Karibu” [Music Verlag Orfeas, 1999], ένα από τα καλύτερα άλμπουμ greek jazz της… προπερασμένης δεκαετίας, που έγινε με τη συμβολή των Γιώργου Τρανταλίδη, Δημήτρη Μαρινάκη, Πέτρου Κούρτη, Φίλιππου Τσεμπερούλη, Ρήγα Σαριτζιώτη, Κώστα Γανωσέλλη, Γιώτη Κιουρτσόγλου, Σταύρου Λάντσια, Γιάννη Θεοδωρίδη κ.ά., ο συνθέτης και ενορχηστρωτής Βασίλης Παπαδόπουλος, μόνιμος κάτοικος Γερμανίας από 45ετίας, επιστρέφει στη δισκογραφία με τo “Amaryllis”, έναν δίσκο… αμερικανικό, ηχογραφημένο στο Somers της Νέας Υόρκης και με τη συμμετοχή top sessions μουσικών, που τους απολαμβάνουμε σε πλείστα όσα projects. Ας τους αναφέρω έναν-έναν, ξεκινώντας από ’κει την παρουσίαση τού “Amaryllis”. Στα σαξόφωνα συναντάμε τον Bill Evans (ένας από τους top saxmen στις ΗΠΑ τα τελευταία 30 χρόνια), τον Bill Harris (άπειρες οι συνεργασίες, από τον Isaac Hayes και τον Bruce Springsteen, μέχρι τον Gerry Mulligan και τον Phil Woods) και τον Ken Gioffre (σημερινό μέλος των Blood, Sweat and Tears, έχει παίξει/δισκογραφήσει με τους B.B. King, Dianne Reeves, Tito Puente, The Temptations, Cab Calloway, Dr. John, Buddy Guy…), στην τρομπέτα και το φλούγκελχορν τον Don Harris (αδελφός και συνοδοιπόρος του Bill Harris, έχει περάσει από τους Tower of Power), στα πλήκτρα τον Clifford Carter (από τους Elements, έχει παίξει με τον τραγουδοποιό James Taylor, τον Herbie Mann και δεκάδες άλλους), στο μπάσο τον Dave Anderson (άπειρο κι εδώ το βιογραφικό – Art Garfunkel, Blood, Sweat & Tears, Petula Clark, Taj Mahal, Rory Block...) και στα ντραμς τον Joel Rosenblatt (μέλος των Spyro Gyra). Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, πως με μία τέτοια session ομάδα μουσικών οι συνθέσεις του Βασίλη Παπαδόπουλου έχουν εξασφαλίσει την καλύτερη αποτύπωση. Για να δούμε, όμως, και τις λεπτομέρειες…
Το άλμπουμ ανοίγει με το “Where are you (intro)”, σύνθεση στηριγμένη στα keyboards, η οποία κυλά σε αργό τέμπο και με τη μελωδία σε πρώτο πλάνο. Το “Karibu” που ακολουθεί, και το οποίο προέρχεται από τον προηγούμενο δίσκο «πεπλατυσμένο» κατά ενάμισι λεπτό, είναι σύμμειξη (ελληνικών) παραδοσιακών στοιχείων και ηλεκτρικής jazz, η οποία χαρακτηρίζεται από τις καθαρές πνευστές γραμμές, τα πληκτρονικά στρώματα και τα ακαταπόνητο rhythm section («δύναμη» οι Anderson και Rosenblatt). To ηλεκτρικό πιάνο του Carter από τη μία, όπως και η παρουσία των Harris από την άλλη, είναι ό,τι οδηγεί το “I am here for you” προς την κατεύθυνση του contemporary fusion. Τo funky μπάσο στην εισαγωγή, αλλά και η μελωδία που υποστηρίζεται από το πιάνο στο “Daydreaming”, είναι σίγουρο πως δεν μας προϊδεάζουν για το trad ξέσπασμα που θ’ ακολουθήσει· κάτι που δείχνει την ικανότητα του Παπαδόπουλου να αναμιγνύει «αναφορές», δίχως να προεξοφλεί τις διαδοχές τους (άρα και να μας κρατά σε εγρήγορση, ως ακροατές). Το φερώνυμο “Amaryllis” θα μπορούσε να είναι τραγούδι. Τόσο πηγαία είναι η μελωδία του, που κινείται σ’ ένα nostalgic (ελληνικό) ηχόχρωμα, με τα πνευστά και το πιάνο να παρέχουν ρίγη συγκινήσεως. Πανέμορφο κομμάτι. Ανακάλεσα στη μνήμη μου τον… καλύτερο Dusko Gojkovic. Στο “Love to dance” τα swinging στοιχεία υποβοηθούν τη μελωδία ν’ «ανέβει» ακόμη περισσότερο, ενώ το σόλο του Bill Evans στο σοπράνο είναι μαγικό. Το “Where are you” χαρακτηρίζεται από το πακτωμένο funky υπόστρωμα (με μιαν ιδέα ρυθμικής κιθάρας, που βγαίνει από τα πλήκτρα προφανώς), την ασυγκράτητη μελωδία παιγμένη από την τρομπέτα, το σόλο στο τενόρο και το ηλεκτρικό πιάνο, το κλείσιμο με fade out... Εντυπωσιακό. Στο “Juan Dolio” τα latin στοιχεία είναι κάτι παραπάνω από προφανή, όπως, φυσικά, και η αυθόρμητη χορευτικότητα. Top σύνθεση το “Wonderful time”. Πάνω σε μία στιβαρή ρυθμική βάση εναποτίθεται μία επική, trad μελωδία, για ν’ ακολουθήσει ένα break από το τενόρο, πριν επανέλθει το βασικό μελωδικό σχήμα, δεύτερο break από το όργανο, τρίτο από το μπάσο και κλείσιμο με το βασικό σχήμα, συν ένα ακόμη break, από τα ντραμς τούτη τη φορά. Progressive αποτύπωση και αρχιτεκτονική, κορυφαίο κομμάτι. Το έσχατο “Magic touch” είναι ένα μινόρε, χαμηλών τόνων, αλλά υψηλού συναισθηματικού φορτίου, κατάλληλο για το κλείσιμο ενός άλμπουμ, που χωρίς πολλά-πολλά σου αφήνει τη βεβαιότητα του πλήρους και του τεκμηριωμένου.
Το “Amaryllis” είναι, απλώς, μια κορυφαία στιγμή της σύγχρονης (ελληνικής) τζαζ.
Επαφή: www.v-papadopoulos-music.com

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

δύο δίσκοι για το ’11

Όπως έχω ξαναγράψει είναι αστείο να συζητάμε για τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς, όταν ο καθένας από 'μας έχει ακούσει ένα πενιχρότατο ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής. Ακόμη και σήμερα, την εποχή όπου οι καινούριοι δίσκοι βγαίνουν (υποτίθεται) με το σταγονόμετρο, η παραγωγή είναι τεράστια και κανένας Έλληνας δεν ξέρει τι συμβαίνει στην Ινδονησία, τη Νέα Ζηλανδία ή την Αργεντινή. Γι’ αυτό λοιπόν δεν χρειάζονται υπερφίαλες λίστες. Εκείνο που, ίσως, χρειάζεται είναι να πει ο καθένας μερικούς τίτλους, από 'κείνους που έφτασαν στ’ αυτιά του και οι οποίοι του άφησαν κάτι παραπάνω. Επιλέγοντας μόνος του, βασικά, και όχι διαλέγοντας από λίστες άλλων.
Προσωπικώς, άκουσα κάμποσα ενδιαφέροντα δισκάκια μέσα στο 2011 – εννοώ παραγωγές του ’11 – αρκετά εκ των οποίων έχουν ήδη παρουσιαστεί στο blog. Eξ όσων μπορώ, τώρα, να θυμηθώ δύο από τα ωραιότερα (επιλέγω μόνο δύο) ήταν τα ακόλουθα… THE LIBERATORS: The Liberators [IT. Record Kicks RKX035CD]
«Μια δημιουργική παρέα από το Σύδνεϋ συνεχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία της στη σύγχρονη, πολυσυλλεκτική έκφραση του groove. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι οι Liberators αποτελούν το spin off δημιούργημα μελών των ήδη σεσημασμένων funksters Dojo Cuts. Ωστόσο, η δυναμική του ντεμπούτου τους album, που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό στην εταιρεία Record Kicks, τους καθιστά μιαν αυθύπαρκτη και πολλά υποσχόμενη για το μέλλον καλλιτεχνική οντότητα». Αυτά έγραφε ο Δημήτρης Κατσουρίνης στο τεύχος 218 του Jazz & Τζαζ (Μάιος 2011), στον πρόλογο της συνέντευξής του με τον Nathan Aust, τον κιθαρίστα των Liberators, ενός συγκροτήματος που έχει μελετήσει τη soul και funk ρυθμοδυναμική (βασικά), ενσωματώνοντάς την μέσα στο γενικότερο afrobeat περιβάλλον. Γιατί, το afrobeat είναι το πλαίσιο δράσης των 10μελών Αυστραλών (ανάμεσά τους κι ο μπασίστας Andrew Fatseas – από τα Κύθηρα;), μιας ομάδας, που γνωρίζει τον τρόπο να επιβάλλεται με τον βαθύ, συμπαγή, εκστατικό και χορευτικό της ήχο. Στηριγμένοι πάνω σε αρχετυπικές αφρόμπητες basslines, μ’ ένα κρουστό τμήμα που πετάει φωτιές (ανάμεσα και ο Jojo Kuo, ντράμερ για τους Fela Kuti, Manu Dibango, Peter Gabriel, Papa Wemba κ.ά.), με πνευστό section (τενόρο, βαρύτονο, τρομπέτα, τρομπόνι), που ξέρει πότε να κόβει και πότε να ράβει (είτε στο ρυθμικό, είτε στο σολιστικό του ρόλο είναι έξοχο), με πλήκτρα που παρέχουν την απαραίτητη γκρούβα, με ρυθμικές κιθάρες που προσφέρουν πλήρες funky υπόστρωμα και με τα open drum και percussion breaks να δίνουν και να παίρνουν (Self reliance, Liberation, Deleb), οι Liberators κατόρθωσαν να κάνουν ένα άψογο μαύρο άλμπουμ, πιθανώς το ωραιότερο της χρονιάς (σίγουρα το πιο απολαυστικό, που άκουσα, προσωπικώς, μέσα στο 2011). Στην πρώτη γραμμή οι ορχηστρικοί δυναμίτες “Multiculture”, “Rags to riches” και “The directive” και κατά πόδας τα τρία κομμάτια με φωνητικά· το soul-funky “Let it go” με την Roxie Ray και τα δύο σπιντάτα, τύπου Fela, “Denga” (με τον Jojo Kuo) και “Liberation” (με τον Γκανέζο Afro Moses).
Φοβερό το γιαλαντζί blax video-clip, αλλά, καλού-κακού, τραβήξτε τα παιδιά από το blog…LASZLO GARDONY: Signature Time [USA. Sunnyside Communications SSC 4011]
Τον ούγγρο πιανίστα Laszlo Gardony, ή Gardonyi όπως γραφόταν παλαιότερα, τον θυμόμαστε από τη συνεργασία του με τον Γιώργο Τρανταλίδη στις Debrecen Jazz Days του ’82 και βεβαίως το άλμπουμ που προέκυψε από ’κει, το “One, Two, Three, Four” [EMI/ Columbia, 1982]. Από το 1983 στην ανατολική ακτή (αρχικώς ως σπουδαστής στο Berklee και εν συνεχεία ως καθηγητής), ο Gardony έχει ισχυρή παρουσία στο jazz circuit της περιοχής, παίζοντας live και ηχογραφώντας για διάφορα labels (κυρίως όμως για τη Sunnyside Communications). Το πιο πρόσφατο άλμπουμ του έχει τίτλο “Signature Time” κι είναι υπογεγραμμένο από τον ίδιον, βεβαίως, αλλά και από τους συνεργάτες του John Lockwood μπάσο, Yoron Israel ντραμς, vibraharp και Stan Trickland τενόρο σαξόφωνο, φωνή.
Ο Gardony είναι ένας πιανίστας, που ναι μεν δεν κρύβει την ευρωπαϊκή καταγωγή του, αλλά, από την άλλη, γνωρίζει και τον τρόπο να ελίσσεται σε έτερα περιβάλλοντα (12μετρα blues, afro ρυθμολογίες), έχοντας ένα… rock drive, που, προσωπικώς, το βρίσκω συναρπαστικό. Είτε αναφέρεται κανείς στις προσωπικές του συνθέσεις, τις οποίες προκρίνω, είτε στα κομμάτια των Billy Strayhorn (“Johnny come lately”) και George Shearing (“Lullaby of Birdland”), είτε στα δύο άσματα των Beatles (“Lady Madonna”, “Eleanor Rigby” – η version στο πρώτο είναι μνημείο προσωπικής άποψης), ο Gardony είναι εντυπωσιακός (όπως εντυπωσιακό είναι δίπλα του το rhythm section), προσφέροντας 50 λεπτά απολαυστικής jazz. Τα ακαταπόνητα ρυθμικά σχήματα, η μελωδική στόφα του leader-πιανίστα, το ρεπερτόριο και βεβαίως η ηχογράφηση-παραγωγή άπαντα συνηγορούν πως έχουμε να κάνουμε μ’ ένα κορυφαίο jazz CD της σύγχρονης παραγωγής.

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Η ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ten billion light years from anyone…

Στις αρχές του έτους η αμερικανική εταιρία ItsAboutMusic.com, από την Phoenixville της Pennsylvania, έδωσε ένα CD με 23 ανέκδοτα κομμάτια (κανονικά και alternative versions) του Dino Valenti (1937-1994), ενός αναγνωρισμένου τραγουδοποιού των sixties, συνθέτη του ύμνου “Get together” (Ειρήνη πάσι. Και τω Πνεύματί σου. Τας κεφαλάς υμών τη Αγάπη κλίνομεν.) που απέδωσαν οι Kingston Trio, Jefferson Airplane, Youngbloods, H.P. Lovecraft κ.ά., φίλου των Quicksilver Messenger Service, με τους οποίους τραγουδούσε ήδη από το ’65, για να γίνει κανονικό μέλος πέντε χρόνια αργότερα (την εποχή του “Fresh air” – τι τραγούδι!) και έως το 1975. Ο Valenti, που ηχογράφησε ένα μόνο (εξαιρετικό) προσωπικό LP όσο ζούσε κάτω από το όνομα Dino Valente, στην Epic το 1968, περικλείει κάτι (πολύ) από το μύθο της δεκαετίας του ’60, με αποτέλεσμα κάθε ανέκδοτη ηχογράφησή του να αποτελεί, ασυζητητί, γεγονός. Όπως γεγονός είναι κι η προσφορά του υλικού τής ItsAboutMusic.com σε 2LP από την ελληνική Missing Vinyl πριν από λίγες μέρες, υπό τον τίτλο “Get Together …the lost recordings”. Ηχογραφήσεις, λοιπόν, της περιόδου 1964-1970, οι οποίες έφθασαν εντελώς τυχαίως στα χέρια τού γιού τού Valenti, Joli Valenti Powers, πριν κάποιο καιρό και που επιβεβαιώνουν την υψηλή θέση εκείνου του ανθρώπου στη folk, acid-folk και acid-rock τραγουδοποιία της εποχής.Παρότι στις ταινίες που βρέθηκαν δεν υπήρχε κανένας σοβαρός υπομνηματισμός (από πότε προέρχονται οι εγγραφές, που συνέβησαν, ποιοι μουσικοί συνέπραξαν – σε όσες συνέπραξαν) εντούτοις, ακούγοντάς τες κάποιος μπορεί, μέσες-άκρες, να υποθέσει κάτι παραπάνω, εξειδικεύοντας κάπως εκείνο το… ’64-’70. Έτσι, λοιπόν, έχουμε εδώ τραγούδια με σκέτη κιθάρα, που λογικώς αφορούν στην πρώτη περίοδο δράσης του Valenti (ίσως όχι τόσο παλαιά, από την εποχή που συνέπραττε με τον Bob Dylan και τον Fred Neil στο Café Wha? του Greenwich Village, αλλά πάντως γραμμένα πριν το ’65, όταν βρισκόταν πια στη Δυτική Ακτή), άλλα ακουστικά τω όντι, αλλά κάπως παράξενα που παραπέμπουν στις μέρες του άλμπουμ “Dino Valente” (με κάτι σαν reverb στην κιθάρα και με τη φωνή ν’ ακούγεται σαν να είναι περασμένη μέσα από ένα ελαφρύ echo) και άλλα με κανονική rock ορχήστρα (αρκούντως ψυχεδελική), που θυμίζουν, εντόνως κάποιες φορές, τις μέρες των Quicksilver Messenger Service.
Το ύφος του Valenti είναι μοναδικό. Τραγούδια ουσίας που περιστρέφονται γύρω από τις σχέσεις (ερωτικές ή άλλες), τη φιλία, την ανάγκη για ειρήνη, την περιπλάνηση, την μποέμικη σκέψη και ζωή, και όλα τούτα μέσα από μιαν ανθρώπινη, ατίθαση ματιά που συναρπάζει. Ας πούμε, στην πρώτη πλευρά, προξενεί εντύπωση ο τρόπος που ερμηνεύει το “Get together”, ένα τραγούδι που, ίσως, το αποδίδει εδώ πριν από οποιονδήποτε άλλον (ακόμη και από τους Kingston Trio, που το ηχογράφησαν τον Μάρτιο του ’64), αφήνοντάς σε άναυδο την ίδιαν ώρα με το, πέραν πάσης περιγραφής, ψυχεδελικό αριστούργημα “Ain’t that a shame” (από το ρεπερτόριο των Quicksilver). Στη δεύτερη πλευρά το folk-psych gem “County fair” είναι επίσης… εκτός πραγματικότητας. Ένα σπάνιας συναισθηματικής δύναμης τραγούδι, ελεύθερης συνοδείας και αφήγησης από ’κείνα που – όπως λέμε – δεν γράφονται πια. Στην ίδια πλευρά και η version στο “I’ll try something new” (1962) του Smokey Robinson (The Miracles – Motown), που δείχνει, συν τοις άλλοις, και τη σημασία της μαύρης popular τραγουδοποιίας στη διαμόρφωση της folk και rock βάσης στο δεύτερο μισό των sixties. Στην τρίτη πλευρά το τραγούδι που ξεχωρίζει είναι η μπαλάντα “The letter”, που ανακάλεσε στη μνήμη μου το (μεταγενέστερο) “I don’t want to talk about it” του Danny Whitten, το ντυλανικό “That’s how it goes”, το στοιχειωτικό, κάπως σαν παραλειπόμενο από το “Dino Valente” LP, “To the end of the world”… Εδώ και η εκδοχή στο “Midnight rider” (1970) του Greg Allman. Η Side Four ξεκινά με το καταπληκτικό dreamy-folk “Star Rider” («Δέκα δισεκατομμύρια έτη φωτός από τον οποιονδήποτε, χαμένος στον ουρανό. Ταξιδεύοντας στο άπειρο. Ονειροπόλε, κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει…»), περιέχει το σπάνιας συναισθηματικής δύναμης όσο και παραληρηματικής ερμηνείας “Sadness of my mind”, κλείνει με το “So close to you”, μία αιθέρια μπαλάντα… fresh air από τον Πασιφικό.
Εντός του άλμπουμ, πάνω από το κείμενο του Joli Valenti Powers, αναγράφεται: “This selection of songs may someday be considered the greatest folk album ever recorded”.
Είναι αλήθεια!! Απίστευτα τραγούδια!!

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

η ΖΩΗ και η ΝΙΚΗ…

Εξώφυλλο στο ισπανικό περιοδικό Destino, την 2/10/1965, η Νίκη Καμπά (αριστερά) και η Ζωή Κουρούκλη να κρατούν το βραβείο τους για την πρώτη θέση που κατέλαβε το «Μην λες τίποτα» των Ανδρέα Οικονόμου - Φραντζέσκας Ιακωβίδου στο έβδομο Festival de la Cancion Mediterranea, στη Βαρκελώνη. Το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν, μάλιστα, το ένα από τα τρία που είχε στείλει η Ελλάδα σ’ εκείνο το διαγωνισμό (η Ισπανία είχε στείλει 8, η Ιταλία 5…). Τα άλλα δύο ήταν το «Μείνε» (Κώστας Ξενάκης - Πυθαγόρας), που απέδωσαν αι Κλειώ Δενάρδου και Νίκη Καμπά (κατέλαβε την 8η θέση) και το «Αν μπορούσα ξανά» (Ανδρέας Αλεξανδράτος), που ερμήνευσαν αι Ζωή Κουρούκλη και Κλειώ Δενάρδου (δεν μπήκε στην τελική δεκάδα). Και τα τρία τραγούδια όμως μπήκαν στα σχετικά 45άρια που έκοψαν η Belter [51.586], για την Κουρούκλη και η Philips [436 365 PE], για την Καμπά.Ρίχνοντας μια ματιά στη φωτογραφία του πίνακα των τελικών αποτελεσμάτων, που δημοσιεύτηκε στο Destino, παρατηρώ πως το ελληνικό τραγούδι, το «Μην λες τίποτα», πήρε τις ίδιες ψήφους (14) με το ιταλικό, το “Si chiama Maria” (Pino Donaggio), που είπαν οι Pino Donaggio και Tony Dallara. Τα τραγούδια ισοψήφισαν δηλαδή, αλλά όπως γράφει και το Destino: «Μετά την ισοψηφία, η διοργάνωση ήταν αναγκαίο να προβεί σε νέα τηλεφωνική σύνδεση με την κριτική επιτροπή, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την οριστική νίκη του ελληνικού τραγουδιού».
Τα καλλιτεχνικά νειάτα του ’60 λοιπόν, που έβγαζαν ασπροπρόσωπη τη χώρα διεθνώς δίχως τη γλίτσα της τηλεόρασης, δίχως μεγαλόσχημους χορηγούς και βαθυστόχαστα «καλλιτεχνικά» κουτσομπολιά και, κυρίως, δίχως την αίσθηση από τις συμμετέχουσες (στην περίπτωσή μας) ότι έπρατταν κάτι περισσότερο από το καθήκον τους· να υπερασπιστούν, εν προκειμένω, ένα καλό τραγούδι σ’ ένα ευγενές περιβάλλον με δυνατό συναγωνισμό (Pino Donnagio,Tony Dallara, Fred Bongusto, Iva Zannichi, Georgie Dann, οι ίβηρες αστέρες). Και το κατάφεραν. Και βγήκαν νικήτριες και οι δύο, αφού και οι δύο το τραγούδησαν, όπως συνηθιζόταν τότε σε πολλά φεστιβάλ (ακόμη και στο της Θεσσαλονίκης). Η Ζωή και η Νίκη, που αποφάσισαν κάποια στιγμή να διακόψουν την προβεβλημένη σχέση τους με το τραγούδι, να αποσυρθούν ούτως ειπείν, κρατώντας μόνον τις αναμνήσεις. Γιατί, τι είναι η καλλιτεχνία; Ούτε συλλογική σύμβαση είναι, ούτε συντεχνία. Ούτε προσωπικό τράβηγμα, ούτε ματαιοδοξία. Ένα φλας είναι. Μια στιγμή. Δύο χέρια σηκωμένα σε μια νίκη. Όπως κι η αληθινή ζωή…
(Έκλεισα με μερικά ηθικοπλαστικά, μέρα που ’ναι, καθότι διάβασα τη Φωνή του Κυρίου πρωί-πρωί κι επηρεάστηκα…)

Ταλαιπωρήθηκα λίγο για να βρω το βίντεο, επειδή ο Ισπανός που το ανέβασε (μπράβο του) μετέτρεψε την Zoi Kurukli σε… Koi Korukli. Άντε, μην του τα ψάλλω χριστουγεννιάτικα…

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

ΑΥΘΟΡΜΗΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Όταν έναν «ελεύθερο πολίτη», παρά τη θέλησή του, με τον εξαναγκασμό, τον κλείνει ένας πολίτης σ’ ένα μέρος στενό και ακατοίκητο, κι όταν τον κρατάν εκεί μέσα κάμποσο καιρό – όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που η ενέργεια αυτή θα γίνει δυνάμει ενός βιβλίου, που λέγεται Ποινικός Νόμος, και το μέρος αυτό θα ονομαστεί «φυλακή», μετατρέπεται αμέσως σε πράξη ειρηνικής νομιμότητας.
Αν ένας άνθρωπος εξαναγκαστεί από έναν άλλο, παρά τη θέλησή του, να σκοτώνει συστηματικά τους συνανθρώπους του, αυτό είναι πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτό θα ονομαστεί «στρατιωτική υπηρεσία», ο καλός πολίτης φαντάζεται ότι αναπνέει τον αέρα της ειρήνης και της νομιμότητας. Αν ένα πρόσωπο παρά τη θέλησή του το στερήσουν άλλοι από ένα μέρος της ιδιοκτησίας του και του εισοδήματός του, κανένας δεν θα διστάζει να πει ότι αυτό είναι μια πράξη βίας. Μα από τη στιγμή που αυτή η ληστεία θα ονομαστεί «είσπραξη αμέσων φόρων» πρόκειται μονάχα για εφαρμογή του νόμου.
Κοντολογής, ό,τι παρουσιάζεται στα μάτια μας ως αστική νομιμότητα δεν είναι τίποτε άλλο παρά η βία της κυρίαρχης τάξης ανυψωμένη εκ των προτέρων σε επιτακτικό κανόνα.

Ρόζα Λούξεμπουργκ (14 Μαΐου 1902)
Από το βιβλίο Φρανζ Μέριγκ/Ρόζα Λούξεμπουργκ Απεργία, Αυθορμητισμός των μαζών [Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1972]

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

HARVEY MATUSOW μία απίστευτη ιστορία

Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε ακριβώς ανακάλυψα το όνομα του Marshall “Harvey” Matusow (1926-2002) ή Harvey “Job” Matusow όπως επίσης ήταν γνωστός, αλλά πρέπει να ήταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν προσπαθούσα να βρω ποιους ακριβώς δίσκους είχε κυκλοφορήσει, εκεί προς τα τέλη των sixties, η Head Records.
Η Head ήταν μία βρετανική εταιρία, την οποίαν είχε ιδρύσει κάποιος John Curd, κυρίως για να τυπώνει εγγραφές των Action, που μετέβαιναν, τότε, από τους mod/soul ήχους σε πιο… underground και που μόλις είχαν μετονομαστεί (ο ίδιος τους είχε μετονομάσει;) σε Mighty Baby. To (πολύ καλό) άλμπουμ βγήκε φυσικά υπό το όνομα “Mighty Baby” [Head HDLS 6002, 1969], αλλά παραλλήλως, και μέχρι να φυλακιστεί ο Curd μάλλον για κάποια υπόθεση ναρκωτικών, η εταιρία πρόλαβε και κυκλοφόρησε άλλα τρία άλμπουμ. Το μοναδικό των Heavy Jelly, της μπάντας του Jackie Lomax, που είχε ως τίτλο τ’ όνομά τους [Head HELP 4, 1970] και το οποίο βγήκε μόνον ως promo (πριν το δώσει σε κανονική κυκλοφορία η Psycho, το 1984, ως “Take Me Down to the Water”), το φερώνυμο του Robin Scott [Head HDLS 6003, 1969], καθώς και το “War Between Fats and Thins” [Head HDLS 6001, 1969] των Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band. Ακόμη, πριν κλείσει η Head έδωσε και τέσσερα 45άρια. Το “Time out (The long wait)/ Chew in” [Head HDS 4001] των Heavy Jelly, το “Man in the moon/ Long time coming” [Head HDS 4002] των Village (με τον Peter Bardens στη σύνθεσή τους, πριν τους Camel), τo “The sailor/ The sound of rain” [Head HDS 4003] του Robin Scott, αλλά και το “Afghan red/ Red stocks” [Head HDS 4004] των Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band, άπαντα από το 1969. Από ’κει λοιπόν, από την Head, είχα μια πρώτη άκρη. Κι επειδή τότε (ίσως και τώρα) το LP Πόλεμος Μεταξύ Χοντρών και Αδυνάτων δεν ήταν δύσκολο να εντοπιστεί, έστω και στην αμερικανική του εκδοχή [Head LPS 026] την οποία διένειμε η Chess(!), το άκουσα εγκαίρως κι άρχισα να μπαίνω σιγά-σιγά στο νόημα.
Η Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band ήταν, φυσικά, συγκρότημα. Ένα παράξενο συγκρότημα, αποτελούμενο από έξι μουσικούς, οι οποίοι χειρίζονταν όχι συνηθισμένα όργανα. Ο ίδιος ο Harvey Matusow έπαιζε άλτο και τενόρο jew’s harp κι έκανε φωνητικά, ο Rod Parsons χειριζόταν μπάσο, άλτο, τενόρο jew’s harp και pixiphone (κάπως σαν το παιδικό ξυλόφωνο – όργανο, που έγινε γνωστό στην pop από τον Steve Peregrin Took των Tyrannosaurus Rex), ο Chris Yak έπαιζε κι αυτός άλτο και τενόρο jew’s harp και ζούλαγε παιδικό παπάκι, ο 78χρονος Claude Lintott άλτο jew’s harp, η Leslie Kenton (κόρη του Stan Kenton) έκανε φωνητικά και κράταγε το μετρονόμο ενώ, τέλος, η νεοζηλανδή συνθέτρια της avant-garde Anna Lockwood (σύζυγος, τότε, του Matusow) χτυπούσε διάφορα κρουστά (ινδικά κουδούνια, θιβετιανό γκονγκ, zither κ.λπ.) κι έπαιζε δίχορδη backless κιθάρα (κιθάρα δηλαδή που δεν είχε το πίσω μέρος του σκάφους της). Όπως είναι φανερό όλος ο ήχος βασιζόταν στις συμβολές των jew’s harps, αυτών των παράξενων οργάνων, που στηρίζονται από το ένα χέρι και κάπως ανάμεσα στα δόντια, την ώρα που τα δάκτυλα του άλλου χεριού χτυπούν μια λαμίτσα, η οποία μετακινούμενη μέσα κι έξω από το στόμα παράγει έναν ασυνήθιστο μεταλλικόν ήχο. Διαβάζω, επίσης, στο οπισθόφυλλο: «Το πιστεύετε ή όχι μεταξύ μερικών φυλών της Formosa η μουσική από την jew’s harp επέχει ρόλο ερωτικής επιστολής. Ο άνδρας παίζει αυτό το μουσικό όργανο εμπρός από το σπίτι της αγαπημένης του. Μάλιστα, αν αφήσει την jew’s harp στο σπίτι της αυτό θεωρείται κάτι σαν πρόταση γάμου. Εάν η κοπέλα δεχθεί την jew’s harp, ουσιαστικά δέχεται και τον άνδρα ως μνηστήρα της». Το άκουσμα του “War Between Fats and Thins” είναι, τουλάχιστον, παράξενο. Και όχι μόνον από μουσικής πλευράς, αλλά κι εξ όσων λέγονται (στο “Eighteen nuns” π.χ. ο Matusow περιγράφει το πώς έζησε στη φυλακή… στερημένος από το γυναικείο φύλο), με τον τρόπο που λέγονται· πρόκειται, απλώς, για ένα ψυχεδελικό αποκύημα. Τώρα, αν μπορεί να υπάρξει ψυχεδελική μουσική χωρίς κιθάρες, μπάσο, ντραμς, όργανο και ό,τι άλλο, τι να πω; Ρωτήστε και τον Madlib, που έχει σαμπλάρει το LP. Ο Matusow, πάντως, που ήταν από τους βασικότερους promoters του LSD στη Βρετανία, στα τέλη των sixties, ίσως έχει την απάντηση. Αλλά, για να δούμε πως φθάσαμε έως εκεί…Γεννημένος στο Bronx το 1926 και ακολουθώντας τα στοιχεία της αυτοβιογραφίας του, έτσι όπως τούτα δημοσιεύονται αρχικώς στο βιβλίο του “False Witness” [εκδ. Cameron & Kahn, New York, 1955] – θα πω και στη συνέχεια γι’ αυτό – μαθαίνουμε πως ο Harvey Matusow βρίσκεται στην Ευρώπη στον Δεύτερο Πόλεμο και πως εκεί έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τις (γαλλικές) κομμουνιστικές ιδέες. Με την επιστροφή του στην πατρίδα μπλέκει με την Αριστερά και οργανώνεται στο Αμερικανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (CPUSA), το 1946 προς ’47. Είναι η εποχή κατά την οποία μελετά γύρω από την τηλεόραση, εργαζόμενος συγχρόνως στο θέατρο, στο Off Broadway κύκλωμα. Τα χρόνια από το 1949 έως το 1951 είναι τα πλέον… αγωνιστικά του, αφού συμμετέχει στο folk circuit της εποχής, διαβάζοντας τον Daily Worker (την εφημερίδα του CPUSA) και παίρνοντας μέρος σε θερινά camps του κόμματος, ως καθοδηγητής της νεολαίας. Παραλλήλως, κάτι στραβώνει εντός του (προσωπικές φοβίες για ένα νέο πόλεμο) και πεπεισμένος πως θα περνούσε από το Κονγκρέσο κάποια ισχυρή αντι-κομμουνιστική νομοθεσία, γίνεται χαφιές για το FBI (οι επαφές του είχαν ξεκινήσει δειλά ήδη από τον Φεβρουάριο του ’50). Όπως έλεγε κι ο ίδιος: «ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της Αμερικής, όπου ο πληροφοριοδότης αποκτούσε ηρωικά χαρακτηριστικά. Ο Herbert Philbrick, που είχε μαρτυρήσει ενόρκως στη δίκη των κομμουνιστών ηγετών, η ‘βασίλισσα κατάσκοπος’ Elizabeth Bentley, ο Paul Grouch, ο Louis Budenz και άλλοι, όλοι αντιμετωπίζονταν σαν ήρωες». Σταθμός στην… καταδοτική του καριέρα υπήρξε ωστόσο η γνωριμία του με τον Ρεπουμπλικανό Γερουσιαστή του Wisconsin Joseph McCarthy, το 1952 (χρονιά προεδρικών εκλογών), που έφεραν στην εξουσία τον (Ρεπουμπλικανό) Στρατηγό Dwight D. Eisenhower· την εποχή δηλαδή όπου η αντικομμουνιστική υστερία βρισκόταν στα ύψη και το κυνήγι μαγισσών ήταν στην ημερησία διάταξη. Υπάρχει, μάλιστα, ένα LP της Folkways από το 1968, που έχει τίτλο “Senator Joseph R. McCarthy/ Produced, written and narrated by Emile de Antonio” [FH 5450 (BR450)] και στο οποίο περιγράφονται (ανάμεσα σε άλλα) οι ψευτο-κατηγορίες του Matusow, οι οποίες γίνονταν φυσικά, και καθαρά, για λόγους χρημάτων. Ο άνθρωπος ήταν επαγγελματίας ψεύτης (μεταξύ των μαυροπινακισμένων του και οι Pete Seeger και Lee Hays, μέλη αμφότεροι των Weavers), που δούλευε για λογαριασμό του McCarthy και του διαβόητου δικηγόρου Roy Cohn (συνεργάτης, τότε, του McCarthy). Όταν ο ίδιος ο Matusow βγήκε και μίλησε, μεταμελημένος, στο “False Witness”, πως πληρωνόταν δηλαδή προκειμένου να κατασκευάζει κατηγορίες, βρέθηκε κατηγορούμενος από τον Cohn (ότι έλεγε ψέμματα κτλ.), με αποτέλεσμα να δικαστεί, να καταδικαστεί και να οδηγηθεί στη φυλακή, από την οποία και θα βγει μετά από 3 χρόνια, το 1960. Μάλιστα, στη διάρκεια του εγκλεισμού του έζησε από κοντά το θάνατο του Wilhelm Reich, τον Νοέμβριο του ’57, ο οποίος ήταν συγκρατούμενός του στις ομοσπονδιακές φυλακές στην Lewisburg της Pennsylvania.
Στη φυλακή ο Harvey Matusow ήρθε σ’ επαφή με την beat ποίηση, μέσω βιβλίων που του προμήθευε η πεθερά του (βρισκόταν ήδη στον τέταρτο γάμο του) και όπως λέει ο ίδιος – στην πολύ μεταγενέστερη αυτοβιογραφία του “The Stringless Yo-Yo”, η οποία δεν γνωρίζω αν εκδόθηκε (περίληψη, πάντως βρίσκεις στο internet στη διεύθυνση http://is.gd/h9MBb9) – … βγαίνοντας στη Νέα Υόρκη συνάντησα όλους εκείνους τους ποιητές, τη δουλειά των οποίων μελετούσα στη φυλακή. Βρίσκοντας, μάλιστα, δουλειά ως καλλιτεχνικός επιμελητής βιβλίων, αλλά και ως art director στις επιστημονικές εκδόσεις της Academic Press, θα αποκτήσει τις άκρες ώστε να εκδώσει μαζί με τον φίλο του Bill Dufty το περιοδικό The Art Collector’s Almanac, το οποίον και θ’ αποδειχθεί λίαν επιτυχημένο. Αναγνώστριά του ήταν ακόμη και η πρώτη κυρία της χώρας “Lady Bird” Johnson, η οποία και τον υποδέχθηκε στο Λευκόν Οίκο. Τέλος πάντων. Μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο Harvey Matusow μπλέκει με τα underground κυκλώματα του Village (διαβάζει ανελλιπώς την εφημερίδα The East Village Other) και ερχόμενος σ’ επαφή με τον Timothy Leary ανακαλύπτει το νόμιμο ακόμη LSD. Είναι η εποχή κατά την οποία συνδέεται φιλικώς με τον Norman Mailer. (Αργότερα μάλιστα, το 1969, όταν ο Matusow ήταν στην Αγγλία και ο Mailer κατέβαινε για Δήμαρχος της Νέας Υόρκης, ο φίλος μας ξεκίνησε ολόκληρη εκστρατεία υποστήριξης από το Λονδίνο, την The Mailer Mafia Snow Removal Trust. Μάλιστα, ο μύθος λέει πως είχε πείσει ακόμη και την Christine Keeler, του σκανδάλου Profumo, να του δώσει το σουτιέν της για να το βάλει σε δημοπρασία, τα λεφτά της οποίας θα πήγαιναν υπέρ του Mailer!). Ξανασυναντάει, επίσης, τον Bobby Kennedy – είχε να τον δει από την εποχή του Μακαρθισμού – και τον… κερνάει LSD (το λέει ο ίδιος ο Matusow), ενώ γνωρίζεται με τον Andy Warhol και με τον μαύρο κωμικογράφο και ακτιβιστή Dick Gregory – τον οποίον ο Eldridge Cleaver αποκαλεί «γελοίο» στο βιβλίο του «Ψυχή στον Πάγο» [εκδ. ΒΙΠΕΡ/Papyros Press, Αθήνα 1971] επειδή τον Αύγουστο του ’65 ήταν από τους βαλτούς, που προσπάθησαν να καλμάρουν το μαύρο εξεγερμένο πλήθος κατά τη διάρκεια των ταραχών στο Watts. Ξεκινάει, μάλιστα (ο Matusow), να κάνει κάποια φιλμ στο πειραματικό πεδίο, κι έρχεται έτσι σ’ επαφή με τη Yoko Ono, τον σύζυγό της Anthony Cox που ήταν και παραγωγός, αλλά και τους film-makers Peter Goldman και Emile D’ Antonio (τον ανέφερα και πιο πριν στο άλμπουμ της Folkways, για τον Joseph McCarthy). Όλα αυτά λίγο πριν ο Harvey “Job” Matusow την κάνει για Λονδίνο…Στη Βρετανία ο Matusow φθάνει τον Μάιο του 1966 και από την αρχή μπλέκει με το underground κύκλωμα. Βασικά, ήταν απ’ αυτούς που βοήθησαν αποφασιστικώς στην ίδρυση της London Film-makers’ Co-operative (LFMC), τον Οκτώβριο του ’66 (υπήρξε ο πρώτος της πρόεδρος). Η LFMC κάνει την επίσημη εμφάνισή της την 15/10/1966, στο πάρτυ ίδρυσης του itThe International Times δηλαδή, το βασικό έντυπο του αναδυόμενου underground –, που έλαβε χώρα στο Roundhouse και στο οποίον εμφανίστηκαν οι Pink Floyd με τους Soft Machine, ενώ προβλήθηκαν και φιλμ των Antony Balch, Stephen Dwoskin, John Latham και άλλων. Όπως γράφει ο Nicholas Schaffner στο βιβλίο του “The Pink Floyd Odyssey, Saucerful of Secrets” [εκδ. Sidgwick & Jackson, London 1991]: «Διαφημισμένο ως ‘Pop Op Costume Masque Drag Ball’, το πάρτυ προσέλκυσε την αφρόκρεμα της βρετανικής μόδας, της Τέχνης, αλλά και του κόσμου της pop-music, η οποία κατέφθασε με λουλουδάτες πιτζάμες, παλιές στρατιωτικές στολές και καφτάνια. Ο Paul McCartney και η Marianne Faithfull ήταν εκεί, ντυμένοι, Άραβας ο πρώτος και μισόγυμνη καλόγρια η δεύτερη. Παρευρίσκονταν ακόμη ο Michelangelo Antonioni με τη Monica Vitti» (σ.σ. ως γνωστόν, ο Antonioni ετοίμαζε τότε στο Λονδίνο το “Blow-up”). Δύο χιλιάδες άτομα πέρασαν από το Roundhouse εκείνη τη μέρα, ανάμεσα στα οποία ήταν η Yoko Ono, η Jane Asher (που συνόδευε προφανώς τον McCartney) και διάφοροι άλλοι. Ο μύθος λέει ακόμη πως όλοι, καθώς έμπαιναν, έπαιρναν ζαχαρωτά κυβάκια επικαλυμμένα με LSD (o Matusow φαίνεται πως είχε βάλει κι εδώ το χέρι του) και πως κάποιοι κατάφεραν τελικώς να ταξιδέψουν κατά τη διάρκεια της γιορτής. Βάσει όσων λέει ο ίδιος ο Matusow, στο “The Stringless Yo-Yo”, ήταν εκείνος που προσκάλεσε τον Tony Cox και τη Yoko Ono στη Βρετανία, για κάποια performance. Στο εμπεριστατωμένο site για την Yoko Ono http://www.a-i-u.net/ διαβάζω πως «το 1966, η Yoko Ono, έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί το Λονδίνο, για να συμμετάσχει στο συμπόσιο Destruction In Art, όπου ανάμεσα σε άλλες δουλειές θα παρουσίαζε το φημισμένο ‘Cut Piece’, γονατίζοντας στη σκηνή και ζητώντας από το ακροατήριο να τεμαχίσει τα ρούχα της με δυο ψαλίδια. Στη συνέχεια παρουσίασε προσωπική της παράσταση στην γκαλερί Indica, στην προετοιμασία της οποίας, την 9/11/1966, συνάντησε για πρώτη φορά τον John Lennon». Επρόκειτο για την Unfinished Paintings and Objects, εκεί όπου η ιαπωνίδα καλλιτέχνις ανέπτυξε ένα θέαμα διάφανων κατασκευών, φανταστικής μουσικής και εσωρούχων που θα σ’ έκαναν να νιώσεις high. Λίγες μέρες αργότερα τη θέση της στην Indica θα έπαιρνε ο (Έλληνας) Takis. Φυσικά, ο Matusow δεν συνδέθηκε μόνο με το it, αλλά και με τα υπόλοιπα underground έντυπα της εποχής, όπως το Frendz και το OZ, στο εικοστό πέμπτο τεύχος του οποίου (12/1969) έγραφε πραγματεία για το λιβανέζικο χασίς (The Hash Scene – “The Lebannon: The hole of the lebanese black”).
Η πιο στενή επαφή τού Harvey Matusow με τη μουσική ήρθε μέσω της συζυγικής του σχέσης με τη νεοζηλανδή συνθέτρια της avant-garde Anna Lockwood. Πρέπει να παντρεύτηκαν το 1967 (πέμπτος γάμος; – κάπου διάβασα πως είχε κάνει ένδεκα!) και να πέρασαν κάποιο μέρος του χρόνου στη Νέα Ζηλανδία, με το φίλο μας ν’ ανακατεύεται με το ραδιόφωνο. Επιστροφή στη Βρετανία προς το 1968, εκπομπές στο BBC, έκδοση του The American (περιοδικό που αφορούσε τους Αμερικανούς του Λονδίνου), αλλά και του βιβλίου του “The Beast of Business” [εκδ. Wolfe, London, 1968] ή “Das Biest in der Firma” όπως βγήκε στην τότε Δυτική Γερμανία [Stalling, 1969], στο οποίο, μέσα από μια χιουμοριστική ματιά, καταφέρεται εναντίον των computers, προφητεύοντας τους κινδύνους από την εργαλειοποίηση της κοινωνίας, το ρίσκο από hacking των πιστωτικών βάσεων δεδομένων(!), παρέχοντας μεθόδους γύρω από το πώς μπορείς να υφαρπάξεις μία συνδρομή του Time, χτυπώντας μια έξτρα τρύπα στην κάρτα της IBM (όσοι πρόλαβαν να δουλέψουν σε UNIVAC καταλαβαίνουν), ή πώς να προσθέσεις εκατομμύρια στον τραπεζικό σου λογαριασμό (πιο ενδιαφέρον). Μάλιστα, ο Matusow δεν έμεινε εκεί. Το 1969 ίδρυσε την International Society for the Abolition of Data Processing Machines, στην οποίαν 6500 μέλη διεκήρυτταν πως «το computer είναι το εκρηκτικό εκείνο τέρας, το οποίον, κάποια στιγμή, θα στραφεί εναντίον του δημιουργού του». Η χρονιά όμως εκείνη (το 1969) σημαδεύτηκε από την έκδοση του πρώτου του δίσκου “War Between Fats and Thins” – τα είπαμε στην αρχή του κειμένου – στον οποίον συμμετείχε και η Anna Lockwood, ως μέλος της Harvey Matusow’s Jew’s Harp Band. Η Lockwood είχε ξεκινήσει ενεργά τις δραστηριότητές της δύο χρόνια νωρίτερα και στο διάστημα 1967-69, πάντα στο Λονδίνο, παρουσίαζε την παράστασή της “The Glass Concert”, με τους ήχους να προέρχονται, όπως γράφει και ο Roger Sutherland στο βιβλίο του “New Perspectives in Music” [εκδ. Sun Tavern Fields, London 1994], από όργανα φτιαγμένα από γυαλί. «Πολλά απ’ αυτά ήταν ‘σκουπίδια’ από επιστημονικά εργαστήρια ή ό,τι τέλος πάντων διασωζόταν από βιομηχανίες πατωμάτων. Το σετ για το Glass Concert 2 αποτελείτο από φύλλα μικρο-γυαλιού, που χρησιμοποιούνται στα slights ηλεκτρονικών μικροσκοπίων, 20 γυάλινες ράβδους, διάφορα κυλινδρικά δοχεία, bottle tree, δένδρα δηλαδή, τα οποία στα κλαδιά τους είχαν περασμένα μπουκάλια, ένα ενυδρείο, τζάμια παραθύρων βουτηγμένα μέσα σε νερό και σωλήνες από micro glass». Μια ιδέα παίρνεις και από τους τίτλους του LP “Glass World of Anna Lockwood” [Tangent TGS 104] από το 1970, αλλά κανονικά πρέπει ν’ ακούσεις. Micro glass shaken, Glass rod vibrating, Wine glass, Glass bulb, Glissandi, Spinning discs, Micro glass on goblet, Micro glass along pane, Bottle tree showered with fragmentsΠαραλλήλως όμως οι Lockwood και Matusow συνεργάζονται και σε έτερες παραστάσεις και όχι μόνον επί βρετανικού εδάφους, όπως φαίνεται και από το σουηδικό LP 6, Stockholm 1970, Text-Sound-Compositions [Sveriges Radio RELP 1102], στο οποίο συμμετέχουν με το δεκαπεντάλεπτο End ηχογραφημένο για το σουηδικό ραδιόφωνο. Είναι η εποχή κατά την οποίαν το ζεύγος σχηματίζει ένα ακόμη γκρουπ, τους Naked Software (όπως διαβάζω και στο 3σέλιδο άρθρο τού Charles Alverson “I Led Twelve Lives, Adventures of Comrade Harvey Matusow, Hustler Supreme”, που δημοσιεύτηκε στο Rolling Stone, Issue No.115, 17/8/1972). Μέλη των Naked Software ήταν εκτός των Matusow και Lockwood, οι John Lifton, Hugh Davies (από την Music Improvisation Company) και Howard Rees. Τα happenings του Matusow – όντας επηρεασμένος από τις παραστάσεις της Lockwood – αρχίζει να παίρνουν όλο και πιο ανατρεπτική μορφή, είτε ειδικευόμενος στο δημιουργικό κάψιμο του πιάνου, είτε παρουσιάζοντας performances τύπου “Dark Touch”, εμπλέκοντας ήχους και… απρόσμενα αγγίγματα από το ακροατήριο. Τότε ήταν, όταν του έρχεται η ιδέα για τη δημιουργία ενός avant φεστιβάλ, το οποίο θα μετέτρεπε το Λονδίνο σε κέντρο της ηχητικής πρωτοπορίας. Aναφέρομαι, φυσικά, στο International Carnival of Experimental Sound (ICES), που είχε μεγαλεπήβολες διαστάσεις, αφού, πλην των μουσικών παραστάσεων, θα προβάλλονταν φιλμ, θα τυπώνονταν βιβλία, σειρά από LPs, όπως θα παραγόταν και μια ταινία που θα κατέγραφε, βήμα προς βήμα, τα συμβάντα. Δυστυχώς, τα πράγματα δεν κύλησαν όπως θα ’πρεπε, ή, εν πάση περιπτώσει, όπως θα τα είχε προβλέψει ο Matusow, αφού υπήρξαν διάφορα προβλήματα σε όλους τους τομείς της παραγωγής. Παρά ταύτα όσοι, τελικώς, εμφανίστηκαν εκείνες τις δύο εβδομάδες του Αυγούστου (13-27) του 1972, στο Roundhouse, αποζημίωσαν το κοινό με τις ρηξικέλευθες παραστάσεις τους, αρχής γενομένης από το γνωστό πια έργο του John Cage “HPSCHD”. Στο ICES έλαβαν επίσης μέρος οι: Mustapha Tettey Addy & Oboade, AMM, Amsterdams Electrisch Circus, California Time Machine, Bedford-Coxhill Duo, Julio Estrada, Gentle Fire, Fylkingen, Jon Gibson, Lady June, Charlotte Moorman, Naked Software (το γκρουπ του Matusow υπενθυμίζω), David Rosenboom, Spontaneous Music Ensemble, Taj Mahal Travellers, Alicia Terzian, Stomu Yamash’ta & The Red Buddha Theatre κ.ά. Δισκογραφικώς, εξ όσων μπόρεσα να εντοπίσω, καταγράφηκαν οι παραστάσεις των AMM (αρχικώς σ’ εκείνο το ιστορικό EP της Incus το 1972, και βεβαίως στο CD της Anomalous το 2003), του David Rosenboom (αναφέρομαι στο έργο του “Patterns for London”) στο LP “Suitable for Framing” [A.R.C. Records ST1000, 1975] υπό των David Rosenboom & J.B. Floyd with Trichy Sankaran, όπως και του Jon Gibson (το έργο “Thirties”) από το CD “Visitations I, II + Thirties” [Dunya, 2000].Εκεί προς το 1973, ο Harvey Matusow μετά της συζύγου του Anna Lockwood επιστρέφουν στην Αμερική. Ένας κύκλος είχε κλείσει. Πόσοι, όμως, ακόμη θα άνοιγαν; Στην αρχή, οι δυο τους, θα ξεκινήσουν να σχεδιάζουν μία Glass Concert Tour, αλλά γρήγορα οι δρόμοι τους θα χώριζαν. Είναι η εποχή όπου η Αμερική είναι γεμάτη από θρησκευτικές κομμούνες (τα εκατοντάδες xian άλμπουμ, που κόπηκαν όλο αυτό το διάστημα, στο δεύτερο μισό των 70s, τούτο αποδεικνύουν) κι ο Matusow επισκέπτεται κάποιες απ’ αυτές, ανακαλώντας από το παρελθόν τα μορμονικά πιστεύω του. Δεν γίνεται ακόμη μέλος της Εκκλησίας – βασικά γιατί η ζωή του δεν συνάδει μ’ εκείνην του πιστού, αλλά και γιατί διαφωνεί με το γεγονός ότι οι μαύροι δεν μπορεί να γίνουν παπάδες. Γνωρίζεται όμως, τότε, και παντρεύεται με την Emily, με την οποίαν ξεκινούν τη δική τους ιεραποστολή. Ιδρύουν την κοινότητα Ammal’s Garden, με σκοπό να συμπαρασταθούν σε φτωχούς και αστέγους. Προς το 1977 γίνεται μέλος της Church of Jesus Christ of Latter Day Saints (LDS) – από το LSD έπεσε στο LDS όπως έλεγαν οι άσπονδοι φίλοι του – αφού κι οι δύο λόγοι που τον κρατούσαν μακρυά είχαν εκλείψει. Εν τω μεταξύ έχει αναπτύξει ένα θεατρικό project, το Magic Mouse Theatre, με το οποίο δίνει παραστάσεις σε σχολεία της Tucson (ζούσε εκεί), του Phoenix και άλλων πόλεων της Arizona. Επεκτείνει τις δραστηριότητές του στο Houston, πάντα δραστηριοποιημένος σε προγράμματα στήριξης φτωχών και αστέγων, ενώ στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, και μέσα σ’ ένα διάστημα 19 μηνών, βοηθά 800 οικογένειες του New Hampshire, που μαστίζονται από τη φτώχεια, συγκεντρώνοντας και μοιράζοντας πάνω από 100 τόνους τροφίμων. Ζει μια ζωή ήσυχη και απλή, τουλάχιστον μέχρι τον Ιούλιο του ’89, όταν η Emily πεθαίνει από καρκίνο.
Η ζωή του γυρίζει και πάλι τούμπα όταν γνωρίζει, παντρεύεται και… χωρίζει την επόμενη σύζυγό του, για χάρη της οποίας ξυρίζει το μούσι του και κόβει τα μαλλιά του ύστερα από 15 χρόνια. Ξανά στις show business μετά από καιρό, ως Cockyboo, υποδυόμενος έναν clown χαρακτήρα, τον οποίον χρησιμοποιεί στο Magic Mouse. Ξεκινάει εκπομπή στην τηλεόραση, αλλά αφήνει το Tucson, για την Richfield της Utah, βάζοντας μπροστά έναν τοπικό τηλεοπτικό σταθμό. Ανακαλύπτει το internet και το 2001 πηγαίνει να ζήσει στο Claremont του New Hampshire. Θα πεθάνει εκεί, το 2002 στα 76 του χρόνια, από επιπλοκές μετά από αυτοκινητικό ατύχημα, αφήνοντας μισοτελειωμένη την αυτοβιογραφία του.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

ARBETE OCH FRITID greece (ξανα)goes modern

Οι Arbete & Fritids (ή Arbete och Fritid ή Arbete & Ftitid όπως υπέγραφαν τα πιο πολλά τους άλμπουμ) υπήρξαν ένα από τα καλύτερα σουηδικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’70. Ηχογράφησαν εξαιρετικούς δίσκους, με ξεκάθαρο προοδευτικό προφίλ (συνέπεσαν με την άνθηση της σοσιαλδημοκρατίας επί πρωθυπουργίας Olof Palme στο διάστημα 1969-1976), οικοδομώντας έναν ήχο μοναδικό, ανακατεύοντας rock, jazz, ethnic και avant-garde στοιχεία με εντελώς προσωπικό τρόπο. Ελπίζω κάποια στιγμή να βρω το χρόνο, ώστε να γράψω περισσότερα… καθότι, εδώ, θέλω να επικεντρωθώ μόνο σε κάτι…
Όταν άκουσα, για πρώτη φορά, το 1997, το δεύτερο άλμπουμ τους, που είχε τον σαφή τίτλο “andra lp” (δεύτερο LP δηλαδή) ηχογραφημένο για την Sonet [SLP-2526] το 1971, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Ήταν ο τρόπος με τον οποίον έπαιζαν οι Σουηδοί, ανακαλώντας στη μνήμη μου συγκροτήματα που παρακολουθούσα εκείνη την εποχή (στα late 90s) όπως ήταν οι Mode Plagal ας πούμε ή οι Pachora (λίγο αργότερα), προτείνοντας έναν progressive, ethnic ήχο (όταν ήταν ethnic), που δεν σχετιζόταν επ’ ουδενί μ’ εκείνον των Αμερικανών Kaleidoscope φερ’ ειπείν – ή και άλλων υπερατλαντικών σχημάτων, που είχαν βεβαίως προϋπάρξει εντός αυτού του πλαισίου τού ethnic ανακατώματος. Τέλος πάντων. Για όλα υπάρχουν εξηγήσεις.
Οι Arbete och Fritid, όπως και πάμπολλα άλλα σκανδιναυικά συγκροτήματα της περιόδου, αφομοίωσαν με τρόπο δημιουργικό (και) τον ήχο των μεταναστών από τα Βαλκάνια (τ.Γιουγκοσλάβοι, Έλληνες και Τούρκοι βασικά), που κατέκλυζαν τη χώρα, ως εργατικό δυναμικό, στη δεκαετία του ’60, εντάσσοντας αυτόν τον ήχο στις μουσικές τους – όταν δεν διασκεύαζαν, φυσικά, αυτούσια θέματα βαλκανικά ή και ανατολικο-ευρωπαϊκά. Πιο χαρακτηριστικό άλμπουμ τους σ’ αυτό το στυλ υπήρξε το “Arbete och Fritid” [MNW 39 P, 1973], στο οποίο καταπιάστηκαν με τουρκικούς (“Elâzig-dans”), βουλγαρικούς (“Dagen lider”) και λιθουανικούς σκοπούς (“The european way”), ενώ και στο “andra lp” (που εμάς μας ενδιαφέρει περισσότερο) μπήκε ένα κομμάτι, που είχε τίτλο “Två grekiska låtar”, «Δύο ελληνικά τραγούδια» δηλαδή…
Ρίχνοντας μια ματιά στο δίκτυο παρατήρησα πως ελάχιστοι μένουν, λίγο παραπάνω, σ’ αυτό το track· κι αυτοί είναι κυρίως Σουηδοί, οι οποίοι, το 1980, συμπεριέλαβαν το κομμάτι και στη συλλογή “Music in Sweden 7/ Alternative instrumental music” [Caprice CAP 1163], μαζί με συνθέσεις των Kebnekaise, Fläsket Brinner, Samla Mammas Manna, Archimedes Badkar (όχι το “Tzivaeri”...), Ramlösa Kvällar κ.ά. Ακόμη και το Mutant Sounds (από το οποίο κατεβάζεις ολάκερο το άλμπουμ) δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στο κομμάτι (απλώς το αναφέρει). Σε κανέναν δηλαδή δεν έκαναν εντύπωση οι εναρμονίσεις των μελωδιών στην «Καραγκούνα» και εν συνεχεία στον «Πηδηχτό» (μετά το 5:20), που ηχούν (τουλάχιστον στα δικά μου αυτιά) εντελώς αυτόνομα, έτη μπροστά απ’ την εποχή τους.Τι άλλο; Arbete & Fritids το 1971 ήταν οι: Bengt Berger ντραμς, κρουστά, Torsten Eckerman τρομπέτα, Ove Karlsson μπάσο, Roland Keijser τενόρο, κλαρινέτο, φλάουτο, πιάνο και Kjell Westling βιολί, πιάνο, κιθάρες, σαξόφωνα.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

THE JOUBY’S london busking

Σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο να δισκογραφούν στις μέρες μας φωνητικά σύνολα. Όχι πως είναι απίθανο, απλώς δεν είθισται. Οι Jouby’s είναι Γάλλοι, σχηματίστηκαν στην Bordeaux το 2004 και βασικά αποτελούνται εκ των Quentin Imola, Jonathan Joubert και Guillaume Pailhere. Αν και τα πρότυπά τους θα μπορούσε ν’ αναζητηθούν στα φωνητικά γκρουπ της Τζαμάικα (τους Heptones ας πούμε, ή τους Ethiopians) και βεβαίως στο doo-wop, εντούτοις στο ρεπερτόριό τους δεν εντάσσεται μόνον η reggae των Toots & the Maytals και του Ken Boothe, αλλά και η soul του Otis Redding και των Temptations.
Το “London Busking” [Soul Beats, 2010], που είναι το πρώτο και πλέον πρόσφατο άλμπουμ τους, μας παρέχει την ευκαιρία να εκτιμήσουμε καλύτερα τη δουλειά των Γάλλων (όλο το υλικό είναι δικό τους), αντιλαμβανόμενοι καλύτερα τις αναφορές και τις επιρροές τους. Ας πω λοιπόν από την αρχή πως οι Jouby’s μπορεί να είναι φωνητικό σχήμα, αλλά ο Joubert είναι εκτός από τραγουδιστής και κιθαρίστας, ενώ στην ηχογράφηση παίρνουν μέρος και τρεις ακόμη μουσικοί· ο Eric Delsaux πλήκτρα, ο Cedric Verdier μπάσο και ο Stephane Garcia ντραμς, κρουστά. (Το ίδιο εξάλλου συνέβαινε και με τα jamaican vocal trios, στα άλμπουμ των οποίων συναντούμε την αφρόκρεμα των session μουσικών της χώρας). Η reggae είναι η πιο βασική αναφορά των Jouby’s, όσο και αν οι soul, ακόμη και οι rock, αναφορές είναι εμφανείς. Τα κομμάτια τους είναι καλοφτιαγμένα, περιποιημένα και παρότι το υβρίδιό τους δείχνει, οι ξεχωριστές στιγμές δεν απολείπουν· όπως ας πούμε το “Faut choisir” (τραγουδισμένο στη γλώσσα τους, αφού υπάρχουν και συνθέσεις που αποδίδονται στην αγγλική). Η pop ευφράδεια των Jouby’s είναι, βασικά, το ατού τους, προκειμένου να περάσουν… απέναντι. Το θέμα είναι τι εστί «απέναντι».

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

MO’HORIZONS banana soundsystem

Για τους Mo’Horizons γνώριζα πως ήταν οι παραγωγοί, μουσικοί και DJs Ralf Droesemeyer και Mark “Foh” Wetzler από το Ανόβερο. Τώρα, τον δεύτερο, δεν τον βλέπω πουθενά… Από το πρώτο τους άλμπουμ ήδη, το “Come Touch the Sun” (1999) – από το οποίο βγήκαν τα 12ιντσα, το “Yes baby yes” και το “Foto viva” –, οι Γερμανοί κεντράρισαν τις επιρροές τους, παρουσιάζοντας ένα δικό τους κράμα από soulful sixties και βεβαίως funky seventies, ερχόμενοι κατ’ ευθείαν, και με φόρα, στο χορευτικό τώρα. Το γεγονός ότι από την αρχή έσκυψαν πάνω τους ονομαστοί σύγχρονοι remixers (Nicola Conte, Swag, Bobby Hughes, Only Child, Fort Knox Five και διάφοροι άλλοι), διαμορφώνοντας κατά το δοκούν το δικό τους έργο, δείχνει απλώς το βάρος τους μέσα στο DJ-circuit και από ’κει στις σύγχρονες πίστες. Αποτέλεσμα; Κάμποσες δεκάδες ντανσο-συλλογές περιέχουν δικά τους θέματα. Μοντέρνες τεχνικές παραγωγές, αλλά και ταλαντούχοι οργανοπαίκτες μαζί τους στη σκηνή, όπου απαιτείται να εμφανισθούν live, βοήθησαν στην ανάπτυξη του προσωπικού τους στυλ· μία ομογενοποίηση ηχητικών κινημάτων, τα οποία χρωμάτιζαν με τις δικές τους πινελιές. Nu-jazz, soul, afro, latin, funk, downbeat, dub, trip-hop ή big-beat, άπαντα ανέδειξαν στη διαδρομή την ικανότητα των Mo’Horizons να ξεπερνούν τα όρια, υπερπηδώντας ποικίλα αισθητικά αναχώματα.
Με το Remember Tomorrow το 2001 πέρασαν στις μουσικές τους ακόμη περισσότερα brazilian και latin στοιχεία, που τους μετέτρεψαν αμέσως σε live δεδομένο. Το τρίτο τους άλμπουμ The New Bohemian Freedom ήταν ένα ακόμη βήμα παραπέρα, όπως και η συλλογή Some More Horizons (2005) εξάλλου, στην οποία πείραξαν άγνωστα, κυρίως, κομμάτια από το pop, rock, folk ή jazz παρελθόν (Gilberto Gil, Howard Tate, Miriam Makeba, Donald Byrd, Pekka Streng - ω!, Caterina Valente, Wilson Simonal…). Το 2006 με το StereoDeluxe 150 αποχαιρετούν την εταιρία, μέσω της οποίας έκαναν όνομα – την Stereo Deluxe – προσφέροντας ένα ακόμη ζωντανό άλμπουμ. Με καινούριο δικό τους label από τα τέλη του 2006 (Agogo Records), οι Mo’Horizons δεν ασχολούνται, πια, μόνο με τα δικά τους projects (“Sunshine Today”), αλλά και με τα καινούρια ονόματα του χώρου, στα οποία πιστεύουν και επενδύουν (The Juju Orchestra, Una Mas Trio). Κάπως έτσι, δηλαδή, εξηγούνται και οι… απουσίες τους τα τελευταία χρόνια.
Το “And the Banana Soundsystem” [Agogo, 2011] είναι, κατά βάση, ό,τι πιο ολοκληρωμένο δικό τους από την εποχή τού “Sunshine Today” (2007). Βασικά, πρόκειται για ένα 56λεπτο άλμπουμ που διευθετείται από μιαν ομάδα οργανοπαικτών (υπερβαίνουν την 15άδα – εννοείται πως δεν εμφανίζονται σε κάθε κομμάτι όλοι μαζί) και στο οποίο στριμώχνονται όλες οι επιμέρους αναφορές του γκρουπ· ή μάλλον του Ralf Droesemeyer (έχει γράψει μαζί με άλλους όλα τα κομμάτια, πλην του “Kiss” του Prince, κάνοντας, συγχρόνως, το programming). Έτσι λοιπόν, το Banana Soundsystem δε φαίνεται καθόλου ξένο με τις τυπικές, δηλαδή χορευτικότατες, latin ρούμπες (“Banana no mas”), τα funky ή smooth τζαζικά (“Back to Melbourne”, “Make it real”), τα φλαμενκικά (“Around ya”), τις μποσανόβες (“Cowboy bossa”), ακόμη και τα διάφορα εθνο-κεντρικά (“Jungle affair”), έως και βαλκανικά (“Koito pie bira”). Πρόκειται, απλώς, για τον ορισμό εκείνου που αποκαλείται πολυσυλλεκτικότητα (συμμετέχοντες μουσικοί, ηχητικές αναφορές).

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

ΑΝΤΡΕΙ ΒΟΖΝΙΣΙΕΝΣΚΙ στριπ-τιζ

Αυτό το ποίημα το έχω πάντα διπλωμένο, τις νύχτες, στην τσέπη μου. Αχρείαστο να ’ναι…

Για το νούμερο ουρλιάζω;
Ή οι προβολείς τα μάτια μου τα σφάζουν;

Εσάρπα και σάλι πετά κι όλες τις πούλιες
λες κι από πορτοκάλι πετάνε τις φλούδες.

Σαν τα πουλιά, βαρύ καημό στα μάτια κουβαλά
κι ο χορός λέγεται «στριπτίζ» στα αγγλικά.

Χορός τρομαχτικός. Στο μπαρ φαλακροί και χαλασμός.
Σα βδέλλες φούσκωσαν με αίμα τα ματάκια τα πιωμένα.

Ο κοκκινομάλλης αυτός – σαν να τον περίχυσε αυγού κροκός
βγαίνει σαν αερόσφυρα!
Ο άλλος σαν κοριός – μ’ αποπληγία – φοβερός
της αποκάλυψης βροντάει το σαξόφωνο!

Την κλίμακά σου καταριέμαι Οικουμένη
με Αριανό φως η γέφυρα λουσμένη
καταριέμαι που με δέος λιγωμένη
η γυναίκα χύνει δάκρυα από την τζαζ συγκινημένη.

«Είστε Αμερική;» τη ρωτάω εγώ χαζά
κάθεται και το τσιγαράκι ανάβει νευρικά.

«Αγόρι – θα πει – καλέ τι προφορά είν’ αυτή!
Για μένα πες να φέρουνε μαρτίνι».
Από το βιβλίο ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΟΙΗΣΗ 3 - Αντρέι Βοζνισιένσκι [Μπουκουμάνης Εκδόσεις Τσέπης, Αθήνα 1974], μετάφραση από τα ρωσικά Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ. Επειδή ο Βοζνισιένσκι ήταν φίλος των Lawrence Ferlinghetti και Allen Ginsberg, επειδή συμμετείχε στην International Poetry Incarnation του Λονδίνου (11/6/1965), επειδή απήγγειλε ποιήματά του στο Fillmore Auditorium (7/4/1966) σε συναυλία των Jefferson Airplane, κι επειδή έχω κι ένα δίσκο του κάποια στιγμή θα επανέλθω… 

Περισσότερα εδώ… 
http://www.lifo.gr/articles/book_articles/85038

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ FOLK ΣΤΗ ΒΡΕΤΑΝΗ ένα τι

Η Βρετάνη, στη ΒΔ Γαλλία, είναι ένα από τα έξι εναπομείναντα κελτικά έθνη· τα άλλα πέντε είναι η Ιρλανδία (το Eire δηλαδή), το Νησί του Μαν, η Κορνουάλη, η Ουαλία και η Σκωτία, ενώ, από κοντά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε και την ισπανική Γαλικία.
Η έκδοση “Destination Bretagne” [Wagram Music, 2009] αποτελούμενη από δύο CD κι ένα DVD (άνευ ενός κάποιου, έστω στοιχειώδους, booklet) έρχεται να δώσει μία… συνολική εικόνα της βρετονικής (folk) μουσικής, πράγμα το οποίον περίπου καταφέρνει. Και λέω «περίπου» επειδή η απουσία κάποιων ιστορικών, έστω απλών εθνο-μουσικολογικών και λοιπών στοιχείων, αδυνατίζει την όλη επιχείρηση. (Αφήνω το ζήτημα των μουσικών επιλογών, που αφορούν στην πλειονότητά τους στην τελευταία δεκαετία). Ας γράψω όμως κάτι περισσότερο…
Κύριο και βασικό περιεχόμενο του DVD είναι ο Κελτικός Κύκλος της Spezet (Δήμος στο ανατολικό τμήμα της Βρετάνης) υπό τον τίτλο Brug Ar Menez, που πρωτοπαρουσιάστηκε από τον Yves Com το 1948. Στο DVD, διάρκειας μιας ώρας, παρακολουθούμε μία σύγχρονη μουσικο-χορευτική απόδοση του Κύκλου, στην οποίαν παίρνουν μέρος 11 μουσικοί και 60 χορευτές, φορώντας τις τοπικές παραδοσιακές στολές. Όσον αφορά, τώρα, στους ερμηνευτές/συγκροτήματα υπάρχουν επιλογές από τα πλέον κλασικά των ονομάτων όπως εκείνα των Alan Stivell, Dan Ar Braz, Soig Siberil, Les Freres Morvan, Bagad De Lann Bihoue, νεότεροι δημιουργοί (o Iwan B, η Nolwenn Korbell, οι Forzh Penaos - στο βίντεο πιο κάτω), αλλά και ηχηρές απουσίες από το παρελθόν (Gwalarn, Sourdeline, Folkdove, Bleizi Ruz…). Ιδανικότερο κλείσιμο από το “Ian Morisson reel” του Alan Stivell δεν θα μπορούσα να φανταστώ, με τη μόνη διαφορά πως δεν πρόκειται για την εκδοχή από το “Chemins de Terre” [Fontana, 1973], αλλά για κάποια άλλη μεταγενέστερη.

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

MANTICORE’S BREATH death breath

Ήταν Απρίλιος του 2010 όταν κυκλοφόρησε το ντεμπούτο των Manticore’s Breath – η συνέχεια των πάλαι ποτέ Will-o-the Wisp, να υπενθυμίσω – ένα 10ιντσο που έπαιζε στις 33 και 1/3 στροφές, και που μετατόπιζε των ήχο του πρωθύστερου συγκροτήματος σε περισσότερο heavy, dark, αλλά πάντα prog καταστάσεις. Τον Ιούλιο του 2010 δημοσιεύτηκε μάλιστα και η σχετική κριτική (http://is.gd/XidQtI), η οποία τελείωνε ως εξής: «Οι Manticore’s Breath αναπνέουν ολοκληρωτικώς χωμένοι στο βυθό του rock underground, προσδοκώντας, και καλώς, ευρύτερη (υπόγεια) αναγνώριση. Το δισκάκι αυτό είναι ο προπομπός». Και να λοιπόν, ενάμισι χρόνο μετά, το αθηναϊκό συγκρότημα (Τάκης Μπαρμπαγάλας κιθάρες, Άγγελος Γερακίτης φωνή, Κώστας Παγώνας μπάσο, Κώστας Κωστόπουλος ντραμς) να επανέρχεται μ’ ένα ολοκληρωμένο πλέον άλμπουμ, που έχει τίτλο “Death Breath” [Missing Vinyl, 2011], περιλαμβάνοντας τρία tracks ανά πλευρά και… κιλά εικαστικού διακόσμου. Γιατί, να το πω, η έκδοση που αφορά σε βινύλιο 600 αντιτύπων, είναι κλεισμένη μέσα σε βαρύ hardback εξώφυλλο (κάπως σαν δερματόδετο λεύκωμα), δίνοντας και αυτό από τη μεριά του άλλη διάσταση στο εγχείρημα...Οι Manticore’s Breath αγαπούν το κλασικό progressive rock· εκείνο δηλαδή των early seventies. To progressive rock των Caravan και των Cressida αγαπούσαν εξάλλου και ως Will-o-the Wisp, απλώς, τώρα, τα ενδιαφέροντα του συγκροτήματος έχουν γίνει περισσότερο σκοτεινά, μετατοπισμένα προς το βαρύ βρετανικό (ή και γερμανικό) στυλ των early seventies (ας πούμε τους πρώιμους Uriah Heep και Black Sabbath, τους Still Life ή τους Lucifer’s Friend και τους Jane), με τις κιθάρες να καραδοκούν, και με τα… guest όργανα (φλάουτο και πλήκτρα) να προσθέτουν σε ηχοχρώματα. Στιχουργικώς, υπάρχει επίσης μία μετατόπιση όσον αφορά στα θέματα, αφού τούτα κινούνται πιο πολύ προς μεταφυσικά ζητήματα (και τους σχετικούς προβληματισμούς που ξεπηδούν από αυτά), την ώρα κατά την οποίαν οι συνθέσεις, οι ερμηνείες, ο ήχος εν γένει, είναι ό,τι υπερτερεί των πάντων.
Στο εναρκτήριο “Your truth is a dead god” ας πούμε διαφαίνονται, με τη μία, άπασες οι αρετές του συγκροτήματος. Δεμένος ήχος, βαρύ έως βαρέων βαρών rhythm section, τεταμένο τραγούδισμα, τείχη κιθαριστικά, τα οποία διαπερνά μόνο το όργανο (Άκης Παππάς)· που δίνει βεβαίως την άλλη διάσταση στο κομμάτι. Στο ορχηστρικό “Personal demon” που ακολουθεί το βάρος είναι πλέον ασήκωτο – μέχρι τουλάχιστον το πρώτο μελωδικό break της κιθάρας – ενώ το κλείσιμο, με την παράλληλη συνομιλία κιθάρας-οργάνου, είναι κλασικό στη σύλληψή του. Τα vibes δεν αλλάζουν, εννοείται, και στο “Fields of Youth”, που κλείνει την πλευρά και που χαρακτηρίζεται από το επικό rhythm section με το κρουστό ποδοβολητό, τα μεταλλικά φωνητικά του Γερακίτη, κι ένα ακόμη διαπεραστικό σόλο του Μπαρμπαγάλα στην ηλεκτρική.
B side και… “I became a shadow”. Bluesy η εισαγωγή, με το σχετικό κιθαριστικό… ταξίμι, πριν μπουν τα φωνητικά, μετατοπίζοντας το κομμάτι σε πιο προοδευτικές διαστάσεις. Το “Astral lament” είναι ένα σύντομο στο χρόνο ορχηστρικό, κιθαριστικό intermezzo, kraut-folk ταξιδευτισμού (το φλάουτο της Αμαλίας Κουντούρη επιτείνει την αίσθηση) με το closing track “Manticore” να συνοψίζει το συνθετικό προφίλ των Manticore’s Breath· πρόκειται για μία άτυπη σουίτα, με εναλλαγές στα tempi και με μελωδικό κιθαριστικό σόλο, που με πήγε πίσω στους Khan του Steve Hillage και στο δικό τους closing track “Hollow stone…”. Γεμάτος δίσκος.
Επαφή: http://is.gd/O3tB6t Τo Μάρτιο του 2004 είχαμε συναντηθεί με τον Τάκη Μπαρμπαγάλα κι είχαμε συζητήσει για διάφορα (μουσικά) θέματα. Του είχα προτείνει μάλιστα, ανάμεσα σε άλλα, να μου σχολιάσει και μερικά κομμάτια, τα οποία είχα επιλέξει, γνωστοποιώντας από την αρχή το περί τίνος επρόκειτο. Είχε προκύψει η ακόλουθη κουβέντα, που εξακολουθεί να έχει νόημα:
1. “Answer to life”, από το πρώτο άλμπουμ των Φινλανδών Blues Section [Love, 1967]

Φ.Τ.
Πρόκειται για ένα από τα καλύτερα γκρουπ του φινλανδικού rock στη δεκαετία του ’60 με τον κιθαρίστα Hasse Walli στη σύνθεσή τους (αργότερα στους Piirpauke) και τον αλτίστα Eero Koivistoinen. Πώς σου φάνηκε;
T.M. Πολύ ωραίο τραγούδι. Μου θυμίζει αμερικάνικο συγκρότημα της εποχής, π.χ. κάτι από τον Ήχο της Βοστώνης, ίσως λίγο πιο γλαφυρούς Beacon Street Union. Έχει υπέροχη ψυχεδελική-ποπ γραμμή, αν και το πραγματικό προσόν του είναι τα φωνητικά. Πολύ καλός ο τραγουδιστής.
Φ.Τ. Πρόκειται για τον Jim Pembroke, ο οποίος αργότερα βρέθηκε στους Wigmam. Συμφωνώ μαζί σου. Φωνή που μένει, αλλά και τι τραγουδάει ε; “I go with the gang called the Vegetable Men/ I like to kick cops whenever I can/ They say that I weren’t too bright at my school/ But if I can beat cops I can be no fool/ Breaking their bones, I’m chucking ’round stones/ I’m spreading ’round fear and hate/ I don’t want nothing more than my beer”.
2. “Love song with flute” από το πρώτο άλμπουμ των Βρετανών Caravan [Verve, 1968]

Τ.Μ.
Οι Caravan είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Οι τρεις πρώτοι δίσκοι τους είναι τοπ. Φοβερά παιξίματα. Δεν είναι τόσο η τεχνική, όσο το ότι παίζουν απλά, δείχνοντας συνθετική ωριμότητα. Βγάζουν μια παράξενη μελαγχολία, που δεν την είχαν άλλα γκρουπ του Canterbury, ούτε οι Soft Machine. Στο συγκεκριμένο τραγούδι το φλάουτο κάνει τη διαφορά.
Φ.Τ. Είναι ο Jimmy Hastings, αδελφός του Pye Hastings, που έπαιζε, κιθάρα, μπάσο και τραγουδούσε.
3. “Fire” από το άλμπουμ “The Elements” [Milestone, 1974] του τενορίστα Joe Henderson
Τ.Μ.
Καταπληκτικό κομμάτι. Έχει ψυχεδελική χροιά και μου θύμισε Miles Davis εποχής “Bitches Brew”, αν και είναι πιο φευγάτο. Το σαξόφωνο είναι τελείως space, ενώ το rhythm section δεν πιάνεται.
Φ.Τ. Στο μπάσο είναι ο Charlie Haden και στα ντραμς ο Leon Chancler. Η bass line είναι ισχυρότατη. Είναι απίστευτο πώς παίζει έτσι ο άνθρωπος σε όρθιο μπάσο. Αλλά και οι αρπισμοί της Alice Coltrane προσθέτουν στο κομμάτι… fairy vibes.
Τ.Μ. Φοβερό, φοβερό. Παρότι έχει μεγάλη διάρκεια (σ.σ. ξεπερνά τα 11 λεπτά) όχι απλώς δε σε κουράζει, αλλά πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έτσι είναι όλος ο δίσκος;
Φ.Τ. Έτσι και καλύτερος!
Τ.Μ. Θα είναι η επόμενη αγορά μου!
4. “Gamen” από το άλμπουμ “Vedergallningen” [MNW, 1999] των Σουηδών Garmarna

Τ.Μ.
Δεν είμαι πολύ φίλος της ethnic και αντιμετωπίζω αυτά τα πράγματα με δυσπιστία. Αν κι εδώ έχουμε κάτι διαφορετικό.
Φ.Τ. Ναι, όντως. Υπάρχει η σουηδική πόλκα από τη μια μεριά, αλλά από την άλλη υπάρχει και έντονη ροκ διάθεση.
Τ.Μ. Μου έκανε εντύπωση το μέρος της κιθάρας. Έτσι όπως εξελισσόταν το κομμάτι δεν το περίμενα. Πολύ ζωντανό τραγούδι με πανίσχυρο μπιτ.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

ΒΟΥΛΑ ΠΑΛΛΑ τ’ ακούς κουμπάρα μου;

Πριν σκάσει μύτη η γνωστή σειρά CD Έλληνες και Ινδοί [Saraswati, 2000], όταν άκουγα αυτές τις λέξεις, τις «Έλληνες και Ινδοί» δηλαδή, το μυαλό μου πήγαινε κατ’ ευθείαν στη Βούλα Πάλλα. Ήταν τόσο έντονο εκείνο το στοιχείο επάνω της, στη φωνή της, στο ντύσιμό της, στα τραγούδια της – αν και δεν τραγούδησε μόνον ινδοπρεπή –, ώστε να μπορούσε να παίζει σ’ αυτόν το χώρο, για σχεδόν 20 χρόνια, μάλλον χωρίς αντίπαλο.Το άλμπουμ «Βούλα Πάλλα» [Olympic SBL 1092, 1973], για το οποίο επιθυμώ να πω λίγα λόγια, το ανακάλυψα πριν από κάμποσα χρόνια επειδή… πρέπει να είχα άστρο. Μάλιστα, όπως είχα διαπιστώσει εκείνη την εποχή (ήταν 2003) το αγνοούσαν όλοι οι φίλοι και γνωστοί (ανάμεσά τους και συλλέκτες του ελληνικού ροκ), όταν άρχισα να τους λέω, έστω και με μία δόση υπερβολής, πως ήταν εφάμιλλο των πρώτων LP της Μαρίζας Κωχ (τόσο καλό!), ενταγμένο σε μία γενικότερη, να την πούμε έτσι, αντίληψη της περιόδου, να παρουσιαστούν δηλαδή γνωστά σε όλους δημοτικά τραγούδια μ’ ένα δυτικό ροκάδικο τρόπο· ό,τι έπρατταν την ίδιαν εποχή, εκτός της Κωχ, οι Sounds, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, η Λήδα με το Σπύρο, ο Πάνος Κόκκινος και διάφοροι άλλοι. Επειδή – και λόγω δουλειάς – δε γίνεται να κρατήσω το στόμα μου κλειστό, μέσα σε λίγο διάστημα, και αφού τα νέα (καλά ή κακά) διαδίδονται τάχιστα, η τιμή του δίσκου έφθασε τα 60 ευρώ στο Μοναστηράκι, από τα 5-10 που θα μπορούσε να τον αγοράσει κάποιος από τα σκυλολόγια, δείχνοντας παραλλήλως – το γνωστό στους παροικούντες την βινυλιο-Ιερουσαλήμ – το πώς σκέπτεται και δρα η συγκεκριμένη αγορά.
Το απίστευτο με το εν λόγω άλμπουμ είναι ότι τη ροκάδικη ενορχήστρωσή του την είχε επιμεληθεί ο κομποζιτέρ Νάκης Πετρίδης («Όταν» - Φίλιππος Νικολάου, «Πάλι θα κλάψω» - Μαρινέλλα, «Μη μου λέτε γι’ αυτή» - Στέλιος Καζαντζίδης, «Ο πρόσφυγας» - Μανώλης Αγγελόπουλος…), το όνομα του οποίου, όπως απεδείχθη, ήταν κόκκινο πανί για όσους άκουγαν Σαββόπουλο λόγου χάριν· έτσι κάπως ο δίσκος έμενε στα αζήτητα, περιμένοντας να τον ανακαλύψω (εγώ; – δεν ξέρω) 30 χρόνια αργότερα (πρωτοέγραψα σ’ ένα δισκορυχείο στο Jazz & Τζαζ, τον Ιούνιο του 2005). Και τα δώδεκα τραγούδια του (παραδοσιακά και επώνυμα) είναι full-electric, με φαζαριστές κιθάρες – ποιος να παίζει άραγε, μήπως ο David Grunstein; – ωραίο ρυθμικό παιγνίδι και βεβαίως με την cool, πάνω απ’ όλα, ερμηνευτική προσέγγιση της Βούλας Πάλλα, ένα στυλ τραγουδίσματος δηλαδή εντελώς προσωπικό, αρκετά απομακρυσμένο θα έλεγα από ’κείνο της θείας Lata. Top στιγμές τα δικά της «Μια όμορφη Ηπειρώτισσα», «Τι σαράντα, τι πενήντα, τι εξήντα», το «Τσαχπίν» (ο «Κατηφές» της Ρόζας Εσκενάζυ), που θα το ακούσουμε στο τέλος και κυρίως o ψυχεδελο-τσάμικος «Ντηλπεράκι»· ένα τραγούδι που το είχα προσέξει, για πρώτη φορά, σ’ ένα πανηγύρι, στα Τρόπαια της Αρκαδίας, καιρό πριν το ακούσω από την Πάλλα.Έξι χρόνια αργότερα, κι ενώ η λαϊκή μουσική στη χώρα μας είχε πάρει πια εντελώς διαφορετική τροπή (αν και…) η αγέρωχη καλλιτέχνιδα, που στήριζε με πάθος τα γούστα και τις εμμονές της, κάνει τ’ όνειρό της πράξη. Προβάρει ελληνικούς στίχους στα τραγούδια από την ταινία «Γη Ποτισμένη με Ιδρώτα» (1957) του Mehboob Khan, σε μουσικές βεβαίως του Naushad, δημιουργώντας ένα concept μετα-σάουντρακ [Pan Vox X33 SPV 10226, 1979], ξαναγράφοντας ακόμη και τους στίχους του «Καρδιά μου καϋμένη» του Δημήτρη Γκούτη (το περίφημο “Dunia me ham aaye hain”) ως «Σκληρή είναι η ζωή μας». Τα λόγια της στο εξώφυλλο απεδείχθησαν ανατριχιαστικά: «Όταν τελείωσε ο δίσκος και τον άκουσα, κατάλαβα ότι έτσι κάπως πρέπει να τελειώσει η καριέρα μου…».
Λίγους μήνες αργότερα (μέσα στο 1980) η Βούλα Πάλλα θα φύγει από τη ζωή, στα 51 της χρόνια. Ήξερε προφανώς…

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

JAZZ & ΤΖΑΖ 225

Στο Jazz & Τζαζ που κυκλοφορεί ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για τον σουηδό ντράμερ Magnus Öström (πρώην e.s.t.) με αφορμή το τελευταίο του CD στην ACT. To soul και funk κομμάτι του περιοδικού αφορά στους Γάλλους Shaolin Temple Defenders (ένα δικό μου κείμενο), σε μία συνέντευξη της Gizelle Smith στον Δημήτρη Κατσουρίνη (η τραγουδίστρια εμφανίστηκε προσφάτως στην Αθήνα), καθώς και στην περίπτωση του Νιγηριανού Joni Haastrup και του συγκροτήματός του, τους Monomono (γράφει ο Θανάσης Μήνας), με αφορμή την επανέκδοση των παλαιών τους άλμπουμ από τη βρετανική Soundway. Ακόμη, ο Κλήμης Λεοντίδης εστιάζει στην περίπτωση των γερμανών progsters Exmagma, ο Βαγγέλης Αραγιάννης επικεντρώνεται στις πιανιστικές δυνάμεις που ακούν στα ονόματα Michael Jefry Stevens και Satoko Fujii, ενώ ο Γιώργος Χαρωνίτης προσεγγίζει με τρόπο διεξοδικό τη σόλο πιανιστική δισκογραφία του «κεφαλαίου» Keith Jarrett (στο εξώφυλλο), με αφορμή το πιο πρόσφατο άλμπουμ του στην ECM, υπό τον τίτλο “Rio”.
Περαιτέρω Jazz Eye (με κείμενα για τον Βαγγέλη Κατσούλη, τους Guelewar από την Γκάμπια, τον Βασίλη Παπαδόπουλο και την Αμαρυλλίδα…), Agenda, Δισκοκριτικές, Blues Boom!, Δισκορυχείον, οι τελευταίες εκδόσεις της Inner Ear, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, Τζαζ + Λογοτεχνία, All That Art…).Στο CD “Monk plays Duke” o Thelonious Monk (με τα σχήματά του) σε συνθέσεις του Duke Ellington από τη διετία 1955-56.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

ΘΑΝΑΣΗΣ ΞΑΝΘΑΚΟΣ o μοναχικός αστακός

Να πω από την αρχή πως «Ο Μοναχικός Αστακός» είναι ταινία, αλλά επειδή δεν την έχω δει ας αντιγράψω κάτι από το δίκτυο: «Ένας μάγειρας επιλέγει για τα γενέθλια ενός έτους τού εστιατορίου του ένα σπάνιο και ακριβό αστακό από τη Μαύρη Θάλασσα. Το αποτέλεσμα της διαφήμισης δεν αργεί να φανεί, αλλά μ’ έναν παράξενο τρόπο. Στο μαγαζί του έρχεται μια νεαρή κοπέλα, η οποία με σοβαρότητα του λέει πως ο Αστακός που έχει παραγγείλει, αρχικώς, είναι… παραισθησιογόνος και δεν τρώγεται και πως γι’ αυτές ακριβώς τις ιδιότητές του, λατρευόταν σαν θεότητα από διάφορες φυλές του Δούναβη και της Μαύρης Θάλασσας. Η ίδια ανήκει σε μια οικολογική – με τελετουργικά, θρησκευτικά, στοιχεία – οργάνωση η οποία εστιάζει την έρευνά της σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο αστακό, που φέρει και την ονομασία, λόγω σπανιότητας, ‘Ο Μοναχικός Αστακός’. Στη συνέχεια και αφού συμβαίνουν διάφορα ευτράπελα ο μάγειρας εξεγείρεται, θυμώνει και κρυφά – τον παρακολουθούν όμως – πηγαίνει στο μαγαζί μαγειρεύει τον Αστακό και τον καταβροχθίζει ολάκερο μόνος του. Από εδώ και στο εξής αναλαμβάνει τα ηνία της ιστορίας η νεαρή κοπέλα, διότι ο μάγειρας έχει υποστεί κάτι σαν εγκεφαλικό και τελεί υπό μόνιμη ακινησία και άνοια. Μέσω τελετουργικών παρεμβάσεων η νεαρή επιδιώκει να επαναφέρει το μάγειρα αναγεννημένο ξανά στον κόσμο».
Πρόκειται για ένα ψηφιακό φιλμ (άρα και χαμηλού budget), σε σκηνοθεσία Γιώργου Μπακόλα και μουσική του Θανάση Ξανθάκου. Ο Ξανθάκος, οργανίστας του garage-punk συγκροτήματος The Teardrops (τους θυμάμαι από την πρώτη συλλογή “Enjoy the Greeks!” της On Stage, το 2004) επιλέγει μία επένδυση που μου μοιάζει περιγραφική, στενά δεμένη (υποθέτω) με τα διαδραματιζόμενα (είναι κάτι που… ακούγεται δια… γυμνού οφθαλμού), χρησιμοποιώντας μία ομάδα μουσικών, στην οποίαν (ομάδα) περιλαμβάνεται το τρίο κιθάρα, μπάσο, ντραμς, αλλά από ’κει και πέρα πλείστα όσα πλήκτρα· φαρφίζες, σύνθια και εφέ. Μάλιστα, ένα εφέ (σφυρίχτρα;) στην εισαγωγή της «Τρέλας» μου θυμίζει τις πρώτες νότες του μπάσου από το “Purple haze”, με το «Θέμα» (τελευταίο track στην πρώτη πλευρά) ν’ ακούγεται στ’ αυτιά μου αρκούντως βαθύ και υποβλητικό (με κάτι από Pink Floyd της Syd Barrett-era). Στη δεύτερη πλευρά η «Σπείρα» προσανατολίζεται σε ακόμη καθαρότερα ψυχεδελικά μονοπάτια (με τη farfisa σε πρώτο πλάνο), με τα υπόλοιπα κομμάτια να διατυπώνουν ηχητικά περιθώρια, κινούμενα σε πιο abstract ή και jazz-abstract πλαίσια («Ανοίγοντας το κουτί»), με το «Πέρασμα» να ολοκληρώνει το υποχθόνιο του πράγματος. Απολύτως ενδιαφέρον long play, που κυκλοφορεί σε μόλις 250 αντίτυπα.
Επαφή: www.b-otherside.gr

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

βραδιάζει…

Το τραγούδι είναι γνωστό. Είναι το τελευταίο μεγάλο λαϊκό, έτσι όπως το είπε ο πρώτος και μαζί ο τελευταίος λαϊκός τραγουδιστής του καιρού μας· του κάθε καιρού δηλαδή. Μέχρι πριν λίγη ώρα – ενώ έχω ακούσει το «Βραδιάζει» δεκάδες φορές – δε γνώριζα τίποτα για το συγκεκριμένο βίντεο που υπάρχει στο YouTube και το οποίον έχει δεχθεί περισσότερες από 950 χιλιάδες επισκέψεις μέσα σε 3 χρόνια (καμμιά εικοσαριά είναι οι δικές μου), και κοντά στα 650 σχόλια (κάθε μέρα, ή μέρα παρά μέρα, κάποιος θα γράψει κάτι). Για λαϊκό τραγούδι συζητάμε…
Μου έκανε εντύπωση το βίντεο. Δεν ξέρω αν είναι επίσημο ή ερασιτεχνικό. Δεν έχει και τόσο σημασία. Εκείνο που έχει σημασία είναι η απλή, αλλά τόσο ουσιώδης οπτικοποίηση του άσματος. Η ώχρα που διαπερνάει τα πάντα, ένα φορτηγό που στρίβει σε μιαν ανηφόρα, ένα εκατό που τρέχει, τα ταξί που διασχίζουν τους δρόμους σαν να μην έχουν σκοπό, τα έργα και οι πάγκοι στην Ομόνοια, οι δεξαμενές, τα φουγάρα, ο Ηρακλής, το λιμάνι, ο ναύτης, οι περαστικοί, οι σηκωμένοι γιακάδες… και βεβαίως η φωνή. Η μία, η μεγάλη, η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΗ.

J.J. CALE ωσεί παρών

Για τον Βρετανό Nick Woodland έχω ξαναγράψει στο παρελθόν. Ο τύπος έχει μεγάλη... krautrock ιστορία, αφού υπήρξε μέλος των Gift, των Subject Esq, των Sahara, των Ralf Nowy Group, των Tanned Leather κ.ά. – συγκροτήματα που έγραψαν στη γερμανική σκηνή στα χρόνια του ’70.
Για σχεδόν 20 χρόνια τώρα ο Woodland οδεύει σ’ ένα δικό του μονοπάτι, που είναι οπωσδήποτε στρωμένο από blues κοτρόνες, αλλά ενίοτε και από άλλα τινά χαλίκια. Το πιο πρόσφατο (μάλλον πέμπτο) προσωπικό του άλμπουμ έχει τίτλο Cultfactory Vol.2: The Goodburn Clearing House [Enja/Blues Beacon, 2011] κι έρχεται τρία χρόνια μετά από το “Cult Factory Vol.1: Authentic Heads” [Enja/Blues Beacon, 2008]. Κι εδώ ο Woodland παρουσιάζει μια σειρά ένδεκα κομματιών, τα οποία δεν είναι ακριβώς blues, ούτε κυρίως blues. Το όλον πράγμα παραπέμπει άλλοτε στο ύφος της μπαλάντας του J.J. Cale και άλλοτε του Tony Joe White, δίχως ν’ αποφεύγονται οι prog καταστάσεις – με κομμάτια όπως το “Watching the Egyptians” να μας πηγαίνουν πίσω στις μέρες του ’70. Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, διατηρεί τα υψηλά στάνταρντ ενός μουσικού, που, ενώ ξεκίνησε την καριέρα πριν πολλά-πολλά χρόνια, δεν έχει ακόμη ξεθυμάνει.
Και μια και ο λόγος για τον J.J. Cale προηγουμένως, να εδώ ένα tribute στον κύριο από την Oklahoma City, υπό τον τίτλο “Oklahoma Blues” [ZOHO Music, 2010], το οποίον υπογράφεται από τους Swamp Cabbage, Rufus Huff, Dixie Tabernacle, Doug Phelps/ Larry Goad, Persuasions, Tim/ Roddy Smith’s Groove Gang, Gregg Skaff/ Darryl Johnson, Jimmy Hall with Greg Skaff, Walter Parks και Michael Powers. Οι συμμετέχοντες έχουν διαλέξει για τις διασκευές τους μερικά από τα πολύ γνωστά τραγούδια του σημαντικού τραγουδοποιού (“Don’t cry sister”, “Sensitive kind”, “Cocaine”, “Old blues”, “Crazy Mama”, “Lies”, “Money talks”…), δίχως να περάσουν από άλλα αθάνατα (“After midnight”, “Call me the breeze”, “Thirteen days”…), κατορθώνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις να δημιουργήσουν όντως αξιομνημόνευτα covers. Αναφέρομαι κυρίως στο “Sensitive kind” των Swamp Cabbage, που βγάζει κάτι από… Stevie Ray, αλλά και στο “Crazy mama” των σκληρών (είναι, δεν τους παριστάνουν) Rufus Huff, για τους οποίους έχω ξαναγράψει (http://is.gd/DVhyUi).
Το “Crazy mama” πάντως, που ακούγεται πιο κάτω, προέρχεται από το “Tribute to JJ Cale Vol. 2: The Instrumental Sessions”. Με τους Rufus Huff εννοείται…

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

ALLIGATOR

Η γνωστή blues εταιρία από το Σικάγο, η Alligator Records, συν τω χρόνω συγκεντρώνει στο roster της πολλούς από τους blues ήρωες της τελευταίας 15ετίας. Βεβαίως, χάνει και κάποιες πολύτιμες μονάδες (Corey Harris), αλλά έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Ο λόγος, επί του προκειμένου, για τον Tommy Castro και το πρώτο άλμπουμ του για το label του Bruce Iglauer, που έχει τίτλο “Hard Believer” (2009). Ok, υπάρχει κι εδώ εκείνο που θ’ αποκαλούσαμε ήχος Castro – θα σας πω σε λίγο σε τι συνίσταται – όμως κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει τη συμβολή του παραγωγού John Porter (διάβασα στο site τής εταιρίας πως έχει φτιάξει ήχο για τους B.B. King, Elvis Costello, Buddy Guy, Keb Mo, The Smiths, Otis Rush, Billy Bragg, Roxy Music) στο συνολικό άκουσμα. Ηχογραφημένο στην εστία του Castro, το San Rafael της California, το “Hard Believer”, είναι γεμάτο από πρωτότυπα και διασκευές (ανάμεσά τους το εξαίρετο “Ninety-nine and one half”, που είπε και ο Buddy Guy, γραμμένο από την τριάδα Eddie Floyd/ Wilson Pickett/ Steve Cropper και πρωτο-τραγουδισμένο από τον Wilson Pickett, το 1966, αλλά και το “Gotta serve somebody” του Bob Dylan), τα οποία και οι οποίες ξεσηκώνουν. Βαρύς ήχος λοιπόν, με ωραίο horn τμήμα, με funky και big city blues άκρες και, πάνω απ’ όλα, με τη φωνή και την κιθάρα του Castro στα ακρότατά τους (“Backup plan”), το “Hard Believer” είναι το άλμπουμ εκείνο που έλειπε από το λευκό κατάλογο του Αλιγάτορα.
Με το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας του να… κείται στο roster της εταιρίας απ’ το Σικάγο, ο Tinsley Ellis (έχει εκεί, με το παρόν, 9 άλμπουμ) ξαναχτύπησε το 2009 με το “Speak No Evil”, ένα ακόμη rock-blues έργο, που δεν κρύβει τους στόχους και τις αναφορές του. Ο Ellis είναι φαντεζί κιθαρίστας. Κι αυτό δεν το αποδεικνύει μόνο στα δεκάδες live – όπως λένε οι φήμες – που δίνει κάθε χρόνο, αλλά και στο στούντιο (κάπου στην ιδιαίτερη πατρίδα του την Atlanta), ηχογραφώντας αποκλειστικώς δικές του συνθέσεις, σκληροπυρηνικού rock-blues. Λέω και ξαναλέω rock-blues και όχι blues-rock μια και το κλασικό electric blues (του Σικάγο ή άλλο) μόνον ως ψήγμα μπορεί να ανιχνευθεί εδώ κι εκεί. Ο Ellis, που παίζει και καθαρά, αλλά και με διάφορα πεντάλια, επιχειρεί συχνάκις στο Hendrix-ικό περιβάλλον, κατορθώνοντας με συνθέσεις όπως η “Amanda” όχι απλώς να μεταφέρει στο τώρα κάτι από τον αέρα του Γύφτου, αλλά και για να δείξει πως το… σπαραξικάρδιον άσμα, πάντα θα έχει κάτι να πει στον μέσο νότιον Αμερικάνο.
Από τις αρχές του νέου αιώνα στην Alligator, οι Holmes Brothers δίνουν το τέταρτο CD τους για τον Bruce Iglauer, το οποίον έχει τίτλο “Feed My Soul” (2010). Τα τραγούδια, που κινούνται στο γνωστό gospel, soul, blues, rock ύφος του γκρουπ (Sherman Holmes μπάσο, Wendell Holmes κιθάρα, πιάνο, φωνή, Popsy Dixon ντραμς, φωνή – συν 6 guests ανάμεσα στους οποίους διακρίνουμε την Joan Osborne, που έχει κάνει και την παραγωγή) είναι πλήρως χαρακτηριστικά της κοινωνικής φυσιογνωμίας του συγκροτήματος, αφού σε πολλά και διαφορετικά κομμάτια θίγονται σημερινά προβλήματα. Στο “Dark cloud” φερ’ ειπείν μιλούν για τα εγκαταλελειμμένα παιδιά. Στο “Edge of the ledge” αναφέρονται στα καθημερινά ζόρια που σχετίζονται με τις (χαμένες) δουλειές, το χρήμα και τις τράπεζες. Στο “Fair weather friend” έχουν ένα λόγο για τους χαμένους φίλους (και κατ’ επέκτασιν για την αξία της φιλίας), ενώ στο “Rounding third” το ρόλο του… χαμένου αναλαμβάνει πλέον η γυναίκα· αν και, κατά τους Holmes, αυτό δεν είναι και τόσο πρόβλημα… Το εισαγωγικό “Dark cloud” είναι ένα δυναμικό groovy gospel-rock, το “You’re the kind of trouble” θα μπορούσε να θυμίζει (όχι στα φωνητικά) κάτι ανάμεσα σε Dire Straits και J.J. Cale, το “Rounding third” είναι φτιαγμένο από τα υλικά των τραγουδιών των Creedence Clearwater Revival, την ώρα κατά την οποίαν οι μπαλάντες (με όλα τα επί μέρους χαρακτηριστικά τους) δίνουν και παίρνουν στο “Feed my Soul”. Πάντα πιστοί στο παρελθόν τους οι Αδελφοί Holmes.
Και η δεύτερη κυκλοφορία των Smokin’ Joe Kubek and Bnois King στην Alligator – είχε προηγηθεί το “Blood Brothers” το 2008, ενώ δεν πρέπει να λησμονούμε την 20ετή σχεδόν παρουσία τους με live και ηχογραφήσεις – έρχεται να υπογραμμίσει τη σημασία αυτής της μπάντας (γιατί περί μπάντας πρόκειται) στο καθημερινό blues circuit. Το “Have Blues Will Travel” (2010), που ως τίτλος με παραπέμπει στο “Have love will travel” του Richard Berry, το οποίο στοίχειωσαν οι Sonics στα mid-sixties, είναι ένα ωραίο, επιστημονικώς ηλεκτρισμένο blues CD, το οποίο δεν αναλώνεται μόνο στα δυναμικά παιξίματα από την ομάδα των τεσσάρων (Smokin’ Joe Kubek lead κιθάρα, slide και ρυθμική, Bnois King lead και ρυθμική, John Morris μπάσο, Adrian Marchi ντραμς), αλλά προβάλλει κιόλας εκείνες τις κοινωνικές αγωνίες, που κατατρώγουν τα σωθικά της λαϊκής Αμερικής. Στο φερώνυμο κομμάτι, ας πούμε, οι φίλοι μας τραγουδούν “I lost my job and everything started to unravel, it’s time to get out of town, have blues, will travel”, ενώ στο “Payday in America” τους ακούμε να λένε “God, I hate my job, the last 40 hours I feel like I’ve been robbed”. Τα απλά κοινωνικά μηνύματα, τα οποία συνδυάζονται με τις κλασικές ερωτικές σκοτούρες, δίνουν πνοή σε μερικά απολύτως στιβαρά μπλουζοτράγουδα· από τα καλύτερα που κυκλοφορούν στην πιάτσα.
Η κρίση, που χτύπησε, χτυπά και θα χτυπά (και) την αμερικανική κοινωνία δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη, όπως είδαμε και παραπάνω, την blues στιχουργική· η οποία από τον καιρό της Great Depression, εδώ που τα λέμε, έχει προβάλλει γνώμες, έχει καταγράψει απόψεις. Έτσι, λοιπόν, στο πρώτο τραγούδι του νέου του CD “Bare Knuckle” (2010), που έχει τίτλο “Please Mr. President”, o Guitar Shorty απευθύνεται ανοιχτά στον πρόεδρο Obama, λέγοντάς του, ανάμεσα σε άλλα διάφορα πως… κοίταξε να δεις, δεν ξέρω πώς να γίνω τομάρι, ούτε έμαθα να κλέβω και να ληστεύω, αλλά αν πρέπει να μεγαλώσω τα παιδιά μου, θα πρέπει κι εγώ κάποια δουλειά να κάνω. Γαμπρός του Jimi Hendrix (είχε παντρευτεί στο Seattle, προς τις αρχές των 60s, την ετεροθαλή αδελφή του), ο Guitar Shorty (που ξεκίνησε να ηχογραφεί το 1957 – ένα 45άρι στην Cobra) δεν χάνει την ευκαιρία και σήμερα, στα 71-72 του, να διατηρεί το ίδιο παθιασμένο κιθαριστικό παιγνίδι (λέγεται πως είχε επηρεάσει ακόμη και τον Jimi, ο οποίος τον έβλεπε να σκυλιάζει στις σκηνές του Seattle στα early sixties), προσφέροντας αγέρωχα τραγούδια. Εξαιρετικές οι ενοργανώσεις (στα συν η παρουσία ρυθμικής κιθάρας), με πολύ ωραία δουλειά στα πλήκτρα από τον Alex Alessandroni. Εν τέλει, ένα καθημερινό κοινωνικό blues άλμπουμ, από 'κείνα που έχει ανάγκη ο τόπος. Ο κάθε τόπος...
Επαφή: www.alligator.com