Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2012

NALYSSA GREEN, KID FLICKS, KING ELEPHANT, EVRIPIDIS AND HIS TRAGEDIES

Nalyssa Green “Barock” [Inner Ear, 2011]. Παράξενο όνομα, παράξενος, θέσει… ανορθόγραφος, τίτλος. Το παράξενο προέρχεται μάλλον –για να επιχειρήσω να το προσδιορίσω λιγάκι–, από το γεγονός πως όλα (όνομα, τίτλος, ήχος) δεν παραπέμπουν σε κάτι εκ των προτέρων ελληνικό, ενώ επί της ουσίας άπαντα είναι ελληνικά από την αρχή έως το τέλος. Εννοώ πως η Nalyssa Green είναι Ελληνίδα (το ονοματεπώνυμό της είναι καλλιτεχνικό ψευδώνυμο), οι συντελεστές του δίσκου είναι όλοι Έλληνες, η παραγωγή είναι φυσικά ελληνική. Ηχογραφημένο από τον Σπύρο Λιβάνη και την Nalyssa Green στην Πάτρα και το Βραχάτι (οι ίδιοι επιμελήθηκαν τις ενοργανώσεις, παίζοντας όλα τα όργανα), το “Barock”, που ως λέξη μοιάζει με τη… μιξαρισμένη εκδοχή των λέξεων baroque και rock, είναι ένα ιδιόμορφο 39λεπτο άλμπουμ, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί folk – folk, προς αυτή τη νέα κατεύθυνση, την κάπως αυτοσχέδια, lo-fi, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε την, που προβάλλει η φινλανδική Fonal π.χ., ή η σκωτσέζικη Autumn Ferment – με κάποιες minimal, electro επεκτάσεις και όλα τα υπόλοιπα συμπαρομαρτούντα. Αν και ούτε το baroque κυρίως (τη εξαιρέσει, ίσως, του “Let them eat cake”), ούτε το rock είναι η βάση των τραγουδιών της Nalyssa Green (παρότι υπάρχουν το εισαγωγικό “Your eyes” και το έσχατο “Joker”, που θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσω ως rock κομμάτια) το αποτέλεσμα, σε τούτο το ντεμπούτο LP/CD, είναι άξιο προσοχής· πράγμα που οφείλεται πρωτίστως στις μπαλάντες. Η τραγουδοποιητική δύναμη κομματιών τύπου “Indagattah”, “Hey Mr Jung” και “Thick air” που είναι προφανής, οι ενίοτε στοιχειωτικές ερμηνείες και ακόμη οι ωραία τοποθετημένες «ακρότητες» (με τη συμβολή της θερεμίνης) σε tracks όπως το “Fear” συντελούν στο τελικό θετικό ισοζύγιο.
Weird… κι η επόμενη κυκλοφορία, το πρώτο LP/CD του Kid Flicks υπό τον τίτλο “Hearts of Gold” [Inner Ear, 2011]. Επτά κομμάτια, 37 λεπτά η διάρκεια, κι ένα εντελώς… αλλ’ αντ’ άλλων ανακάτεμα, μία πληθώρα μνημών (από την ηλιόλουστη sxities pop, την electro-psych και την πάλαι ποτέ muzak ελαφρότητα, έως τις επτανησιακές καντάδες, τις concrete παρηχήσεις και την ηχητική παιδικότητα – έχω λησμονήσει άλλα τόσα κι ακόμη περισσότερα), που τακτοποιούνται μ’ έναν τρόπο οπωσδήποτε συγκροτημένο, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα διαφορετικής αντίληψης ηχητικό patchwork. Που έγκειται η διαφορετικότητα; Μα στο γεγονός ότι ο Kid Flicks αποπειράται να δώσει στην κατασκευή του μιαν αίσθηση λαϊκότητας (και ουχί πρωτοπορίας), παίζοντας μεν με τις «σαμπλαρισμένες» αναμνήσεις, αλλά και προτείνοντας, ταυτοχρόνως, έναν τρόπο διαχείρισής των, που να μην αντιβαίνει στη νεωτερικότητα. Κι επειδή ο καθείς έχει τις αναφορές του, προσωπικώς, ακούγοντας το “Mount destro” ανακάλεσα στη μνήμη μου ίχνη από Musica Elettronica Viva και Joe Byrd and The Field Hippies· έτσι, για να ξέρουμε και προς τα που οδεύουμε…
Ο King Elephant είναι το ένα τρίτο των Baby Guru, κι έτσι ως… ένα τρίτο (με τη μικρή βοήθεια του δευτέρου τρίτου Obi Serotone στα φωνητικά) συνέδεσε ένα άλμπουμ, το “King Elephnat” [Inner Ear, 2011], που ναι μεν θυμίζει το πρόσφατο “Baby Guru”, έχει όμως και κάποιες διαφορές. Δηλαδή, για να είμαι ακριβής, οι διαφορές είναι μεγάλες, καθότι στην περίπτωση του γκρουπ υπήρχε κάτι με αρχή, μέση και τέλος (κάτι ολοκληρωμένο ούτως ειπείν), ενώ, εδώ, στην περίπτωση του “King Elephant”, έχουμε κάτι χωρίς αρχή και τέλος, αλλά μόνο με τη μέση. Και, ως γνωστόν, άνευ άκρων η οποιαδήποτε κατασκευή είναι ελαττωματική. Δεν στέκεται. Δέκα οκτώ κομμάτια, συνολικής διάρκειας 39 λεπτών, που ναι μεν δείχνουν πως ο King Elephant δεν αστειεύεται, πως έχει ωραίες funky, afro και kraut ιδέες, αλλά πως πρέπει, με κάποιον τρόπο, τούτες οι ιδέες (εκεί προς τη μέση, με τα “Appreciation” και “Acid water”, υπάρχει ψωμί) ν’ αποκτήσουν μια πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση και μορφή, πριν οδεύσουν προς τη δισκογραφία. Εδώ, μας κοινοποιείται απλώς το δειγματολόγιο.
Οκταμελές συγκρότημα οι Evripidis and His Tragedies αποτελούνται από πιανίστα-τραγουδιστή (τον Έλληνα Ευριπίδη), καθώς και από σαξοφωνίστες, κρουστούς, βιολιστές και μπασίστες (οι περισσότεροι εκ των οποίων, αν όχι όλοι, είναι Ισπανοί και Ισπανίδες). Το “A Healthy Doze of Pain” [Inner Ear, 2011] είναι ένα ευχάριστο pop άλμπουμ, στο οποίο στριμώχνονται μεσογειακές, όσο και αγγλοσαξωνικές αναφορές (παραθαλάσσιοι ελαφρο-τζαζ υπαινιγμοί, ανακατεμένοι με ψηφίδες της sunshine pop των sixties). Η ενσωμάτωση είναι γενικώς επιτυχής, όσο και αν ένα τέτοιο τύπου τραγούδι οφείλει να στηρίζεται, πρωτίστως, στον μελωδικό διάκοσμο· ώστε και η ενσωμάτωση να… εξαργυρώνεται 100%. Δύσκολο; Χωρίς αμφιβολία. Παρά ταύτα, ορισμένες φορές, ο Ευριπίδης βρίσκει τον τρόπο να περάσει από την τρύπα της βελόνας βγαίνοντας στο ξέφωτο (“I always cry at weddings”, “Just a Kleenex”).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου