.

.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

τρία κείμενα για τον Κ.ΒΗΤΑ

Με αφορμή την κυκλοφορία του πρόσφατου άλμπουμ του Κ.Βήτα, της «Χρυσαλλίδας», ανέτρεξα σε μερικά παλαιότερα κείμενα, που έγραψα την τελευταία δεκαετία, και τα οποία αφορούν σε προγενέστερα CD τού τραγουδοποιού. Κι επειδή τα ξαναδιάβασα –έχοντας, βασικά, την απορία του πώς θ’ ακούγονται σήμερα στ’ αυτιά μου (τα κείμενα)–, σκέφθηκα πως θα είχε, ενδεχομένως, ένα νόημα να προηγηθούν εκείνων που θα γράψω για τη «Χρυσαλλίδα». Ίσως, έτσι, ν’ αποκαλύπτονται περισσότερα… Ξεκινώ με τους «Μετασχηματισμούς»...
Έχοντας ακούσει ήδη κάποιες φορές το Transformations [Σείριος, 2003], την άποψη του Κ.Βήτα για τις μουσικές του Μάνου Χατζιδάκι, εξακολουθεί να μένει αναπάντητο εντός μου το ερώτημα. Μου άρεσε τελικώς αυτό το άλμπουμ ή όχι; Γράφω το κείμενο στη μέση του Αυγούστου (του 2003), αλλά και τώρα, δύο μήνες αργότερα (σ.σ. τον Οκτώβριο του ’03, όταν δημοσιεύτηκε το κείμενο) δεν έχω ακόμη καταλήξει. Ή μάλλον έχω… πως κάτι τέτοιο πρόκειται, πιθανώς, για ψευδοπρόβλημα. Ότι το “Transformations” δεν απευθύνεται στην καρδιά, άρα δεν αντιμετωπίζεται με όρους… ψυχικούς, αλλά στη μνήμη· οπότε, αν είναι έτσι, κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει. Κάτι που να μην είναι μετρήσιμο αμέσως. Σαν την εκπομπή μιας παράξενης ενέργειας, που πηγαίνει κόντρα σε όλα…
Ο Κ.Βήτα επιλέγει γι’ αυτή τη μετάβαση δεκαπέντε θέματα από τη χατζιδακική εργογραφία/ δισκογραφία. Τρία από τη «Μυθολογία», δύο από την «Εποχή της Μελισσάνθης», δύο από το “Sweet Movie” και ένα από την «Αθανασία», το “Reflections”, τον «Ματωμένο Γάμο», την «Ερημιά», την «Ιονική Σουίτα» και ακόμη το «Χάρτινο το φεγγαράκι», την «Μπαλάντα των αισθήσεων και των παραισθήσεων» στην πρώτη εκδοχή της από την ταινία “The Martlet’s Tale” (1970), την ίδια τη φωνή του Χατζιδάκι από τα «Σχόλια του Τρίτου»… Με μια πρώτη ματιά διαπιστώνεται κάτι. Οι επιλογές δεν είναι, όλες, στον ίδιο βαθμό… προνομιούχες. Φαίνεται, με άλλα λόγια, πως ο Κ.Βήτα είχε στο νου του κάτι πολύ συγκεκριμένο και πως το αναζήτησε σε θέματα που δεν είναι όλα τόσο οικεία στον μέσο ακροατή, ώστε να πάρει άμεσα από εκείνον ένα πρώτο feedback. Ενώ και ο τρόπος που αντιμετώπισε το original υλικό πόρρω απέχει από το «Μετά-» ή το «Για Σένα Με Αγάπη», τα πλέον πρόσφατα (τότε) άλμπουμ του. Radio, off…
Είναι ολοφάνερο, από την πρώτη κιόλας νότα των «Μετασχηματισμών», πως αυτό που ενδιέφερε πρωτίστως τον Κ.Βήτα ήταν η ένταξη του χατζιδακικού μέλους στο τώρα με όρους αστικούς. Μία μουσική προσέγγιση της πόλης, του καθημερινού τοπίου, εκεί όπου κάποιες στοιχειωμένες μελωδίες περνούν εμπρός σου ξαφνικά· σαν τις κούρσες στη Συγγρού νύχτα Σαββάτου, σαν κακοκουρδισμένο μετρό που δε σταμάτησε στο ντοκ… Φσσσστ, φσσσστ, φσσσστ… Τι προλαβαίνεις ν’ ακούσεις; Ό,τι προλαβαίνεις να δεις… Σχεδόν ανατριχιάζεις, καθώς σε διαπερνούν τα haunted vocals του Γιώργου Ρωμανού στο «Τρεις κοπέλες απ’ τη Θήβα», έτσι όπως μπαίνουν-βγαίνουν παντελώς χαμένα μέσα από τα bleeps των πληκτροφόρων, ενώ λαχανιάζεις σχεδόν, καθώς σε κυνηγά με techno επιτάχυνση η σταλμένη φωνή, του Ρωμανού και πάλι, στη «φτερωτή του μύλου».
Απολύτως ταιριαστή με την ακουστική δραματουργία του άλμπουμ οι δεκατέσσερις φωτογραφίες του ενθέτου, λένε μια ιστορία που αξίζει κανείς να την αποκρυπτογραφήσει, έτσι σαν παιγνίδι με τον εαυτό του. Εγώ άρχισα από το τέλος. Έπλεα ανοιχτά των Παξών το ξημέρωμα της 11ης Αυγούστου και καθώς άκουγα την απέραντη blue-black Αθανασία σχεδόν μου άρεσε…
(10/2003)
Το τραγούδι όταν δεν είναι σκληρός ρεαλισμός σπάζοντάς σου μύτη, μέση, πόδια μπορεί να είναι ποίηση ταράσσοντας ψυχή. Ό,τι κινείται ανάμεσα, μοιάζει άνευ ουσίας. Ο Κ.Βήτα μουσικός της πόλης –μιας πόλης βρώμικης, αποδεκατισμένης, με μισή βιτρίνα και χιλιόμετρα υπόγεια– γνωρίζει τον τρόπο να παραμερίζει το ατακτοποίητο στοχεύοντας στην «υπό κάτω» φύση. Στον ήλιο, στα δέντρα, στον αέρα, στο νερό, στον άνθρωπο… Δεν αναζητά ό,τι τον ενδιαφέρει… στας εξοχάς, στους επίγειους παραδείσους, στην Πράγα ή το Ελσίνκι, αλλά στους τόπους όπου το αγοραίο συνυπάρχει με το θαύμα, ο έρωτας με το σκουπίδι, το βουνό με το τσιμέντο, η λάμψη με τη σκόνη. Σαν ένας οικολόγος του φωτός ανακυκλώνει μόνον ό,τι μπορεί να αποδώσει στο ακέραιο τη βαθεία θρησκευτικότητα – την ανάγκη να στέκεσαι με δέος απέναντι σε ό,τι η πλάση σού προσφέρει. Αυτός είναι ο Άργος [Lyra, 2007] στο πρώτο μέρος του. Μουσικές και κυρίως τραγούδια του άστεως μετασχηματισμένα σε καρτερικότητα και πίστη. Πίστη για ό,τι υπάρχει, δίχως ν’ αλλάζει.
Στο δεύτερος μέρος ο Κ.Βήτα επικαλείται ambient, ηλεκτρακουστικές προσαρμογές στην απόπειρα να χαρτογραφήσει το άφατο. Μοιάζει με το ξεδίψασμα ενός δρομέα που αφού τα έχει δώσει όλα μένει να ξεκουραστεί ακούγοντας μόνον τους χτύπους της καρδιάς του. Αντιλαμβάνομαι κάπως σαν συνέχεια την «άλλη πλευρά», σαν ανάγκη να αποκαθαρθεί ο μουσικός από το βάρος όσων είπε. Αλλά και σαν μια παρότρυνση προς τον ακροατή να μην σιγοψιθυρίσει, να μην τραγουδήσει, να μην ταυτιστεί. Μόνο να φανταστεί. Και να φύγει.
(1/2008)
Για τον Κ.Βήτα η τραγουδοποιία προσμετρά συν τω χρόνω βαθύτερα νοήματα, αποκτά μιαν άλλη σημασία. Επιχειρώντας, μέσω διαδικασιών αφαίρεσης, ν’ απαλλαχθεί από τα περιττά και τα ασήμαντα, προσεγγίζει όλο και περισσότερο το καθαρό τραγούδι, τη φυσική απαγγελία. Δεν ξέρω αν το επόμενο άλμπουμ του θα είναι a cappella… προσωπικώς δεν θα παραξενευτώ (σ.σ. διαψεύστηκα…), όμως αυτή η minimal, lo-fi συνοδεία του λόγου, κάπου οδηγεί, κάπου καταλήγει.
Τα τραγούδια του Κ.Βήτα στην Ένωση [Lyra, 2009] τείνει ν’ αποκτήσουν απλές, πρωτογενείς, pop όπως συνηθίζουμε να τις αποκαλούμε, διαστάσεις, επιζητώντας να συναντηθούν με την εφηβική αγνότητα, το παιδικό απροσπέλαστο. Απαιτούνται συνθήκες. Θετική προδιάθεση, απενεργοποίηση κάθε τοξικής παρέμβασης, ευσταθή εσωτερική ισορροπία – καταστάσεις που μπορεί να δημιουργήσουν μόνον η αποδοχή μιας φυσικής θεωρίας ή, ενδεχομένως, μιας θρησκείας. Στην περίπτωση του Κ.Βήτα έχω την αίσθηση πως ισχύει το δεύτερο. Ένας προσωπικός χριστιανισμός, που περιζώνεται από το τρίπτυχο που οριοθετούν οι λέξεις «αγάπη», «πραότης», «ωραιότης». Το ίδιο έπρατταν κι οι Poll, εκεί στις αρχές του ’70 – με μία ουσιώδη διαφορά. Δεν ήξεραν... Η γνώση, με άλλα λόγια, είναι ό,τι μετατρέπει τη… χρηστότητα του Κ.Βήτα σε τραγουδοποιία σημερινή. Ό,τι τον κάνει να βλέπει στη λάσπη το αστέρι.
Η «Διάνοια» είναι μπαλάντα σπάνιας κοπής. Τελείως hippy, βουτηγμένη σε μία folky ατμόσφαιρα, σε κάνει… άλλον άνθρωπο. Ο παραληρηματικός «Ναυαγοσώστης» έχει κάτι το υπερβατικό· δύσκολα μένεις ατάραχος. Το «Δωμάτιο», ένα καταπληκτικό 2λεπτο τραγούδι (αποδίδει ο Βασιλικός), μου θύμισε 4AD, David Sylvian… τέτοια πράγματα. Το «Τραίνο» μία άλλη αφηγηματική στιγμή, για φωνή και κιθάρα μόνο, μεταφέρει κάτι από τη φανταστική πινακοθήκη των τραγουδιών του Γιώργου Ρωμανού (στα sixties). Φυσικά, ενδιαμέσως περιπλανιέσαι (και) στις πιο ερημικές ατραπούς του Κ.Βήτα, που σε κρατούν σε μια κατάσταση… ψύχους· στη «Μια ζεστή μέρα» φερ’ ειπείν, στο «Άκρο» ή την «Εξορία». Το αποτέλεσμα, σε κάθε περίπτωση, είναι out. Καλύτερα, μία διελκυστίνδα ανάμεσα στο έσω και το έξω διάστημα, έτσι όπως αιμοδοτείται αυτή από ατελείωτα δημιουργικά κβάντα.
(3/2010)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου