Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

βραζιλολάτιν

To Grupo Falso Baiano έχει για έδρα του την Bay Area (San Francisco). Από ’κει εξαπολύει τη βραζιλότητά του, την οποίαν καταγράφει σε στούντιο και ζωντανές δουλειές, όπως ζωντανό είναι και το παρόν CD Simplicidade: Live at Yoshi’s [Massaroca, 2011], επί τόπου ηχογραφημένο στο Yoshis, στο Oakland της Καλιφόρνια, την 5/7/2010. Οι Zack Pitt-Smith σαξόφωνα, φλάουτο, Jesse Appelman μαντολίνο, Brian Moran 7χορδες κιθάρες και Ami Molinelli κρουστά, οι Grupo Falso Baiano δηλαδή, έχοντας δίπλα τους τον Jovino Santos Neto σε πιάνο, ακορντεόν και φλάουτο (παλαιός συνεργάτης του Hermeto Pascoal) παρουσιάζουν μία σειρά εκδοχών (συνθέσεις των Nelson Cavaquinho, Pixinguinha, Sivuca, Jacob do Bandolim, Altamiro Carrilho, αλλά και του Jovino Santos Neto) άψογα ενταγμένων μέσα σ’ ένα acoustic περιβάλλον. Οι ενορχηστρώσεις, δε, που φέρνουν στη μνήμη μου το dwag στυλ τού μαντολινίστα David Grisman είναι όλα τα λεφτά, σ’ ένα άλμπουμ που ακούγεται νεράκι και που μπορεί, εν τέλει, να υπεραμύνεται όχι μόνον της βραζιλότητας, αλλά και της… αμερικανικότητάς του. Βραζιλιάνικο bluegrass; Παράξενο, ως όρος, αλλά στέκει…
Γεννημένος στο Queens πριν 36 χρόνια από κουβανό πατέρα και κολομβιανή μητέρα, ο Oscar Perez είναι ένας πιανίστας της ευρείας latin-jazz· κάτι το οποίον επιβεβαιώνεται εξάλλου και με το δεύτερο CD του, το “Afropean Affair” [Chandra, 2011], που ηχογραφείται στο Warren του New Jersey από το συγκρότημά του τους Nuevo Comienzo (Greg Glassman τρομπέτα, φλούγκελχορν, Stacy Dillard τενόρο, σοπράνο, Anthony Perez μπάσο, Jerome Jennings ντραμς, Emiliano Valerio κρουστά, Charenee Wade φωνή, Oscar Perez πιάνο, fender rhodes). Αν πρέπει, δε, να σπάσω τη λέξη “afropean” στα συστατικά της (“african” και “european” προφανώς), τότε δεν μπορεί παρά να οριοθετηθεί καλύτερα εκείνο το “latin-jazz” που ανέφερα στην αρχή, ώστε να οδηγηθούμε σταδιακώς και προς τη μεριά του afro-cuban. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, συνθέσεις, όπως η “Canaria”, που συνδυάζουν καθαρά latin-jazz στοιχεία (με επιρροές από Chick Corea των seventies π.χ.), αλλά και άλλες όπως η εισαγωγική “The illusive number”, εκεί όπου το αφρικανικό στοιχείο (ή έστω το afro-latin) κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του. High-light του άλμπουμ είναι, πάντως, η (τριμερής) σουίτα “The afropean suite”, με το πρώτο μέρος (“Cosas lindas que viven ahora”) να χαρακτηρίζεται από τo άψογο scat-singing της Charenee Wade και τα ωραία πνευστά soli, το δεύτερο (“Last seasons sorrow”) να κινείται σε πιο χαλαρούς, νοσταλγικούς τόνους και με το τρίτο (“A new day emerging”) να εμφανίζει τους Nuevo Comienzo εν πλήρη εξαρτήσει να τα «χώνουν», βασισμένοι σ’ ένα ακαταπόνητο ρυθμικό τμήμα.
Το Mozik [Private Pressing, 2011], νέτα-σκέτα, είναι ένα απολαυστικό άλμπουμ brazilian jazz, όπως οφείλει, δηλαδή, να είναι απολαυστικό κάθε άλμπουμ brazilian jazz. Δύο Βραζιλιάνοι από το Sao Paulo εγκατεστημένοι εδώ και κάποια χρόνια στη Βοστώνη, ο κιμπορντίστας Gilson Schachnik και ο ντράμερ Mauricio Zottarelli, συναντώνται με τον συμπατριώτη τους κιθαρίστα Gustavo Assis-Brasil, τον αργεντινό μπασίστα Fernando Huergo και την ρωσίδα φλαουτίστα Yulia Musayelyan και όλοι μαζί (ως Mozik) επανατοποθετούν στη δική τους βάση όχι μόνο το κλασικό ρεπερτόριο (τρεις συνθέσεις του A.C. Jobim, έναν Hancock, έναν Monk…), αλλά και το γενικότερο αεράτο πνεύμα της νοτιο-ατλαντικής jazz, μέσω δύο πρωτότυπων συνθετικών διαμαντιών (“Webs samba”, “Zelia”) και βεβαίως της συνολικότερης άποψης και αντίληψης που διέπει κάθε βραζιλιάνο παίκτη, ο οποίος καλείται να αποδώσει όπου γης τη μουσική του. Η εισαγωγή, ας πούμε, με το φουριόζο “Webs samba” είναι ό,τι πρέπει. Μία καταπληκτική… bossa στην αρχή (που στριφογυρίζει όσο και όπως πρέπει), στηριγμένη στο όργανο μυστικό σύμβολο του στυλ, που δεν είναι άλλο από το φλάουτο, τα breaks των κρουστών και τις κιθάρας, την ωραία πιανιστική συνοδεία. Κι εντάξει, το “A felicidade” και το “Desafinado” όπως και να βγάλεις, άμα είσαι… πατριώτης, δεν υπάρχει περίπτωση να τ’ αδικήσεις, εκεί όμως που σκύβεις το κεφάλι, βγάζοντας καπέλο, είναι στην απόδοση της “Pannonica” (του Monk), μία ούτως ή άλλως αξέχαστη σύνθεση, που μετατρέπεται εδώ σ’ ένα θείο άκουσμα.
Οι εκπλήξεις σ’ αυτό το «σκέτη απόλαυση» 55λεπτο άλμπουμ είναι συνεχείς και όσο κι αν απολαμβάνεις ακόμη και το πιο smooth track τού “Mozik”, που δεν είναι άλλο από το “Eye of the hurricane” του Hancock, το κλείσιμο με το φοβερό “Canto das tres racas” (των Mauro Duarte/ Paulo Cezar Pinheiro, που τραγούδησε η πρόωρα χαμένη Clara Nunes το 1976 – ύμνος!) είναι το απόλυτο άλμα. Αδυσώπητο κρουστό παιγνίδι, εξώκοσμη μελωδία που αποδίδεται μαγευτικά από το πιάνο και το φλάουτο. Ιδίως στα μέτρα όπου παίζει soli το φλάουτο, γεμίζει το πιάνο και μπαίνουν τα φωνητικά η… πυρκαγιά είναι ανεξέλεγκτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου