Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

HOLLYWOOD FATS το γελαστό παιδί

Αν και δηλώνω πραγματιστής κάποιες φορές θολώνω. Κουνάω το κεφάλι μου δεξιά-αριστερά μήπως μπορέσω και αγγίξω την απάντηση. Οι σπουδαίοι πεθαίνουν νέοι; Ή μήπως όσοι πεθαίνουν νέοι γίνονται από απλοί σπουδαίοι και από σπουδαίοι σπουδαιότεροι; Το πέρας ρίχνει τους προβολείς του στα σκοτάδια της ζωής, απορροφά τις σκόνες και παραδίδει σε τρίτους, προς σκέψη ή τέρψη, το θεϊκό του εαυτού μας, ή μήπως το αληθινό, έτσι κι αλλιώς, ό,τι κι αν είναι αυτό, υψώνεται πέραν από ανούσια παιγνίδια και κούφιες εντυπώσεις;
Ο κιθαρίστας και τραγουδιστής των blues Hollywood Fats (1954-1986) έζησε λίγο και εν ζωή δοξάστηκε λιγότερο. Παρά ταύτα, σ’ έναν πυρήνα φίλων, το όνομά του είναι γραμμένο με μεγάλα κεφαλαία γράμματα. Η λατρεία δε απέναντι σε ό,τι άφησε τον τοποθέτησε αμέσως πάρα πολύ ψηλά – στο επίπεδο του Stevie Ray Vaughan ή και υψηλότερα ακόμη (για τους fans). «Υπερβολές», θα πουν κάποιοι. Όχι και τόσο, θ’ απαντούσα.
Γεννημένος κάπου στη Δυτική Ακτή (μάλλον στο L.A.), ο Michael Mann (όπως ήταν το πραγματικό όνομα τού Fats), γνώρισε από πολύ νωρίς το μυστήριο της blues ζωής, αφού ανακατεύτηκε από τα μικρά του με τα όσια και τα ιερά του χώρου (Muddy Waters, John Lee Hooker, J.B. Hutto, Buddy Guy, Junior Wells…). Χτίζοντας δηλαδή μέσα από απλήρωτα φροντιστήρια την κιθαριστική του τέχνη, ο Hollywood Fats θα αναδειχθεί, πολύ σύντομα, σε πρώτο όνομα, κυρίως σ’ ένα πιο νεανικό κοινό που επιζητούσε εναγωνίως ήρωες τής γενιάς του. (Βρισκόμαστε στα τέλη των 70s και στην Αμέρικα αναπτύσσεται ένας νέος blues ήχος με μπροστάρηδες τους Blues Brothers, τους Fabulous Thunderbirds, τους Roomful of Blues ή ακόμη και τους Blasters –με τους οποίους ο Fats τακίμιασε κάτι φεγγάρια πριν πεθάνει–, περισσότερο γήινος, κλαμπίστικος και ροκεντρολάδικος, δίνοντας καινούρια ώθηση στο στυλ). Μάλιστα, η επιρροή τού Hollywood Fats ήταν τέτοια, που δεν άφηνε ασυγκίνητους –απεναντίας μάλιστα– άλλους μουσικούς της ηλικίας του, που ξεκινούσαν κι εκείνοι, τότε, τη δική τους διαδρομή και οι οποίοι έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν ήδη φτασμένο μύθο. Ο Junior Watson, ο Kirk Eli Fletcher, ο Ronnie Earl, αλλά και ο ίδιος ο Stevie Ray Vaughan, που εκφράστηκε από πολύ νωρίς για ’κείνον με τα καλύτερα λόγια (awesome δηλαδή δεινός), υπήρξαν θαυμαστές του.
Ο Fats δεν πρόλαβε ν’ αφήσει πολύ δισκογραφημένο υλικό· ό,τι έγραψε όμως είναι επτά αστέρων. Βασικά, αναφέρομαι στο μοναδικό επίσημο άλμπουμ του από το 1979 στην εταιρεία PBR [7008] –υπάρχουν και οι συνεργασίες του με τον James Harman κ.ά., αλλά και διάφορα live, που βγήκαν μετά θάνατον–, όπου τον απολαμβάνουμε με το συγκρότημά του, την Hollywood Fats Band (Richard Innes ντραμς, Fred Kaplan πιάνο, Al Blake φυσαρμόνικα και Larry Taylor μπάσο, από τους Canned Heat), σε ανελέητους κιθαρισμούς. Από τους «εκτός» δίσκους θα ξεχώριζα το “The Key Wont Fit” [Murray Brothers MB-1002, 1983] του αρμονικίστα Shakey Jake (ασχέτως αν εδώ, ο Jake, απλώς τραγουδάει), με τον Hollywood Fats να παίζει κιθάρα στα τέσσερα από τα εννέα κομμάτια.
Εκείνο που κάνει εντύπωση στο παίξιμό του δεν είναι μόνον η τεχνική, αλλά ακόμη η γνώση του αντικειμένου και φυσικά η αστείρευτη φαντασία του. Ο Fats, αν και νεαρός, δεν ενοχλείτο να μένει πίσω και να σολάρει υπογείως, ή να παίζει ρυθμικώς φτιάχνοντας παιγνίδι για τους άλλους. Και βεβαίως, όταν αποφάσιζε να βγει μπροστά τότε τίποτα δεν τον σταματούσε. Στο παίξιμό του διέκρινε κανείς μία σπάνια μελωδικότητα, την οποία συχνά σμπαράλιαζε μέσα από δυναμικά riffs, που μετάλλασσαν ένα τυπικό blues θέμα σε κάτι άλλο… εξωπραγματικό. Δυστυχώς όμως για ’κείνον, ένα παιδί ευτραφές και σχεδόν πάντα χαμογελαστό, τα ναρκωτικά θα του κόψουν πολύ νωρίς το δρόμο. Μόλις στα 32 του ο Hollywood Fats θα εγκαταλείψει δια παντός πάλκο και ζωή αφήνοντας τις λίγες, σχετικώς, ηχογραφήσεις του ως παρακαταθήκη.
Το μοναδικό άλμπουμ του Hollywood Fats έχει επανεκδοθεί κάμποσες φορές σε CD. Σίγουρα από την Black Top και την αυστραλιανή AIM, και βεβαίως από τη γερμανική Crosscut ως “Definite Collection”, ένα ωραίο επιμελημένο 2CD-set με το κανονικό δισκάκι, συν alternative takes, extra τραγούδια κι ένα ευπρόσδεκτο ανέκδοτο (“Freds blues”).
Το 2005 η ορφανή μπάντα του Hollywood Fats, η Hollywood Blue Flames –οι τέσσερις παλαιοί συν τον Kirk Eli Fletcher στη θέση του κιθαριστή– θα κυκλοφορήσει ένα πρώτο άλμπουμ υπό τον τίτλο “Soul Sanctuary” [Delta Groove Productions DGPCD102]. Πρόκειται για μία σεμνή προσπάθεια να διατηρηθεί στην blues μνήμη η διάττουσα πορεία του Fats, όχι μέσω μιας στείρας αναπαραγωγής, αλλά κυρίως μέσω μιας προσήλωσης στις αξίες και το αίσθημα της blues τέχνης. Σημαντικό ρόλο παίζει εδώ ο Kirk Eli Fletcher, η κιθάρα του οποίου δεν ακούγεται για να μεταφέρει κάτι, αλλά για να υπογραμμίσει πως η μνήμη ενός δασκάλου τιμάται (και με το παραπάνω) μόνον όταν, ως μαθητής, γνωρίζεις να υποδύεσαι σωστά τον εαυτό σου… Τότε το αληθινό διαλύεται μέσα στο φανταστικό και, καθώς ξυπνάς, νοιώθεις το βάρος σου να σε καρφώνει όσο ποτέ στο πάτωμα…
Στην αρχή ένα κομματάκι από το δίσκο και μετά κάτι από ένα live με τον James Harman. Ο ήχος δεν είναι καλός, αλλά ο απόηχος είναι ανυπέρβλητος…

4 σχόλια:

  1. Ανάθεμα την ώρα, κατάρα τη στιγμή εσκότωσε η πρέζα το γελαστό παιδί! Απ' τις πιο ωραίες αναρτήσεις σας...

    ΥΓ. Ευχαριστηθήκαμε για άλλη μια φορά την Joao στην Τεχνόπολη κι επιστρέψαμε σπίτι με το δισκάκι των Ruby & Pilz -και του χρόνου με υγεία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα Lapsus digiti
    Καθήκοντα και υποχρεώσεις με εμπόδισαν να παρευρεθώ το Σ/Κ στο Γκάζι. Θα ήθελα κι εγώ να δω τον Michel Pilz (το λέω υπό την έννοια ότι την Joao την είχα δει παλαιότερα)…
    Και του χρόνου λοιπόν!

    Υ.Γ. Προσωπικώς με εντυπωσίασε η Viktoria Tolstoy – και όχι μόνον η ίδια, αλλά και η μπάντα της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν τον ήξερα. Τον έμαθα. Ευχαριστώ πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Δεν είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα ο Hollywood Fats. Τον μόνο που έχω ακούσει να τον αναφέρει είναι τον Ηλία Ζάικο, που κάποτε μου τον προέταξε στις επιρροές του.

    ΑπάντησηΔιαγραφή