Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

περί μουσικού Βυζαντίου και Προτεσταντών

Παρακολουθώ την ευγενή κόντρα Κώστα Γεωργουσόπουλου - Νίκου Δήμου –που δεν είναι ακριβώς κόντρα, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε τέτοια– και χωρίς να ταυτίζομαι με κανέναν εκ των δύο, έρχομαι να σημειώσω κάτι λίγα εν σχέσει με όσα γράφει ο δεύτερος στην τελευταία Lifo (τεύχος 291, 19-25/4/2012).
Να πω, εν ολίγοις, σε τι συνίσταται η κόντρα, προκειμένου να μπείτε γρήγορα στο νόημα. Ο Γεωργουσόπουλος υποστηρίζει σε άρθρο του στην εφημερίδα Τα Νέα (Τετάρτη 11 Απριλίου 2012) πως η euro-τρόικα (Μέρκελ, Ρεν, Τόμσεν) δεν μπορεί να μας νοιώσει ως ψυχοσυνθέσεις (δεν χρησιμοποιώ τη δική του ορολογία, το νόημα αποδίδω), καθότι έχει ένα δικό της κώδικα ανάλυσης πραγμάτων και καταστάσεων ο οποίος διαμορφώνεται, βασικά, από τα προτεσταντικά πολιτιστικά και ηθικά ιδεώδη. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση ο Γεωργουσόπουλος αρχίζει ν’ αραδιάζει το τι ψάλει ο Έλλην τη Μεγάλη Εβδομάδα (αναφερόμενος στην βυζαντινή υμνωδία), και πως όλος αυτός ο μουσικός πλούτος είναι κάτι ξένο για τον Δανό, τον Φινλανδό και τον Γερμανό… εντοπίζοντας εκεί μία ρίζα του προβλήματος. Ο Δήμου, θιγμένος προφανώς λόγω της… αντι-ευρωπαϊκής διάθεσης του Γεωργουσόπουλου, σηκώνει το γάντι και αρχίζει να γράφει περί της «τεράστιας παράδοσης» της δυτικής θρησκευτικής μουσικής, για τα ορατόρια, τις λειτουργίες, τα μοτέτα, τις καντάτες, τα Stabat Mater, τα Requiem, τις Missae κλπ., κλπ., καταλήγοντας σ’ ένα πρώτο συμπέρασμα πως «ειδικά ο προτεσταντισμός εκδημοκράτισε τη μουσική» και σ’ ένα δεύτερο, πως εκείνο που μας χωρίζει από τους Προτεστάντες είναι πως «δεν γνωρίζουμε σωστά ο ένας τον άλλο».
Εκείνο που θέλω να πω, αντικρούοντας κατά έναν τρόπο τα συμπεράσματα του Δήμου (δίχως να ταυτίζομαι, επαναλαμβάνω, με τις απόψεις Γεωργουσόπουλου) είναι πως ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν γνωρίζουμε όχι εμείς τους Προτεστάντες και οι Προτεστάντες εμάς, αλλά, βασικά, εμείς, τον ίδιο μας τον (ελληνικό) εαυτό.
Δηλαδή, για μένα, είναι ανεπίτρεπτο να λέμε πως ο «προτεσταντισμός εκδημοκράτισε τη μουσική» (λες και οι Ορθόδοξοι δεν ψάλλουν κατά μόνας και χαμηλόφωνα στις εκκλησίες, λες και δεν συμμετέχουν ενεργά στις Λειτουργίες – γιατί εκείνο προβάλλει ο Δήμου), όταν το τόσο συκοφαντημένο, από τους Ευρωπαϊστές, Βυζάντιο ήταν εκείνο που δίδαξε τον φιλελευθερισμό στη μουσική, διαχωρίζοντας –πρώτο– τη θρησκεία από την εθνικότητα (κάτι που το Βατικανό π.χ. δεν ξεπέρασε ποτέ).
Ήτοι, η ευελιξία που επέδειξε το Βυζάντιο, δεχόμενο να μεταφραστεί η Θεία Λειτουργία στα σλαβικά, είναι η ύπατη και η πρωταρχική κίνηση δημοκρατικοποίησης της μουσικής, κάτι το οποίον αντέγραψαν (αιώνες μετά) και οι Προτεστάντες, όταν ήλθαν στα μαχαίρια με την Καθολική Εκκλησία, μεταφράζοντας τη Θεία Λειτουργία στις κατά τόπους (αγγλοσαξονικές σήμερα) γλώσσες.
Και το άλλο. Αν δεν υπήρχε βυζαντινή μουσική (που είναι ό,τι πιο κοντινό στην αρχαία ελληνική μουσική) είναι σίγουρο πως δεν θα υπήρχε και δυτική μουσική (τουλάχιστον με τον τρόπο που την ξέρουμε). Η Δύση παρέλαβε και χρησιμοποίησε, προσαρμόζοντας στα ελάχιστα μέτρα της, το βυζαντινό μουσικό σύστημα (που παρέμεινε πυθαγόρειο στη βάση του, όντας νευματοποιημένο), απλοποιώντας με τον πιο άτσαλο και κακομοίρικο τρόπο την πυθαγόρεια σκέψη.

Ρίξτε μια ματιά κι εδώ http://www.lifo.gr/mag/columns/4814. Κάπου ανάμεσα στα σχόλια υπάρχει κι ένα μέρος του κειμένου που διαβάσατε πιο πάνω.

1 σχόλιο:

  1. Φοβερά κρίσιμο να συνειδητοποιήσουμε κάποια στιγμή στο σύνολό μας (ή έστω στην πλειοψηφία μας) πως δεν γνωρίζουμε όχι εμείς τους Προτεστάντες και οι Προτεστάντες εμάς, αλλά, βασικά, εμείς, τον ίδιο μας τον (ελληνικό) εαυτό.

    Και σίγουρα, η ιστορική μας πορεία, μακριά από το βυζαντινό παράδειγμα, με ταυτίστεις θρησκείας και έθνους συνέβαλε στα μέγιστα στο να μη ξέρουμε ακόμα ποιοί είμαστε.

    Πολύ καλό όλο το σχόλιο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή