Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

καλά Χριστούγεννα!

Και τα δύο άλμπουμ, για τα οποία θα διαβάσετε πιο κάτω, παρουσιάζουν κάτι κοινό. Δεν έχουν απλώς χριστουγεννιάτικο θέμα, αλλά εντάσσονται και τα δύο στο ευρύτερο πλαίσιο της acoustic music, που βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα πριν καμμιά 15ετία (εννοώ πως ασχολούνταν δισκογραφικές και έντυπα, και κατ’ επέκτασιν ο κόσμος). Αρκεί να θυμηθούμε το αφιερωμένο εξώφυλλο του περιοδικού The Wire (Issue 174, August 1998) στον John Fahey, όπως και το ευρύτερο ενδιαφέρον που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή γύρω από τους ανάλογους κιθαρίστες Robbie Basho, Leo Kottke και ορισμένους ακόμη.
Ο John Fahey (1939-2001) ενεπλάκη από πολύ μικρός με την βαθειά παράδοση των blues του Δέλτα μελετώντας το έργο του Blind Willie Johnson, του Mississippi John Hurt και του Charley Patton (για τον τελευταίο θα γράψει μάλιστα το κλασικό σήμερα φερώνυμο βιβλίο, που βγήκε στις λονδρέζικες εκδόσεις Studio Vista, το 1970). Τις ηχογραφήσεις θα τις ξεκινήσει το 1958(;), κυκλοφορώντας τότε κάποια 78άρια σε ετικέτα Fonotone με το ψευδώνυμο Blind Thomas, αναπτύσσοντας παραλλήλως την μυθολογία του Blind Joe Death (υποκρινόμενος κάποιον άγνωστο μαύρο bluesman από τον Νότο), που έκτοτε θα εμφανισθεί κι άλλες φορές στο έργο του. Το 1959 ο Fahey θα ιδρύσει την Takoma Records (μαζί με τους Norman Pierce και ED Denson), ηχογραφώντας το πρώτο του άλμπουμ ως Blind Joe Death, ενώ το 1963 θ’ ανακαλύψει (μαζί με τον ED Denson) τον παροπλισμένο Bukka White, επαναφέροντάς τον στη δισκογραφία. Τo 1964 θα εντοπίσει μάλιστα και τον Skip James, μαζί με τους Bill Barth και Henry Vestine – τον μετέπειτα γνωστό κιθαρίστα των Canned Heat. (Αυτά γράφει, μεταξύ άλλων, ο Bob Groom στο βιβλίο του The Blues Revival, επίσης από το Studio Vista το 1971).
Στην Takoma Records, ο Fahey θα δώσει βήμα σε αρκετούς μουσικούς (Bukka White, Robert Pete Williams, Leo Kottke, Robbie Basho, Phil Yost, Max Ochs κ.ά.), οι οποίοι, ή μάλλον κάποιοι από αυτούς, θαναπτύξουν τις ιδέες τους σε καινούριους ήχους ανακατεύοντας folk, blues, classical και world στοιχεία, δημιουργώντας ένα παράξενο, minimal οπωσδήποτε, ακουστικό κιθαριστικό σύμπαν, το οποίον αγαπήθηκε ιδιαιτέρως (πρώτα-πρώτα στην ψυχεδελική περίοδο). Φυσικά, στο ίδιο label (και αλλού) έβλεπαν το φως και οι προσωπικές δουλειές του Fahey, με το χριστουγεννιάτικο The New Possibility: John Faheys Guitar Soli Christmas Album [Takoma C-1020, 1968] ν’ αποτελεί την πιο εμπορική δουλειά του (πούλησε την περίοδο 1968-69 πάνω από 100 χιλιάδες αντίτυπα). Εξαιρετική περίπτωση acoustic άλμπουμ, με το “Hark, the herald angels sing” του Mendelssohn και το 10λεπτο “Christs saints of god fantacy” να κλέβουν την παράσταση.
Ο μεγαλύτερος μαντολινίστας του rock (ου μην και της jazz) είναι ο David Grisman. Γνωστός σε κάποιους ως μέλος των Even Dozen Jug Band και των ψυχεδελικών Earth Opera στα sixties (συνεργάτης των Jerry Garcia, John Sebastian και δεκάδων άλλων), πραγματοποίησε το καλλιτεχνικό του όνειρο, όταν έπαιξε με τον Stéphane Grappelli σε δίσκους και συναυλίες, αφού η μουσική του Quintette du Hot Club de France ήταν από εκείνες που τον είχαν περισσότερο επηρεάσει. Δεξιοτέχνης μουσικός δίνει ρέστα στο χριστουγεννιάτικο David Grismans Acoustic Christmas [Rounder 0190, 1983], σε κομμάτια όπως τα “White Christmas” του Irving Berlin (αφιερωμένο στον Ben Webster), “God rest ye merry gentlemen” (εκπληκτικό!) και “Santa Claus is coming to town” (μαζί με τον Béla Fleck).
Υπάρχουν όντως ωραίοι τρόποι για να εορτάσει κάποιος τα Χριστούγεννα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου