Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

INNER EAR τρία παλαιότερα…

Οι Πατρινοί Abbie Gale είναι ένα από τα καλύτερα συγκροτήματα της τελευταίας δεκαετίας, έχοντας τρεις ολοκληρωμένους δίσκους κι ένα 45άρι έως τώρα στην κατοχή τους αρχής γενομένης με το “Family Life” του 2005. Το άλμπουμ εκείνο είχε κυκλοφορήσει για πρώτη φορά σε ετικέτα Vacant, για να κυκλοφορήσει ξανά πέρυσι, σε remastered edition, από την Inner Ear [INN032]. Ας μεταφέρω εν τάχει λίγα δικά μoυ λόγια, που αφορούν στις επόμενες δουλειές των Abbie Gale προκειμένου να υπάρξει μία σύνδεση. Έγραφα λοιπόν για το “No Inspiration” [Inner Ear, 2010]: «Το τρίτο ολοκληρωμένο έργο του γκρουπ, δεν είναι τίποτ’ άλλο από μιαν ακόμη απόπειρα εμβάθυνσης περί την pop σημαντική. Δυναμικές συνθέσεις, άψογο ομαδικό παίξιμο, πάντα εξαιρετικά φωνητικά, στίχοι περισσότερο σκοτεινοί ενδεχομένως (εν σχέσει με τις προηγούμενες δουλειές τους), μία τραγουδοποιία που εξελίσσεται ανοδικώς (ξεκινώντας από ένα υψηλό, ούτως ή άλλως, στάνταρντ), ακόμη και μέσα στο ίδιο άλμπουμ». Και για το “2” [Inner Ear, 2007]: «Οι Abbie Gale είναι ένα σχήμα των τεσσάρων στηριγμένο στα ‘σταθερά’ φωνητικά της Evira, τις κιθάρες και τα πλήκτρα των Salvatore και Pedal και βεβαίως στα απέριττα ντραμς του Achilles. Καλεσμένοι υπάρχουν, παραγωγή στιβαρή και απαιτητική υπάρχει, ωραία εικαστική δουλειά επίσης υπάρχει, αλλά εκείνο που κυρίως υπάρχει είναι ο ήχος ενός artistic punky σχήματος, περισσότερο artistic και λιγότερο punky, όχι πολύ μακριά από τον ανάλογο της Δυτικής Ακτής των late 70s/early 80s· τους X, τους Alley Cats και όλους τους υπολοίπους, που συνδύασαν τραχύτητα και μελωδία σε συσκευασία μία».
Το ντεμπούτο “Family Life” ήταν (είναι) το πιο poppy άλμπουμ των Abbie Gale· πράγμα που σημαίνει πως το γκρουπ, από ’κει και πέρα, σταδιακώς άρχισε να βαραίνει και να… σκοτεινιάζει (κάπως) τον ήχο του. Οι μελωδίες είναι καθαρές, το τραγούδισμα και η γενικότερη στάση είναι έστω και λελογισμένα… ηλιόλουστη (ακόμη και σε κομμάτια όπως το “The end song”), ενώ και οι folky αδάμαντες δεν απολείπουν (τραγούδια όπως το “Spring” δηλαδή ή το “Harmonica”). Σε γενικές γραμμές το “Family Life” δεν είναι από τις περιπτώσεις εκείνες τις οποίες θ’ αποκαλούσαμε… συμπαθητικό για ντεμπούτο. Είναι ένα πλήρες και ολοκληρωμένο άλμπουμ από μια μπάντα που, λογικώς, πρέπει να δουλεύει τώρα τα νέα της κομμάτια.
Το επόμενο CD διαφέρει από το κυρίως μενού τής Inner Ear. Πρόκειται για μια συλλογή που έχει τίτλο Under the Weather [ΙΝΝ050, 2011] και η οποία δεν περιλαμβάνει tracks βγαλμένα μέσα από τον κατάλογο της πατρινής εταιρείας (όπως θα ανέμενε ο καθείς). Η Μαρία Παρούση, compiler των συλλογών “Into The Clouds” (2005), “A Secret Place” (2005), “Spleen” (2006) και “Watermark” (2007) –δε θυμάμαι να έχω ακούσει κάποιαν απ’ αυτές– επιλέγει 13 tracks, γενικώς χαμηλών τόνων και της πρόσφατης αλλοδαπής παραγωγής (εξαιρείται το “Stormy weather” με την Ivie Anderson από το 1940, που δεν κολλάει, αν και η Παρούση το γεφυρώνει ωραία), προκειμένου ν’ αναπτύξει το concept της. Τα κομμάτια των Eric Truffaz 4tet/Ed Harcourt, Brett Anderson, Gonjasufi (κι αυτός μου ακούγεται κάπως…), Soap & Skin, Moddi, The Divine Comedy, Motorama, My Brightest Diamond, Jay-Jay Johanson, Cortney Tidwell, Hauschka, Lanterns On The Lake είναι λοιπόν αλήθεια πως δημιουργούν ένα περιβάλλον (το οποίον συμπίπτει με τα… τραγούδια περιβάλλοντος, που είχε κατά νουν η επιμελήτρια), πράγμα που σημαίνει πως το “Under the Weather” στέκεται ως πρόταση-συλλογή, κυλώντας με άνεση και στα 53 λεπτά του.
Αλλά και το “Paper Plane Flight Recorder” [INN044, 2011] του LogOut κινείται… εκτός πλαισίων· εκτός rock, post-rock και… τέλος-πάντων-rock πλαισίων εννοώ. Τα τραγούδια του (μπαλάντες που υποστηρίζονται από κλασική κιθάρα και λίγα off ηλεκτρονικά) είναι πρωτόλεια, δίχως να είναι άτεχνα. Απεναντίας, τούτα εμφανίζουν ενδιαφέρουσες μελωδίες, που θα μπορούσε σίγουρα να τα πάνε παραπέρα και κυρίως… παραπίσω. Έχουν δηλαδή έναν loner folky αέρα –αυτόν τον γνωστό μας από τα late sixties και τα seventies, αλλά και τα… όψιμα 00s– καθιστώντας τα σχεδόν μοναδικά (για το εγχώριο σήμερα). Η εσωστρέφειά τους, που δεν υπονομεύεται ούτε από τη στιχουργική τού LogOut, είναι οπωσδήποτε δημιουργική, πράγμα που σημαίνει πως το “Paper Plane Flight Recorder” είναι ένα πλήρες άλμπουμ – κι ας του λείπουν πράγματα. Τραγούδια όπως το “Winter + summer” π.χ. ξεπερνούν κατά πολύ τα πλαίσια ενός δίσκου που, απλώς, βγήκε-για-να-βγει, κι αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να επισημάνω, για την περίπτωση του LogOut, τούτο έχει να κάνει μόνο με τις διάφορες περσόνες που προσεγγίζει ερμηνευτικώς ο τραγουδοποιός. Έχω την αίσθηση, δηλαδή, πως οι θεατράλε αφηγήσεις δεν του ταιριάζουν, και πως θα άξιζε ν’ αφήσει στην άκρη τους Antony and the Johnsons κοιτάζοντας ολοταχώς προς την πηγή της folk αφήγησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου