Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

η κρουαζιέρα του τρόμου

Τα στοιχεία γι’ αυτή την ταινία –την «Κρουαζιέρα του Τρόμου»– προέρχονται από διαφορετικές πηγές και δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Ωιμέ! Πρόκειται για ελληνική, ιταλική, ιταλογερμανική ή ελληνοϊταλική παραγωγή; Την σκηνοθέτησε ο Ιταλός Guido Leoni, κάποιος ονόματι Robert Bradley ή μήπως ο Έλληνας Χρήστος Κεφάλας; Η ταινία προέρχεται από το 1966, το 1971 ή μήπως το 1978; Κάθε πηγή δίνει τα δικά της στοιχεία. Ο imdb.com την καταχωρίζει ως ιταλογερμανική παραγωγή του 1971, υπό τον τίτλο “Ore di Terrore”, σκηνοθετημένη από τον Guido Leoni (1920-1998) κάτω από το ψευδώνυμο Robert Bradley. Πάλι ο imdb.com, στη φιλμογραφία του Ανδρέα Μπάρκουλη, την αναφέρει ως ελληνική παραγωγή του James Paris από το 1978, σε σκηνοθεσία του Χρήστου Κεφάλα, ενώ η Βικιπαίδεια την παρουσιάζει (στη φιλμογραφία του Μπάρκουλη) ως ταινία του 1966! Παράξενα πράγματα μα την αλήθεια, γι’ αυτήν την εντελώς ανήθικη ταινία. Αλλά για να δούμε μερικά ακόμη στοιχεία…
Η «Κρουαζιέρα του Τρόμου» κυκλοφόρησε σε ελληνικό VHS περί τα μέσα του ’80 από την εταιρεία Video Signal O.E. Αυτήν την κόπια έχω δει και γι’ αυτήν θα γράψω. Από τους τίτλους φαίνεται καθαρά πως πρόκειται για ιταλική παραγωγή, υπό τον τίτλο “Ore di Terrore”, σκηνοθετημένη από τον Robert Bradley (αν πρόκειται για ψευδώνυμο του Guido Leoni εγώ αυτό δεν μπορώ να το βεβαιώσω). Περαιτέρω στην ταινία παίζουν έλληνες ηθοποιοί –ο Ανδρέας Μπάρκουλης ως John Barclay(!), ο Δήμος Σταρένιος (ο οποίος δεν πρέπει να αναφέρεται στους τίτλους, ούτε με αλλαγμένο όνομα) και ακόμη ένας, στο ρόλο ενός καμαρότου, το όνομα του οποίου αγνοώ (πιθανώς να πρόκειται για τον Πέτρο Μπερέτα)–, είναι ντουμπλαρισμένη στη γλώσσα μας (από τις φωνές του ντουμπλάζ αναγνωρίζω μόνον εκείνη του Χρήστου Ζορμπά), ενώ προβλήθηκε στις ελληνικές αίθουσες την περίοδο 1977-78 κόβοντας μόλις 1380 εισιτήρια. Η δική μου αίσθηση, βλέποντας την ταινία και κρίνοντας από τα ντυσίματα και τα χτενίσματα των πρωταγωνιστριών, είναι πως πρόκειται για καθαρή seventies παραγωγή, όχι του 1978, πιθανότερο του 1971 (ή και λίγο πιο μετά), και πως θα μπορούσε να είχε γυριστεί από τον Χρήστο Κεφάλα, ο οποίος την ίδιαν εποχή (1970) είχε σκηνοθετήσει άλλη μια παραγωγή του James Paris, τον «Λιποτάκτη» με τον Χρήστο Πολίτη. Να πώς εξελίσσεται το στόρι…
Karin Schubert
Η ταινία ξεκινά με τα παράλληλα προφίλ των οκτώ ανθρώπων της κρουαζιέρας. Ο Χάρης (Ανδρέας Μπάρκουλης) –με το αμόρε του την Βέρα (η μετέπειτα πορνοστάρ Karin Schubert)– είναι ο έλληνας μαφιόζος που θέλει να πουλήσει λαθραία και ακατάλληλα εμβόλια σ’ έναν γερμανό μεσάζοντα (Rainer Basedow), o Μπομπ (Δήμος Σταρένιος) είναι ο αμερικανός φαρμακοβιομήχανος, που αποδεικνύεται παρενδυτικός(!) –φοράει κομπινεζόν σε μια ερωτική σκηνή, φωτογραφιζόμενος μάλιστα με το κορίτσι που του έχει ρίξει δίπλα του ο Χάρης–, ενώ ο Τζόζεφ (Mario Novelli) είναι ο γραμματέας του Χάρη και η Μαρία (Ann Smyrner) η γυναίκα του. Τα τέσσερα ζευγάρια –καθότι και ο Γερμανός έχει φιλενάδα– και μαζί το τριμελές πλήρωμα (καπετάνιος, μάγειρας και καμαρότος) θα επιβιβαστούν σ’ ένα σκάφος (που είναι… δύο ή και τρία διαφορετικά στις διάφορες σκηνές! – κάνω χάζι τη μνημειώδη ελληνική προχειρότητα αυτών των ταινιών) με προορισμό τα Κανάρια Νησιά προκειμένου να τακτοποιηθεί η δουλειά, μέσα σ’ ένα σκηνικό… seventies πολυτέλειας και άκρατου αμοραλισμού (τα λαθραία εμβόλια προορίζονται για παιδιά της Αφρικής!).
Ann Smyrner
Τα πράγματα όμως στραβώνουν. Ένα ναυάγιο εξελίσσεται (το μαθαίνουν/μαθαίνουμε από το ραδιόφωνο) κι ένα μπαούλο εντοπίζεται στη θάλασσα με… απρόσμενο φορτίο. Οι τρεις ναυαγοί, που ήταν κλεισμένοι στο μπαούλο(!), είναι σχιζοφρενείς δολοφόνοι(!), που μεταφέρονταν από φυλακή σε φυλακή(!) και που τώρα φαίνεται πως θ’ αρπάξουν την ευκαιρία της ζωής τους. Ο ένας απ’ αυτούς, ο Οζμάν, ο πιο απρόβλεπτος, έχει καθαρίσει τη γυναίκα του, τον άλλον τον αποκαλούν «καθηγητή» Μάρτιν (μπορεί και να είναι, παίζει ο καλός αυστριακός ηθοποιός Herbert Fux) ο οποίος, και αυτός, έβγαλε από τη μέση μια καλόγρια επειδή δηλητηρίασε τα παιδιά μιας κατασκήνωσης (ανάμεσά τους και τον γιο του!), ενώ και ο τρίτος, ο Τζάκομπ, είναι μια παλιόφατσα «άλλο πράγμα». Ο πρώτος από τους… κρουαζεράτους που πουλάει μαγκιά είναι ο καπετάνιος, ο οποίος και φονεύεται επί τόπου με ειδεχθή τρόπο από τον Οζμάν, ίνα δοθεί σήμα και στους υπολοίπους. Το σκάφος αλλάζει πορεία – υποτίθεται πως ξεκίνησε από κάποιο ελληνικό λιμάνι για τα Κανάρια, αλλά τώρα κατευθύνεται προς Βηρυτό. Στην πορεία συμβαίνουν διάφορα, με τον αμοραλισμό να χτυπάει κόκκινο (οι κοπέλες γίνονται άνευ πιέσεως υποχείρια των εγκληματιών, αλλάζοντας συνεχώς ρόλους… και συντρόφους), ενώ αποκαλύπτεται πως ο Χάρης έχει ομοφυλοφιλική σχέση με τον γραμματέα του Τζόζεφ, ο οποίος Τζόζεφ διεκδικεί ταυτοχρόνως και τη γυναίκα του Μαρία, που ενέδωσε στον «καθηγητή». Μέσα σ’ αυτό το απερίγραπτο σκηνικό η λύση φαίνεται να είναι μία…
το γερμανικό VHS
Ο προφέσορ Μάρτιν ζητά απ’ όλους να γίνουν δολοφόνοι, ώστε να καταστήσει όσους επιβιώσουν πρακτικώς ακίνδυνους. Τα λεφτά τής κομπίνας μπορεί να είναι πολλά, αλλά σίγουρα δεν περισσεύουν για όλους. Ως συνήθως σ’ αυτές τις περιπτώσεις άπαντες υπολογίζουν χωρίς τον ξενοδόχο… τον καμαρότο ήθελα να πω (Πέτρος Μπερέτας;). Ο Τζάκομπ σχίζει ένα-δυο φύλλα ενός βιβλίου του καμαρότου με ποιήματα του Λόρδου Βύρωνα(!), οδεύοντας προς την τουαλέτα (για να σκουπίσει... τα χέρια του; – αν είναι δυνατόν!). Ο καμαρότος όμως, που θεώρησε το σκίσιμο του βιβλίου του σφοδρή προσβολή και πρόκληση, πυρπολεί, σε μια κρυφή φάση, με βενζίνη το WC και τον Τζάκομπ βεβαίως(!), ενώ ερχόμενος –υποτίθεται– να σβήσει τη φωτιά, που ο ίδιος άναψε, σκοτώνει με τον πυροσβεστήρα τον Οζμάν, ο οποίος προλαβαίνει όμως να τον τραυματίσει. Ο προφέσορας, μετά απ’ όλα τούτα, είναι έτοιμος να σκοτώσει τον Χάρη, αλλά καταλαβαίνει πως από κάτι τέτοιο δεν έχει να κερδίσει τίποτα αφήνοντάς τον τελικώς να ζήσει – καθώς πλησιάζει και η λιμενική αστυνομία. Ο Χάρης εκτιμά τη στάση τού προφέσορα και δεν τον καταδίδει, λέγοντας στους λιμενικούς πως υπήρξε και αυτός (ο προφέσορας) θύμα των ληστών και πως δεν υπάρχει λόγος να τον ταλαιπωρήσουν. Και για να σιγουρευτεί για τη στάση των αστυνομικών, τους δωροδοκεί φόρα παρτίδα με δυο πάκα δολάρια(!), καθότι η… ζωή έχει ακριβύνει και τα λοιπά και τα λοιπά. Εκείνοι, εντελώς φυσικά, τα παίρνουν! Στο ασθενοφόρο που έρχεται να παραλάβει τον τραυματία καμαρότο –κι ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν την κρουαζιέρα τους, σαν να μην συνέβη τίποτα!–, ακούγεται ο προφέσορας στην πιο απίθανη ατάκα της ταινίας: «Για μια κομμένη σελίδα με ποιήματα σκότωσες δύο ανθρώπους. Ο Μπάιρον πολύ θα χαιρόταν γι’ αυτό. Μεγάλη τιμή για έναν ποιητή»!
Η «Κρουαζιέρα του Τρόμου» μπορεί να βρίθει στις απιθανότητες, αλλά τούτο δεν είναι ενοχλητικό σε τέτοιου είδους ταινίες. Αξίζει να τη δει κανείς, όπου την πετύχει, κυρίως λόγω του Herbert Fux (μεγάλη «δεύτερη» μορφή του ευρωπαϊκού σινεμά – ψάξτε τον), αλλά και για ’κείνες τις… ατελείωτες seventies γυναίκες –τις κούκλες Karin Schubert και Ann Smyrner–, με τα απερίσκεπτα παιξίματα.
Όσον αφορά στη μουσική της «κρουαζιέρας»; Κι εδώ τα πράγματα δεν είναι λιγότερο μπερδεμένα. Κατ’ αρχάς να πω πως πρόκειται για ένα εξαιρετικό early seventies, extra groovy soundtrack γεμάτο από μποσανόβες, psych-rock, mod, jazz και soul οργανικά και τραγούδια (ένα μου θύμισε το «Να διώξω τα σύννεφα» της Ηλέκτρας Παπακώστα, που είχε τραγουδήσει η Καίτη Χωματά, σε… ασιντική εκτέλεση). Στο λήμμα “Krouaziera tou Tromou” του imdb.com αναφέρεται κάποιος Massimo di LeoJohn Damas) ως συνθέτης, ενώ στα credits τής “Ore di Terrore” αναφέρεται ως υπεύθυνος της μουσικής ένας Gianluca Montani (ο οποίος, όσο κι αν έψαξα, δεν βρήκα να έχει κάνει κάτι άλλο στη ζωή του). Κατά βάση ο επιμελητής –όποιος κι αν είναι– πρέπει να διάλεξε κομμάτια από διάφορα(;) library άλμπουμ της CAM, αν κρίνω από το σήμα τής εταιρείας που εμφανίζεται στο τέλος των τίτλων τέλους.

2 σχόλια: