Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

PETER KOWALD ο έλληνας γείτονας

Όσοι γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα της ευρωπαϊκής improv-jazz έχουν (ακόμη έχουν) τον γερμανό κοντραμπασίστα Peter Kowald (1944-2002) για θεό τους. Δεν είναι μόνον οι συμμετοχές του στις ιστορικές ηχογραφήσεις της euro-jazz από τη δεκαετία του ’60, η παρουσία του δηλαδή στην Globe Unity Orchestra του Alexander von Schlippenbach (μαζί με τον Jackie Liebezeit των Can, τον Mani Neumeier των Guru Guru κ.ά., χρόνια πριν αρχίσει να μπουσουλάει το krautrock), η συνεισφορά του στο Peter Brötzmann Octet και στο… πυροβολημένο “Machine Gun” του 1968, όπως και η κεντρικότητά του στο Pierre Favre Trio και στο ιστορικό “Santana”, είναι περαιτέρω η διεμβολιστική του παρουσία σε απειράριθμα projects καθ’ όλη την επόμενη τριακονταετία, που τον έφερε παντού στον κόσμο, να συνεργάζεται στο πάλκο με τους πάντες, ηχογραφώντας ακαταπαύστως και βιώνοντας στην πράξη την έννοια τού «παγκόσμιου μουσικού», χρόνια πριν ο όρος καταστεί συνώνυμος της κοινοτοπίας ου μην και της ευτέλειας (κάποιες φορές).
Είχα τη χαρά να γνωρίσω από κοντά τον Peter Kowald στα μέσα της δεκαετίας του ’90, στην Πάτρα. Ήταν η εποχή όπου είχε ισχυρούς δεσμούς με την πόλη –έμενε αρκετό μέρος του χρόνου του εκεί– έδινε μικρο-live, συχνάζοντας πολλές φορές μετά απ’ αυτά, ή και άνευ λόγου και αιτίας, σ’ ένα μαγαζί που πήγαινα κι εγώ, στο Χασομέρι, κάτω από το Κάστρο, τού φίλου Γιάννη Κοκκίνη (με τον οποίον γράφαμε μαζί στα τέλη των 80s το fanzine Mary Jane). Εκείνη την εποχή ζούσα στην Αθήνα, αλλά όποτε πήγαινα στην Πάτρα, και δη στο Χασομέρι, δεν υπήρχε περίπτωση να μην τρακάρω τον Peter Kowald (τον Πέτρο για τους φίλους του – αν και άκουγα να τον αποκαλούν έτσι, εγώ δεν θυμάμαι να τον είπα ποτέ), συζητώντας για τα «τότε», αλλά και για τα παλαιότερα. Τον ρωτούσα π.χ. και μου μιλούσε για την… τρέλα που κουβαλούσε ο Peter Brötzmann (ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω είναι αυτόν το μήνα «εξώφυλλο» στο Wire!), αλλά και για το διαρκές του ενδιαφέρον να συνδέσει την έννοια και την πρακτική του αυτοσχεδιασμού με τα εικαστικά, το θέατρο, το χορό, τις performances, τις installations… Είχε προχωρήσει ο Peter Kowald σε άλλα χωράφια, τα οποία η δισκογραφία, ούτως ή άλλως, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποτυπώσει στην ολότητά τους. Αργότερα, πρέπει να τον συνάντησα και στο Jazz & Τζαζ (δεν το έχω ξεκάθαρο στο μυαλό μου) και κάποια στιγμή, ήταν Σεπτέμβριος του 2002, ο Φλώρος Φλωρίδης νομίζω ήταν εκείνος που μας πρόφθασε τα κακά μαντάτα. Ο Kowald είχε πεθάνει στη Νέα Υόρκη, από καρδιακή προσβολή στα 58 του, μετά από κάποια συναυλία…
Ο Peter Kowald στο Θέατρο Αλάμπρα, την 19/11/1979. Η φωτογραφία προέρχεται από το τεύχος 25 του περιοδικού Μουσική, 12/1979.
Η σχέση του Peter Kowald με την Ελλάδα υπήρξε βαθειά και ουσιαστική. Δεν είναι το γεγονός πως ζούσε εδώ, ούτε το ότι μιλούσε τη γλώσσα μας (είχε σπουδάσει πολλά χρόνια ελληνική φιλολογία, έχοντας μεταφράσει στη γερμανική Ελύτη, Ρίτσο και… ρεμπέτικα τραγούδια), είναι το ότι είχε μπει στο πετσί της κουλτούρας μας, πίνοντας και τρώγοντας σαν Έλληνας και ακούγοντας-γλεντώντας με λαϊκά και δημοτικά. Για πρώτη φορά ο Kowald ήρθε στην Ελλάδα στη δεκαετία του ’60 και το γεγονός πως, αρκετά νωρίς, στο LP τής Globe Unity OrchestraJahrmarkt/ Local Fair” [Po Torch] από το 1977 συνεργάζεται στην πλευρά “Local Fair” με το… ηπειρώτικο Μουσικόν Συγκρότημα Σπύρου Παπανδρέου (Βαγγέλης Ζήκας κλαρίνο, Βασίλης Ζήκας κρουστά, Αλέκος Ζαγόρας κιθάρα, Σπύρος Παπανδρέου φωνή, κιθάρα), που είχε ως έδρα του τη Γερμανία –ζωντανή ηχογράφηση, την 5η Ιουνίου 1976, στο Wuppertal, κατά τη διάρκεια του 4ου Wuppertaler Free Jazz Workshop– λέει πολλά, πάρα πολλά. Φυσικά, ο Kowald ήταν από τους μόνιμους προσκεκλημένους στο Τζαζ Κλαμπ του Γιώργου Μπαράκου στο δεύτερο μισό των seventies (πρέπει να πρωτοέπαιξε σόλο το 1977), ενώ στις αρχές του 1979 εμφανίστηκε με τον Evan Parker στην Αθήνα, όπως και στο θέατρο της Ρούλας Πατεράκη στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια χρονιά εξαιρετικές εντυπώσεις επεφύλασσε το τρίο των Leo Smith, Peter Kowald και Günter Sommer (15-19/11/1979, στο Τζαζ Κλαμπ και στο Θέατρο Αλάμπρα, αλλά αργότερα και στη Θεσσαλονίκη), όπως και την επόμενη χρονιά με την παρουσία του (το τρίο) στο φεστιβάλ Praxis ’80 πάλι στο θέατρο Αλάμπρα (10/1980).
Η φωτογραφία προέρχεται από το site τής Σαβίνας Γιαννάτου
Δισκογραφικώς, στην Ελλάδα, ο Peter Kowald πρέπει να πρωτοεμφανίζεται το 1990 στο άλμπουμ “Human Aspect” [OM Center] μαζί με τους Vincent Chancey, Φλώρο Φλωρίδη και Louis Moholo, ενώ την επόμενη χρονιά, το 1991, τον συναντάμε σε δύο παραγωγές τής Ano Kato Records. Η πρώτη, ήταν στο άλμπουμ «ΙΙ» του συγκροτήματος (ας το πούμε έτσι) Ερασιτέχνες Εραστές, όπου σε τρίο με τον Φλώρο Φλωρίδη σοπράνο σαξόφωνο και τον Γιώργο Τσακαλίδη φωνή ακούγεται στα «Με το δάκτυλο στη σκανδάλη» και «Φεγγάρι στο παράθυρό μου» και η δεύτερη στο «Πυρήχεια» [ρει], εκεί όπου ο Φλώρος Φλωρίδης σε κλαρινέτο, φλάουτο και ο Peter Kowald στο κοντραμπάσο συμπράττουν με τον Ηλία Παπαδόπουλο στην ποντιακή λύρα παρουσιάζοντας μ’ έναν ασυνήθιστο τρόπο την ποντιακή μουσική, εμπλουτίζοντάς την με μιαν improv αύρα. Το 1993 οι Φλώρος Φλωρίδης, Peter Kowald και Günter Sommer (παρότι στο παρελθόν είχαν συμπράξει πολλές φορές ανά δύο) εμφανίζονται ομού για πρώτη φορά με την προσθήκη της χορεύτριας Inge Missmahl. Λίγα χρόνια αργότερα οι τρεις τους θα δώσουν το CD «Αφορισμοί/ 26 Δηλώσεις για την Κατάσταση» [Ano Kato, 1997] παρουσιάζοντάς μας τις free μινιατούρες τους. Επίσης, ο Peter Kowald συνέπραξε συναυλιακά με την Σαβίνα Γιαννάτου σε ντουέτο κοντραμπάσου/ βοκαλισμών, με τον Μιχάλη Σιγανίδη και τον Βασίλη Παπαβασιλείου σε ντουέτο κοντραμπάσων, με τον ντράμερ Νίκο Τουλιάτο, τον κλαρινίστα Μάνο Αχαλινωτόπουλο (στη Μουσική Συνάντηση Ανατολής-Δύσης, στο Βεάκειο, το 1991) και με διαφόρους άλλους. Ποιους άλλους; Δεν θυμάμαι άλλους… αλλά σίγουρα θα υπάρχουν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου