.

.

Κυριακή, 8 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟ UNDERGROUND

Όλοι θα έχετε πάρει χαμπάρι τις εκδηλώσεις που διοργανώνονται στο χώρο CAMP!, στην πλατεία Κοτζιά (θα διαρκέσουν έως το τέλος Αυγούστου), και που αφορούν στο λεγόμενο Αθηναϊκό Underground. Στο χώρο λειτουργεί έκθεση εντύπων, πινάκων, κολάζ, σχεδίων, ενώ γίνονται συγχρόνως προβολές ταινιών, οργανώνονται live και συζητήσεις σχετικές με το αντικείμενο και άλλα διάφορα – παράγεται δηλαδή ένα έργο, το οποίο καθοδηγούν και εποπτεύουν ο Θανάσης Μουτσόπουλος και ο Νεκτάριος Παπαδημητρίου. Έχω παρακολουθήσει μερικές από τις εκδηλώσεις –όλες είχαν ενδιαφέρον–, ενώ αγόρασα και την έκδοση Το Αθηναϊκό Underground [ATHENS voice books, Αθήνα 2012], ένα βιβλίο 210 σελίδων με κείμενα των Θανάση Μουτσόπουλου, Ελισάβετ Αρσενίου, Μιχαήλ Μήτρα, Τέου Ρόμβου, Κωστή Τριανταφύλλου, Γιάννη Χαριτίδη, Κωστή Ζουλιάτη, Παντελή Αραπίνη, Νίκου Μάλλιαρη, Στέργιου Δελιαλή, Αιμίλιου Κυπάρισσου, Νεκτάριου Παπαδημητρίου και φωτογραφίες έργων των Αλέξη Ακριθάκη, Μίνου Αργυράκη, Στηβ Γιαννάκου, Στέργιου Δελιαλή, Λάζαρου Ζήκου, Πάνου Κουτρουμπούση, Νίκου Λυμπερόπουλου, Ηλία Πολίτη, Αλέξη Ταμπουρά, Κωστή Τριανταφύλλου κ.ά. Όπως έχω τονίσει κι άλλες φορές, εδώ, δεν γράφω για να επαινώ και να λέω μόνο καλά λόγια (τα οποία, εν προκειμένω, τα αξίζουν και με το παραπάνω οι διοργανωτές), αλλά και για να γκρινιάζω (αν δεν αρέσει σε κάποιους η φράση «να ασκώ κριτική»). Και επί τη ευκαιρία θα γκρινιάξω για ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, που έχει τίτλο Μουσ(ε)ι(α)κό Underground (αναφέρεται στη μουσική) και το οποίον υπογράφει ο Κωστής Ζουλιάτης ή Costinho – γνωστός σ’ εμένα μουσικός, μέλος των Night On Earth, σκηνοθέτης μιας ταινίας για τον Γιάννη Χρήστου, αλλά και σχολιαστής παλαιότερα στο δισκορυχείον. Λίγα λόγια όμως, έτσι ως εισαγωγή και κάπως τηλεγραφικά.
Κατ’ αρχάς το underground είναι ένα μητροπολιτικό φαινόμενο του Δυτικού Κόσμου και πατρίδα του είναι η Αμερική. Γράφει ο Joseph Berke στο βιβλίο Αντικουλτούρα [β’ έκδοση Ερμείας, Αθήνα 1975, α’ έκδοση σε δύο τόμους, το 1972]: «Η διάλυση/η αποσύνθεση της Αμερικής έχει αρχίσει. Σήμερα ο συμπαγής αυτός όγκος παρουσιάζει πολλές ρωγμές (σ.σ. το κείμενο είναι γραμμένο, λογικώς, στα τέλη των sixties). Την ύπαρξή τους φανέρωσε η αυθόρμητη ανάπτυξη μικρο-επαναστατικών ομάδων σε όλη τη Δύση –Αντι-Ιδρυμάτων– που ανατρέπουν τις κοινωνικο-οικονομικο-πολιτικές λειτουργίες που καθιέρωσε η ανώτερη αστική κοινωνία. Αυτά θα οδηγήσουν στην δημιουργία μιας εναλλακτικής κι αντίθετης κουλτούρας. Αυτό που έχει σημασία είναι να αναγνωρίσει κανείς τη σπουδαιότητα αυτών των ομάδων, σ’ ό,τι αφορά την αποκάλυψη μιας καινούργιας βάσης για επαναστατική κοινωνική αλλαγή. Πρέπει να επακολουθήσει η διάλυση/η αποσύνθεση ολόκληρου του πολιτισμού μας και η κίνηση προς μια ριζικά διαφορετική, και αναγκαστικά ουτοπιστική, βάση για την ομαδική μας εμπειρία(…). Αυτό το έργο άρχισε κιόλας, γεννήθηκε από τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις της Δυτικής κοινωνίας. Είναι ριζωμένο σ’ αναρίθμητα σχέδια κοινωνικής διάβρωσης και πρακτικής αυτο-επιβίωσης, τα οποία είναι αποκεντρωμένα, ετερογενή, αυτό-υποστηριζόμενα και αμέτοχα στο αρχικό σύστημα. Αυτό φαίνεται από τις δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων που ‘παραιτήθηκαν’ και καταπιάστηκαν με το αυθόρμητο κοινωνικό πείραμα: την κοινότητα, την ομαδική ζωή και εργασία· το αντιπανεπιστήμιο, το ελεύθερο πανεπιστήμιο, το κριτικό πανεπιστήμιο· το αντι-νοσοκομείο· την underground επικοινωνία και τα underground εκδοτικά δίχτυα – όλα σπέρματα μιας αντι-κουλτούρας». Σήμερα, 45 χρόνια μετά, μπορεί ν’ αναγνωρίζουμε την ουτοπία σ’ αυτήν την πολιτικο-κοινωνική σύλληψη, όμως το underground ήταν ακριβώς αυτό: η προσπάθεια για μια επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας, με μοχλό την κουλτούρα. Δες σχετικώς και στο βιβλίο Underground του Mario Maffi [εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1983] στις σελίδες 54-55.
Πριν κάποιο καιρό σ’ ένα σχόλιο του blog, που δεν μπορώ τώρα να το εντοπίσω, ένας αναγνώστης είχε γράψει πως η «μουσική είναι βία». Θυμάμαι πως του είχα απαντήσει ότι δεν ήμουν σίγουρος τι ακριβώς εννοούσε (έχοντας κάτι στο νου μου). Είχα ανακαλέσει στη μνήμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον (ελληνικό) βιβλίο, το countdown (μέτρα αντίστροφα) [εκδ. Κατσάνος, Θεσσαλονίκη, περί τα μέσα του ’80, δεν αναφέρεται χρονιά], στο εξώφυλλο του οποίου εικονιζόταν ένας μακρυμάλλης βιολιστής· οι νότες, που παράγονταν από το βιολί του, μετατρέπονταν σε γροθιές(!), πέφτοντας πάνω στα όργανα της τάξεως. Αυτό το εξώφυλλο, αυτό το σκίτσο, είναι ο ορισμός του μουσικού underground.
Συχνά το underground συγχέεται με τη λεγόμενη πρωτοπορία. Οι Stephen Dwoskin και Simon Hartog, πάντα από την συλλογή κειμένων της Αντικουλτούρας, θέτουν σωστά το θέμα: «Και οι δύο όροι, οπωσδήποτε, φαίνεται πως ξεπηδούν από το κύριο ρεύμα μιας ομάδας. Η διαφορά μεταξύ των δύο όρων είναι πως ο παλιότερος, η πρωτοπορία, καθιέρωσε ένα ιδιαίτερο δόγμα μέσα στην παλιά δομή κι ως εκ τούτου εξελίχτηκε σε κίνηση μειονότητας. Δεν άφηνε χώρο για εξάπλωση. Η νέα ‘πρωτοποριακή’ κίνηση ή αντεργκράουντ, αντί να δημιουργήσει νέο δόγμα, δημιουργεί νέες δομές, έξω από τις παλιές, και τούτες είναι διαθέσιμες στον καθένα. Είτε είναι πολιτικό (με τον επαναστάτη), είτε πολιτιστικό (με τον καλλιτέχνη), το έργο της ‘πρωτοποριακής’ ή της ‘αντεργκράουντ’ κίνησης είναι να ξεσηκώνει», ή όπως συμπληρώνει ο Mario Maffi στο δικό του Underground: «ο ριζοσπάστης καλλιτέχνης πρέπει να ’ναι λοιπόν –πριν από οτιδήποτε άλλο– συνεπής αγωνιστής».
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του κινήματος underground –λογικό να το υποθέσει κάποιος– είναι πως μια πληθώρα δράσεών του σχοινοβατούσε πάντα στο όριο της λεγόμενης αστικής νομιμότητας, για να μην πω πως σε άλλες περιπτώσεις ήταν κομμάτι της παρανομίας, με τις διώξεις, τις φυλακίσεις κ.λπ. να βρίσκονται στην ημερησία διάταξη. Γράφει σχετικώς ο Βλάσης Ρασσιάς στο Underground Press [β’ έκδοση, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1988] μιλώντας για τον Τύπο: «Η ζωή στον underground τύπο ήτανε κάθε άλλο παρά ρόδινη. Τα Dallas Notes, Great Speckled Bird, Kaleidoscope, Nola Express υπέστησαν άγριες δικαστικές διώξεις για δημοσίευση… ασέμνων. Οι εκδότες του Kudzu κλείστηκαν στη φυλακή, το Rag τινάχτηκε στον αέρα από παρακρατικούς τεξανούς βλάχους και μια τριανταριά άλλα έντυπα συνήθιζαν να… φιλοξενούνε ταχτικά στους τοίχους και στις εξώπορτες των γραφείων τους τρύπες από πυροβολισμούς. Οι ζορισμένοι από τις αρχές ιδιοκτήτες συχνά ζητάγανε ‘εκκένωση του μισθίου’, ενώ πιτσιρικάδες πωλητές των underground εφημερίδων συχνά δέχονταν τις επιθέσεις ‘πατριωτικής οργής’ των αμέτρητων ‘αγανακτισμένων πολιτών’ και λοιπών κρετίνων». Για να μην αναφέρω τους Weather Underground ή απλώς Τhe Weathermen (που είχαν πάρει το όνομά τους από ένα στίχο του “Subterranean homesick blues” του Bob Dylan), ίσως την πιο ριζοσπαστική από τις οργανώσεις της Αριστεράς στις ΗΠΑ στα τέλη των sixties, για τους οποίους σημειώνει ο John Gerassi στο The Movement, το αμερικάνικο ’68 [εκδ. Κομμούνα, Αθήνα 1988]: «Οι Weathermen προσανατόλισαν τον άξονα της οργανωτικής τους δουλειάς αμέσως προς την νεολαία και ιδιαίτερα την εργατική· έδιναν μεγάλη σημασία στην βίαιη σύγκρουση, νοούμενη σαν ένα μέσο επίθεσης στο σύστημα και σαν συντελεστή στρατολόγησης με βάση το παράδειγμα.(…) Οργανώθηκαν σε κοινότητες, έγιναν επαγγελματίες επαναστάτες, τηρώντας αυστηρή πειθαρχία με μια κεντρική επιτροπή κι ένα καινούριο στυλ ζωής».
Έχοντας αυτά κατά νου –πράγματα λίγο έως πολύ γνωστά σε όσους ασχολούνται κάπως παραπάνω μ’ αυτά τα θέματα– προσπαθώ ν’ αντιληφθώ, που θα μπορούσε να κολλάει μία ελληνική (αθηναϊκή) μουσική εκδοχή του underground. Με μία πρώτη σκέψη καταλήγω στο… ελάχιστο, για να μην πω στο πουθενά. Έτσι, λοιπόν, διαβάζοντας το κείμενο του Ζουλιάτη και πέφτοντας πάνω σε ονόματα όπως εκείνα των Μανόλη Καλομοίρη, Νίκου Σκαλκώτα, Γιάννη Κωνσταντινίδη, Δημήτρη Δραγατάκη και ακόμη σ’ εκείνα των Béla Bartók, Ιγκόρ Στραβίνσκι, Arnold Schoenberg, Ντμίτρι Σοστακόβιτς, Olivier Messiaen παραξενεύομαι – δηλαδή μού πέφτουν τα μαλλιά, καθότι υπό καμμία λογική και υπό κανένα σκεπτικό αυτά τα ονόματα δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να χωρούν σ’ ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground των ετών 1964-1983. Περαιτέρω ο Ζουλιάτης, όντας εκτός τόπου και χρόνου, αφήνει –πάντα σ’ ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground, μην το ξεχνάμε αυτό– σοβαρούς υπαινιγμούς για τον Μίκη Θεοδωράκη, λέγοντας πως «λογιοτροπεί χωρίς μέτρο» (και σε σημείωση πως «ως παράδειγμα αναφέρεται ο μεγαλοϊδεατισμός στους τίτλους και τις περιγραφές: το ‘Άξιον Εστί’ του Θεοδωράκη βαφτίζεται ορατόριο») και ότι «μορφώνεται από τον Messiaen, αλλά δεν αφομοιώνει πουθενά τον Messiaen». Δεν ξέρω τι γράφεται αλλαχού και από ποιον βαφτίστηκε «ορατόριο» το «Άξιον Εστί» (δεν ξέρω αν ο Ζουλιάτης υπονοεί ως… νονό τον ίδιον τον Θεοδωράκη – είναι λογικό να το υποθέσεις), εγώ ξέρω εκείνα που γράφει ο ίδιος ο συνθέτης στο κείμενο του δίσκου του ’64 και σ’ αυτά δίνω σημασία· εκεί όπου το «Άξιον Εστί» αποκαλείται απλώς «έργο». Αλλά και το άλλο, που επίσης δεν αντιλαμβάνομαι. Αν ο Θεοδωράκης, δηλαδή, «αφομοίωνε» τον Messiaen θα είχε καμμία σχέση, τότε, το έργο του με το… underground; Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Αφήνω δε το γεγονός πως, εγώ, αντιμετωπίζω ως ριζοσπαστικό εκείνο που γράφει στο σημείωμα τού «Άξιον Εστί» ο έλληνας συνθέτης: «Είχα πάει στην Ευρώπη για να ανακαλύψω καινούργιους ορίζοντες και βρέθηκα κλεισμένος σε φανταστικές αποθήκες από μπετόν, γεμάτες μουσική από νάυλον»! Έχοντας λοιπόν κατά νου, όσα ανέφερα παραπάνω περί των χαρακτηριστικών του underground, δηλ. την «επαναστατική κοινωνική αλλαγή» μέσω της κουλτούρας (και άρα και της μουσικής), πως «το έργο της ‘αντεργκράουντ’ κίνησης είναι να ξεσηκώνει» και πως πολλές φορές το underground εκινείτο στα όρια του νόμου (ή την παρανομία) και σκεπτόμενος, συγχρόνως, πως επί χούντας ο Μίκης Θεοδωράκης, ήταν φυλακισμένος, εκτοπισμένος και εξορισμένος, με το έργο του να μην εκδίδεται στην Ελλάδα, κυκλοφορώντας παρανόμως και από στόμα σε στόμα, εγώ θα έκανα την τρελή σκέψη και θα χαρακτήριζα το έργο του Θεοδωράκη στην περίοδο της επταετίας ως ένα ζωντανό κομμάτι του εγχώριου underground. Και όπως είπε και ο Κώστας μεταξύ αστείου και σοβαρού (αλλά μάλλον σοβαρού) ακόμη και το (παράνομο) ΚΚΕ επί δικτατορίας ήταν underground, για να μη μιλήσω για όλον τον παράνομο αντιδικτατορικό Τύπο και τις διάφορες οργανώσεις, που χρησιμοποιούσαν ακόμη και βόμβες εναντίον υπερατλαντικών στόχων (γνωστά πράγματα λέω)– στην έκθεση, στο CAMP!, υπάρχει προκήρυξη της ΛΕΑ– «αντιγράφοντας» κατά μίαν έννοια τις πρακτικές τού Weather Underground.
Κλαρίνα. Η φωτό είναι από το LP "Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος"
Παρακάτω ο Ζουλιάτης καταπιάνεται με τα δημοτικά τραγούδια, γράφοντας για την «πραξικοπηματική εργολαβία των τσάμικων και των κλαρίνων από τους εχθρούς της δημοκρατίας», αλλά και για τα «ξενoφερμένα shake» και τις «εκπομπές που πλασάρουν ανώδυνη ποπ προς κοίμηση της νεολαίας», συμπεραίνοντας πως ο κόσμος σταμάτησε να χορεύει (γράφει πως «η σωματικότητα στις εκδηλώσεις συστέλλεται» – παραπάνω ο Ζουλιάτης κατηγόρησε εμμέσως πλην σαφώς τον Θεοδωράκη για «λογιοτροπία», αδιαφορώντας για το πώς διατυπώνει ο ίδιος τις απλούστερες των εκφράσεων). Αυτά είναι ακατανόητα πράγματα (κοινώς άρες-μάρες κουκουνάρες). Έχω γράψει τη γνώμη μου για τα δημοτικά, τα κλαρίνα και τη χούντα σε αναλυτικό άρθρο εδώ http://is.gd/M9jHH5 και δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα. Να επαναλάβω μόνο τούτο: Η χούντα ήταν χούντα. Αυτό όμως δεν εμπόδισε κανέναν ν’ ασχοληθεί με το δημοτικό τραγούδι και να το «διαστρέψει» όπως εκείνος νόμιζε. Άρα, το ζήτημα δεν είναι τι έκαναν οι χουντικοί. Το ζήτημα είναι τι έκαναν όλοι οι υπόλοιποι. Για δε εκείνα τα «ξενοφερμένα shake» και τις εκπομπές με «ανώδυνη ποπ προς κοίμηση της νεολαίας» να πω τι; Πως όποιος δεν χόρευε με το «Κορίτσι του φίλου μου» (Cinquetti), με «Το μάθημα» (The Sounds) και με χίλια-δυο άλλα, ελληνικά και μη, pop κομμάτια, που ακούγονταν στο ραδιόφωνο και τα πάρτυ της εποχής, δεν επρόκειτο ποτέ να φώναζε στο Πολυτεχνείο, λίγα χρόνια αργότερα, «θάνατος στο φασισμό»; Προσωπικώς, ούτε έχω ακούσει ούτε ξέρω κανέναν που να έβαλε το σώμα του μπροστά από την εξουσία (ακόμη και στη Γαλλία) ακούγοντας… Messiaen. Απεναντίας, ξέρω κάποιους που άκουγαν Hermans Hermits και “No milk today” και βρέθηκαν στα κάγκελα. Αυτή είναι η αλήθεια.
Αφήνοντας ασχολίαστα όσα ονόματα παρουσιάζει ο Ζουλιάτης ως δείγματα του εγχώριου underground που βγαίνουν εκτός των ορίων της μελέτης (1964-1983), δηλ. τα συγκροτήματα Τρύπες, Συνθετικοί, Στέρεο Νόβα, The Last Drive, Film Noir και Ημισκούμπρια –όλοι αυτοί έχουν τόσο σχέση με το underground, όσο ο Γκουσγκούνης με τις ταινίες τέχνης– μένω για λίγο στα ονόματα που βρίσκονται εντός των ορίων.
Πραγματικά, μου προξενεί γέλιο η αναφορά στον Κώστα Κουκουτάρα (εικονίζεται δε στο βιβλίο με μια φωτογραφία μισής σελίδας, συν το εξώφυλλο του άλμπουμ του!) σ’ ένα κείμενο που υποτίθεται ότι αφορά στο underground. Δεν δείχνει μόνο την ασχετοσύνη του συγγραφέα με το θέμα, αλλά και την βλακεία που δέρνει ένα κομμάτι του εγχώριου κοινού. Η περίπτωση Κουκουτάρα είναι η μοναδική για την οποίαν έχω συμπονέσει τους λογοκριτές του Υπουργείου Προεδρίας, όντας επιφορτισμένοι με την επαγγελματική υποχρέωση να διαβάσουν τα στιχάκια του Λαρισαίου, προκειμένου να δώσουν αριθμό έγκρισης. Τι τράβηξαν οι καημένοι!
Άλλη περίπτωση είναι εκείνη του Θόδωρου Παπαντίνα. Κατ’ αρχάς να πω πως η όποια… underground δράση του Παπαντίνα δε σχετίζεται με την Αθήνα (δεν αναφέρομαι στην Εταιρεία Καλλιτεχνών), αλλά με τη Θεσσαλονίκη (άρα είναι εκτός θέματος). Ως μέλος των Μακεδονομάχων, της γνωστής θορυβώδους μπάντας της πόλης, το 1971 και ως μέλος μιας ευρύτερης παρέας (που περιελάμβανε και τον Πάνο Σαββόπουλο – ο Παπαντίνας εμφανίζεται ως γνωστόν στο LP «Επεισόδιο»), θα μπορούσα να θεωρήσω την περίπτωσή του ως ένα ενδιαφέρον κομμάτι προς συζήτηση, αλλά για τη σκηνή της Θεσσαλονίκης. Εννοείται δε πως ούτε ο Σωτήρης Κοματσιούλης είχε την παραμικρή σχέση με το underground (ο Ζουλιάτης γράφει πως «σε αυτήν την κατηγορία, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και αμφιλεγόμενες περιπτώσεις όπως του Σωτήρη Κοματσιούλη»). Με όλο το σεβασμό προς τον καλλιτέχνη, κομμάτια όπως το «Επιδρομή από τον Άρη» εμένα μου μοιάζουν περισσότερο με τραγούδια του… κατηχητικού («μεσ’ στις εκκλησίες τρέχουν γρήγορα να μπουν, όλοι την ανάγκη νοιώθουν να προσευχηθούν»). Μπορεί, βεβαίως, ν’ αρέσει και σ’ εμένα το συγκεκριμένο άσμα (για να μην πω πως το γουστάρω πολύ), όχι όμως επειδή είναι… underground (για άλλους, δικούς μου λόγους). O Ζουλιάτης αποδεικνύεται, εν προκειμένω, ως η κλασική περίπτωση του προχειρογράφου. Πήρε το μάτι του την ταινία του Δημήτρη Αθυρίδη “T4Trouble and the Self Admiration Society, The life and music of Terry Papadinas” το 2009 , άκουσε και τον Κοματσιούλη εν έτει 2010 με αφορμή την έκδοση «Σαν τον Άνεμο» της B-Other Side και νόμισε πως βρήκε στοιχεία για να στηρίξει ένα κείμενο για το Αθηναϊκό Underground. Τον γελάσανε σφόδρα.
Για τις Μουσικές Ταξιαρχίες θα μπορούσε ενδεχομένως να συζητήσουμε για την πορεία τους· τουλάχιστον μέχρι την είσοδό τους στη δισκογραφία (στην πολυεθνική EMI/Columbia να υπενθυμίσω το 1982). Κυρίως για τα γεγονότα της Καρδίτσας (Απρίλης ’80), την κασέτα “Disco Tsoutsouni” (1980) –o Ζουλιάτης γράφει για «κασέτες»[sic] και για τη «μοναδική[sic] επίσημη ομώνυμη κυκλοφορία τους»–, αλλά και για την παρουσία τους στην ταινία «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων» (1983) του Νίκου Ζερβού. Και γι’ αυτούς όμως εγώ διαβλέπω μικρή, έως και ανύπαρκτη σχέση με το underground.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Δημήτρης Πουλικάκος (ο δεύτερος συμμετέχει και στον «Μπάλλο» να υπενθυμίσω) είναι δύο ακόμη περιπτώσεις. Τώρα, πόσο underground μπορεί να είναι κάποιοι όταν τους δείχνει και τους ξαναδείχνει η τηλεόραση της χούντας ή γράφουν γι’ αυτούς τα ποικίλης ύλης και οικογενειακά περιοδικά της εποχής (Επίκαιρα, Φαντάζιο, Γυναίκα κ.λπ.), αυτό είναι άλλο θέμα… (Μη νομιστεί ότι έχω πρόβλημα με τον Σαββόπουλο επειδή έδινε συνέντευξη στα Επίκαιρα κ.ο.κ. – απλώς τροφοδοτώ τη σκέψη εν σχέσει πάντα με το τι μπορεί να είναι underground και τι όχι). Η παρέα πάντως του Εξαδάχτυλου στην εποχή του Κυττάρου το 1971-72 –κυρίως έτσι όπως παρουσιάζεται στο… πολυεθνικό LP τού 1976 «Μεταφοραί-Εκδρομαί ο Μήτσος»– έχει πράγματα να προτείνει. Όχι μόνο για τις φωτογραφίες του Πάνου Κουτρουμπούση και το τρέξιμο του Τάσου Φαληρέα (ο ίδιος είχε πει στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, τον Ιούνιο του ’93 πως εκείνος «ο δίσκος κάτι σήμαινε για την εποχή του»), αλλά και για την παρουσία τραγουδιών όπως τα «Σκόνη, πέτρες, λάσπη», «Τι μας λες» και «Άνευ ουσίας, άνευ σημασίας» (η αφρόκρεμα του ελληνικού ροκ), που ακούγονταν στην περίοδο της δικτατορίας (στο Κύτταρο εννοώ, καθότι ήταν ακόμη αδισκογράφητα) και συμβάδιζαν με το βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό αιτούμενο.
Για τον Παύλο Σιδηρόπουλο δεν έχω να σημειώσω πολλά. Τα τραγούδια που έγραφε και που ακουμπούσαν ή ταυτίζονταν με το περιθώριο (δεν έγραφε μόνο περιθωριακά, έγραφε και ερωτικά ok) για μένα δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το underground. Ο Ζουλιάτης γράφει: «Ο Σιδηρόπουλος ξεκινάει από τα πλέον mainstream μονοπάτια, μέσω της συνεργασίας του με τον Γιάννη Μαρκόπουλο ως θεατράλε τραγουδιστής(…) Εκείνος επιλέγει συνειδητά να αποκοπεί εντελώς από τον ομφάλιο λώρο που τον συνδέει με τη μουσική (και την ποιητική της) που έχει βρει απάγκιο στους κόλπους της Αριστεράς, αλλά ενίοτε και των πιο κυριαρχικών αφηγήσεων, και να ακολουθήσει μία ξεκάθαρη επώδυνη διαδρομή στα σκοτάδια του underground». Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε. Κατ’ αρχάς ο Σιδηρόπουλος δεν ξεκίνησε από τα πλέον mainstream μονοπάτια, αλλά από το folk ντουέτο Δάμων και Φιντίας, όπως ξέρει όλος ο κόσμος. Στην πράξη ποτέ δεν αποκόπηκε ο Σιδηρόπουλος από την mainstream αφήγηση, αφού το 1979 στον «Ασυμβίβαστο» τραγουδάει Μίκη Θεοδωράκη και Λευτέρη Παπαδόπουλο («Κάποτε θάρθουν»), το 1986 τραγουδάει Γιώργο Χατζηνάσιο (στο soundtrack «Νοκ Άουτ»), το 1987-88 ξανατραγουδάει Μαρκόπουλο («Τολμηρή Επικοινωνία», «Ηλεκτρικός Θησέας»), ενώ είχε συμμετάσχει στις συναυλίες της πασοκικής Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, επί Στεφάνου Μανίκα (1985-86), όντας μέλος της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α (Μουσική Συνεργατική Κίνηση Αθήνας – ήταν χωμένο σ’ αυτήν και πάλι το Πα.Σο.Κ), παίρνοντας μέρος και στις σχετικές τηλεοπτικές εκπομπές τής τότε ΕΡΤ-2. Επιχορηγούμενο underground πρώτη φορά ακούω…
Η περίπτωση-πορεία του Νικόλα Άσιμου είναι η πλέον ξεχωριστή, και ίσως από τις ελάχιστες που θα μπορούσε να θεωρηθεί underground σε αρκετές από τις εκφάνσεις της, αλλά ο Ζουλιάτης την περνάει στο ντούκου αναφέροντας μόνον λίγα λόγια (και βασικά κοινοτοπίες). Ο Άσιμος ξεκινάει ως ηθοποιός στη Θεσσαλονίκη επί χούντας, παίζοντας και σε κάποιες προχωρημένες παραστάσεις της περιόδου, που θα μπορούσε να θεωρηθούν «αντί», όπως το “Spectacle” του Jacques Prévert (μουσική ο Πάνος Σαββόπουλος), αρχίζοντας από τότε να ανακατεύεται με τα happenings, τα οποία, αργότερα, θα αποτελέσουν συστατικό στοιχείο της καλλιτεχνίας του. Όταν κατέβηκε στην Αθήνα έπαιξε στην 5η Εποχή και την 11η Εντολή, απασχολώντας από νωρίς τον Λεωνίδα Χρηστάκη στα περιοδικά Διάλειμμα (στο τεύχος 1, 4/1974 υπάρχει συνέντευξη τού… Νίκου Άσιμου στον σκηνοθέτη Ανδρέα Θωμόπουλο) και Panderma (στο τεύχος 9, 9/1974, δημοσιεύεται το πεζογράφημά του «Των ρωμιών το αίμα γίνεται καδένα»). Ακολουθεί η ηχογράφηση του single στην Zodiac (1975), η πρώτη κασέτα (1978), η Exarchia Square Band με τον Χρήστο Ζυγομαλά (1979), το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους (1980)… Μέσα κι έξω από το «σύστημα», ο Άσιμος θα περάσει από τον Μάτσα (1982), ενώ θα συμμετάσχει (και αυτός) στις «πασοκικές» εκδηλώσεις της ΜΟΥ.ΣΥΝ.Κ.Α το 1986… Η πορεία του Άσιμου καταγράφεται αναλυτικώς στο βιβλίο του Γιώργου Ι. Αλλαμανή Βίος και Πολιτεία του Νικόλα Άσιμου/ Δίχως Καβάτζα Καμιά [εκδ. Νέα Σύνορα – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2000] και δεν χρειάζεται, εδώ, να πω κάτι άλλο.
Θα κλείσω με τις περιπτώσεις δύο προσώπων που δεν αναφέρονται στο κείμενο του Ζουλιάτη και που, εν πάση περιπτώσει, έχουν πολύ μεγαλύτερη σχέση με το αθηναϊκό underground απ’ όσο έχει… ο Κουκουτάρας, οι Στέρεο Νόβα και οι Συνθετικοί. Αναφέρομαι στους Ανδρέα Θωμόπουλο (τον γνωστό σκηνοθέτη – τον ανέφερα και πιο πάνω) και Λάκη Καραλή. Μπορεί αμφότεροι να ηχογράφησαν τους δίσκους τους στο Λονδίνο, αλλά αυτό μικρή σημασία έχει, από τη στιγμή που οι δίσκοι είχαν ελληνικούς στίχους, μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα και αναφέρονταν σε ελληνικά ζητήματα της εποχής. Και οι δύο αυτοί μουσικοί, ο Θωμόπουλος και ο Καραλής, κάποια στιγμή στην καριέρα τους συνεργάστηκαν με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ο Θωμόπουλος στο soundtrack της ταινίας του «Ο Ασυμβίβαστος» (1979) –στο πρώτο LP του «Τραγούδια του Δρόμου» αφιερώνει στον Θεοδωράκη το καλύτερο κομμάτι του άλμπουμ, το «Ξυλίκι στον Κεραμεικό με τον Μ.Θ.»–, ενώ ο Καραλής, που είχε ξεκινήσει να συνεργάζεται με τον Θεοδωράκη πριν τη χούντα, ακούγεται στο άλμπουμ “Chansons de Lutte/ Τραγούδια του Αγώνα” [FR. Polydor 2445 004, 1971], που βγήκε στην Ελλάδα επί Μεταπολίτευσης ως «Τα Τραγούδια του Αγώνα» [MINOS, 1974]. Με αφορμή την επανατύπωση σε CD του “Supermarket” (2008) από τον Τροχό των Αλέξη και Δημήτρη Βάκη είχε γράψει ο Περικλής Κοροβέσης: «Αυτός ο δίσκος που ξανακυκλοφορεί, κάποτε ήταν ένα παράνομο μπεστ σέλερ. Αν ξαναγίνει και δεύτερη φορά σημαίνει πως τίποτα δεν πήγε χαμένο». Αν και ο δίσκος δεν ξανάγινε best seller –μάλιστα την επόμενη χρονιά (2009) πέθανε και ο Λάκης Καραλής– εκείνο που πρέπει να κρατήσουμε είναι το «παράνομο» στο οποίο αναφέρθηκε ο Κοροβέσης (υπενθυμίζω πως το «παράνομο» είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του underground). Το “Supermarket” είχε ηχογραφηθεί στα Kaleidophone Studios του David Vorhaus(!) από τον ίδιο τον Vorhaus (White Noise και τα ρέστα) και τυπώθηκε σε ανεξάρτητης παραγωγής LP μέσα στο 1971. Εκεί, στο οπισθόφυλλο έγραφε ο Καραλής: «Είναι σίγουρο πως θα ενοχληθούν πολλοί – κι από το ύφος κι από την αθυροστομία μου. Αλλά τα τραγούδια μου δεν απευθύνονται στα-ανεπανόρθωτα-βουλωμένα αυτιά της καθωσπρεπικής υποκρισίας. Αν σε κάτι ωφέλησε η δικτατορία –όσο κι αν αυτό φαίνεται οξύμωρο– είναι γιατί έβαλε σε μας καυτά ερωτηματικά , ανύπαρκτα προηγουμένως.(…) Τα υπόλοιπα τραγούδια γεννήθηκαν από τις τωρινές εμπειρίες μου, από τους νέους προβληματισμούς, την επιτακτική αναζήτηση του νέου δρόμου, την προσωπική στάση απέναντι στα προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζουμε, στις ευθύνες που πρέπει επιτέλους ν’ αναλάβουμε. Ειδκώτερα ‘Η περίοδος της Ροζέτας’ (σ.σ. το πρώτο τραγούδι της δεύτερης πλευράς) είναι γραμμένη από τίτλους της ‘Νέας Πολιτείας’ (σ.σ. χουντική εφημερίδα) και αποσπάσματα λόγων του Παπαδόπουλου και κειμένων του ‘Ρομάντσου’». Φυσικά, το “Supermarket” δεν ήταν παράνομο στο εξωτερικό. Προφανώς, ο Κοροβέσης αναφέρεται στις κόπιες που έφθαναν λάθρα στην Ελλάδα το ’71 και ακούγονταν ιδιωτικώς, μια και η χούντα δεν υπήρχε περίπτωση να επιτρέψει ποτέ ούτε το τύπωμα του εξωφύλλου, ούτε τη δημόσια αναπαραγωγή των συγκεκριμένων κομματιών.
Ένας λιγότερο… προκλητικός δίσκος, αλλά ηχητικώς σε παρεμφερές κλίμα (ακουστικές μπαλάντες) ήταν και το πρώτο LP του Ανδρέα Θωμόπουλου «Τραγούδια του Δρόμου», ηχογραφημένο το 1970 στα Chalk Farm Studios, για λογαριασμό μιας «χίπικης» εταιρείας του Λονδίνου, της Mushroom του Vic Keary. Οι προγκρεσιβάδες γνωρίζουν την εταιρία λόγω Second Hand, Chillum, Magic Carpet, Simon Finn κ.ά. Μία ωραία περιγραφή της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο Chalk Farm υπάρχει στο βιβλίο του David Toop Ωκεανός του Ήχου [εκδ. οξ υ, Αθήνα 1998] στις σελίδες 136-37. Το «Τραγούδια του Δρόμου/Songs of the Street” [Mushroom 100MR-1] ήταν τόσο το πρώτο LP της Mushroom, όσο και το πρώτο του Ανδρέα Θωμόπουλου (θα ξαναέκανε άλλο ένα στην ίδια εταιρεία, το σχεδόν αγγλόφωνο “Born Out of the Tears of the Sun” την επόμενη χρονιά – αυτό το δεύτερο LP κυκλοφόρησε ξανά από την Anazitisi Records το 2008, αλλά το πρώτο, και πιο ενδιαφέρον, παραμένει 42 χρόνια μετά χωρίς επανέκδοση). Οι μπαλάντες του Θωμόπουλου δεν έχουν τη ριζοσπαστική φόρτιση εκείνων του Καραλή, είναι πιο συναισθηματικές, δίχως να αποφεύγουν (πώς θα μπορούσε;) τα πολιτικά μηνύματα (“Dictators end”, «Η καινούρια άνοιξη», «Στη θλιμμένη κυρά»…). Λίγα χρόνια αργότερα ο Θωμόπουλος θα επιστρέψει στην Ελλάδα και θα γυρίσει το «Αλδεβαράν» (1975) με τον Δημήτρη Πουλικάκο. Γι’ αυτή την ταινία, που θεωρείται από πολλούς ως ένα εξέχον φιλμ του ελληνικού underground (και από τον Γιάννη Χαριτίδη, που γράφει για το «Ελληνικό underground φιλμ» στην έκδοση της ATHENS voice books) αναφέρει ο ίδιος ο Θωμόπουλος στο περιοδικό Φιλμ (τεύχος 8, χειμώνας 75/76): «Είναι ένα φιλμ γυρισμένο στα 16, μαυρόασπρο και κρατάει μια ώρα και είκοσι περίπου λεπτά. Μου στοίχισε γύρω στις διακόσιες χιλιάδες δραχμές, όσα δηλαδή ελπίζω να πάρω απ’ το υπουργείο βιομηχανίας σαν ‘ενισχυόμενος’»

35 σχόλια:

  1. Φωντα εκεινο που φαινεται στο εξωφυλλο του panderma «κανεις δεν εχασε εστω και μια δραχμη υποτιμωντας τον ελληνα» ποιος το λεει?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Απαντήσεις
    1. > Φωντα εκεινο που φαινεται στο εξωφυλλο του panderma «κανεις δεν εχασε εστω και μια δραχμη υποτιμωντας τον ελληνα» ποιος το λεει?

      Ο Φαληρέας, αλλά είναι μεταφοράτ πασίγνωστου αμερικάνικου ρητού (για τον Αμερικάνο).

      “No one ever went broke underestimating the intelligence of the American public.”

      του παλαιού δημοσιογράφου/σχολιαστή H.L. Mencken.

      Διαγραφή
  3. Όντως στο αντικείμενο "αθηναϊκό underground",πολύ λίγα πράγματα μπορούν να συμπεριληφθούν από το χώρο της μουσικής.Ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης και η λερναία ύδρα θα μπορούσαν να αναφερθούν, πέραν των παραπάνω, για το διάστημα των τελών της δεκαετίας 70 αρχών 80 τουλάχιστον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ναι, ίσως, τον σκέφτηκα κι εγώ. Σοφίτα, δίσκοι σε δική του εταιρεία, κείμενα σε διάφορα ανεξάρτητα έντυπα, live κ.λπ. Είναι μία περίπτωση ο Ηρακλής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Πιθανώς να υπάρχουν και μερικοί ακόμη. Ας πούμε ο Χρήστος Ζυγομαλάς (τον ανέφερα και στο κείμενο ως ιδρυτικό μέλος της Exarchia Square Band μαζί με τον Νικόλα Άσιμο), ο οποίος κυκλοφορούσε κάτι 45άρες κασέτες στις αρχές των 80s. Θυμάμαι την «Πολιτεία» και κάτι ωραία… country-blues που είχε στη δεύτερη πλευρά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ναι, και ένα άλλο που λεγόταν "η φυλακή"

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Άρης Καραμπεάζης9 Ιουλίου 2012 - 5:00 μ.μ.

    Συμφωνώ σε γενικές γραμμές και σε ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω
    Και εκ του αντιστρόφου, πάντοτε απορούσα για ποιο λόγοι διάφοροι για να πειστούν ότι τους αρέσει κάτι και ότι τέλος πάντων εντάσσεται στον κύκλο ενδιαφερόντων τους, πρέπει σώνει και καλά να το εντάξουν και στο underground, ταυτίζοντας αυθαίρετα το τελευταίο και με το 'άξιόλογο΄ γενικά.
    Υπάρχει και σαβούρα μες στο underground
    Και φυσικά το underground δεν ταυτίζεται με την πρωτοπορία. Υπάρχει και εντός και εκτός αυτού, η τελευταία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για να μην παρεξηγηθώ. Όταν έγραψα πως τα «συγκροτήματα Τρύπες, Συνθετικοί, Στέρεο Νόβα, The Last Drive, Film Noir και Ημισκούμπρια έχουν τόσο σχέση με το underground, όσο ο Γκουσγκούνης με τις ταινίες τέχνης», δεν το έγραψα για να τα υποτιμήσω (κάποια απ’ αυτά τα γκρουπ μου αρέσουν κι εμένα πολύ). Το έγραψα επειδή ποτέ δεν τα άκουσα ως underground.

      Διαγραφή
    2. Πρώτα πρέπει να ορίσουμε και τι είναι underground. Γιατί υπο μια οπτική, και οι Τρύπες, Συνθετικοί, Στέρεο Νόβα, The Last Drive κλπ είναι, τουλάχιστον στην αρχή της καριέρας τους (οι Συνθετικοί και τώρα), αφού μιλάμε για μη εμπορική, και DIY κυρίως προσπάθεια που αφορούσε ελάχιστους, αλλά και που το έκανε αυτό συνειδητά.

      Underground δεν σημαίνει αναγκαστικά "κατά της κενωνίας", ή μόνο αναρχία, ή ναρκωτικά, ή μόνο προσωπικές κυκλοφορίες σε κασέτες χέρι χέρι.

      Και επειδή τίποτα δεν είναι και αυστηρό 100%, μπορεί κάτι να είναι underground αλλά π.χ. να ενδώσει να κυκλοφορήσει σε μεγάλη εταιρία από μια φάση και μετά.

      Μετράει επίσης η επιδίωξη: θέλει ο άλλος να είναι underground, ή επιδιώκει μεγαλύτερη απήχηση αλλά δεν τα καταφέρνει (αλλιώς και ένας τραγουδιστής σκυλοποπ χωρίς σουξέ underground θα λέγονταν).

      Θα έλεγα ότι όταν τέμνονται αρκετά από τα παρακάτω, μιλάμε για underground (και ας σπάσουν ένα δυο):

      DIY, μικρές παραγωγες, μικρή κυκλοφορία, κριτική διάθεση απέναντι στη mainstream μουσική, κριτική διάθεση απέναντι στη mainstream κουλτούρα/τρόπο ζωής, κλειστός κύκλος ακροατών, πολύ εξειδικευμένη θεματολογία, πολύ εξειδικευμένο μουσικό υποείδος, στοιχεία προβοκατόρικα ή σοκ, δυσπιστία ή άρνηση απέναντι στην συμβατική καριέρα ως μουσικού, ανεξάρτητες εταιρίες, κλπ κλπ.

      O Zappa λέει είπε το εξής: "mainstream comes to you, but you have to go to the underground."

      Τα Ημισκούμπρια π.χ. από την αρχή «έρχονταν προς το κοινό», αλλά στις Στερεο Νόβα, στους πρώτους 1-2 δίσκους τουλάχιστον, έπρεπε να πάει το κοινό, δηλαδή να ψάξει και να ακούσει. Μετά, με mainstream συνεργασίες και προώθηση, αυτό άλλαξε. Το ίδιο με τις Τρύπες.

      Διαγραφή
    3. Το underground το ορίσαμε στην αρχή της ανάρτησης.
      Τώρα πάρε εκείνα που είπαμε και δες τι σχέση μπορεί να έχουν με τις Τρύπες, τους Στέρεο Νόβα κ.λπ.
      Για μένα ΚΑΜΜΙΑ.

      Διαγραφή
  8. Διαβάζω πολύ καιρό το blog και αν εκτιμώ αφάνταστα κάτι είναι η τεράστια ποικιλία των ακουσμάτων σου.Αυτό πιστεύω λέει πολλά.Θα ήθελα ένα αφιέρωμα στο ελληνικό μέταλ(spitfire,firewind,κτλ).Τα ξέρεις καλύτερα από εμένα.Και μια προσωπική παράκληση/χάρη/δώρο για εσένα.Ψάξε,βρες,άκου και γράψε για τα τρία άλμπουμ των Airged L'Amh.θα ενθουσιαστείς.Ανδρέας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ξέρεις τι γίνεται Ανδρέα; Μετά το 2000 σταμάτησα να παρακολουθώ από κοντά τη σκηνή, ενώ ξεφορτώθηκα και διάφορα LP. Κράτησα βεβαίως κάποια… Τους ξέρω τους Airged L’Amh –τους έχω ακούσει σε σπίτι φίλου– και μου αρέσουν. Το folk-metal είναι τεράστια κατηγορία.

      Διαγραφή
  9. Εξαιερτική ανάρτηση. Με την ευκαιρία, να ρωτήσω και κάτι άσχετο: είδα να αναφέρεις τα "Τραγούδια του Αγώνα" του θεοδωράκη και θυμήθηκα μια παλιά μου απορία. Γιατί οι δίσκοι που ηχογράφησε ο Θεοδωράκης στο εξωτερικό (εξαιρώ τις ζωντανές ηχογραφήσεις) ακούγονται κάπως πρόχειροι, σαν demo; Αναφέρομαι στα "État de siège" (1970), "Theodorakis dirige Theodorakis" (1971) και φυσικά "Chansons de lutte" (1971). Τα στούντιο ηχογράφησης δεν ήταν καλύτερα τότε στο εξωτερικό; Γιατί έχουν αυτόν τον ήχο;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Την εποχή (1971-72) που ηχογραφούσε ο Θεοδωράκης τα “Theodorakis Dirige Theodorakis” στο Studio des Dames στο Παρίσι ηχογραφούσαν εκεί (και λίγο πριν και λίγο μετά) οι Magma, η Jane Birkin με τον Serge Gainsbourg, η Juliette Gréco, ο Alan Stivell, ο Georges Brassens και αργότερα (1974-75) progressive και folk συγκροτήματα όπως οι Elohim, οι Ange και οι Tri Yann. Φυσικά, πέρασαν από το ίδιο στούντιο και άλλοι Έλληνες όπως ο Ντέμης Ρούσσος, η Νάνα Μούσχουρη και οι Ypsilon…
      Θέλω να πω πως τα στούντιο δεν ήταν τίποτα της πλάκας, αλλά από τα κορυφαία της γαλλικής πρωτεύουσας. Η μόνη εξήγηση που μπορώ να δώσω για την «κάπως» ηχογράφηση των άλμπουμ είναι η άγνοια της ηχοληψίας (Roland Guillotel) όσον αφορά στο μπουζούκι και την εν γένει λαϊκή ορχήστρα (χειρότερο όλων είναι πάντως το rhythm section). Επειδή όμως μιλάμε για ιστορικά άλμπουμ, πάνω στα οποία στηρίχθηκε το αγωνιστικό πνεύμα επί (ύστερης) Δικτατορίας και Μεταπολίτευσης, όλα αυτά είναι εν τέλει δευτερεύοντα ζητήματα.

      Διαγραφή
  10. Μετά από σκέψη, αποφάσισα να συμμετάσχω κι εγώ σε αυτή την κουβέντα, γύρω από ακόμα ένα εξαιρετικό άρθρο του Δισκορυχείου. Οι πληροφορίες που δίνονται σε αυτό το άρθρο, όπως και σε άλλα πολλά του blog, είναι ενδιαφέρουσες και πολύτιμες. Και φυσικά για τα περισσοτερα πρόσωπα, δίσκους κλπ. έχω από έλαχιστη ως και μηδαμινή ιδέα.

    Απλά, παρατηρώ ότι ένα βασικά χαρακτηριστικά του underground, όπως οριοθετούνται στο κείμενο, μέσα και από αποσπάσματα θεωρητικών κειμένων, αποτελεί όχι μόνο η επαναστατικότητα, αλλά και η τάση ανατροπής της επικρατούσας κοινωνικής τάξης και το φλερτ με την παράβαση των ορίων της (αστικής) νομιμότητας.

    Κι έπειτα αναλογίζομαι ότι αυτή η σύνδεση με μια άμεση ανατρεπτική πολιτική δράση ίσως να ήταν πιο αισθητή στο underground των 60s και των 70s. Ειδικά τα τελευταία χρόνια στον χώρο της μουσικής έκφρασης που εγώ τουλάχιστον οριοθετώ ως underground, δηλαδή καλλιτέχνες και πιο συγκεκριμένα μουσικοί και δισκογραφικές που αρνούνται να μπουν στο παιχνίδι του mainstream και προτείνουν ήχους φρέσκους και κάποιες φορές πρωτοποριακούς, δεν βρίσκω κάτι άμεσα επαναστατικό, ανατρεπτικό και παράνομο. Περισσότερο θεωρώ ότι οι πιο συνειδητοποιημένοι underground καλλιτέχνες παρουσιάζουν μια εναλλακτική νοοτροπία και αισθητική σε σχέση με την κυρίαρχη κουλτούρα. Τώρα, το τί αποτέλεσμα μπορεί να έχει αυτή η εναλλακτική νοοτροπία και αισθητική στη σκέψη (και στην πράξη) του δέκτη είναι εντελώς άλλο θέμα...

    Τέλος, νομίζω ότι για το σύγχρονο inderground πολύ σημαντικό ρόλο παίζει το διαδίκτυο.

    Αυτές οι απόψεις είναι περισσότερο σκόρπιες σκέψεις, παρά κάτι αντικειμενικό. Φώντα (να μου συγχωρέσεις τον ενικό, αλλά παρακολουθώ το Δισκορυχείον εδώ και κάμποσο καιρό και βρίσκω τον πληθυντικό "ευγενείας" υπερβολικό) θα ήθελα να ακούσω την άποψή σου γύρω από αυτές...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το βασικό ερώτημα που θέτεις Νίκο σχετίζεται με το κατά πόσο θα μπορούσε να υπάρχει underground σήμερα (στη μουσική, και όχι μόνο στη μουσική) και σε τι συνίσταται αυτό.
      Προσωπικώς, δεν μπορώ να απαντήσω. Δεν ξέρω αν υπάρχει underground σήμερα – και ίσως επειδή δεν το ξέρω/ξέρουμε πιθανώς να υπάρχει. Τα κριτήρια που ετέθησαν στο κείμενο δεν μπορεί να μην ισχύουν και σήμερα, απλώς θα πρέπει να εμπλουτιστούν και με άλλα που σχετίζονται με το διαδίκτυο (τον τρόπο διάχυσης της πληροφορίας και τη δυνατότητα πρόσβασης σ’ αυτήν), με την έννοια της «εναλλακτικότητας» έτσι όπως προβάλλεται αυτή μέσα από το mainstream κ.λπ., κ.λπ. Είναι δύσκολο το θέμα.

      Διαγραφή
  11. Πράγματι, το θέμα, αν το καλοσκεφτείς, είναι πολύπλοκο, καθώς μπλέκονται αρκετοί παράγοντες... Το βασικότερο πρόβλημα νομίζω πως είναι ότι το mainstream, με όλους τους μηχανισμούς του, δισκογραφικές, show biz, μέσα επικοινωνίας έχει καταφέρει να ακυρώσει μεγάλο κομμάτι του underground, καθώς μας πασάρει ως "εναλλακτικό" και "καλλιτεχνικό" ένα περισσότερο ή λιγότερο εμπορικό προϊόν. Για παράδειγμα, βλέπεις ότι οι περισσότεροι σύγχρονοι καλλιτέχνες της λεγόμενης indie μουσικής σκηνής παρουσιάζουν πανομοιότυπο image, αλλά και μουσικό ύφος, είτε κινούνται στον ηλεκτρονικό, είτε στον "αναλογικό" ήχο.

    Αλλά, το underground νομίζω πως υπάρχει, έστω και σε πιο ήπια μορφή απ' ότι στο παρελθόν. Λόγου χάρη, στην επαρχιακή πόλη που ζω, πριν κάποιες μέρες γνώρισα δυο φίλους, δυο καθημερινούς ανθρώπους που είναι παθιασμένοι με τη μουσική και με λιγοστά τεχνικά μέσα, αλλά και λίγες μουσικές γνώσεις δημιουργούν τη δική τους electronica, η οποία μάλιστα στα δικά μου αυτιά ακούγεται πολύ καλή. Ακόμα περισσότερο, παρόλο που δεν είναι επαναστάτες, ούτε καν μποέμ δεν θα τους χαρακτήριζες, είναι πολύ συνειδητοποιημένοι ως προς την αντι-εμπορική και αντίθετη στο κυρίαρχο σύστημα της μουσικής νοοτροπία τους. Πιστεύω πως σε τέτοιους καλλιτέχνες και μουσικούς υπάρχει ένα στοιχείο αληθινού underground.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. ρε παιδια και το πανκ;αν δεν ειναι αυτό αντεργκράουντ,τότε τί είναι;η ελλάδα διέπρεψε σε αυτό το είδος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Κατά την άποψή μου το punk δεν έχει ουδεμία σχέση με το underground. Πρόκειται για μία νεανική υποκουλτούρα, με ακαθόριστη και μπερδεμένη πολιτική έκφραση (ένα συνονθύλευμα από αναρχικούς και μαοϊκούς, μέχρι φασίστες και φιλοναζί) που απέκτησε, σχεδόν από τη γέννησή της, μία εμπορευματική διάσταση. Χειραγωγήθηκε από τα Μέσα και τον Τύπο, για να μετατραπεί πάραυτα σε βιομηχανία. Ήδη από το 1977 το punk ήταν περιούσιο στυλ.
    Τώρα, το πώς έσκασε αυτό το πράγμα στην Ελλάδα είναι μία άλλη ιστορία. Μπορεί το ελληνικό punk να μην έγινε ποτέ βιομηχανία (ούτε καν βιοτεχνία), το χαρακτήρισε όμως η ίδια ιδεολογική ανακολουθία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. ενω το αντεργκραουντ των σιξτυς και των αρχων των σεβεντυς δεν αφομοιώθηκε και δεν έγινε μόδα και βιομηχανία;φασίστες πανκς υπήρχαν ελάχιστοι-κυριώς ένα μέρος από το οί και τo hardcore-.πιο πολιτικοποιημένο πάντως μουσικό ρεύμα δεν έχει βγει τα τελευταία τριάντα και βάλε χρόνια,αυτό είναι αναμφισβήτητο.Από τους πιο σοβαρούς crass και zounds-και τους clash-μέχρι τα πιο χύμα γκρούπ.αντίθετα την εποχή ακμής του ροκ των σιξτυς-δεν έχω τίποτα με το ροκ εκείνης της εποχής,αυτή την μουσική προτιμώ-ελάχιστα γκρουπ δήλωναν ξεκάθαρα αριστερά-μαοικά ή αναρχικά-όχι οτι δεν υπήρχαν-fugs,matching mole,up,deviants,out of focus,τα πρωτα που μου έρχονται στο μυαλό-αλλά συγκριτικά με το πλήθος των γκρουπ ήταν λίγα και γενικά οι χίππυδες ήταν-είναι-πιο απολίτικοι από το πανκ κίνημα,όχι βέβαια οτι και το πανκ δεν έχει κάφρους και βλάκες,έχει και παραέχει.απλά οι δομές του-και στην ελλάδα-ήταν πλήρως αντεργκράουντ-άπειρα φανζινς,συναυλίες σε καταλήψεις αντιεμπορευματικού χαρακτήρα,do it yourself δίσκοι-οι πρωτοι στην ελλάδα που έκαναν τέτοιους δίσκους,αν αυτό δεν είναι αντεργκράουντ,τότε τι είναι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. o ken kessey ήδη κατήγγειλε από το 68 το ξεπούλημα της κουλτούρας του hashburry και στην γερμανια απειλούσαν να διακόψουν την προβολή του μιούζικαλ hair.είχε ήδη αφομοιωθει ένα μεγαλο μερος του αντεργκραουντ και στα σιξτυς-μεταπολεμικά το σύστημα αφομοιώνει και χειραγωγεί τα πάντα,αρκεί να υπάρχει κέρδος.και τώρα αυτό το αφιερωμα από την εμετική athens voice είναι ενδεικτικό.θέλω να πω οτι πάντα υπάρχει η βιομηχανία και η αφομοίωση σε κάτι πρωτοπόρο αλλά και η αντίθεση σε αυτό.εδώ αφομοιώθηκε το νταντά-το οποίο παρεμπιπτόντως έχει άμεση σχέση με το πανκ,σου συστήνω επί τούτου το βιβλίο του μουτσόπουλου no future απο τις εκδοσεις futura-.κάθε γενιά έχει το δικό της αντεργκράουντ,η δικιά σου και λίγο η δικιά μου είχε το πανκ,άντε και το indie,άσχετα με το τι άκουγε ο καθένας-το οποίο indie συμφωνώ δεν ειναι αντεργκραουντ μάλλον.δυστυχώς τώρα δεν υπάρχει αντεργκράουντ.και αν υπάρχει είναι και πάλι το πανκ.είναι πάντως όντως περίπλοκο όπως λέει πιο πάνω ένας φίλος το θέμα με το αντεργκράουντ,είναι μια έννοια μεταμοντέρνα,η οποία στον μεταμοντέρνο κόσμο μας διαστρεβλώνεται,αναλύεται,αποδομείται,χάνοντας εν τέλει όλη την δυναμική της.εξ'αλλου όπως 'ελεγε και ο Τριστάν Τζαρά του Νταντά ό,τι μπαινει σε μουσεία είναι ήδη νεκρό.κρίμα πάντως που η athens voice μαγάρισε και αυτό-αν και απ'ό,τι διαβαζω απο εδώ θα πρέπει να μην ξέρουν τι τους γίνεται και να μην κατάλαβαν τίποτα.τέλοσπάντων,φιλικά πάντα
    Ι.Τζόνσον

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Το underground αποκτά το πλήρες νόημά του στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όταν ριζοσπαστικοποιείται έχοντας ως στρατηγικό στόχο την αλλαγή της κοινωνίας. Όπως γράφει και ο Maffi:

    «Αν στην πορεία της δεκαετίας του ’60 η πολιτική δραστηριότητα συντελείται ουσιαστικά μέσα στις πανεπιστημιουπόλεις , προς το τέλος της δεκαετίας βγαίνει τελικά από αυτά τα στενά όρια και προσεγγίζει περισσότερο αποφασιστικά το εργοστάσιο, τη φτωχογειτονιά, τον εργάτη και το λευκό άνεργο».

    Επειδή στα sixties το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα (και) μέσα στην αντικουλτούρα συνδυάστηκε με τα δικαιώματα των μαύρων, στα τέλη της δεκαετίας, αγκαλιάζοντας (το underground) και τον λευκό άνεργο, μεταφέρει το επίκεντρο της πάλης από τη φυλή, στην τάξη. Αυτή είναι η ουσία του underground.
    Τo punk δεν είχε ποτέ καμμία πρακτική και ουσιαστική σχέση με το κυρίαρχο ζητούμενο, την αλλαγή της κοινωνίας δηλαδή (ασχέτως του τι έλεγαν κάποια στιχάκια, κάποιων συγκροτημάτων και οι σχετικοί αγγιτάτορες). Ήταν περισσότερο μία μέθοδος, ένας οδηγός επιβίωσης στον καπιταλιστικό κόσμο, παρά ένα κίνημα με ξεκάθαρα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Άρης Καραμπεάζης15 Ιουλίου 2012 - 10:35 π.μ.

    Στη μουσική έχω την αίσθηση ότι δεν υπάρχει μόνο το underground από τη μία και το mainstream από την άλλη. Ανάμεσα τους βρίσκεις διάφορες διαβαθμίσεις (για να το πούμε σχηματικά) και εκεί χωράνε κατά περίπτωση και το punk και το alternative κλπ Τα τελευταία ενίοτε είναι και κάργα mainstream, άλλες φορές πάλι διατηρούν κάποια στοιχεία ανεξαρτησίας. Και -επαναλαμβάνω κατά τη γνώμη μου πάλι- ένα underground punk σχήμα δεν είναι εξ αυτού του λόγου πιο αξιόλογο από ένα mainstream punk σχήμα. Η ιστορία μάλλον προς το αντίστροφο τείνει περιέργως, ειδικά στην περίπτωση του pun

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Επίσης ένα «σχήμα» που δεν ισχύει. Όποιος είναι ανεξάρτητος ή «εναλλακτικός» δεν σημαίνει πως είναι και underground.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Από αερολογίες άλλο τίποτα, ώρες ώρες κ. Τρούσα μου δίνετε την εντύπωση ότι η ελληνική μουσική σκηνή σας ανήκει αποκλειστικά και είστε στα διαδικαστικά μέχρι να σας καταχωρηθεί και η παγκόσμια μουσική σκηνή!

    Ρόμβος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. Εντάξει, εγώ λέω αερολογίες. Πείτε μας εσείς τις… στερεολογίες σας. Να μάθουμε την άποψή σας περί του θέματος, τέλος πάντων.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  21. Ακόμα και αρκετά χρόνια μετά σχεδόν όλοι δυσκολεύονται να αναφέρουν με βεβαιότητα κάποια συγκροτήματα ή καλλιτέχνες, πόσο μάλλον να προσδιορίσουν το τι είναι τελικά το underground. Βέβαια καλό είναι να γίνεται κουβέντα αλλά θεωρώ ότι η κάθε περίοδος καθορίζει και το underground που έχει ανάγκη. Άλλωστε ζούμε σε μια περίοδο που το underground της δεκαετίας του '80 το έχουμε μετατρέψει σε κερδοφορία 30 σχεδόν χρόνια μετά.
    Fotis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  22. Την έκθεση δεν την έχω δει, το βιβλίο πάντως είναι μεγάλη πατάτα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  23. Θα είχε ενδιαφέρον αν μας έλεγες κάτι περισσότερο… Πώς το συνάγεις αυτό…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  24. Με έχεις καλύψει απόλυτα στο κείμενο σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  25. Εγώ έκανα κριτική μόνο στις 8 σελίδες του βιβλίου που αναφέρονταν στη μουσική. Δεν έκανα κριτική στο βιβλίο συνολικώς, που έχει 13 κεφάλαια και 160 σελίδες κείμενα.


    ΑπάντησηΔιαγραφή
  26. Το "Αλδεβαράν" είναι βαρετό. Μόνο το κλιπ με τον Εξαδάκτυλο αξίζει.

    Π.Π.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Όπως έχουμε ξαναγράψει… όταν γυρίστηκε το «Αλδεβαράν» (1974-1975) δεν υπήρχε ο Εξαδάκτυλος. Το γκρουπ που φαίνεται στην ταινία είναι… πλαστό.

      Το «Σκόνη, πέτρες, λάσπη» που ακούμε στο «Αλδεβαράν» είναι ηχογραφημένο την άνοιξη του ’72, κι έτσι ακριβώς ακούγεται και στο LP «Μεταφοραί-Εκδρομαί». Για τις ανάγκες της ταινίας ο Πουλικάκος, προφανώς, μάζεψε ορισμένους μουσικούς και τους έβαλε να… παραστήσουν τον Εξαδάκτυλο.
      Ας πούμε στο φιλμ ντραμς παίζει ο Τσιλογιάννης και όχι ο Αλαχαδάμης (που έπαιζε στην ηχογράφηση του ’72), επίσης ακούμε σοπράνο σαξόφωνο (παίζει ο Λάκης Διακογιάννης το ’72) και βλέπουμε στο φιλμ τον Άγγελο Μαστοράκη να παίζει κλαρίνο! Άλλα αντί άλλων! Βεβαίως τα ηχοχρώματα των δύο οργάνων μπορεί σε κάποιες περιοχές κάπως να μοιάζουν, αλλά άλλο το κλαρίνο, άλλο το σοπράνο σαξόφωνο. Επίσης στην ηχογράφηση του ’72 συμμετέχουν στις κιθάρες οι Κώστας Δουκάκης, Νίκος Πολίτης, ενώ στην ταινία βλέπουμε τον Νίκο Πολίτη και τον Δήμη Παπαχρήστου (αυτός πρέπει να είναι).

      Τα ίδια και στο «Ο γιατρός παιδιά» (τραγούδι, για το οποίο δεν είμαι σίγουρος αν ήταν γραμμένο την εποχή του Εξαδάκτυλου και παιζόταν στα live το ’72-’73). Στην ταινία ακούγεται η ηχογράφηση από το καλοκαίρι του ’74, που μπήκε και αυτή στο «Μεταφοραί-Εκδρομαί». Φυσικά, και εδώ, άλλοι παίζουν στην ηχογράφηση (Σπανουδάκης, Λογαρίδης) και άλλους βλέπουμε στην ταινία.

      Διαγραφή
  27. Ανώνυμε άμα γουστάρεις διάλογο να είσαι σεμνός και ν’ αφήσεις τις ειρωνείες κατά μέρος – έτσι μόνο θα δεις και το σχόλιό σου δημοσιευμένο.

    Εγώ έγραψα κάτι στο cbox, επωνύμως, και είπα πως αυτά τα περί underground (εν σχέσει με το «Αλδεβαράν») είναι κοτσάνες.

    Ξέρεις τι σημαίνει underground film; Ένα βασικό χαρακτηριστικό του είναι η ανεξάρτητη χρηματοδότηση. Όταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης λέει πως η ταινία «στοίχισε γύρω στις διακόσιες χιλιάδες δραχμές» και πως ελπίζει να πάρει αυτό το ποσό «απ’ το υπουργείο βιομηχανίας σαν ‘ενισχυόμενος’» ο καθείς μπορεί να αντιληφθεί πως η «ανεξάρτητη χρηματοδότηση» πάει περίπατο. Τι σκατά underground είναι αυτό, που ελπίζει να χρηματοδοτηθεί από το κράτος;

    Διάβασα την κριτική του Χρήστου Βακαλόπουλου για το «Αλδεβαράν» στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος ’75 (Ιούλιος-Οκτώβριος ’75). Παρότι γράφει διάφορα ακαταλαβίστικα ο μακαρίτης, εκεί, οφείλω να πω πως ούτε καν διανοείται να μιλήσει περί underground. Το πιο άμεσο που γράφει είναι το «μια ταινία για το περιθωριακό». Φυσικά ούτε λέξη περί underground δεν λέει και ο ίδιος ο Θωμόπουλος στο Φιλμ (#8, 75/76), ενώ και ο Σολδάτος στην «Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου» μιλάει για ένα «συμπαθητικό εξωτικό πράγμα».
    Κανένας, θέλω να πω, σοβαρός κριτικός της εποχής δεν θα έγραφε τις βλακείες περί underground (απλώς, γιατί, εκείνοι οι άνθρωποι ήταν διαβασμένοι και ήξεραν, επακριβώς, τι σημαίνει underground film).

    Τι στο διάολο γίνεται σήμερα και όλα αυτά τα αποκαλούν οι διάφοροι… underground είναι ένα ερώτημα. Η απάντηση; Φαίνεται πως αυτή η λέξη της «κουτσής Μαρίας» (έτσι έχει καταντήσει στην Ελλάδα) επί του προκειμένου εξιτάρει, πουλάει και περιποιεί –υποτίθεται– κινηματογραφική μαγκιά σ’ εκείνον που την γράφει. Επί της ουσίας «μηδέν» όμως.

    ΑπάντησηΔιαγραφή