Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

SARA SERPA διαβάζοντας την Οδύσσεια

Ψάχνοντας λίγα στοιχεία στο δίκτυο για την πορτογαλίδα τραγουδίστρια-βοκαλίστα της jazz και του δημιουργικού αυτοσχεδιασμού Sara Serpa, πέρασα και από το All About Jazz, εκεί όπου διάβασα το μάλλον απίστευτο –σε πρώτη φάση– πως η Serpa είναι η… freshest vocalist on the scene at the moment. Αν και, προσωπικώς, είχα την καλύτερη γνώμη για την περίπτωσή της από πρόπερσι, όταν έπεσε στα χέρια μου το άλμπουμ Camera Obscura [Inner Circle Music INCM015, 2010], η συνεργασία της δηλαδή με τον Ran Blake (θα αναφερθώ στη συνέχεια σ’ αυτήν), ήταν το πρόσφατο προσωπικό CD της Mobile [Inner Circle Music INCM022, 2011] εκείνο που με πήγε παραπέρα…
Γεννημένη στη Λισαβόνα, η Serpa –εγκατεστημένη εδώ και χρόνια στη Νέα Υόρκη– έχει σπουδάσει στην πατρίδα της πιάνο και τραγούδι, επεκτείνοντας τα ενδιαφέροντά της στην αρχή εντός του Berklee College of Music και εν συνεχεία του New England Conservatory. Έτσι, και κατά μίαν έννοια, γίνεται αμέσως αντιληπτή η επαφή της κι η αγάπη της για τη νέα, ή όχι και τόσο νέα, jazz (τα M-Base ιδιώματα π.χ.), αλλά και το ενδιαφέρον της για το κλασικώς διαχρονικό (π.χ. τον Thelonious Monk). Με δασκάλους τούς Danilo Perez, Theo Bleckmann και Jerry Bergonzi, και με τον Greg Osby να διακρίνει το ταλέντο της εγκαίρως, προσφέροντάς της βήμα δισκογραφικό στη δική του εταιρία Inner Circle Music – απ’ όπου θα κυκλοφορήσει “Praia” (2008), το αμερικανικό ντεμπούτο της ως leader – η Serpa φαίνεται πως διαγράφει τη μεγαλύτερη των αποστάσεων στο μικρότερο δυνατό διάστημα.
Το “Mobile” από μόνο του ως άλμπουμ, ανήκει ψυχή τε και σώματι σε ό,τι αντιλαμβανόμαστε ακούγοντας τις λέξεις δημιουργικός αυτοσχεδιασμός, ποίηση και λογοτεχνία. Η Serpa δε μελοποιεί ακριβώς (αν και πράττει και αυτό), όσο, κυρίως, παίρνει αφορμές από κείμενα της παγκόσμιας ποίησης και λογοτεχνίας, προκειμένου να καταθέσει ένα απολύτως προσωπικό φωνητικό πλέγμα, που συνίσταται, χονδρικώς, στο σπάσιμο των λέξεων και κατ’ επέκταση στο φωνολογικό παιγνίδι, στον αυθορμητισμό που επιβάλλει η ζωντανή παρουσία, ασχέτως της εν λόγω ηχογράφησης (Brooklyn Recording, 9/6/2010), στη χρήση εν τέλει της φωνής ως ένα απόλυτο μουσικό όργανο. Τούτο το τελευταίο μπορεί ν’ ακούγεται κάπως γενικόλογο, όμως στην περίπτωση της Serpa ισχύει απολύτως αποκτώντας και μιαν επιπρόσθετη αξία. Η πορτογαλίδα ερμηνεύτρια δεν τραγουδά μόνο, συνθέτει κιόλας. Το αποτέλεσμα αυτού του διπλού της ρόλου, της συνολικής της παρουσίας δηλαδή, είναι να επιβάλλεται ένα κλίμα, στα σαφώς ή ασαφώς αφηγούμενα, το οποίον επιχειρεί (με επιτυχία) να περιγράψει δημιουργικές αιτίες. Φερ’ ειπείν στο “Ulysse’s costume” (επηρεασμένο από την Οδύσσεια του Ομήρου), αλλά και στο “Ahab’s lament” (από το Moby-Dick; or, The Whale του Herman Melville) η Serpa κατορθώνει να μεταφέρει τόσο το πνεύμα της περιπέτειας και περιπλάνησης τού ήρωα τού ομηρικού έπους, όσο και την πνευματική αναταραχή του εμμονικού καπετάνιου στη νουβέλα του Melville, μ’ ένα δικό της τρόπο. Είτε την ακούμε να μελοποιεί E.E. Cummings (“If”), είτε ν’ αποδίδει το fado των Correira/Farinha “Sem razao”, είτε να μεταφέρει το κλίμα από το περιώνυμο graphic novel του Hugo Pratt “Corto Malteze” (δίνοντας εικόνα του τσιγγανο-μαλτέζου καπετάνιου) το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, ξαφνιάζει. Στην αισθητική ολοκλήρωση του “Mobile” συμβάλει με αποφασιστικότητα ο συμπατριώτης της Andre Matos σε ακουστική και ηλεκτρική κιθάρα, ενώ το ίδιο άξια κρίνεται κι η παράταξη του ρυθμικού τμήματος (Kris Davis πιάνο, Fender Rhodes, Ben Street μπάσο, Ted Poor ντραμς). Ας ρίξουμε όμως μια ματιά και στη συνεργασία της με τον Ran Blake…Το σχήμα πιάνο-γυναικεία φωνή είναι ένα από ’κείνα που διακονεί με απαράμιλλη συνέπεια ο αμερικανός πιανίστας μέσα στα χρόνια. Αρκεί να σκεφθούμε πως το πρώτο του άλμπουμ στην RCA, το 1962, που είχε τίτλο “The Newest Sound Around” έγινε με τη συμμετοχή της Jeanne Lee· διεσώθη, μαζί της, κι ένα live στη Στοκχόλμη από εκείνη την εποχή (1966), που εκδόθηκε για πρώτη φορά πολλά χρόνια αργότερα, το 1995, ως “Free Standards” από τη γαλλική Columbia. Με την Lee ξανασυναντήθηκε ο Blake το 1989 στο άλμπουμ τής Owl “You Stepped Out of the Cloud”, ενώ πιο πριν (1978) είχε συνεργαστεί με την Eleni Odoni στο “Rapport” [Arista-Novus], ερμηνεύοντας, μάλιστα, οι δυο τους, το «Βραδιάζει» του Μίκη Θεοδωράκη. Το 1994, ο 77χρονος σήμερα πιανίστας από τη Μασαχουσέτη συνεργάζεται για πρώτη φορά με μιαν άλλη τραγουδίστρια (πάντα σε σχήμα πιάνο-φωνή) την Christine Correa, μια συνεργασία την οποίαν επανέλαβε 15 χρόνια αργότερα με την ηχογράφηση του “Out of Shadows”, άλμπουμ που κυκλοφόρησε πρόπερσι από την Red Piano Records. Το “Camera Obscura”, πρόσφατο ίχνος του Blake, πάντα δια του σχήματος πιάνο-φωνή, είναι και αυτό παραγωγή του 2010, που πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή της Sara Serpa.
Τα γεγονότα έχουν μια λογική συνέπεια. Όντας φοιτήτρια στο New England Conservatory η Πορτογαλίδα άκουσε κάποια στιγμή τον Ran Blake σ’ ένα tribute concert προς τιμήν του Jaki Byard, παίρνοντας την απόφαση να μελετήσει μαζί του (ο Blake διδάσκει στο NEC από 40ετίας). Όπως λέει η ίδια: «Στην αρχή μου φαινόταν κάπως εκφοβιστικό. Ο Ran δεν είναι ο τυπικός πιανίστας, που θ’ ακολουθήσει τους κανόνες. Θα μπορούσε ν’ αλλάξει ας πούμε το τέμπο στη μέση ενός κομματιού, δίχως να ξέρεις τι θα επακολουθήσει. Πάντα συμβαίνει αυτό δηλαδή, και πάντα σκέφτεσαι πως θα βρεθείς προ απροόπτου. Έτσι, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, αναπτύξαμε σιγά-σιγά ένα ρεπερτόριο, δίχως να υπολογίζουμε ότι κάπως έτσι θα συνέβαινε. Παίξαμε δυο φορές μαζί, ενώ ο Ran συμμετείχε και στο ρεσιτάλ της αποφοίτησής μου. Πέρυσι (σ.σ. το 2009), ο Blake ήρθε στη Νέα Υόρκη και εμφανιστήκαμε μαζί στο Bleeker Theater. Κι ήταν αμέσως μετά από κείνη την παράσταση, όταν τον προσκάλεσα να ηχογραφήσουμε όλα εκείνα τα τραγούδια που παίζαμε μαζί τα τελευταία δύο χρόνια. Αισθανόμουν πως είχαμε αναπτύξει μία πολύ ιδιαίτερη ταυτότητα ως ντούο, και πως άξιζε τον κόπο να την ντοκουμεντάρουμε. Κι έτσι έγινε. Στο στούντιο η ενοργάνωση προέκυψε αυθόρμητα. Εννοώ, πως παρότι γνωρίζαμε έναν τρόπο που θα αναπτύσσαμε και θα διαχειριζόμασταν τα θέματα, οτιδήποτε συνέβη, συνέβη εκείνη τη στιγμή». Και συνεχίζει η Serpa: «Από τον Ran έμαθα, βασικά, πως το παν σ’ αυτήν την ιστορία περιστρέφεται γύρω από τη μελωδία. Ήξερα καλά τις συγκεκριμένες μελωδίες και ήμουν ταγμένη σε ό,τι τραγουδούσα. Ο Ran πάντως δεν έπαιζε τη μελωδία μαζί μου, ενώ μερικές φορές θα μπορούσε να παίξει και κάτι πολύ παράφωνο στο μπακγκράουντ. Έτσι, εγώ έπρεπε να συνεχίσω, αλληλεπιδρώντας μαζί του, χωρίς ποτέ να ξεχνώ το κοινό μας έδαφος, που ήταν φυσικά η μελωδία. Πριν αρχίσουμε τη συνεργασία μας τραγουδούσα τα λόγια των κομματιών, παρότι αυτό μου φάνταζε κάπως δύσκολο – ιδίως στην περίπτωση των αγγλικών. Γνώριζα την αγγλική γλώσσα, αλλά πάντα αναρωτιόμουν αν θα μπορούσα να εκφράσω το κάθε μικρό ή μεγάλο συναίσθημα. Τα μαθήματα με τον Ran μού επέτρεψαν να εξερευνήσω το χαρακτήρα κάθε κομματιού. Έπρεπε να κατανοήσω τι ακριβώς θα έλεγα και πως θα μπορούσα να το εκφράσω καλύτερα. Τώρα αισθάνομαι πως έχω αναπτύξει τη σωστή σχέση μ’ εκείνα τα τραγούδια. Οι λέξεις έχουν ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον στο πρότζεκτ, και πάνω σ’ αυτή τη βάση προσπαθήσαμε να σχεδιάσουμε διαφορετικές σκηνές για κάθε τραγούδι. Παίξαμε με πολύ δραματικό τρόπο, είναι αλήθεια. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκα σε μιαν ηθοποιό με τον Ran να σκηνογραφεί στο μπακγκράουντ».
Ακούγοντας το λιγότερο από μισή ώρα άλμπουμ –ακόμη κι αυτό, η διάρκεια εννοώ, είναι ένα μικρό κατόρθωμα στην εποχή μας– αντιλαμβάνεσαι αμέσως τα λεγόμενα της Serpa. Αντιλαμβάνεσαι δηλαδή το υποκριτικό της (ας το πούμε έτσι) τάλαντο, την ικανότητά της να διαμορφώνει φωνητικά περιβάλλοντα και βεβαίως, από την άλλη, την πολυεπίπεδη συνοδεία του Blake (είναι αδύνατον –που λέει ο λόγος– να παρακολουθήσεις μέσα σε κάθε κομμάτι τις ρυθμικές αλλαγές, τα απότομα κοψίματα, και βεβαίως τη μελωδική του προσέγγιση, άλλοτε πυκνή, άλλοτε ανοιχτή, το λυρισμό, την κινηματογραφικότητα της αφήγησής του). Ιδανικές στιγμές, η δική του σύνθεση “The short life of Barbara Monk” (αφιερωμένη στην Pannonica De Koenigswarter), με το stride παίξιμο, την εντελώς noir ατμόσφαιρα και τους βοκαλισμούς της Serpa α λα… κόρνο να αφηγούνται (άπαντα) μιαν ιστορία και ακόμη το “Folhas” (η μελοποίηση ενός ποιήματος του πορτογάλου ποιητή Eugenio de Andrade, από την Serpa), που παρέχει την ευκαιρία στον Blake να δημιουργήσει ένα κάπως δραματικό πιανιστικό πλαίσιο και στην Serpa τη δυνατότητα να διαχειριστεί φωνητικώς μία ωραία μελωδία.

2 σχόλια:

  1. nick μπραβο και από μένα.μακάρι όλοι να σκέφτονταν έτσι.
    Φώντα μία ερώτηση-γνωρίζεις νομίζω την ταινία Δοξόμπους του φώτου λαμπρινού.εκει την μουσική είχε κάνει ο βόμβολος.ειδα πριν λίγο στο δίκτυο οτι έχει βγει το σαουντρακ.ξέρεις αν εχει κυκλοφορήσει σε βινύλιο?ο δραγουμάνος δεν αναφέρει πάντως κάτι.ευχαριστώ
    Ι.Τζόνσον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πρώτη φορά ακούω πως έχει βγει το «Δοξόμπους». Δεν έχω δει ποτέ ούτε LP, ούτε CD. Θυμάμαι μόνο το βασικό(;) θέμα στο CD των Wutu-Wupatu (Φλωρίδης, Σιγανίδης, Βόμβολος) στην Ano Kato, το 1994.

    ΑπάντησηΔιαγραφή