Τρίτη, 12 Ιουνίου 2012

δύο άλμπουμ ελληνικής jazz…

jazz δηλαδή ερμηνευμένης από έλληνες μουσικούς.
“Kassetas-Spanos Present: Jungle of Illusions” [Puzzlemusik, 2011] είναι ο τίτλος του πρώτου απ’ αυτά και όπως γίνεται αμέσως φανερό πρόκειται για μία αποτύπωση της συνεργασίας δύο μουσικών, του Γιάννη Κασέτα και του Γιώργου Σπανού, η οποία καλά κρατεί τους τελευταίους μήνες.
Αν θα έπρεπε, από την αρχή, να επισημάνω κάτι εν σχέσει με τον Κασέτα –που παραδίδει ένα τρίτο CD στην Puzzlemusik, μετά το 2007– τούτο έχει να κάνει με το γενικότερο feeling της ηχογράφησης (είναι πιο ελεύθερη, γενικώς), που τη διαφοροποιεί κατά πολύ από τις δύο προηγούμενες. Τα tracks του άλμπουμ θα μπορούσε, μάλιστα, να τα χωρίσουμε σε δύο κατηγορίες. Τρία είναι ζωντανά ηχογραφημένα στο Bacaro, αφορώντας στο duo (Γιάννης Κασέτας σαξόφωνα, Γιώργος Σπανός ντραμς, κρουστά), ενώ στα υπόλοιπα επτά –επίσης ζωντανά ηχογραφημένα, αλλά σε στούντιο–, συμμετέχουν και άλλοι μουσικοί, οπότε και το ηχοχρωματικό κλίμα εμφανίζει μιαν αλλαγή. 
Το πρώτο κομμάτι που αποδίδει το duo έχει τίτλο “Moment dialogue” και αποτελεί βασικά μία improv συνομιλία ανάμεσα στο βαρύτονο σαξόφωνο και τα κρουστά. Η επικοινωνία είναι πολύ καλή, το βάθος πεδίου που προκαλεί από μόνο του το βαρύτονο είναι εκείνο που πρέπει να είναι, ενώ οι ρυθμολογίες μεταβάλλονται κατά το δοκούν, οδηγώντας το άκουσμα από το free έως το groovy. Στο “Walk spirit talk spirit” του McCoy Tyner ο bluesy-sax μελωδικός διάκοσμος είναι εμφανής στην εξέλιξη του κομματιού, ενώ στο “Sandu” του Clifford Brown η καταιγίδα «σχημάτων», συγκρατείται μόνον από τις κατά τόπους ρυθμικές ανακοπές.
Περνώντας, τώρα, στα υπόλοιπα κομμάτια, στέκομαι, κατά πρώτον, στο bluesDark raven on a night flight” με την ηλεκτρική κιθάρα (Αποστόλης Λεβεντόπουλος) και το κοντραμπάσο (Περικλής Τριβόλης) να προσφέρουν η πρώτη ένα ωραίο σόλο και το δεύτερο την ολοκληρωμένη ραχοκοκκαλιά (μαζί με τα ντραμς προφανώς) πάνω στην οποία πατάει ο Κασέτας, προτείνοντας ένα όμορφο μελωδικό σόλο στο σοπράνο. Στο “Sedative jungle” το βασικό duo των Κασέτα-Σπανού επεκτείνεται μέσω των Μανώλη Σαριδάκη (πιάνο, σύνθια) και Αλέξανδρου Τσάμη (τάμπλα), παραδίδοντας μία δυνατή σύνθεση, σ’ ένα indian-contemporary πλαίσιο. Στο “Avant garden” το ηλεκτρικό κοντραμπάσο του Απόστολου Σιδέρη, συντείνει οπωσδήποτε στην ποικιλία των ηχοχρωμάτων (παίξιμο και με δοξάρι) σε μία σύνθεση που ανακαλεί στη μνήμη μου… Eberhard Weber seventies εποχής. Το έσχατο (φανερό) 5λεπτο “Tsunami” (σύνθεση του Κασέτα) εμφανίζει και την πολυπληθέστερη ομάδα ηχογράφησης. Ένα κουιντέτο ούτως ειπείν (Κασέτας-Σπανός, συν Μάνος Λούτας κοντραμπάσο, Δημήτρης Καραγιάννης τενόρο, Μάριος Βαληνάκης άλτο), σ’ ένα κομμάτι επιστημονικής, σαξοφωνικής συμπόρευσης, ενώ στο έσχατο (κρυφό) ο Γιάννης Κασέτας δοκιμάζει στο ηλεκτρικό πιάνο, κινούμενος σε κλασικά fusion πρότυπα, παρά την απουσία άλλων, πλην ντραμς, οργάνων.
Είναι θετικό όταν βλέπεις συγκροτήματα να προτείνουν το δικό τους υλικό, αποφεύγοντας την περιπλάνηση σε... πολυδιασκευασμένες διασκευές. Όχι πως ενοχλούν οι versions, αλλά, όπως και να το κάνουμε, οι πρωτότυπες συνθέσεις παρέχουν περισσότερα στοιχεία προκειμένου ν’ αντιληφθείς τις δυνατότητες μιας μπάντας· αφήνω το γεγονός πως ένα άλμπουμ με originals δεικνύει και μία καλώς εννοούμενη σιγουριά, κάνοντας ακόμη περισσότερο σαφές το «αυτοί είμαστε». Κάπως έτσι σκεπτόμενοι (και για τους δικούς τους λόγους) οι Wonder-fall Quartet, αποφασίζουν να προτείνουν επτά δικά τους τραγούδια και τρία ορχηστρικά (με φωνητικά) στο παρθενικό CD τους, που έχει ως τίτλο το όνομά τους και το οποίον κυκλοφορεί, εδώ και λίγο καιρό, σε δική τους παραγωγή. Οι συνθέσεις του ντράμερ Θάνου Χατζηαναγνώστου, οι στίχοι της τραγουδίστριας Ειρήνης Κωνσταντινίδη, το πιάνο του Δημήτρη Θεοχάρη, το κοντραμπάσο του Χάρη Μέρμηγκα, το νέι σε τρία tracks του Χάρη Λαμπράκη, άπαντα συμβάλλουν στη διευθέτηση ενός jazz-romance κλίματος, το οποίον επιβάλλεται μέσα από την ωραιότητα και τους χαμηλούς εν γένει τόνους· ακόμη δε και οι τίτλοι μοιάζουν προγραμματικοί, επιβεβαιώνοντας το παραπάνω (“Tenderness”, “Lovely day”, “The road less travelled”, “Lullaby”, “Dance of the leaves” κ.λπ.). Ανοιχτές μελωδίες λοιπόν, που πατούν πάνω στα χνάρια της ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας (της γαλλικής ας πούμε στις πιο ζεστές στιγμές ή του nordic κλίματος στις πιο cool, ασχέτως της αγγλικής εκφοράς του λόγου), απουσία προσωπικών διαθέσεων με, παραλλήλως, έντονη την ομαδική (παικτική) συμπεριφορά, πρόταξη της ανάγκης δημιουργίας ατμοσφαιρών, ιδίως στις συνθέσεις με την παρουσία του νέι, που στέλνει σαφή ethnic-jazz μηνύματα· όχι με την έννοια του γνωστού αναμασήματος, αλλά με τον τρόπο π.χ. του φλάουτου ενός Yusef Lateef.
Πάντως, και δίχως να θέλω να υποτιμήσω τις τραγουδιστικές απόπειρες-καταγραφές των Wonder-fall Quartet, έχω τη γνώμη πως πρέπει να δώσουν μεγαλύτερο βάρος στην εκπόνηση instrumental συνθέσεων –και με τη σχετική βοκαλιστική επεξεργασία, κάτι που το λέω έχοντας στο νου μου τη “Lehonia”, αλλά και την “Wonder fall”–, καθότι στο χώρο του τζαζ τραγουδιού η βαρύνουσα προσωπική καταγραφή είναι σαφώς πιο δύσκολη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου