Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

η jazz της HORO

Ιταλική jazz ετικέτα, που ιδρύθηκε από τον Aldo Sinesio το 1972 και η οποία έως το 1979 κατόρθωσε να κυκλοφορήσει 68 LP (εκ των οποίων τα 21 διπλά), η Horo ξεδιπλώνει έναν κατάλογο συμβατό με το πνεύμα τής εποχής (της), αλλά και με τις σημερινές αναζητήσεις (είτε τις groovy, είτε τις πιο avant, είτε τον… συνδυασμό τους). Στην παρούσα συλλογή, που έχει τίτλο “A Jazz Portrait, compiled by Gilles Peterson” [Dejavu, 2010], ο γνωστός τοις πάσι γαλλο-ελβετός DJ, συλλέκτης, εταιριάρχης και compiler επιλέγει 15 θέματα που ηχογραφήθηκαν για τη Horo στο εν λόγω διάστημα, και τα οποία δεν αποδεικνύουν απλώς την αισθητική ευρύτητα της ετικέτας, αλλά και τη διαχρονικότητα των εγγραφών της (όπως προείπα).
Παρότι, λοιπόν, ο κατάλογος της Horo κινείται ανάμεσα στο λαϊκό και το προχωρημένο, ο Peterson με τις επιλογές του κατορθώνει να εξαλείψει (κάπως) τις διαφορές, δίνοντας περισσότερο βάση στο groovy στοιχείο, συνδυάζοντας ιταλικές (λαϊκές) και αμερικανικές (avant) επιλογές. Έτσι, παρότι ξεκινάμε με το “For Fela” του Lester Bowie από το 2LP “African Children” του 1978, με το χαρακτηριστικό όργανο της Amina Claudine Myers να πρωταγωνιστεί (Fela Kuti και Lester Bowie είχαν συνεργαστεί και στο “No Agreement” του πρώτου από το 1977), ακολουθεί μία σειρά Ιταλών (κυρίως) από τη σειρά “Jazz a confronto”, οι οποίοι κατευθύνουν την ακρόαση σε περισσότερο popular καταστάσεις. (Τα κομμάτια με τους Santucci Scoppa, Giancarlo Barigozzi, Enrico Pieranunzi, το “Tropical” του βραζιλιάνου κιθαρίστα Irio de Paula, αλλά και το καταπληκτικό “Big bang” από την μπάντα του Kenny Clarke, που είναι όμως σύνθεση του Pieranunzi –ήτοι οι επιλογές 2-6– είναι ένα «σώμα» εντός της συλλογής, που κρατά πολύ ψηλά τα vibes).
Από ’κει και κάτω ο Peterson επιλέγει μερικά θέματα, χαρακτηριστικά τής ακραίας συμπεριφοράς της Horo (αναφέρομαι, κυρίως, στο “What America wants, America gets” του τρομπονίστα των Musica Elettronica Viva Garrett List, που κινείται σ’ ένα ύφος ζαπικής jazz-παρλάτας και όχι τόσο στην ελεύθερη space-jazz του Sun Ra στο “The satellites”), για να ολοκληρωθούν οι επιλογές και πάλι μέσω της λαϊκής επιστροφής· με την αθάνατη ιταλική poppy εκδοχή του Piero Umiliani (στο κλασικό “Caravan”), αλλά και τις extra σουινγκάτες «τζαζιές» των Renato Sellani και Oscar Valdambrini/ Dino Piana.
(Ο DJ Gilles Peterson παρέβλεψε και Sam Rivers, και Max Roach, και Steve Lacy, και Ran Blake, και David Murray, και Don Pullen κι ένα σωρό άλλους –επίλεκτα μέλη, όλοι τους, του καταλόγου της Horo– όχι μόνο γιατί δεν χωρούσαν, είναι προφανές αυτό. Δεν πειράζει. Θα επανέλθει κάποιος άλλος την επόμενη φορά).

Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012

CURTIS FULLER προσωπική ιστορία

Η ιστορία του Curtis Fuller είναι μεγάλη. Και θα μεγαλώνει συνεχώς, όσο ο 78χρονος τρομπονίστας θα έχει τη δύναμη, τη θέληση και βεβαίως την έμπνευση να ηχογραφεί άλμπουμ όπως το “The Story of Cathy & Me” [Challenge, 2011].
Μπορεί η αφορμή, στο παρόν CD, να μην είναι η καλύτερη δυνατή –είναι ακριβώς το αντίθετο– όμως, ακόμη και σ’ αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, ένας άνθρωπος που έχει διατρέξει όλη του τη ζωή μέσα στη μουσική φαίνεται πως βρίσκει το κουράγιο να σηκωθεί, μετασχηματίζοντας τον πόνο και την απώλεια σε καλλιτεχνική δημιουργία.
Την 13/10/2010 ο Curtis Fuller έχασε τη σύζυγό του Catherine Rose Driscoll Fuller. Το γεγονός μετετράπη μέσα στο χρόνο σ’ ένα πανέμορφο άλμπουμ-ανάμνηση, που ανασυνθέτει στη διαδρομή τη ζωή του Fuller δίπλα στη σύζυγό του, αλλά και (πλέον) χωριστά απ’ αυτήν. Ο προγραμματικός χαρακτήρας των συνθέσεων, με την απρόσμενη εισαγωγή –ο Fuller αφηγείται εντός δύο λεπτών, τη συνοδεία του γκρουπ, το «ποιος είναι», και κυρίως το πώς έφθασε έως εδώ, μ’ έναν τρόπο που σε βάζει κατ’ ευθείαν στο κλίμα– τα στάνταρντ και τα πρωτότυπα θέματα, όλα υπακούουν σε μία γραμμική αφήγηση του κοινού βίου, αλλά και του απότομου χωρισμού. “Little dreams”, “The first time ever I saw your face” (το πασίγνωστο κομμάτι του Ewan MacColl), “I asked & she said yes”, “The right to love” (του Lalo Schifrin, εδώ με τη φωνή της Tia Michelle Rouse), και από ’κει και πέρα “Cancer, a horrible experience”, “Life was good, what went wrong”, “Love was everything when love was you and me” (της Abbey Lincoln και του Thad Jones), για να ολοκληρωθεί αυτή η εντελώς προσωπική ελεγεία με το σπάνιας ομορφιάς τραγούδι “Spring will be a little late this year” (του Frank Loesser από τα 40s, ερμηνευμένο από δεκάδες) και το Ιντερλούδιο υπ’ αριθμόν 4 “My wish for Cathy and my friends” με τον Fuller να πιάνει πάλι το μικρόφωνο… κοιτάζοντας ολόισια μπροστά.
Θα μπορούσε να αναφερθούμε στα παιξίματα, στην παρουσία των καλών μουσικών που συνοδεύουν τον άσσο τρομπονίστα, στα σεμνά, αλλά γεμάτα εσωτερικό παλμό, soli, στην λαμπερή, μέσα στη βύθισή της, παραγωγή. Όλα πάνω· αλλά και λίγο πίσω από τα βαριά αισθήματα.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΖΩΖΩ ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟΥ μία ελληνίδα shouter

Ψάχνοντας στο YouTube έπεσα πάνω σ’ ένα βίντεο, που μου έκανε μιαν εντύπωση. Εκεί, έχουν απομονωθεί δύο τραγούδια με τη Ζωζώ Κυριαζοπούλου έτσι όπως ακούγονται στην ταινία του Νάσου Μπιμπέλα «Γυμνό για Δόλωμα» ή «Αθήνα, Κλοπή της Οδού Σταδίου» (1968), ένα αστυνομικό-κοινωνικό φιλμ με αρκετό γυμνό και με μία ωραία σκηνή, στην αρχή (η διάρρηξη του κοσμηματοπωλείου, μέρα-μεσημέρι, στη Σταδίου).
Η ταινία δεν είναι πολύ γνωστή –παρότι έχει προβληθεί στην τηλεόραση–, όμως το τραγούδι των τίτλων, με τους ωραίους αμοραλιστικούς στίχους για τα… πενηντάρικα και τα χιλιάρικα, κάτι μου θυμίζει (εκτός ταινίας εννοώ), κάπου το έχω ξανακούσει· παρότι κάτω από το βίντεο αναγράφεται πως δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ σε δίσκο. Η σύνθεση είναι του Χρήστου Μουραμπά όπως διαβάζουμε στα γράμματα (ενός μεγάλου αγνώστου της ελληνικής sixties μούζικας, για τον οποίον κάποια στιγμή θα γράψω κάτι), με την ερμηνεία της Κυριαζοπούλου ν’ ακούγεται στ’ αυτιά μου σχεδόν μοναδική. Ιδίως στα σημεία τού scat, βγάζει τέτοια δύναμη, που κοντράρει με άνεση το φανταχτερό σόλο στο σαξόφωνο.
Αλλά και το δεύτερο τραγούδι (του Μουραμπά) έχει ένα ενδιαφέρον από μουσικής πλευράς, κάτι το οποίο αντιλήφθηκαν κι οι σύγχρονοι εγχώριοι γκαραζέρηδες Gold Spiders (Μιχάλης & Βασίλης Νέζης συν κάποιοι ακόμη), εγγράφοντάς το στο ρεπερτόριό τους. Το ακούμε από ένα δικό τους live στο Athens A Go-Go…

BLUES TRACKERS blues από τον κάμπο

Το blues φαίνεται πως είναι ένα είδος μουσικό που ευδοκιμεί, στο μέτρο του δυνατού, σε πόλεις έξω από την Αθήνα. Όχι πως στην Αθήνα δεν καλλιεργείται, αλλά να, πώς να το πω, τα χωράφια είναι πιο εύφορα έξω από αυτήν· στο Δέλτα του Γαλλικού, στην αρχαία Φθία, στο Πελασγικόν Άργος.
Οι Blues Trackers είναι ένα συγκρότημα που ταξιδεύει από δεκαετίας και παρ’ ότι το “Smells Like Trouble…” [BT Records, 2011] είναι το πρώτο ολοκληρωμένο CD τους που φθάνει στα χέρια μου, ο ήχος τους δεν είναι εντελώς απών από τ’ αυτιά μου. Και τούτο όχι γιατί, κάποτε, έτυχε να τους δω ζωντανούς, όσο γιατί ο κιθαρίστας, βασικός συνθέτης και τραγουδιστής τους Πάνος Μπαντικούδης είχε κυκλοφορήσει ένα άλμπουμ το 2007, το “Blues People” [Xarta], για το οποίον είχα σημειώσει τότε: «Είναι η θέληση εκείνων που ζουν μακρυά από το κλεινόν άστυ, έξω από τα τείχη, πέρα από τους ωκεανούς και από τα αδιάβατα δέλτα, να μιλήσουν σε μια γλώσσα που δεν την έμαθαν από τον πατέρα και τη μάνα τους, αλλά την αφουγκράστηκαν μόνοι τους τραγούδι το τραγούδι. Είναι η δύναμη του μύθου που έχει τον τρόπο να επιβάλλεται, που μπορεί να τρυπάει εκατομμύρια τόνους προστατευτικού τσιμέντου κάνοντας τα blues ν’ αντιλαλούν ακόμη και στην ξέρα, και την άπνοια, του θεσσαλικού κάμπου». Ok με τα… λογοτεχνικά, αλλά ας δούμε και πιο μέσα…
Οι Blues Trackers είναι μία τετραμελής μπάντα, την οποίαν αποτελούν οι Πάνος Μπαντικούδης κιθάρες, φωνή, πιάνο, φυσαρμόνικα, Τάσος Λυτρίδης κιθάρες, φωνή, Σάκης Σμαρνάκης μπάσο και Θοδωρής Τριανταφύλλου ντραμς, φωνή, πλήκτρα, με το “Smells Like Trouble…”, ηχογραφημένο στα τέλη του 2010-αρχές του ’11 στον Τύρναβο, να αποτελεί έναν ολοκληρωμένο οδηγό του ήχου και της συγκροτηματικής προσωπικότητάς τους. Ας πω, λοιπόν, πως οι Ιχνηλάτες του Blues αρέσκονται προς ένα big city blues ιδίωμα, δίχως όμως τις προφανείς αγκυλώσεις. Στον ήχος τους παρεισφρέουν funky (“Mind starvation”), μπαλαντικά-americana (“Looking for myself”) και southern rock στοιχεία (“In a bad condition”), που σε συνδυασμό πάντα με τις πιο κλασικές (“Smells like trouble”), αλλά και τις Stevie Ray Vaughan-ικές ρυθμοδομές (“Desperate man”) μετατρέπουν το καλοηχογραφημένο 41λεπτο CD τους σ’ ένα σαφές curriculum vitae, αναφορικώς με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την blues εξέλιξη ένας, δύο, τρεις, τέσσερις έλληνες οργανοπαίκτες, στη δική τους άκρη της γης.
Σε προσωπικό επίπεδο τρέφω μιαν εκτίμηση στους μουσικούς εκείνους, που, παραμερίζοντας τα ηχητικά σαπρόφυτα που φυτρώνουν δίπλα τους, βγαίνουν στο ξέφωτο εμπιστευόμενοι τη δική τους εσωτερική φωνή. Στους μουσικούς του blues αυτή η φωνή έχω την αίσθηση πως ακούγεται κάπως σαν κραυγή. Ο δρόμος ανοίγει και το εισιτήριο δεν έχει επιστροφή…
Επαφή: www.bluestrackers.gr

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

A ΤΟ AUSTR musics from Holy Ground

Αν εκείνο που αποκαλούμε ψυχεδελική μουσική είναι ένας ιδιότροπος συνδυασμός διαφορετικών ηχητικών ειδών, που ενοποιούνται μέσω του οράματος ενός τραγουδοποιού ή ενός συγκροτήματος, τότε το “Musics from Holy Ground” των Βρετανών A to Austr, που επανεξέδωσε πριν λίγους μήνες (στο τέλος του 2011) η Anazitisi Records, είναι ένα καθαρό ψυχεδελικό άλμπουμ.
Πνευματικό παιδί του Mike Levon (1944-2011), μιας δημιουργικής φιγούρας της, περί το rock και folk, σκηνής των late sixties, οι A to Austr αποτελούνταν εκ των Brian Calvert κιθάρες φωνητικά, λαούτο, Chris Coombs κιθάρες, πιάνο, όργανο, φυσαρμόνικα, recorder, Ted Hepworth ντραμς, Denise Calvert φωνητικά, πιάνο, harpsichord και Yvonne Carrodus φωνητικά, με τον Levon ν’ ασχολείται με τα εφφέ και τα ηλεκτρονικά (καθότι ιδιοκτήτης και του Holyground Studio, ήδη από το 1968).
Έχοντας λοιπόν ένα ευρύτερο φιλοσοφικό-αισθητικό πλάνο, που σχετιζόταν με την αρθούρια μεσαιωνική παρακαταθήκη, αλλά και με το Mabinogion (μια συλλογή ιστοριών, που αφορούσαν στη μεσαιωνική Ουαλία και την προ-χριστιανική κέλτικη μυθολογία), ο Levon θέτει σε κίνηση ένα project, στο οποίο συμμετείχαν όσοι προείπαμε, αλλά και άλλοι δέκα(!) μουσικοί, μεταξύ των οποίων (σε πρώτη εμφάνιση) και ο Bill Nelson. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνολο 15 σκοπών και τραγουδιών ελάχιστης, μικρής και μεγαλύτερης διάρκειας, τα οποία είναι αδύνατον να μπουν κάτω από μία ταμπέλα· γράφεις ένα psych music και ξεμπερδεύεις. Υπάρχουν tracks που κινούνται στην παράδοση των Beatles και του Donovan, άλλα που έχουν rhythm & blues στοιχεία (το “Mini”, το “Grail search”), άλλα που εμφανίζουν ακόμη και jazz προσανατολισμό (“What did you go?”), αλλά πηγαίνουν προς την αλλοπρόσαλλη pop των Blossom Toes (όμως με απείρως καλύτερα αποτελέσματα), αλλά προς την πούρα ψυχεδελική βρετανική συνταγή της περιόδου (“Thumbquake & earthscrew”, “Between the road”), άλλα προς το dreamy folk (“It’s alright”, “Essex queen, she dances”), ενώ σε άλλα εντοπίζονται στοιχεία baroque (“D minor minuet”, “A curse on you”) ή ακόμη και χαβανέζικης μουσικής (“Hawaiian war chant”)… Σε κάθε περίπτωση, πάντως, εκείνο το οποίον πρέπει να σημειωθεί είναι πως οι A to Austr είναι ένα απολύτως συγκροτημένο σύνολο, με άψογα αφομοιωμένες άπασες τις αναφορές του· άρα και το “Musics from Holyground” ένα απολύτως ενδιαφέρον άλμπουμ.
Εκτός σειράς –και ήδη εκτός κυκλοφορίας, όπως μόλις διαπίστωσα μέσω του site της εταιρείας– η επανέκδοση της Anazitisi σε 180 γραμμάρια και 500 αντίτυπα που συνίσταται: στην αναπαραγωγή του original cover, στο 17σελίδο A4-sized booklet με στίχους κ.λπ., στο 4σελιδο insert με φωτογραφίες και πληροφοριακά στοιχεία, στο A4 πόστερ και ακόμη σε 3 business-cards (των A to Austr φυσικά).

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

FAB SAMPERI power bossa

Ακούγοντας το εισαγωγικό “In the river”, από το άλμπουμ Power Bossa [Agogo, 2011] του Fabrizio ή Fab Samperi –που μου έδωσε την αίσθηση παλαιού blues σαμπλαρισμένου και μεταμορφωμένου σε κάτι… σαν bossa–, μου δημιουργήθηκε η αίσθηση πως ο Ιταλός θα μπορούσε να σχηματίσει το δικό του “Play” (Moby), αντικαθιστώντας τα down-tempi τού Αμερικανού με τα… θαλασσινά up-tempi της Spiaggia dei Conigli ή έστω της Copacabana. Στην πορεία διαψεύστηκα· εν μέρει. Γιατί, ενώ η bossa και γενικότερα οι βαθείς χορευτικοί ρυθμοί δίνουν και παίρνουν (έστω και μεταμφιεσμένοι), τα samples, που δεν είναι λίγα, είναι επιμελώς κρυμμένα. (Ας πούμε, στο “Listen up” κάτι πιάνω από το “I’m a believer” των Monkees, του Neil Diamond δηλαδή). Με τούτα και μ’ εκείνα ο Samperi και όσοι των συνοδεύουν –βασικά φωνές και κάτι λίγοι παίκτες– συντάσσουν ένα ευπρόσδεκτο CD, που ναι μεν ετέθη σε κυκλοφορία στη σωστή εποχή (πέρυσι το θέρος), αλλά εγώ το άκουσα πριν λίγο καιρό (κακώς) με καθυστέρηση.

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

NILO ESPINOZA κρουαζιέρα στο Αιγαίο

Ο φλαουτίστας και σαξοφωνίστας (άλτο, τενόρο) Nilo Espinoza ή και Espinosa είναι μία από τις διακεκριμένες μορφές της περουβιάνικης σκηνής. Leader δυνατών σχημάτων, ήδη από τη δεκαετία του ’60, που συνδύαζαν στις μουσικές τους boogaloo, bossa, ευρύτερα latin, rock, jazz και easy listening στοιχεία διέπρεψε επί σειρά ετών, απολαμβάνοντας στις μέρες μας παγκόσμιας αναγνώρισης. Οι διάφορες, πρόσφατες χορευτικές συλλογές, που περιέχουν συνθέσεις του από τα sixties και τα seventies αυτό αποδεικνύουν.
Οι ανάγκες των clubs σε Ευρώπη και Aμερική για παλιό καλό latin, funk και latin-funk έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο δεκάδες συγκροτήματα της χρυσής εποχής (late 60s-early 70s) από κάθε γωνιά του κόσμου. Κι όταν λέω στο προσκήνιο δεν εννοώ πως εκείνες οι εντελώς ξεχασμένες μπάντες ξαναγεννιούνται από τις στάχτες τους (ενίοτε συμβαίνει και αυτό), αλλά ότι επανεκδίδονται σε LP και σε CD οι βαθιά θαμμένες ηχογραφήσεις τους, κατακλύζοντας τα e-shops και τα second-hand δισκάδικα. Τέτοια εξώκοσμα latin funk άλμπουμ, τα οποία, με λίγη προσπάθεια, μπορεί να εντοπιστούν ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας, είναι π.χ. το φερώνυμο LP (1972) των Κολομβιανών Bwana, το “II” (1971) των Αυστραλών Pirana, το “Xingu” (1972) των Χιλιανών El Combo Xingu, το “Bossa 70” (1971) των Περουβιανών Bossa 70 και άλλα διάφορα. Το τελευταίο επανεκδόθηκε πριν πέντε χρόνια σε CD από την re-psych-led, έχοντας κάνει ήδη τρανή υπόγεια φήμη. Τους λόγους θα τους εξηγήσω…Βασικά, όλα συνδέονται με την περίπτωση του Nilo Espinoza, ενός από τους πιο… σεσημασμένους jazzmen, και λοιπά και λοιπά, του Περού την έσχατη 50ετία. Στοιχεία για τη διαδρομή τού Espinoza υπάρχουν στο διαδίκτυο, όπως υπάρχουν και στα ένθετα διαφόρων συλλογών που έχουν δει το φως της δισκογραφίας τα τελευταία χρόνια· π.χ. στο CD των Nil’s Jazz Ensemble στην αμερικανική Lazarus Audio Products [CD-2019] το 2005, ή στο LP/CD “Shaken, Not Stirred” [VAMPI CD 085] της ισπανικής Vampi Soul από το 2007, εκεί όπου ανθολογούνται ποικίλα θέματα από τα κατά καιρούς σχήματα του δυνατού μουσικού. Παρ’ ότι τα στοιχεία που παρατίθενται δεν συμπίπτουν πάντα μεταξύ τους, εγώ θα προσπαθήσω να βγάλω κάποιαν άκρη…
Με σπουδές στο Conservatorio της Lima, ο Nilo Espinoza φαίνεται πως πιάνει δουλειά με κάποιαν Neptuno’s Orchestra εκεί προς το 1962, παίζοντας σε night clubs της εποχής, παρακολουθώντας ταυτοχρόνως μαθήματα δι’ αλληλογραφίας στο Berklee College of Music στη Βοστώνη. Το 1963 σε team με τους Miguel Reyna πιάνο, Roberto Rafaeli μπάσο και Cocho Arbe ντραμς αποτελούν την in-house μπάντα του Astoria Jazz Club (κοντά στην παραλιακή συνοικία Miraflores, την κοσμοπολίτικη περιοχή της Lima), ενός ναού της νέας μουσικής, από τον οποίο θα περνούσε η αφρόκρεμα των μουσικών της χώρας (π.χ. το τρίο του πιανίστα Jaime Delgado Aparicio και άλλα διάφορα – γιατί όχι και ο Alex Acuna, γνωστός αργότερα από τους Weather Report και… προσφάτως στο “Maestro” του Γιώργου Φακανά!). Όμως, από το 1964-65 και μετά τα πράγματα φαίνεται ν’ αλλάζουν, αφού αλλάζουν τα δεδομένα. Τα pop συγκροτήματα, όπως οι Los Saicos (με το απίστευτο “Demolicion”, το περουβιάνικο… “Surfin’ bird”) είναι πλέον καθεστώς, ενώ και η αντίστοιχη κουλτούρα έτσι όπως εκείνη προβαλλόταν μέσα από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση διαμορφώνει τη νέα κατάσταση. Ο Espinoza αντιλαμβανόμενος την κατεύθυνση που κυλούσε το πράγμα θα περάσει από την… Y Su Orquesta, με την οποία θα δώσει το καθοριστικό “Swing Tropical” [MaG LPN 2218], γεμάτο με boogaloo, guaracha, pachanga, cumbia, peregrina, bomba και mambo tracks, σ’ ένα pop συγκρότημα, τους Los Hilton’s –in-house μπάντα προφανώς του ξενοδοχείου Hilton στη Lima–, τους οποίους αποτελούσαν οι Otto de Rojas πιάνο, όργανο, Jose “Pepe” Hernandez κοντραμπάσο, Roberto “Tito” Cruz ντραμς, timbales, Charlie Palomares κρουστά, Pedro Guajardo κιθάρες, πνευστά, με κάποιαν άγνωστη γυναικεία φωνή να βρίσκεται μαζί τους, και με τον Espinoza να παίζει τενόρο σαξόφωνο και φλάουτο. Μάλιστα, το φθινόπωρο του 1968 οι Los Hilton’s δίνουν κι ένα LP με τ’ όνομά τους στον τίτλο, στην εταιρεία Lider [LD-1742], στο οποίο έπαιζαν πρωτότυπα (“Aqui vienen Los Hilton’s”, “Canta canta”, “Sol de primavera”, “Descarga de Los Hilton’s”), όπως και διασκευές (τη… “Sherezada” του Ρίμσκι-Κόρσακοβ, το “La mirada del amor”, δηλ. το “The look of love” του Burt Bacharach, το “Morning” του Clare Fischer, τον “Julio” του Riccardo Del Turco, που είχε τραγουδήσει κι η Γιοβάννα στη γλώσσα μας, ως «Ήταν…», το 1968). Με ήχο που θυμίζει τις ορχήστρες και τις ενορχηστρώσεις του Μίμη Πλέσσα και του Γεράσιμου Λαβράνου ή συγκροτημάτων όπως οι Acropols της ίδιας περιόδου, και συνδυάζοντας boogaloo, light jazz, pop, rock και bossa στοιχεία, οι Hilton’s φτιάχνουν ένα πολύ ευχάριστο 12-tracks άλμπουμ, το οποίο, μάλλον, δεν κυκλοφορεί ολάκερο σε CD. Πάντως, οκτώ από τα δώδεκα κομμάτια ακούγονται στη συλλογή των Bossa 70 “Berimbau” [Lazarus Audio Products CD-2020, 2005], δύο υπάρχουν στη συλλογή της Vampi Soul “Shaken, Not Stirred” που προανέφερα, ενώ κάποια (ελάχιστα) παρατίθενται στις συλλογές “Gozalo!/ Bugalu Tropical” στους τόμους 1,3 και 4…
Λίγο νωρίτερα όμως από τους Hilton’s φαίνεται πως εξελισσόταν ένα ακόμη project, το El Combo de Pepe του κοντραμπασίστα (των Hilton’s) Jose “Pepe” Hernandez. Στο session του άλμπουμ τους “El Compo de Pepe” [Lider ELD-1623], που πρέπει να βγήκε το 1967 (ή αρχές του ’68), γνωρίστηκαν κατ’ ουσίαν οι Nilo Espinoza, Charlie Palomares και Jose “Pepe” Hernandez. (Το “El Combo de Pepe” επανεκδόθηκε και αυτό από την καλιφορνέζικη Lazarus, το 2005 και είναι χάρμα ώτων. Θυμίζει δε πολύ… Κολομβία· πρόκειται για... περουβιάνικη cumbia δηλαδή και όχι μόνο).
Δυνατός session μουσικός ο Espinoza στο δεύτερο μισό των sixties θα εμπλακεί σε διάφορες ηχογραφήσεις. Ανάμεσά τους και το “El Βueno, el Feo y el Malo” σε συνεργασία με τους Los 007, που δεν ήταν άλλο από το “The Good, the Bad and the Ugly” του Ennio Morricone. Ωραία διασκευή! Ας πω, επί τη ευκαιρία, πως οι 007 ηχογράφησαν ένα LP, που είχε τίτλο “Con Su Nuevo Estilo” [MaG LPN 2298], καθώς και μερικά 45άρια στο διάστημα 1967-70.

Το 1968 μία αριστερόστροφη χούντα στο Περού υπό τον στρατηγό Juan Velasco Alvarado θα ενθαρρύνει, ανάμεσα σε διάφορες κρατικοποιήσεις, αναδασμούς της γης και προβολή δια νόμου της ινδιάνικης κουλτούρας, τις ποικίλες τοπικές μουσικές παραδόσεις, δίχως να απαγορευτεί, επί της ουσίας, η περαιτέρω εξέλιξη του rock. Είναι η εποχή όπου ο Nilo Espinoza θα συναντήσει στα γραφεία της εταιρίας Virrey την αφρο-περουβιανή τραγουδίστρια Carmen Rosa Basucro, ιδρύοντας τους Bossa 70. Τα υπόλοιπα μέλη του γκρουπ ήταν οι Enrique Suescun τρομπέτα, τρομπόνι, Otto de Rojas όργανο (από τους Hilton’s), Roberto Rafaeli μπάσο (από την εποχή του Astoria Jazz Club) και Tito Cruz ντραμς (κι αυτός από τους Hilton’s). Το 6μελές σχήμα θα γράψει ένα τεσσαράκι για την Philips [PHI-402-CY] το 1970 με τα κομμάτια “Si voce pensa” (του Roberto Carlos – περίπου τότε το είχαν διασκευάσει και οι Βενεζουελανοί Aldemaro Romero y Su Onda Nueva, πράγμα που σημαίνει πως το τραγούδι είχε περάσει για τα καλά στο ισπανόφωνο ρεπερτόριο), “El gato”, “Las mariposas” και “Por amor a ivy”, καθώς κι ένα LP, επίσης στην Philips [6350 003] το 1971, έχοντας ως καλεσμένους έναν από τους πιο αναγνωρισμένους κιθαρίστες της χώρας τον Enrique Ego Aguirre (πριν στους Los Shain’s, και την ίδιαν εποχή στους Pax), και ακόμη τους Antonio Ginochio τρομπέτα, slide τρομπόνι, Manuel Maranon κρουστά και Adolfo Bonariva timbaletas και cowbell. Το άλμπουμ αποτελεί ασυζητητί μία εξαιρετική latin-funk περίπτωση, η οποία άγεται αλλά δεν φέρεται από τους Santana· δεν το αναφέρω τυχαίως το όνομα, αφού, το 1971, ήταν προγραμματισμένο οι Santana να εμφανιστούν στη Lima. Πάτησαν πόδι στη χώρα, είχαν πουληθεί 45 χιλιάδες εισιτήρια, αλλά, τελευταία στιγμή, η συναυλία ματαιώθηκε. Πολλοί, εκ των υστέρων, θεώρησαν ως υπεύθυνη τη χούντα. Η επίσημη δικαιολογία, όπως γράφει ο Paul Hurtado de Mendoza στο booklet του CD “Back to Peru/ The Most Complete Compilation of Peruvian Underground 64-74” [Vampi Soul VAMPI CD 001, 2002], σχετιζόταν με την κάπως χαλαρή έως προσβλητική συμπεριφορά των Santana στην επίσκεψή τους στον Καθεδρικό Ναό της Lima και τις απειλές για βομβιστικές επιθέσεις από ομάδα φοιτητών κατά τη διάρκεια της συναυλίας, ενώ άλλοι υποστήριξαν πως (οι Santana) είχαν πιαστεί επ’ αυτοφώρω το προηγούμενο βράδυ, σ’ ένα όργιο με σεξ και ναρκωτικά, στο οποίο συμμετείχαν κορίτσια «καλών οικογενειών» της περουβιανής πρωτεύουσας. Ποιος ξέρει… Σε κάθε περίπτωση πάντως το “Bossa 70” έκαιγε. Η ορχηστρική version στο “Think” της Aretha Franklin μπορεί να ήταν όλα τα λεφτά, αν και η άποψή τους για το “Berimbau” του Baden Powell (“Birimbao” αναγράφεται στο δίσκο) δεν υπολείπεται σε αξία – το ίδιο δε και το “Nubes” του Espinoza που άνοιγε το LP. Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί πως μηχανικός ήχου στην ηχογράφηση ήταν ο Γερμανός Gerd ή Gerhard “Jeff” Nieckau, ένας άνθρωπος που είχε δημιουργήσει ολόκληρο ηχητικό οπλοστάσιο στο Περού και στο Τρίνινταντ στο πρώτο μισό των seventies. Αποκαλυπτική, επ’ αυτού, είναι η συλλογή “Jeff Recordings/ from the vaults of sound engineer Jeff Nieckau/ rough beats from Peru & Trinidad 1972-1976” [crippled dick hot wax! CDHW 084, 2002], η οποία ωστόσο είναι ετεροβαρής, αφού από την περουβιάνικη σκηνή ανθολογούνται μόνον οι Bossa 70 (απουσιάζουν δηλαδή οι Gerardo Manuel y El Humo και όποιοι άλλοι).
Κι ενώ όλα έδειχναν να πηγαίνουν πρίμα για τους Bossa 70, ξαφνικά ο Espinoza εγκαταλείπει το γκρουπ, προκειμένου να συνεχίσει τις σπουδές του στο… Ανατολικό Βερολίνο! Υπό την ηγεσία του ντράμερ Cocho Arbe (από την παρέα του Astoria Jazz Club) το συγκρότημα θα συνεχίσει να υπάρχει έως το 1973, δίχως, πάντως, να ξαναδεί δισκογραφικό πρόσωπο, ενώ ο Espinoza θα γυρίζει στη Γηραιά Ήπειρο έως το ’74. Όπως αναφέρει και ο ίδιος (από το booklet της έκδοσης της Vampi Soul): «Ταξίδευσα σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, εκτός της Ισπανίας, μ’ ένα κουιντέτο από το Βερολίνο. Παίζαμε τα πάντα. Δούλευα σ’ ένα κρουαζερόπλοιο στη Μεσόγειο, πλέοντας από τη βόρεια Αφρική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα (σ.σ. άρα είχε περάσει και από το Αιγαίο). Έπαιξα επίσης σε όλη τη Γερμανία και τη Σκανδιναυία. Για μένα αυτό ήταν το πανεπιστήμιο της ζωής».Με το που επιστρέφει στο Περού, ο Espinoza θα δημιουργήσει τους Nil’s Jazz Ensemble με τους Pancho Saenz τρομπέτα, φλούγκελχορν, Miguel “Chino” Figueroa ηλεκτρικό πιάνο, clavinet, melotron (πριν στους Black Sugar), Oscar Stagnaro μπάσο, Andres Silva ντραμς, κρουστά και Jorge Montero κιθάρες (ως κιθαρίστες εναλλάσσονταν και οι Richie Zellon, Ramon Stagnaro). Μ’ αυτή τη σύνθεση, ως σεξτέτο δηλαδή, θα γράψουν το 1976 ένα φερώνυμο LP στην MAG [LPN 2535], το οποίον επανεκδόθηκε τόσο σε LP, όσο και σε CD, με πέντε bonus, live in concert, κομμάτια από την Lazarus Audio Products [CD-2019] το 2005. Το άλμπουμ είναι εξαιρετικό. Τέσσερα πρωτότυπα και τρεις διασκευές (το “Summer love” του Allan C. Barnes, το “Black angel” του Kenny Barron και όχι Brown, το “Hard work” του John Handy) στο κλίμα της electric jazz (απολαυστικά τα πλήκτρα του Figueroa), με άψογα πνευστά soli, και μ’ ένα rhythm section να κρατά όλη τη χάρη και την ομορφιά μιας jazz απέριττης, αλλά τόσο ουσιαστικής. Από τα bonus, τα… ουρανομήκη “Caravan” (Juan Tizol) και “Song for my father” (Horace Silver) φανερώνουν απλώς το jazz βάθος-πάθος των Nil’s Jazz Ensemble, ενώ το 10λεπτο “Blues for Gushi” θα μπορούσε να είναι ένα κομμάτι-σταθμός της ιστορίας της περουβιάνικης jazz. (Σ’ αυτές τις bonus εγγραφές συμμετείχαν o Roberto Rafaeli μπάσο και ο Pocho Purizaga ντραμς).Γενικώς, στο Περού (και όχι μόνο στο Περού), οι jazz με τους rock μουσικούς δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν και, συνήθως, στα live (αλλά και στους δίσκους) ανακατεύονταν. Θυμάται ο Espinoza: «Ο Jaime Delgado Aparicio ξεκίνησε έχοντας τον Manuel Sanguinetti με τους Traffic Sound ως opening band στα κονσέρτα του». Αλλά και ο ίδιος ο Espinoza συνεργάστηκε, ας πούμε, με τον Gerardo Manuel, πριν στους Los Doltons, Los Shain’s, The (St. Thomas) Pepper Smelter και El Humo, με μέλη των Black Sugar (Miguel “Coco” Salazar, Carlos “Pacho” Mejia, Roberto Valdez, Luis Calixto, Jose “Arroz” Cruz), αλλά και με παίκτες από αναρίθμητες άλλες μπάντες (El Ayllu, Kabul, Conjunto Frutas Verdes, Richie Zellon Blues Band, Elemental Music Group, Image, Dr. Wheat, Pepper, Zulu) ή projects των Daniel “Kiri” Escobar, Beto Villena, Rafael “Pocho” Purizaga κ.ά. Χάος.
Σήμερα, ο Nilo Espinoza παραμένει ακόμη ενεργός, παρουσιάζοντας τη δουλειά του σε διαφόρους χώρους στη Lima και ηχογραφώντας όπως παλαιά (έτσι διαδίδεται δηλαδή).

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Ο ΑΦΕΝΤΗΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΣ

Ποιός ειν’ αυτός που σήκωσε πολεμικό χαζράνι,
κι όλη τη νύχτα περπατεί, σε βαλτονέρια οδεύει,
το μέτωπό του στόλισε με σέληνα και σμύρτα,
και σκέπασε τη γδύμνια του με λυρικά παλτά;

Ποιός ειν’ αυτός που στα θαμπά της θλίψης μεσημέρια
μ’ όλο τον κόσμο τα ’βαλε και βγήκε νικητής,
που μες στον κάμπο έσυρε ολόξανθες πλεξούδες,
γέμισε τάφρους και γκρεμούς με μάτια λαμπερά;

Αυτός που μες στη στήθια του ξανάζησε το μύθο
του όνειρου και της ζωής, του νου και του κορμιού,
που ήταν καράβι κι έφυγε να μην ξαναγυρίσει,
που ήταν σαν άγαλμα στητός σ’ έρημους αιγιαλούς;

Που όταν ο ήλιος έδυε πίσω απ’ τα κορφοβούνια
εφάνταξε ολόλαμπρος ωσάν το σταυραητό,
που είναι της μέρας καύχημα και της αυγής σκουτάρι,
της νύχτας άξιος εραστής σε μυστικούς σηκούς;

Αν ειν’ αυτός που αγάπησαν οι δεκατρείς νεράιδες,
προτού πλησιάσει ας πάει να πιει τ’ αθάνατο νερό,
κι αν ειν’ αυτός ο λυτρωτής, ο εικονισματάρης,
προτού μιλήσει, ο ίσκιος του ας σβύση, ας χαθή.

Χρόνια τον περιμένανε στα ερειπωμένα σπίτια
και σε καθρέφτες σκοτεινούς στα τζάμια τα κλειστά,
καρδιές που ώργωσε βαθιά ο πόνος της αγάπης,
μάτια που ώργισε φριχτά των πόθων ο καϋμός.

Κι ως έρθει το πελέκι του ψηλά θαν το σηκώσει,
θα θρέψει μ’ αίμα ποταμούς ηρωική φωτιά,
τα σπλάχνα που ξερίζωσε στους άνεμους θα σπείρη,
και θα σταθή εκδικητής στο κάστρο της Σιωπής.

Νίκος Εγγονόπουλος

Το 1970 ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε ψυχεδελικώ τω τρόπω (φλάουτο, harpsichord, ογκώδες βαθύχορδο…) τον ηρωικό, βουτηγμένον στο αίμα, Αφέντη της Καρύταινας του Νίκου Εγγονόπουλου (τις δύο πρώτες και τις δύο τελευταίες στροφές) και τον συμπεριέλαβε στο άλμπουμ «Συλλογή, 1» [Lyra SYLP 3565]. Τραγούδησε, με εξωφρενικό τρόπο, ο Γιώργος Ζωγράφος. Δεν ξέρω αν έχω ακούσει ωραιότερο ελληνικό τραγούδι. Λυπάμαι, γιατί δεν υπάρχει πουθενά στο internet. Το θυμήθηκα, σήμερα, 25η Μαρτίου…

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

ΞΕΝΑΚΗΣ - ΦΩΤΕΙΝΑΚΗΣ ώρες μπροστά

Ήμουν στο μπαλκόνι και προσπαθούσα να στριμώξω σε μια σιδερένια ντουλάπα δυο-τρεις σακούλες με δελτία Τύπου (μετά από ’κει η επόμενη στάση θα είναι η ανακύκλωση), όταν κάποιο αυτοκίνητο πέρασε από κάτω με τσίτα ένα τραγούδι που μου άρεσε, και πάντα θα μου αρέσει, το «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία». Τραγουδούσε ο Βασίλης Καρράς. Παραξενεύτηκα. Δεν το είχα ακούσει από τον Καρρά αυτό το άσμα… κι έτσι, μόλις μπήκα στο σπίτι, πάτησα τα σχετικά στοιχεία στο Google και το YouTube. Το τραγούδι περιέχεται στον πιο πρόσφατο δίσκο του Καρρά (έτσι εξηγείται), που έχει τίτλο «Έτσι λαϊκά!», ο οποίος κυκλοφόρησε... από την Universal Music Greece στα δισκοπωλεία στις 23 Δεκεμβρίου (2011) και στα περίπτερα όλης της χώρας στις 5 Ιανουαρίου (2012). Στη σχετική διαφήμιση διάβαζες μάλιστα και το εξής: «ο Βασίλης Καρράς επιστρέφει δυναμικά με το νέο άλμπουμ ‘Έτσι λαϊκά!’ και με 14 ολοκαίνουργια λαϊκά τραγούδια». Ολοκαίνουργιο λαϊκό τραγούδι κάποιο που πρωτακούστηκε το 1979; Λεπτομέρειες…
Τo «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία», σε μουσική του Κώστα Ξενάκη και σε στίχους του Βασίλη Φωτεινάκη, το είπε για πρώτη φορά η Γωγώ Θεοδώρου στο άλμπουμ της με τον ίδιο τίτλο που κυκλοφόρησε από την General Grammophone [GGMG 2591] –Omonoia Sound– το 1979. Σχεδόν όλο το LP (δέκα στα δώδεκα) ήταν στηριγμένο σε μουσικές του Κώστα Ξενάκη (ο οποίος ενορχήστρωνε και διηύθυνε τη λαϊκή ορχήστρα), ενώ τέσσερα από τα τραγούδια είχαν στίχους του Φωτεινάκη. Το «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία» είναι ένα κλασικό σκυλάδικο ζεϊμπέκικο, υψηλού δυναμικού, το οποίον ερμηνεύει με πίστη και πάθος η Θεοδώρου (η φωνή της περνάει από τις νότες της Ρίτας Σακελλαρίου, αλλά ανεβαίνει πιο ψηλά). Είναι γραμμένο δε από ένα δίδυμο, που σχετίστηκε κάποια στιγμή, στη διαδρομή του, και με το ελληνορόκ...
Οι Ξενάκης-Φωτεινάκης στα late sixties-early seventies είχαν δώσει ένα τουλάχιστον τραγούδι τους στους Sounds, το «Εννιά κορίτσια» (επιτυχία), ενώ ο Ξενάκης (σε στίχους Ρέτης Ζαλοκώστα) τους είχε δώσει το «Βιταμίνες C», το «Γαλάζιο πουλί» και δεν ξέρω ποια ακόμη (δεν έχω χρόνο να το ψάξω περισσότερο). Σίγουρα έχω και ορισμένα άλλα τραγούδια των Ξενάκη-Φωτεινάκη στις 45 στροφές (ελαφρά, ελαφρορόκ, ή ελαφρολαϊκά), όπως ας πούμε το «Γεια σου σ’ ευχαριστώ» με τον Δάκη, το «Θα κρατήσω της αγάπης το δικαίωμα» με τη Θάλεια, αλλά εκείνο που θυμάμαι τώρα είναι το… concept LP του Κώστα Ξενάκη (σε στίχους Ρέτης Ζαλοκώστα) «Ωροσκόπιο» [PanVox X 33 SPV 10135, 1971] στο οποίο τραγουδούσαν οι Sounds, Μάρω Δημητρίου, Ελπίδα, Πάνος Κόκκινος, Ζωή Κουρούκλη, Tammy, Χριστίνα, Τέρης Χρυσός…
Τα χρόνια πέρασαν. H pop/rock έκφραση απώλεσε κεφάλαια στο βιβλίο της λαϊκής αφήγησης, και προς τα τέλη των seventies, αν ήθελες να επιβιώσεις, θα έγραφες ή πολιτικά τραγούδια ή λαϊκά της νύχτας (ok, είναι λίγο υπερβολικό αυτό, μην το πάρετε εντελώς τοις μετρητοίς). Οι Ξενάκης-Φωτεινάκης έμπλεξαν με τον Ήχο της Ομόνοιας, δίδοντας τραγούδια τους (πότε μαζί και πότε χώρια) στη Φούλη Δημητρίου, στη Μαρία Ρούσου, στο Σωτήρη Βώπη, στο Γιώργο Βωβό κ.ά.
Τα τελευταία χρόνια, και εξαιτίας της έλλειψης σοβαρών λαϊκών της νύχτας, το τραγούδι των Ξενάκη-Φωτεινάκη, το «Έψαξα να βρω μια ευκαιρία», πέρασε στις πίστες, και στις πρώτες και στις δεύτερες, γνωρίζοντας –όπως διαπίστωσα από ένα μικρό ψάξιμο στο YouTube– απανωτές εκτελέσεις από την Κατερίνα Ρανιέρη (ποια είναι πάλι ετούτη; – εγώ ήξερα την Katyna Ranieri…), την Ευδοκία, την Αγγελική Ηλιάδη, την Ελένη Καρουσάκη, τον Αλέκο Ζαζόπουλο, τη Νατάσα Θεοδωρίδου… Ως συνήθως καμμία σαν την πρώτη…

για το χωνί…

Έδωσα ενάμισι φράγκο και αγόρασα, σήμερα Σάββατο, το φύλλο μηδέν, της «κυριακάτικης αντι-μνημονιακής εφημερίδας» Το Χωνί της Αντίστασης. Αν κάτι μου έκανε εντύπωση ήταν η απουσία σελίδων για την Τέχνη. Ολίγα τσιτάτα του Τζίμη Πανούση, οι… απορίες του Γιάννη Ζουγανέλη και μια συνέντευξη του Μανώλη Μητσιά –στην οποίαν ο Χατζιδάκις αναγράφεται ως «Χατζηδάκις», με «η» δηλαδή αντί «ι», κάτι που μαρτυρά την... εξοικείωση του συντάκτη με τα θέματα που αφορούν στον πολιτισμό–, δεν συνιστούν σύγχρονο και σοβαρό πολιτιστικό περιεχόμενο.
Ευτυχώς, η εφημερίδα δεν έχει αθλητικά, πρόγραμμα τηλεόρασης, συνταγές μαγειρικής και ζώδια… Είναι κι αυτό κάτι.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΛΑΒΡΑΝΟΣ – BOB AZZAM χαρά και αγαλλίαση

Δεν υπάρχει κάποια αφορμή για τη συγκεκριμένη ανάρτηση, παρ’ εκτός, ίσως, της ανάγκης να επαναφέρω –όσο δύναμαι, και πάντα μέσω του δισκορυχείου– το όνομα του Γεράσιμου Λαβράνου στο προσκήνιο. Και το πράττω με το παρόν, μεγεθύνοντας στην καλλιτεχνική του σχέση με τον αιγύπτιο-λιβανέζο Bob Azzam, αλλά και μ’ ένα επόμενο post, που το έχω ήδη επεξεργαστεί και που κάποια στιγμή θα το δημοσιεύσω.
Ας πω, έτσι κάπως γενικόλογα, πως ο Γεράσιμος Λαβράνος και ο Bob Azzam (1925-2004) υπήρξαν δύο σημαντικοί μαέστροι της δεκαετίας του ’60 (κυρίως), με πολλά, ή έστω κάποια, κοινά σημεία στη διαδρομή τους και φυσικά με διεθνή καριέρα· περισσότερο γνωστή εκείνη τού Azzam και λιγότερο η… ανάλογη τού Λαβράνου, μιας και η πρώτη καταγράφτηκε επαρκώς, ενώ η δεύτερη όχι και τόσο.
Οι δύο μαέστροι, που γνωρίζονταν μεταξύ τους, συναντήθηκαν επισήμως για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 1961 (17/6) στα εγκαίνια του Mont Parnes. Όπως μου είχε πει και ο ίδιος ο έλληνας συνθέτης: «Εμείς παίζαμε κανονικά στο Μον Παρνές και ο Μπομπ Αζάμ είχε έρθει να εμφανιστεί για καμμιά βδομάδα. Κρατήσαμε κάποιαν επαφή και τελευταία φορά που είχα νέα του ήταν στις αρχές του ’90, όταν βρισκόταν στην Αμερική. Ο Αζάμ είχε κάνει κάποιες επιτυχίες –τον 'Μουσταφά'– και θυμάμαι πως, τότε, διασκέδαζε κυρίως το ευρωπαϊκό τζετ-σετ».
Εκείνη την εποχή τόσο ο Azzam όσο και ο Λαβράνος είχαν ήδη κάνει επιτυχίες στη Γαλλία – ο Αιγυπτιο-λιβανέζος τον fox oriental “Mustapha”, το cha cha “Viens a Juan-les-Pins”, το bolero oriental “Fais moi le couscous, cheri” και ο Έλληνας το θαυμάσιο ελαφρό “Quand on aime”, που είχαν τραγουδήσει στη Γαλλία ο Luis Mariano, η Jacqueline Boyer, το Trio Los Kris, μετατρέποντάς το σε jazz κομμάτι ο Guy Lafitte…– με αποτέλεσμα όταν συναντήθηκαν οι δυο τους ν’ ανταλλάξουν κατά μίαν έννοια κομμάτια· υποθέτω δηλαδή, γιατί είναι πιθανόν ο Λαβράνος να διασκεύασε τον «Μουσταφά» πριν την δια ζώσης γνωριμία του με τον Azzam. Αναφέρομαι, κατά πρώτον, στο ελληνικό 45άρι «Mustapha/ Μένω σε κάποια γειτονιά» [Monte Carlo MO 945] από το 1960 ή ’61, στο οποίο τραγουδούσε η Souli Sambah (ή Σούλη Σαμπάχ), συνοδευόμενη από την ορχήστρα (του Λαβράνου). Ιδανική επιλογή ερμηνεύτριας, όπως αντιλαμβάνεστε, αφού η αιγυπτιώτισσα τραγουδίστρια και ηθοποιός βρισκόταν στο στοιχείο της. Ως γνωστόν ο «Μουσταφάς» ήταν στηριγμένος σε παραδοσιακή, βορειο-αφρικανική μελωδία και γαλλο-αραβικούς στίχους και πρωτοπαρουσιάστηκε από τον Bob Azzam και την Ορχήστρα του σ’ ένα EP της γαλλικής Barclay [72359], νωρίς το 1960, με από κοινού ενορχήστρωση των Azzam και Eddie Barclay. Σε κάποιο επόμενο post θα πω περισσότερα για την ελληνική του περιπέτεια (για την ελληνική περιπέτεια του «Μουσταφά» εννοώ).
Παραλλήλως (ή έστω λίγο πιο μετά) ο Bob Azzam παίρνει το «Καράβια φεύγουνε» του Λαβράνου –που είχε πρωτοτραγουδήσει ο Τζίμης Μακούλης, σε στίχους Ρέτης Ζαλοκώστα, με τη συνοδεία του συγκροτήματος Ο Λαβράνος και οι Σολίστ του (φλάουτο κάποιος Sandro Buccelli) στο 45άρι «Θαλασσοπούλια/ Καράβια φεύγουνε» [Monte Carlo MO 962, 1961]–, μετατρέποντάς το σε calypso rock στο EP “Un petit grain de sable, Le grand depart/ Amen Twist, Vieni vieni” [Braclay BLY 72.491] από το 1961. Το “Le grand depart” είχε κυκλοφορήσει βεβαίως και στην Ελλάδα την ίδιαν εποχή με τους Bob Azzam et son Orchestre στο 45άρι “Amen twist/ Le grand depart” [Barclay BAR 039 ή 11039]. Αυτά τα ολίγα.
Εδώ, http://is.gd/0NliiG ακούτε το “Le grand depart” του Γεράσιμου Λαβράνου με την ορχήστρα του Bob Azzam...Και από κάτω την πρώτη ελληνική εκτέλεσή του ως «Καράβια φεύγουνε» με τον Τζίμη Μακούλη...

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

ποιητικά μεσάνυχτα…

Χθες το βράδυ (δηλαδή σήμερα τις πρώτες πρωινές ώρες) ψάχνοντας στα κανάλια έπεσα, στη ΝΕΤ, στην εκπομπή «Στην υγειά μας» του Σπύρου Παπαδόπουλου. Επειδή με τις μουσικές εκπομπές κολλάω προς στιγμήν (ό,τι κι αν είναι) είπα να την παρακολουθήσω για λίγο. Αρχικώς, νόμιζα πως επρόκειτο για κάποιαν επανάληψη, επειδή ήταν Τετάρτη και η συγκεκριμένη εκπομπή μεταδίδεται Σάββατο, αλλά σχεδόν αμέσως φάνηκε πως επρόκειτο για ένα εμβόλιμο πρόγραμμα αφιερωμένο στην Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (οι Παγκόσμιες Ημέρες ως... παγκοσμιοποιημένοι θεσμοί δεν μου λένε απολύτως τίποτα – δεν χρειαζόμαστε τσάτσους, για να μας υποδεικνύουν πότε και τι πρέπει να τιμήσουμε και τι όχι).
Ακούγοντας, λοιπόν, κάποια αρχικά σποτάκια τραγουδιών, γύρω από το τι θα παρουσιαζόταν κατά τη διάρκεια της εκπομπής, διαπίστωσα πως αρκετές από τις ερμηνείες των παρευρισκομένων ήταν απαράδεκτες και αν δεν άλλαξα αμέσως κανάλι ήταν γιατί, ανάμεσά τους, ανάμεσα στους καλεσμένους εννοώ, υπήρχε ο ακριβοθώρητος Κώστας Καράλης. Περίμενα λοιπόν να έρθει η σειρά του για να τραγουδήσει· πράγμα που συνέβη, ευτυχώς, σχεδόν στην αρχή της εκπομπής, μιας και δεν έβλεπα την ώρα για να… αποδεσμευτώ. Πριν τον Καράλη παρουσιάστηκε, αν θυμάμαι καλώς, ο Κώστας Θωμαΐδης, που τραγούδησε ωραία το «Καραντί» (σε ποίηση Νίκου Καββαδία και μουσική Θάνου Μικρούτσικου) παρότι η ορχήστρα δεν βοηθούσε, κάποια γυναικεία φωνή που είπε κι αυτή ένα τραγούδι σε ποίηση Καββαδία (δε θυμάμαι ούτε ποια ήταν, ούτε τι τραγούδησε) και αμέσως μετά ο Κώστας Καράλης, που απέδωσε συγκινητικώς το «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» (μουσική Γιάννης Σπανός).
Πριν πάρει τη σκυτάλη ο Καράλης, ο Σπύρος Παπαδόπουλος άρχισε να λέει κάτι ανούσια περί των μελοποιήσεων του Μικρούτσικου, ότι τάχα απ’ αυτόν μάθαμε τον Καββαδία και κάτι τέτοια, τέλος πάντων, λόγια του σωρού. Με το που ανεβαίνει στη σκηνή για να τραγουδήσει ο Καράλης «πιάνεται» και ξεκινά να λέει κάτι περί δικαιοσύνης(!) και τα ρέστα και ότι εν πάση περιπτώσει ήταν ο Γιάννης Σπανός εκείνος που μελοποίησε για πρώτη φορά Νίκο Καββαδία. Σωστός, αν και… λάθος. Και μούγγα, εννοείται, οι από κάτω…
Φυσικά, ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει, να γλείφει (δεν εννοώ τον Καράλη) ή να εγκωμιάζει όποιον και όσο θέλει, δεν μπορεί όμως κανείς (λέμε τώρα) σε μία εκπομπή που θέλει να ασχολείται με το ελληνικό τραγούδι να επιβραβεύει ανακρίβειες, προβάλλοντάς τες. Δεν ξέρω πόσοι και για ποιο λόγο πληρώνονται γι’ αυτήν την εκπομπή, δεν ξέρω αν υπάρχει επιστημονικός συνεργάτης (ας τον πω έτσι) που να ελέγχει όσα ακούγονται (πετώντας τον ανιστόρητο λόγο στα σκουπίδια) εκείνο που ξέρω είναι πως ο Πάνος Σαββόπουλος στο «Επεισόδιο» [Polydor, 1971] μελοποίησε (αναφέρομαι σε μελοποίηση και όχι σε απαγγελία συνοδεία μουσικής) την «Αρμίδα» (του Καββαδία), χρόνια πριν πράξει κάτι ανάλογο ο Σπανός και βεβαίως ο Μικρούτσικος. Και άντε να μην γνωρίζουν ο οικοδεσπότης και οι προσκεκλημένοι το «Επεισόδιο» και τον Πάνο Σαββόπουλο (αν και τον Σαββόπουλο τον γνωρίζουν, γιατί έχει παρουσιάσει ρεμπέτικα ουκ ολίγες φορές στο πρόγραμμα) είναι ντροπή όμως να μην αναφέρεται σ’ αυτήν την «ευγενή» κόντρα το όνομα τουλάχιστον της Μαρίζας Κωχ, οι μελοποιήσεις της οποίας πάνω στον Καββαδία (1977) προηγήθηκαν εκείνων του Μικρούτσικου, γνωρίζοντας μάλιστα και την επιτυχία («Φάτα Μοργκάνα» κ.λπ.).
Κι επειδή κάποιοι μπορεί να σπεύσουν… Λογοκρισία δεν είναι να κόβεις (όταν και όπου μπορείς) τις τηλεοπτικές «κοτρώνες», που πετάει ο ένας κι ο άλλος. Είναι καθήκον. Τούτο πράττοντας σέβεσαι, απλώς, την Ιστορία. Και όσους σε παρακολουθούν.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

BOKOMOLECH δεν είν’ αλήθεια…

Οι Bokomolech είναι ένα ιστορικό γκρουπ του αγγλόφωνου εγχώριου rock. Σχηματίστηκαν στην Αθήνα το 1992 και, προσωπικώς, τους θυμάμαι από την εποχή ακόμη που συμμετείχαν στη συλλογή “Toxic Babies In a Rock n’ Roll Land” [Sub Studio Rec., 1994] με το “Confession”, όταν τους αποτελούσαν δηλαδή οι Δημήτρης Ιωάννου φωνή, κρουστά, Λίλα Κατερινάκη μπάσο, φωνή, Εύη Φραγγεδάκη κιθάρα, Κώστας Ραγκούσης κιθάρα, φωνή και Βλάσσης Καραγιάννης τύμπανα. Θ’ ακολουθήσουν οι ηχογραφήσεις βινυλίων και CD –το “Insect (songs)” στην Hitch-Hyke, από το 1997, το ακούω και τώρα με περισσότερη ευχαρίστηση από το “Xero”–, όπως και κάποιες ανακατατάξεις μελών πριν φθάσουμε στο έσχατο “Mass Vulture” [Inner Ear, 2012], που σηματοδοτεί μία νέα αρχή για το συγκρότημα (καθότι είχαμε ν’ ακούσουμε νέα του από το 2003).
Εξαμελής, σήμερα, οι Bokomolech, με τέσσερα από τα πρωταρχικά μέλη παρόντα (Ιωάννου, Κατερινάκη, Ραγκούσης, Καραγιάννης), συν την Χριστίνα Κασσεσιάν, συν τον Τάσο Πρωτόπαπα και με την ίδιαν πάντα διάθεση να εξερευνήσουν ηλεκτρικές περιοχές, προτείνουν ένα ακόμη άλμπουμ (κάπως πεσιμιστικό θα το χαρακτήριζα – δεν είναι αρνητικός ο χαρακτηρισμός, αλλά μπορεί να είναι και η ιδέα μου), που επιχειρεί να πάρει θέση (μάχης) εντός της εποχής.
Οι Bokomolech δεν αναλίσκονται σε τραγούδια που περιστρέφονται αναγκαστικώς γύρω από το ερωτικό ανεκπλήρωτο, ούτε βεβαίως καταγγέλλουν τη συλλογική κατάντια μ’ έναν τρόπο, που να αναιρεί την αισθητική. Επιχειρούν μέσα από την… συγκαλυμμένη αγγλική τους να εκφράσουν την οργή τους για τα προκύπτοντα αδιέξοδα, να δείξουν προς τη μεριά των αληθινών ενόχων, να στρέψουν τα μινόρε τους προς τον έξω κόσμο (εν τέλει). Το αποτέλεσμα είναι να προκύψουν τραγούδια εύθραυστα –που γίνονται… ευθραυστότερα λόγω των μετέωρων ερμηνειών– όπως το “It’s not true”, το “Talk about fires” ή το “Belt” (κάποια, βεβαίως, εκρήγνυνται στη διαδρομή, αλλά εγώ προτιμώ τα μέρη που καίει απλώς το φυτίλι) και που αποδεικνύουν, τελικώς, πως οι Bokomolech, είκοσι χρόνια μετά το ξεκίνημά τους, έχουν ακόμη πράγματα να δώσουν. Και τα δίνουν.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

ROOTZ UNDERGROUND στον άγνωστο στρατιώτη

Reggae συγκροτήματα σκάνε παντού στον κόσμο και βεβαίως στην… Τζαμάικα. Οι Rootz Underground, δηλαδή οι Stephen Newland φωνή, Jeffrey Moss-Solomon ρυθμική κιθάρα, φωνή, Colin Young μπάσο, Leon Campbell ντραμς, Paul Smith πλήκτρα, φωνή και Charles Lazarus lead κιθάρα, προέρχονται από το Kingston, σχηματίστηκαν προς τις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, πρωτοηχογραφώντας το 2007 ένα μεγάλο δίσκο που είχε τίτλο “Movement” [Mystic Urchin]. Το στυλ τους κατακρατεί πολλά στοιχεία από την κλασική roots reggae, φλερτάρει όμως και με το rock, κάπου-κάπου με τη soul και ακόμη… πιο κάπου-κάπου με την jazz, προβάλλοντας ένα υβρίδιο, που θυμίζει κάτι από Peter Tosh, δίχως, σε κάθε περίπτωση, να αναλώνεται σε γενικότητες.
“Gravity” [soulbeats, 2010] αποκαλείται το πιο προηγούμενο CD των Rootz Underground, καθότι υπάρχει και το “Live in France” [soulbeats, 2011]· ένα άλμπουμ που ανοίγει μ’ ένα απόσπασμα ομιλίας του Haile Selassie (“H.I.M. Majesty Ras Tafari intro”), λίγο πριν μεταφερθούμε σε κλασικές αγωνιστικές καταστάσεις. Στα “Power to the people” και “Unknown soldier”, που αμέσως ακολουθούν, παρουσιάζεται, με τρόπο αδρό, η εικόνα της καιόμενης Αφρικής, καθώς και του πιστού rasta μαχητή. To “Jah love is the solution” είναι ένα mid-tempo, soulful κομμάτι, με προφανές μήνυμα (“If you don’t know Jah, you don’t know love”), με το “Modern day Jericho” να στέκει ψηλά και όσον αφορά στο δίδαγμα, αλλά και εν σχέσει με τη γενικότερη (rock) δουλειά. Το ίδιο θα έλεγα και για το “Rastaman experience” (ένας συνδυασμός rock κιθαρο-δυναμικής και βαθέως dub μπάσου που εμπνέει), λίγο πριν πάρει θέση στο πλατώ ο… President Nelson Mandela, επεκτείνοντας το κήρυγμα της δράσης και του αγώνα, δίνοντας ώθηση στη δεύτερη πλευρά του δίσκου.
Η ουσία είναι πως όσο και να ψάξεις στο “Gravity” δύσκολα θα εντοπίσεις μέτριο κομμάτι· κομμάτι που να μην εξαντλείται επάνω του το μέτρο της μουσικής ιστορίας της νήσου. Και τούτο, όχι μόνον ως προς το σημαίνον (η διάθεση των Rootz Underground να εμφανίζονται εφευρετικοί, και άρα απρόβλεπτοι, όσον αφορά στις ενοργανώσεις, τα κόλπα, τα ηχοχρώματα που τιθασεύουν), αλλά και ως προς το σημαινόμενο (το κοινωνικό περιεχόμενο των στίχων, το μήνυμα του… σκηνοθέτη).

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΡΩΤΑΣ χορικά

«Τα ΧΟΡΙΚΑ είναι βγαλμένα από μία χορευτική παράσταση της Ζουζούς Νικολούδη, που κάνει με την ομάδα της, για δεύτερη χρονιά το 1968, περιοδεία σε χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας. Τα ΧΟΡΙΚΑ είναι είτε κομμάτια από χορικά αρχαίων τραγωδιών, είτε δραματική μορφοποίηση, με μουσική και κίνηση, πανάρχαιων μύθων.
Οι ΒΑΚΧΕΣ του Ευριπίδη, σε τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα, φέρνουν όλην την ορμή, την πίστη και την λατρεία, όλον τον έρωτα ορμητικόν ή λυρικόν, όλην την εκρηκτική δύναμη που έκλεινε μέσα της η νέα θρησκεία: η Διονυσιακή. Ο θεός Διόνυσος και πίσω του οι Βάκχες έρχονται από την Φρυγία και υπερπηδώντας κάθε εμπόδιο που βάζει στο δρόμο τους η παληά κοινωνία, γεμίζουν όλον τον θόλο του ελληνικού ουρανού, πλημμυρίζουν την Ελλάδα με τους ηφαιστειακούς ρυθμούς της Βακχείας.
Ο ΠΑΝ, η προσωποποίηση της ζωικής δύναμης και της αγριάδας που καραδοκεί πίσω από την φαινομενική ηρεμία της φύσης. Το αρσενικό στοιχειό του ελληνικού, χαριτωμένου δάσους. Οι νεράιδες σκορπάνε ΠΑΝικόβλητες μπροστά στον ΠΑΝΑ βιαστή, το δυνατό σπέρμα της φύσης που οσμίζεται με την μουσούδα ψηλά και σέρνει μαζί του όλην την ανατριχίλα που σκορπάει η ιλιγγιώδης ακινησία.
Από τις ΧΟΗΦΟΡΕΣ του ΑΙΣΧΥΛΟΥ ένα χορικό: Η Ηλέκτρα έρχεται στο μνήμα του πατέρα της Αγαμέμνονα να προσφέρει χοές. Συνοδεύεται απ’ τις πιστές της σκλάβες. Η πατρίδα της η Μυκήνα κατέχεται από το φιλόδοξο, φίλαυτο, αυταρχικό και ασυγκράτητο χέρι της Κλυταιμνήστρας, το ίδιο χέρι που λίγο πριν σκότωσε με δόλο στα λουτρά του σπιτιού του τον Αγαμέμνονα, είναι και όρκος πίστης που κλείνει μέσα της, πόλεμο, όχι μοιρολατρεία: ‘…σε πόλεμο, και στη δεξιά στεριόδετα μαχαίρια κυβερνώντας…’.
Οι ΜΟΡΦΕΣ καταπιάνονται με την ΗΛΕΚΤΡΑ, την ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ, τον ΑΙΓΙΣΤΟ και τον ΟΡΕΣΤΗ.
ΙΧΝΕΥΤΕΣ. Ένα χορικό από το σατυρικό δράμα του ΣΟΦΟΚΛΗ. Ο Σειληνός με τα παιδιά του, τους Σατύρους (σπουδαίος μπαμπάς και σπουδαία παιδιά), αποφασίζουν να ψάξουν να βρουν τα κλεμμένα γελάδια του θεού Απόλλωνα για να πάρουν το χρηματικό βραβείο που εκείνος τους τάζει.
ΕΥΜΕΝΙΔΕΣ, οι υπερήφανες τύψεις, οι αδάμαστες, αλύγιστες θεές της δικαιοσύνης, κυνηγούν τον μητροκτόνο Ορέστη. Πλάσματα του κάτω κόσμου, γεννήματα της Γης και της Νύχτας, φέρνουν τον κοινωνικό καθαρμό κάθε φορά που κάτι πάει να τον ταράξει».
Είναι το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο τού άλμπουμ «Χορικά» [Philips 843607, 1968] του Νικηφόρου Ρώτα (1929-2004), ενός διακεκριμένου συνθέτη, μουσικοπαιδαγωγού, συγγραφέα, αγωνιστή της Αριστεράς, η προσφορά του οποίου στην εγχώρια μουσική πρωτοπορία (ας περιοριστούμε σ’ αυτό) είναι ανεκτίμητη (κυριολεκτικώς).
Στα «Χορικά», που είναι κατά πάσα πιθανότητα η πρώτη του δισκογραφική κατάθεση, ο Ρώτας συνεργάζεται με τη χορογράφο Ζουζού Νικολούδη (1917-2004) και την ομάδα της Λόγος-Μουσική-Κίνηση, η ιδιομορφία της οποίας (ομάδας) αφορούσε στο γεγονός πως οι χορευτές τραγουδούσαν ταυτοχρόνως με την χορευτική τους κίνηση, κατ’ αναλογίαν με ό,τι συνέβαινε στο αρχαίο δράμα (ή την κωμωδία).
Ο Ρώτας συνθέτει μία μουσική πλημμυρισμένη από στοιχεία της παράδοσης, της κλασικής, του έντεχνου τραγουδιού και της πρωτοπορίας προσφέροντας ένα ακρόαμα σπάνιας ομορφιάς και δύναμης. Συμμετέχουν τραγουδώντας: η χορευτική ομάδα της Ζουζούς Νικολούδη, με κορυφαίες τις Δ. Ζαχαριάδου και Μαρία Κιοσσέ, η Γιώτα Παπουλίδου σόλο τραγούδι και ακόμη ο Νίκος Βασταρδής (που πέθανε χθες στα 88 του) ως Σειληνός. Στην μπάντα συνοδείας οι: Νίκος Γκίνος κλαρινέτο, Παντελής Δεσποτίδης βιολί, Ανδρέας Ροδουσάκης κοντραμπάσο, Αναστάσιος Διακογιώργης σαντούρι, μαρίμπα, Νίκος Λαβράνος βιμπράφωνο, κρουστά, Τίτος Καλλίρης κιθάρα, Χαράλαμπος Μαλλίδης κιθάρα και Φανή Λάμπρου φλογέρα.

το πεφιλημένο μας…

«Σήμερα ξανασυναντηθήκαμε με τον ίδιο μας τον εαυτό».
Δεν το είπε ο Λόμπσαν Ράμπα…

«Το ΠΑΣΟΚ δεν έχασε την ψυχή του».
…τη βρήκε το μέντιουμ-ψυχοερευνήτρια κ. ΜηΛένα.

«Είναι εφικτός ο στόχος μας για νίκη στις εκλογές, για πρωτιά».
… την Κυριακή του Τυφλού.

«Έχω και προσωπικά, πλήρη συνείδηση των λαθών».
Μην το βάζεις κάτω. Όλοι κάνουμε λάθη, δεν τρέχει τίποτα…

«Ξέρω τι σημαίνει να μην υπάρχει δουλειά στο μαγαζί. Τι σημαίνει να μειώνεται η σύνταξη».
Κι εγώ ξέρω. Όσοι δεν έχουμε ούτε μαγαζί, ούτε σύνταξη πάντα ξέρουμε περισσότερα...

«Υπάρχει και πάλι ελπίδα(…) προοπτική αναπλήρωσης των απωλειών και αποκατάστασης των αδικιών».
Το «Λεφτά υπάρχουν» είναι το νέο «Μολών λαβέ».

«Μέσα στην ίδια τη γη μας».
Όσο πιο βαθειά, τόσο πιο καλά.

«Να σεβαστούμε το εθνικό μας καθήκον για αλήθεια».
Άνοιξε την καρδιά σου τέκνο μου στον πνευματικό σου.

«Δημοκρατική Προοδευτική Παράταξη».
...στου Όθωνα τα χρόνια.

«Επανιδρύθηκε όμως σήμερα μια σχέση εμπιστοσύνης».
Να και τα σωστά ελληνικά!

«Αρχίσαμε!».
…και μην ξεχάσετε τον της Γλωσσολογίας για τον καθιερωμένο αγιασμό.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

THE NEW WORLD JAZZ COMPOSERS OCTET – NEW YORK STANDARDS QUARTET

Ηχογραφημένο στη Βοστώνη τον Ιούνιο που πέρασε, το “Breaking News” [Big and Phat Jazz Productions] είναι το τρίτο άλμπουμ τού New World Jazz Composers Octet (NWJCO), μιας ομάδας που σχηματίστηκε το 2000 από τον Daniel Ian Smith, έχοντας (ως ομάδα) ένα βασικό χαρακτηριστικό· όχι μοναδικό, αλλά εν πάση περιπτώσει βασικό. Οι μουσικοί που αποτελούν το NWJCO, όπως μαρτυρά και ο τίτλος του εξάλλου, είναι εκτός από οργανοπαίκτες και συνθέτες. Τούτο τους παρέχει τη δυνατότητα για μία εφ’ όλης της ύλης περιπλάνηση στο έργο μεγεθών της jazz, το οποίον (έργο) αφού το μετασχηματίσουν σε πρόταση προσωπική, αποφασίζουν οι ίδιοι να το εκτελέσουν προτείνοντάς το στο κοινό τους. Το αποτέλεσμα είναι οπωσδήποτε θελκτικό. Η μπάντα, δηλαδή οι Felipe Salles τενόρο, φλάουτο, Ken Cervenka τρομπέτα, φλούγκελχορν, Walter Platt τρομπέτα, φλούγκελχορν, Tim Ray πιάνο, Keala Kaumeheiwa ακουστικό μπάσο, Mark Walker ντραμς, Ernesto Diaz κρουστά και βεβαίως ο Daniel Ian Smith σε σαξόφωνα και φλάουτο, παίζει πραγματικά με θέρμη και με πάθος, όπως αποδεικνύεται ακόμη και από ένα πρώτο άκουσμα, δίνοντας ρέστα σε tracks όπως το εισαγωγικό, και πλημμυρισμένο στο swinging, up-tempo “Poco Picasso”, το κλασικής bop αντίληψης “Breaking news” (το διανθισμένο με στοιχεία… hard), το “Warp 7, now!” με τις αεράτες πνευστές γραμμές και τα διακεκαυμένα πνευστά και πιανιστικά soli που δίνουν και παίρνουν, το μοναδικό μέσα στο σώμα του άλμπουμ “Song sung long” με την απαγγελία του φερώνυμου ποιήματος του Paul Haines, έτσι όπως το αποδίδει η μικρή Catherine Hazel Smith (κόρη του Daniel Ian Smith). Αλλά και στις (πιο αργές) μπαλάντες τύπου “Wishful thinking” ή “Children’s waltz” το NWJCO δείχνει την ικανότητά του να διαπερνά ποικίλα περιβάλλοντα (jazz και κλασικά), άνευ οιουδήποτε προβλήματος. Η (τριμερής) «Τριλογία», που κλείνει το “Breaking News”, με κάθε ένα από τα μέρη της να είναι αφιερωμένο και σ’ έναν αγαπημένο συνθέτη του γκρουπ (Thad Jones, Billy Strayhorn, Bill Holman) είναι ασυζητητί το κερασάκι. Απανωτές αλλαγές ρυθμών, αλλεπάλληλα σόλι, αφηγηματικές στιγμές ιδιαίτερης έμπνευσης, καταπληκτικό modal κλείσιμο. Για οκτέτο πρόκειται, αλλά η αίσθηση που λαμβάνεις δείχνει ν’ αφορά σε… διπλάσιο σχήμα!
Επαφή: www.bigandphatjazz.com
Αν και ολλανδική ετικέτα η Challenge (έχει ως έδρα της την πόλη Amersfoort, κάπου κοντά στην Ουτρέχτη), οι εκδοτικές της δραστηριότητες είναι όσο παγκόσμιες γίνεται. Οι New York Standards Quartet (NYSQ) είναι Νεοϋορκέζοι, όπως μαρτυρά ο τίτλος τους, γράφουν στο Tokyo, και αποτελούνται εκ των David Berkman πιάνο, Tim Αrmacost σαξόφωνα, άλτο φλάουτο, Gene Jackson ντραμς και Yosuke Inoue κοντραμπάσο. Το δε άλμπουμ τους “Unstandard” (2011), που παρέχει αφορμή για ό,τι ακολουθεί, χαιρετίζεται ως πολλά υποσχόμενο (αν και δεν είναι το παρθενικό τους) και τούτο γιατί οι NYSQ κατορθώνουν (όχι το ακατόρθωτο) να επιβάλλουν ένα δικό τους τρόπο αφήγησης στα κλασικά των κλασικών, που δείχνει ψάξιμο και μεράκι. Έτσι, λοιπόν, έχοντας στη φαρέτρα τους κομμάτια όπως τα “How high the moon”, “All the things you are”, “Stablemates”, “But beautiful”, “Interplay” οι τέσσερις NYSQ (που είναι και συνθέτες – το άλμπουμ τους περιέχει τρία δικά τους θέματα) επικεντρώνονται θα λέγαμε στα στάνταρντ του παρελθόντος, διαμορφώνοντάς τα κατά το δοκούν. Τι σημαίνει αυτό; Μεταλλάσσουν τις αρμονίες, ανοίγουν τις μελωδίες, επανερχόμενοι στα αναγνωρίσιμα μοτίβο μέσα από τις δικές του διαδρομές, προτείνοντας εν τέλει ένα άλμπουμ σύγχρονης jazz, ναι μεν με τις εκφραστικές του δυσκολίες, αλλά και άνευ εκπτώσεων όσον αφορά στις προσδοκίες του ακροατή.
Επαφή: www.challenge.nl

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

SONNY TOUCH brain soup

Εντελώς παράξενο, αυτόνομο και αυτοδύναμο ελληνικό άλμπουμ, το “Brain Soup” [GroovyGarden, 2011] του Sonny Touch θα μπορούσε να είναι ένα… “Gris-Gris” του σήμερα. Εξωφρενικό; Υπερβολικό; Ρεαλιστικό.
Εννοώ, δηλαδή, πως ο έλληνας μουσικός (από τη Θεσσαλονίκη;) πραγμάτωσε το απόλυτο μουσικό καλειδοσκόπιο του… βάλτου, ένα μοναδικό, όσο και σύγχρονο, νέο-ορλεανικό άκουσμα, που απαρτίζεται όχι μόνο από ισχυρές δόσεις του ντρεσαρισμένου ήχου του ’60 (του Δόκτορα, βασικώς), ούτε μόνον από τα προαιώνια τύμπανα των voodoo children, μα ακόμη και απ’ ό,τι επακολούθησε (τις ροκιές των 70s, τα post και τα electro των 80s, τα DJ-λίκια των 90s, το sampling των 00s). Το μείγμα είναι μοναδικό, και βασικά απολαυστικό. Το “Brain Soup” έχει μέσα τραγουδάρες, όπως ας πούμε το “With no one” (Νίκος Κορωναίος ντραμς, Sonny Touch κιθάρες, φωνή, κρουστά, Χρύσανθος Χριστοδούλου μπάσο, ηλεκτρονικά, Ειρήνη Σεργκελίδου πιάνο, Φώτης Σιώτας βιολί, βιόλα – για να δώσω και μία line-up), κάτι σύντομα στο χρόνο instros (“Dancin’ zombies”, “Drjanova”) που σε βουτούν ολόκληρο στα… ηπειρωτικά (εξ Ηπείρου) έλη, κάτι blues (“Houndog”, “Standin’ there”) σαν έτοιμα από καιρό για τον κατάλογο της Fat Possum, συν τις εξώτικες (“All around the red square”), συν τα ρωσικά (“Бесполезное” σημαίνει άχρηστος;), συν τις dub απομιμήσεις (όλη η ρυθμική βάση στο “With no one”), συν... συν… συν… ένα σωρό κι ακόμη…
Εξαιρετικός δίσκος… ακτίνας, που πρέπει να γίνει και βινυλίου.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

ΖOOLIXO ΛΙΓΟ σου πάει αυτό το πρόσωπο, σου πάει χωρίς κεφάλι…

Η ευγενής… ανατρεπτική κόντρα του Ataktou με τον τζ. δίπλα στο cbox με πήγε λίγο πίσω στο χρόνο –μια 15ετία, όχι σπουδαία πράγματα…– στην περιπτωσάρα των Zoolixo λίγο. Θυμήθηκα έτσι τα ζωντανά τους σε διάφορους χώρους της εποχής (μου έχει καρφωθεί στη μνήμη ένα live στην Πινακοθήκη, ένα μαγαζί σ’ ένα στενό του Ψυρρή, που έβγαινε στην Ερμού – δεν υπάρχει τώρα) και βεβαίως θυμήθηκα τι είχα γράψει στο Jazz & Τζαζ για το μοναδικό τους άλμπουμ, το «Zoolixo λίγο», που είχε βγει το 1998 στη μικρή εταιρεία Ε.2 της Σωκράτους· ένα άλμπουμ που σε 10-15 χρόνια θα το κυνηγάνε κάποιοι για να το βγάλουν σε LP. Αντιγράφω λοιπόν τον εαυτό μου από το τεύχος 67 του περιοδικού, τον Οκτώβριο του 1998… Παρακολουθώ από την αρχή και από κοντά την πορεία του Γιώργου Μακρή στα μουσικά μας πράγματα (σ.σ. τον είχα πρωτοδεί live, μαθητής, στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης στην Πάτρα το 1982 – αυτό το γράφω τώρα) και δεν απορώ καθόλου για τη «σχιζοφρενική» με τα χρόνια κατάληξή του σε μια «ζαπική» ρέπλικα, που κρύβει όμως γνήσια στοιχεία έμπνευσης και προβληματισμού για πλήθος παραμέτρων του νεοελληνικού κάθε-μέρα. Η αρχή έγινε το 1981, υπό τη σκέπη του Μάνου Χατζιδάκι στους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού της Κέρκυρας, με τα «Ω Δέσποινα των λογισμών μου» και «Για τον Σκαρίμπα». Ακολούθησε το πρώτο άλμπουμ με τον τίτλο «Πέρα Βρέχει» [Κέρκυρα, 1982], απ’ όπου απολαμβάνω πάντα το «Θα’ θελα να σε τρομάξω», έπειτα ήταν το «Παραδείγματος Χάριν» [Lyra, 1985], με τις πρώτες εμφανείς πλέον «ζαπικές» προβοκάτσιες (άκου π.χ. το «Πέφτει μια νύχτα») και πριν από οκτώ χρόνια (σ.σ. δηλαδή το 1990, αφού το κείμενο είναι γραμμένο το ’98) το «Πιο άσχημα από πριν χειρότερα από μετά» [Penguin], κομματάκι δυσκίνητο, αλλά ακόμη πιο κοντά στο δημιουργικό σύμπαν του θειου Frank.
Οι Zoolixo λίγο, τελευταίο project του Γιώργου Μακρή, δεν είναι άγνωστοι στο μουσικόφιλο κοινό της νύχτας. Οι τακτικές τους παρουσίες σε μαγαζιά και happenings, τα τελευταία 3-4 χρόνια αποτέλεσαν ουσιαστικώς το όχημα πάνω στο οποίο πάτησαν τα καινούρια τους τραγούδια. Αυτό έχει μια σημασία από την άποψη ότι τα κομμάτια του άλμπουμ κρίθηκαν εν τη γενέσει τους και πολύ αργότερα πήραν το δρόμο της δισκογραφίας, επαναφέροντας έτσι και με αυτόν τον τρόπο στο προσκήνιο εκείνη την παλαιά σχέση που υφίστατο ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθεί και στηρίζει, και τον καλλιτέχνη που αφουγκράζεται και διαστρεβλώνει. Ακριβώς τέτοιοι, άξιοι διαστρεβλωτές δηλαδή, αποδεικνύονται οι Zoolixo λίγο. Η πλάκα, ο σαρκασμός, η αγανάκτηση, το βγάλσιμο της γλώσσας, το φτύσιμο, η αηδία κι η απέχθεια –όλα φιλτραρισμένα όμως μέσα από μιαν απαράμιλλη σκωπτική διάθεση– είναι παντού φανερά σε κάθε στιχάκι, σε κάθε μουσικό μέτρο. Ενέχει μόνον ο κίνδυνος ορισμένοι από εμάς να πάρουν αψήφιστα τους Zoolixo λίγο και ίσως, πολύ χειρότερα, να τους απορρίψουν μένοντας στην πρώτη εντύπωση της ζαπικής καρικατούρας. Ο Μακρής, όμως, έχει ήδη απαντήσει με τον πλέον έξυπνο και προκλητικό τρόπο. Εμφανίζεται στις φωτογραφίες με το γκρουπ ως νεκρανάσταση του Zappa –φοβάμαι δε πως όσο ο καιρός περνάει θα μοιάζει όλο και περισσότερο– και εξηγεί τα πάντα στο πανέξυπνο «Είμαι σαν εσένα ή Frank Zapping». Ακούγονται ακόμη, εδώ, ο «Λαϊκός τραγουδιστής» –καμμία σχέση με το ομότιτλο τραγούδι του Σαββόπουλου από το “Happy Day”, παρ’ εκτός ίσως εκείνου του «πληγωμένου εγωισμού» που οδηγεί τον Μακρή σε τούτη την έξοχη παρλάτα– το «Χρόνος και χρήμα», το «Όπως οπωσδήποτε» και βεβαίως το «Ποιος» (αφιερωμένο στους τζαμπατζήδες και τους απρόσκλητους της τηλεοπτικής μας νύχτας).
Έκτοτε, ο Γιώργος Μακρής θα εγκαταλείψει σταδιακώς τη μουσική προς χάριν της ζωγραφικής (ομαδικές, ατομικές εκθέσεις και τα λοιπά), αφήνοντας αυτά τα τέσσερα δισκάκια (και κάτι ψιλά εδώ κι εκεί) για να τον θυμόμαστε…
Πάρτε γραμμή από το εξαιρετικό βίντεο που ακολουθεί. Είναι ο «Λαϊκός τραγουδιστής», μία απολαυστική παρλάτα του Μακρή (συμπτωματικές οι ομοιότητες...) κι ένα top funky παίξιμο από τους Zoolixo λίγο (κομμάτι βγαλμένο –έτσι φαίνεται– μέσα, πάνω, πέρα από το “Elephant talk” των King Crimson, εποχής “Discipline”).

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

η jazz, οι beat poets, το rock

Σε κεντρικό βιβλιοπωλείο, πριν από λίγες μέρες, ψάχνοντας στους πάγκους με τις νέες (και σχετικώς νέες) εκδόσεις έπεσα πάνω στο βιβλίο του Γιάννη Λειβαδά «Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς/ Στοιχεία για την beat generation» [εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2011] το οποίον και ξεφύλλισα. Φυσικά, ένα βιβλίο δεν το διαβάζεις όρθιος, ξεφυλλίζοντάς το στα βιβλιοπωλεία, αλλά μπορεί να εντοπίσεις ένα-δυο σημεία του που να σου προξενήσουν μιαν εντύπωση. Κι επειδή αυτό συνέβη, με τον εν λόγω ανάγνωσμα, σημείωσα σ’ ένα χαρτί δυο αποσπάσματα (μπορεί να υπάρχουν κι άλλα), τα οποία δεν με βρίσκουν καθόλου μα καθόλου σύμφωνο (τα θεωρώ τραβηγμένα και ατυχή). Να πω, πρώτον, πως το βιβλίο δεν το αγόρασα γιατί πήρα κάτι άλλο (το έχει αγοράσει φίλος, όμως, και θα το δανειστώ κάποια στιγμή για να το διαβάσω όπως πρέπει) και δεύτερον, πως τον Γιάννη Λειβαδά τον εκτιμώ ως ποιητή (και ως μεταφραστή), δεν κατανοώ όμως με τίποτα αυτή την εμμονή του με την jazz (δεν είναι ανάγκη να την κατανοώ – καταλαβαίνετε πώς το λέω). Ό,τι σχετίζεται με τους beat poets και την jazz έχει υψηλό νόημα για τον Λειβαδά, ενώ ότι σχετίζεται με το rock και τους μπητ το νόημα εκμηδενίζεται (αν δεν είναι ανύπαρκτο). Γράφει επί λέξει ο Λειβαδάς: «Ο Γκίνσμπεργκ από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 άρχισε να χάνει σταδιακά την ποιητική του πυγμή και αποτέλεσε μία ‘beat revolution icon’, απορρόφησε την ποπ κουλτούρα της εποχής (ή απορροφήθηκε απ’ αυτήν), και κατέληξε να περάσει το κατώφλι του ‘popular’ θιάσου». Και λίγο πιο κάτω: «Στην Ελλάδα ως επί το πλείστον κατεγράφησαν εκκωφαντικές αστοχίες για τη ζωή και το έργο των μπιτ(…). Χαρακτηριστικές είναι οι περισσότερες από τις περιπτώσεις. Εμφανίστηκαν πολλαπλά άρθρα και αφιερώματα, γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, με το απαιτούμενο παραμορφωτικό ψιμύθιο μιας ‘μπιτνικίτιδας’, τη σύγχυση του μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εντ ρολ...» κ.λπ., κ.λπ.
Για να το ξεκαθαρίσω –κάτι που ισχύει όχι μόνο για το rock, την jazz και την beat ποίηση– κατά την προσωπική μου άποψη (και όχι μόνο τη δική μου) η Τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της, αποκτά το πλήρες νόημά της όταν γίνεται pop, popular δηλαδή και αφορά στα πλήθη. Τότε εμφαίνεται η όποια κοινωνική της διάσταση, τότε μπορεί να επηρεάσει τους πολλούς προς το καλύτερο (ή το χειρότερο). Όσο παραμένει περιθωριοποιημένη και ερμητική, αναπτυσσόμενη μέσα στα πλαίσια μιας κάστας, αυξάνει το ποσοστό των εσωστρεφών χαρακτηριστικών και του κυνισμού της, ελαττώνοντας εκείνο του κοινωνικού της αντικρίσματος. Ο Ginsberg λοιπόν είναι σημαντικός, όχι μόνο γιατί έγραψε το «Ουρλιαχτό» (και γι’ αυτό φυσικά και για όλα τα υπόλοιπα ποιήματά του), αλλά γιατί κατάλαβε εγκαίρως που τελειώνει η «παρέα» και που αρχίζει η κοινωνία. Έτσι, λοιπόν, εκείνο που λέει ο Λειβαδάς πως «από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 άρχισε να χάνει σταδιακά την ποιητική του πυγμή και αποτέλεσε μία ‘beat revolution icon’, απορρόφησε την ποπ κουλτούρα της εποχής (ή απορροφήθηκε απ’ αυτήν)» εγώ το μεταφράζω διαφορετικά. Είναι ευτύχημα το ότι ο Ginsberg δεν πήρε και πολύ στα σοβαρά το ρόλο του ως beat ποιητή και επέλεξε, στη διαδρομή, να ανακατευθεί με την ανερχόμενη νεανική γενιά του folk και εν συνεχεία του rock, να γνωρίσει και να επηρεάσει τον Dylan και να παρευρεθεί σε κάθε μικρό ή μεγάλο hippie ή μη hippie event της δεκαετίας του ’60. Εν αντιθέσει δηλαδή με τον αντι-κομμουνιστή Kerouac –τον οποίον ο Λειβαδάς τον έχει περί πολλού– που απεδείχθη (ήταν) συντηρητικός του κερατά και που θεωρούσε πως το κίνημα των hippies ήταν κομμουνιστικός δάκτυλος και πως πήγαινε κόντρα στην πατριωτική Αμερική (γι’ αυτό υποστήριζε, ο Kerouac, και τον πόλεμο στο Βιετνάμ), ο Ginsberg συμπορεύτηκε με το αντιπολεμικό κίνημα και το γενικότερο κίνημα της αντικουλτούρας και ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο (και βεβαίως στην Ελλάδα) δεν παρέλειπε να ρίχνει παντού το σπόρο της αμφισβήτησης, υπερασπιζόμενος τις απανταχού σπίθες και φυσώντας τες ώστε να γίνουν πυρκαγιές.
Και δεν ξέρω σε ποιους αναφέρεται ο Λειβαδάς όταν σημειώνει πως στην Ελλάδα «εμφανίστηκαν πολλαπλά άρθρα και αφιερώματα, γεμάτα ανακρίβειες και σοβαρά λάθη, με το απαιτούμενο παραμορφωτικό ψιμύθιο μιας ‘μπιτνικίτιδας’», όταν όμως γράφει για τη «σύγχυση του μπιτ με την άνοστη γενιά του ροκ εντ ρολ...» δεν μας τα λέει απλώς χοντρά, έως πολύ χοντρά, αλλά μας οδηγεί να αντιληφθούμε, ακόμη μία φορά, το που ακριβώς λαθεύει η Τέχνη όταν αναπτύσσεται ερήμην της κοινωνίας.

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

NEKTAR πλημμύρισε το Ίνσμουθ

Τρία άλμπουμ των Nektar επανατυπώνονται μετά από πολύ καιρό σε βινύλιο, από την ελληνική Missing Vinyl, και μάλιστα με bonus tracks, τα οποία περιέχονται σε ξεχωριστό LP (αναφερόμαστε δηλαδή σε εκδόσεις διπλών LP). Ας δούμε κάποιες λεπτομέρειες…
Το συγκρότημα σχηματίστηκε στο Αμβούργο το 1969, από βρετανούς μουσικούς κάποιοι εκ των οποίων, όπως ο μπασίστας Derek “Mo” Moore και ο ντράμερ Ron Howden, εμφανίζονταν ακόμη και στην Ελλάδα στο δεύτερο μισό των sixties (με τους Upsetters και τους Prophets, δες κι εδώ http://is.gd/Ey1Dhp). Οι δυο τους λοιπόν συνδέθηκαν με τον οργανίστα Allan “Taff” Freeman, τον κιθαρίστα Roye Allbrighton και στην πορεία με δύο ακόμη… τεχνικούς, τον Keith Walters που βοηθούσε στο προβολικό πεδίο και τον Mick Brockett που βοηθούσε στους φωτισμούς, φθάνοντας να ηχογραφούν το πρώτο LP τους στο Stommeln (κωμόπολη, έξω από την Κολωνία), το καλοκαίρι του 1971, με μηχανικό ήχου και συμπαραγωγό μία από τις πιο διακεκριμένες πίσω φιγούρες του krautrock, τον Dieter Dierks (ο έτερος ήταν ο Peter Hauke). Αντιληπτό, λοιπόν, γιατί οι Nektar εμφανίζουν έναν psych-space χαρακτήρα (ως επέκταση βεβαίως και της Pink Floyd-ικής επιρροής), ο οποίος ξεκινούσε από τον τίτλο (“Journey to the Centre of the Eye”) και το cover του εξωφύλλου, για να περάσει στους στίχους («Ένας πύραυλος εγκαταλείπει τη Γη με κατεύθυνση τον Κρόνο, σε μιαν εποχή όπου η Γη βρίσκεται στα πρόθυρα ενός πυρηνικού Παγκοσμίου Πολέμου» κ.λπ.), καταλήγοντας βεβαίως στη μουσική. Και αν στα live, τη βοηθεία των σχετικών προβολών και του light show, επιτυγχανόταν με κάποια άνεση (υποθέτω) το σχετικό χάσιμο, δεν μπορούμε να πούμε πως το ίδιο ακριβώς δε συνέβαινε και με το δίσκο, εκεί όπου ένα πλήθος στουντιακών κόλπων και τεχνικών (δια χειρός Dierks) ξεπερνούσε το οπτικό handicap, παρέχοντας πλήρη, όσο και φευγάτη, ηχητική εικόνα. Ακούστε μόνο την εισαγωγή, τα κομμάτια “Prelude” και “Astronauts nightmare”, και θα καταλάβετε αμέσως τι εννοώ. Οι Beatles πίνουν από τις πορτοκαλάδες των Brainticket ή τις γκαζόζες των Ash Ra Tempel… αλητεύοντας στο διάστημα.
Στο δεύτερο LP, το “A Tab In the Ocean”, ηχογραφημένο και αυτό με μηχανικό ήχου τον Dieter Dierks, τον Οκτώβριο του ’72, το concept εμφανίζεται μετατοπισμένο. Από το γενικό space πλάνο, μεταφερόμαστε στο ειδικό τού... βασιλείου τού Ποσειδώνα (“Neptune’s world around us lies”). Αλλά και από ηχητικής πλευράς το συγκρότημα εμφανίζεται περισσότερο προσγειωμένο προς ένα κλασικό (στο διάβα του) progressive rock, με κάποιες hard κιθαριστικές αναφορές, με το όργανο του Allan “Taff” Freeman να πρωταγωνιστεί (ο… Bach στοιχειώνει τα παιξίματά του), αλλά και με το rhythm section να έχει, και αυτό, βαρύνει, συνεργαζόμενο άψογα με τα lead όργανα. Την πρώτη πλευρά του άλμπουμ καταλαμβάνει το φερώνυμο κομμάτι –μία από τις πιο ώριμες συνθετικές προσφορές των Nektar–, ενώ στη δεύτερη ακούγονται τέσσερα tracks, τα οποία φανερώνουν την ικανότητα του συγκροτήματος να αναμιγνύει τις ποικίλες αναφορές του (ακόμη και την jazz στο “Desolation valley”), προς την κατεύθυνση ενός ολοκληρωμένου progressive ήχου· πιο ολοκληρωμένου δε γίνεται. Κλασικό άλμπουμ. Τουλάχιστον στ’ αυτιά μου, αφού το πρωτάκουσα στις αρχές της δεκαετίας του ’80, από την πρώτη ελληνική του έκδοση (1979) στην Music Box.
To “Remember the Future” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Nektar και το πρώτο βρετανικό, αφού ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του ’73 στο Chipping Norton, με το remix μόνο να γίνεται στο στούντιο του Dierks, στο Stommeln. Τo στιχουργικό concept παραμένει κι εδώ ισχυρό –ο άνθρωπος-πουλί Bluebird επισκέπτεται για πολλοστή φορά τον πλανήτη και μέσω ενός τυφλού αγοριού, προσπαθεί ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του– με τις μουσικές να ενσωματώνουν στοιχεία του καιρού (ας πούμε η funky, με wah-wah, εισαγωγή), έχοντας συγχρόνως κι έναν… Dark Side of the Moon αέρα στη δεύτερη πλευρά (το έπος των Pink Floyd είχε κυκλοφορήσει τον Μάρτιο του ’73). Αν υπάρχει μία ισχυρή αλλαγή εδώ, εν σχέσει με τα δύο προηγούμενα LP, τούτη έχει να κάνει κυρίως με τα φωνητικά, που είναι εντελώς mellow, θυμίζοντας αμερικανικά AOR συγκροτήματα.
Όπως είπα και στην αρχή οι εκδόσεις της Missing Vinyl είναι double LP, με το extra long play να περιλαμβάνει ανέκδοτα (στη φόρμα του βινυλίου) κομμάτια. Ας δούμε κάποιες λεπτομέρειες… Στο “Journey to the Centre of the Eye” το extra άλμπουμ έχει τίτλο “In the beginning – The Boston Tapes 1970” και περιέχει τις πιο πρώιμες εγγραφές των Nektar (Βοστώνη, 1970)· πριν δηλαδή αυτοί πέσουν στα χέρια των Dierks και Hauke. Το ύφος, βεβαίως, είναι ακόμη αδιαμόρφωτο, παρότι εδώ υπάρχουν τίτλοι, που θα τους ξανακούσουμε τρία χρόνια αργότερα στο 2LP “…Sounds Like This”. Αν και το γκρουπ παίζει πολύ καλά, τα διαφορετικού ύφους τραγούδια (και οι κάπως απροσάρμοστες αναφορές – από Beatles και Vanilla Fudge, μέχρι Led Zeppelin και Black Sabbath) δεν επιτρέπουν την αποτύπωση ενός σαφούς στυλ. Ξεχωρίζουν το “The life I’ve been leading” με την ωραία μελωδική σκληρή γραμμή του, η rock μπητλική μπαλάντα “Our love will last forever” και το τύπου Sabbath στις πενιές “Candlelight”.
Το bonus LP, που συνοδεύει το “A Tab in the Ocean” περιέχει εγγραφές από τον 10/1972 και τον 2/1973, οι οποίες έγιναν στο Dierks Studio, στο Stommeln, με παραγωγό τον Peter Hauke. Είναι η εποχή της ηχογράφησης των “A Tab in the Ocean” και “…Sounds Like This”, με το υλικό να προέρχεται βασικά από το δεύτερο. Παραδείγματος χάριν το (γνωστό) 6λεπτο “Cast your fate”, που μετατρέπεται εδώ στο 20λεπτο “Cast your fate jam” και που δεικνύει την εκτελεστική δεινότητα και φαντασία του συγκροτήματος, και ακόμη τo φοβερό bluesy α λα Arzachel “What ya gonna do”, καθώς και η μπαλάντα “Wings”, που έχουν όμως παραπλήσιες διάρκειες μ’ εκείνες στο original “…Sound Like This”. Το “Da da dum”, που ανοίγει την τέταρτη πλευρά της έκδοσης της Missing Vinyl είναι ένα κλασικό heavy prog, κοντά στον σκληρό ήχο που λανσάριζε η Bacillus κι η Bellaphon εκείνη την εποχή (Hairy Chapter, Message, Jeronimo, Orange Peel και τα συναφή).
Το πρόσθετο LP που συνοδεύει την ελληνική έκδοση του “Remember the Future” περιλαμβάνει δύο κομμάτια (ένα σε κάθε πλευρά)· πρόκειται για τα 13λεπτα “Sunshine down on the city” (στην πρώτη) και “It’s all in your mind” (στη δεύτερη). Ηχογραφημένα (και αυτά) τον Οκτώβριο του ’72, αποτελούν μία πρόγευση του επίσημου “Remember the Future”. Με τη διαφορά πως είναι προτιμότερα, αφού είναι αυθεντικά space-σκληρά… κατάλοιπα (γραμμένα στο Stommeln και ουχί στη Βρετανία).
Άπασες οι εκδόσεις είναι limited, κομμένες σε βινύλια 180 γραμμαρίων.
Επαφή: www.veamusic.com/catalogue/ownlabel.php

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

JAZZ & TZAZ 228

Παινεύω το σπίτι μου όπως λένε, κι ας μην υπάρχει περίπτωση να πέσει να με πλακώσει. Ένα από τα καλύτερα Jazz & Τζαζ του τελευταίου καιρού. Από πού να ξεκινήσεις; Από το ωραιότατο εξώφυλλο, από το extra groovy CD, από τα άρθρα και τις πληροφορίες; Αλλά, ας τα πάρουμε από την αρχή… κι ας ξεκινήσουμε από το 4σέλιδο αφιέρωμα (γράφει ο… γράφων) στη σύγχρονη νορβηγική jazz. Όλες οι εταιρείες (με πρώτη την Rune Grammofon) και όλοι οι καλλιτέχνες (άγνωστοι και γνωστοί). Ο Γιάννης Μουγγολιάς γράφει για το duo των Danilo Rea / Flavio Boltro με αφορμή το πρόσφατο opera-jazz CD τους στην ACT Music. Ο Δημήτρης Κατσουρίνης συζητά με τον Thibeaux Toussaint, κιθαρίστα ενός εκ των καλυτέρων soul γκρουπ του Καναδά, των Slim Moore & The Mar-Kays. Ο Θανάσης Μήνας γράφει για τη μοναδική περίπτωση του τζαμαϊκανού σαξοφωνίστα Joe Harriott και για τη σημασία του στην ταυτοποίηση της βρετανικής jazz στα χρόνια του ’50 και του ’60 (αφορμή το 4πλό CD της Proper “The Joe Harriott Story”). O Βαγγέλης Αραγιάννης συζητά με τον σαξοφωνίστα Bryan Murray, ηγέτη των Bryan and The Haggards, ενός κορυφαίου γκρουπ της σύγχρονης jazz, που σκύβει με ξεχωριστή συνέπεια πάνω στις μουσικές του μεγάλου country-man Merle Haggard. Ο Σπύρος Σερλεμές μεγεθύνει στη… σκληρή πλευρά του άρχοντα των δακτυλιδιών, ξεκινώντας από τους Cream και τους Jimi Hendrix Experience και φθάνοντας μέχρι τους W.A.S.P., τους Metallica, τους Megadeth και τους Slayer. Τέλος, από πλευράς θεμάτων, ο Γιώργος Χαρωνίτης καταπιάνεται με την περίπτωση ενός σημαντικότατου σουηδού κοντραμπασίστα της jazz, του Lars Danielsson (τον βλέπετε στο εξώφυλλο).
Από ’κει και κάτω Δισκοκριτικές, blues boom! (40 χρόνια Alligator), MoonJune Records (οι τελευταίες prog κυκλοφορίες τής αμερικανικής εταιρείας), δισκορυχείον, Jazz & Λογοτεχνία, Πράξεις Λόγιας Μουσικής, All That Art, Jazz Eye (με κείμενα για τους Echoes of Swing, 2L8, Χρήστο Λαϊνά, Ζωή Τηγανούρια, Ross Daly, τον Sun Ra στον Ορφέα το 1984…), καθώς και όλη η ζωντανή κίνηση του μήνα.Στο CD “Jazz Flute & Bass Clarinet” 55 extra groovy λεπτά με φοβερές μουσικές του Herbie Mann (1957-1961).

Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

JANNIS ZOTOS οι σιγανές φωνές της μνήμης

Η παρουσία του Μίκη Θεοδωράκη στα πρώην ανατολικο-γερμανικά μουσικά πράγματα, όπως έχω ξαναγράψει εδώ http://is.gd/zcNgMZ, είχε περάσει από ατραπούς και λεωφόρους. Έτσι, ενώ στο δεύτερο μισό των sixties ο Ζορμπάς ή το Βάρκα στο γιαλό τυπώνονταν σε ετικέτες Amiga, στα πρώτα χρόνια του ’70 το έργο του είχε πέσει σε δυσμένεια. Είχε πει ο ίδιος ο Θεοδωράκης στην εφημερίδα Αυγή (30/9/2011): «όταν στα 1970, από το Στρατόπεδο του Ωρωπού κατήγγειλα την ηγεσία του ΚΚΕ ότι διασπά την Αντίσταση, το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας απαγόρευσε τη μουσική μου και κατέστρεψε τους δίσκους μου». Για να συνεχίσει: «τελικά στο Ανατολικό Βερολίνο κατόρθωσα να πάω όταν εξομαλύνθηκαν οι σχέσεις μου με το ΚΚΕ (υποψήφιος δήμαρχος Αθήνας το 1978, Βουλευτής Επικρατείας 1981-1986). Όμως μετά και πάλι οι σχέσεις μου με την ηγεσία του ΚΚ Γερμανίας ψυχράθηκαν επειδή δήλωσα ότι είμαι υπέρ της ενότητας του Γερμανικού Λαού».
Τον Φεβρουάριο του ’79, στο ένατο Festival des Politischen Liedes του Ανατολικού Βερολίνου η Μαρία Φαραντούρη τραγούδησε στην ελληνική “Wie schon ist meine liebe”, το Άσμα Ασμάτων δηλαδή από το Μαουτχάουζεν σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη, ενώ την επόμενη χρονιά στη δέκατη διοργάνωση, θα παρευρισκόταν ο ίδιος ο συνθέτης, ο οποίος και θα παρουσίαζε το “Canto General”. Εκείνη η συναυλία στο Palast der Republik την 14/2/1980 θα ηχογραφείτο, θα κυκλοφορούσε σε 2LP από την Amiga, ενώ θα αποτελούσε και την αφορμή για τη γνωριμία του Μίκη Θεοδωράκη με τον Γιάννη Ζώτο, έναν έλληνα συνθέτη, μουσικό, ενορχηστρωτή και παραγωγό που είχε γεννηθεί στη Δρέσδη το 1958. Ο Ζώτος έχει μεγάλη καριέρα στην πρώην Ανατολική Γερμανία και νυν Γερμανία, καριέρα που συνδέεται στενά με τον Μίκη Θεοδωράκη και το έργο του (υπήρξε μουσικός σε σχετικές συναυλίες, ενορχηστρωτής στα άλμπουμ Gisela May/ Thanassis Moraitis – Mikis Theodorakis Lieder, Theodorakis sings Theodorakis, Birthday Concert ’95, Ήλιος και Χρόνος με την Μαρία Φαραντούρη και τον Rainer Kirchmann και άλλα τινά). Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, της συνεργασίας δηλαδή με τον Θεοδωράκη, εντάσσεται και το CD «Οι Σιγανές Φωνές της Μνήμης» [oudattack], το οποίον πρωτοβγήκε στη Γερμανία το 2007 και που κυκλοφορεί κι εδώ.
Ο Γιάννης Ζώτος μελοποιεί στίχους του συνθέτη, γραμμένους σε διάφορες εποχές (1942-43, 1946-47, 1949, 1967, 1973 1981) και τόπους (Τρίπολη, Αθήνα, Ικαρία, Μπουένος Άιρες)· στίχους βασικά ερωτικούς, που ναι μεν βρήκαν έξοδο δε δύσκολες εποχές, έχοντας όμως, ως αφετηρία, μιαν εσωτερική πίστη και αισιοδοξία για κάτι καλύτερο. Ο Ζώτος χρησιμοποιώντας κυρίως ηλεκτρικά όργανα στις ενορχηστρώσεις του παράγει ένα έντεχνο rock άλμπουμ, το οποίο θα μπορούσε να το αποκαλέσουμε ακόμη και progressive, βάσει των παλαιών χαρακτηρισμών. Προς folk κατευθύνσεις ορισμένες φορές, προς περισσότερο σκληρές κάποιες άλλες, το «Οι Σιγανές Φωνές της Μνήμης» με οδήγησε ν’ ανακαλέσω στη μνήμη μου την απλότητα της τραγουδοποιίας του πρόωρα χαμένου και ξεχασμένου Περικλή Χαρβά· ας πούμε το φερώνυμο κομμάτι, το «Θα ’ρθω να σε βρω», το «Εγώ κι εκείνη», το «Μικρή φαντασία». Έτσι, λοιπόν, παρότι οι στίχοι του Θεοδωράκη δεν είναι ομοιοκατάληκτοι –δεν αποτελούν δηλαδή προφανή τραγούδια– ο τρόπος του Γιάννη Ζώτου τους μετατρέπει σε τέτοια (σε τραγούδια), εκμεταλλευόμενος το ανοιχτό μελωδικό του τάλαντο, όπως και την ικανότητά του στην αρμονική επεξεργασία. Το αποτέλεσμα είναι κάτι (αρκετό) πέραν του συμπαθούς.

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

το κίνημα της πατάτας…

Χθες το βράδυ στα Εξάρχεια βρήκα σε καλάθι, έξω από βιβλιοπωλείο, το βιβλίο της Γκιζέλα Μπον «Χιππισμός, Πρόκληση στην κοινωνία της ευημερίας» στη δεύτερη έκδοσή του στον Ελεύθερο Τύπο, που συνέβη στις αρχές της δεκαετίας του ’80 (πιθανώς το 1982 – δεν αναγράφεται χρονιά έκδοσης). Το πήρα, γιατί η τιμή του ήταν 5 ευρώ (θα μπορούσε να ήταν φθηνότερο) και γιατί είχε πολύ καιρό να πέσει στην αντίληψή μου. Το βιβλίο αυτό το είχα πρωταγοράσει στα χρόνια του ’80, όταν είχα πετύχει σε επαρχιακό βιβλιοπωλείο την πρώτη έκδοσή του στον Ρόμβο, που είχε συμβεί στις αρχές των seventies. (Οι δύο εκδόσεις έχουν ακριβώς το ίδιο κασέ, αν εξαιρέσεις τις φωτογραφίες που παρεμβάλλονταν στην πρώτη και απουσιάζουν από τη δεύτερη). Μάλιστα εδώ http://is.gd/SD3xXW και με αφορμή το χριστιανικό άλμπουμ των Last Call of Shiloh είχα γράψει λίγα λόγια…Βρήκα επίσης σε διπλανό καλάθι και ξαναγόρασα, με 3 ευρώ, το άλμπουμ του Πάνου Τσαπάρα “Homo Socialis” [CBS 450163-1, 1986]. Τον δίσκο αυτόν τον είχα αγοράσει στην εποχή του, αλλά κάποια στιγμή τον χάρισα σ’ ένα παλαιό συντρόφι (δεν ξέρω αν έπιασε τόπο…). Επειδή όμως ήθελα πάντα να τον έχω, θα τον αγόραζα οπωσδήποτε τη στιγμή που θα τον εύρισκα μπροστά μου… στα καλάθια με τα άπλυτα. Το έπραξα χθες βράδυ. Και γι’ αυτό το άλμπουμ έχω ξαναγράψει κάτι στο blog – δες εδώ http://is.gd/ptATe5.
Το “Homo Socialis” είχε θαφτεί στην εποχή του, και αιτία ήταν η σκληρή κριτική που ασκούσε ο τραγουδοποιός, μέσω των στίχων του, στον… σοσιαλιστικό μετασχηματισμό (στη δεύτερη, εκείνη, ολέθρια τετραετία τού... κινήματος). Δεν ξέρω αν τα αντίτυπα καταστράφηκαν, κάηκαν ή ξανάγιναν πρώτη ύλη για να τυπωθεί Μαρινέλλα ή Άννα Βίσση, εκείνο που ξέρω είναι πως ο “Homo Socialis” δεν διέγραψε την πορεία που του άρμοζε. Ο δίσκος, που ήταν σε παραγωγή του Αντώνη Βαρδή και στον οποίο συμμετείχαν πρώτοι μουσικοί (Νίκος Βαρδής, Γιάννης Εκμετζόγλου, Γιάννης Ιωάννου, Μπάμπης Λασκαράκης, Γιώργος Μαγκλάρας, Γιάννης Πανταζής, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Φίλιππος Τσεμπερούλης), παρέπεσε και τον έφαγε η μαρμάγκα. Ποιος θα ήταν, εξάλλου, ο μάγκας ραδιο-τηλε-παραγωγός που θα υποστήριζε, εν έτει ’86, τραγούδια όπως το «Ελλάδα ελαφίνα μου»; Θαυμάζω τον ηρωικό παλμό της Ρωμιοσύνης
και σκύβω το κεφάλι μου ως το δείκτη νοημοσύνης
ουρλιάζοντας εκλέξαμε την ηγεσία του τόπου
και τώρα εκείνη αθόρυβα μάς εκτελεί επί τόπου.

Το Σάββατο τον βρίζουμε την Κυριακή συμφέρει
και τη Δευτέρα «κόψτε μου» φωνάζουμε «το χέρι»
λαέ μου αμετανόητε θυσία στη θυσία
με κόπους κληρονόμησες μόνιμη αμνησία.

Μα αφού όταν μας μίλαγε ψηλά από το μπαλκόνι
ξεκάθαρος και φουσκωτός σα σερνικό παγώνι
κανένας δεν τον άκουγε φωνάζαμε «προχώρα»
τώρα παραπονιόμαστε «αφάνισες τη χώρα».

Ποτέ μου δεν συνάντησα υπουργό ή κυβερνήτη
στην Κοκκινιά, στο Πέραμα και σε δυάρι σπίτι
παράξενα τα πράγματα δεν τα καταλαβαίνω
τους έδωκα τη δύναμη κι εγώ αργοπεθαίνω.

Τον βασιλιά τον διώξαμε, δεν ήταν εκλεγμένος
εμείς θέλουμε άρχοντα μα να’ναι διαλεγμένος
αυτός που το αίμα θα μου πιει, στο σβέρκο μου θα κάτσει
θα λέει και πως τον διάλεξα, βαράτε με ρε μπάτσοι.

Μα αν ειν’ η χώρα άρρωστη και για γιατροί κουνιέστε
πάψτε τους προεκλογικούς, μαζί τη λύση βρέστε
μ’ ενισχυμένη ή απλή πεθαίνει το κοριτσάκι
κι εσείς με νόμο ορίζετε πρώτα το φακελάκι.

Νικήσαμε, μας νίκησαν αντίπαλοι χαμένοι
Ελλάδα ελαφίνα μου μια λύση πια σου μένει
δυο βοσκοπούλες διάλεξε να σε νοικοκυρεύουν
ετούτοι είναι βιαστές που σε διακορεύουν.

Δυο λόγια για τους φίλους μου, που ίσως παρεξηγήσουν
αν πουν «είν’ αντιδραστικός» λάθος θα μ’ εξηγήσουν
να υπάρχει η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός μας
μα να μην είν’ αφέντης μας, να’ναι υπάλληλός μας.

Αυτές είν’ οι απόψεις μου, τις έκανα τραγούδι
και δήλωσα περήφανα πως δεν είμαι αγγελούδι
δεν πάω στον παράδεισο, την κόλαση γουστάρω
μα στο λαιμό μου σύντροφοι κανένα δεν θα πάρω

Πήραν φωτιά οι μέρες μου και καίγονται τα χρόνια
σαμπάνια, δίσκος στο πικάπ και καθαρά σεντόνια
σαν όραμα λικνίζεται μπροστά μου το κορμάκι
ο αγώνας δικαιώνεται… περίμενε λιγάκι.

Ακολούθησε μία ωραία συζήτηση με τον βιβλιοπώλη-δισκοπώλη, αλλά αυτή δεν μεταφέρεται…

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

CLAUDE NOUGARO τα πρώτα χρόνια

Θα θυμάμαι πάντα τον Claude Nougaro (1929-2004) από τον εξάλεπτο ύμνο του “Paris Mai” (1968), ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια, που γράφτηκαν πάνω στα γεγονότα του γαλλικού Μάη. Στηριγμένος σ’ έναν άπιαστο, για την εποχή, δυτικο-αφρικανικό ρυθμό και με το hammond-όργανο να ζωγραφίζει ο Nougaro τραγουδούσε με απίστευτη ένταση στίχους σαν και τούτους: «η Ιεροτελεστία της Άνοιξης ακούγεται σαν μια σφαγή/ αλλά κάθε μέρα που έρχεται θα ομορφύνει την κραυγή μου/ μπορεί και να επωάζω έναν Ιγκόρ Στραβίνσκι». Τώρα, μέσω της έκδοσης “A la Recherche du Son Qui Fait Sens, 1955-1959” [Discograph, 2010], η οποία αποτελείται από δύο CD, όπως και από ένα κατατοπιστικό δίγλωσσο booklet, μπορούμε να μεταφερθούμε ακόμη πιο πίσω στο χρόνο, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’50, όταν η καριέρα τού Nougaro έμπαινε στις πιο γερές της βάσεις. Κάποια βιογραφικά στοιχεία κρίνονται ως απαραίτητα γι’ αρχή…
Ο Claude Nougaro γεννήθηκε στην Τουλούζ το 1929 από γονείς μουσικούς (ο πατέρας του Pierre Nougaro ήταν τραγουδιστής της όπερας, ενώ η ιταλίδα μητέρα του Liette Tellini ήταν δασκάλα πιάνου). Στα πρώτα ακούσματά του περιλαμβάνονταν οπωσδήποτε η jazz της εποχής (οι ορχήστρες του swing, ο Louis Armstrong) και φυσικά το γαλλικό τραγούδι (φερ’ ειπείν εκείνο της Edith Piaf). Αν και ο Nougaro ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία πρώτα από τη δημοσιογραφία, γρήγορα έστριψε προς την καλλιτεχνία (διάβαζε στίχους του στο καμπαρέ Lapin Agile), όταν μετακόμισε οικογενειακώς στο Παρίσι, το 1952. Την επόμενη χρονιά συναντά την Marguerite Monnot, τη συνθέτιδα μεγάλων επιτυχιών της Piaf (“Milord”, “Hymne a l’amour”), δίνοντάς της κάποιους στίχους του, για να τους μελοποιήσει, μήπως και υπήρχε περίπτωση να περνούσαν στο ρεπερτόριο της Piaf (θα ήταν μία ιδανική αρχή)· καθότι, ο ίδιος, δεν έβλεπε ακόμη τον εαυτό του ως τραγουδιστή. Επελέγησαν δύο ποιήματα, το “Le sentier de la guerre” και το “Mephisto”, τα οποία όμως η Monnot δεν τα έδωσε στην Piaf, αλλά στο σύζυγό της Paul Peri, έναν μάλλον κοινό τραγουδιστή, ο οποίος και τα δισκογράφησε το 1955. (Και τα δύο κομμάτια ακούγονται στο δεύτερο CD της έκδοσης, που περιλαμβάνει τραγούδια σε στίχους του Nougaro, που παρουσιάστηκαν από διαφόρους ερμηνευτές της περιόδου). Αμφότερα δε πέρασαν απαρατήρητα – το “Mephisto” ήταν ωραίο τραγούδι, κάπως noir, κάπως exotica – γεγονός, που, όπως γίνεται αντιληπτό, απογοήτευσε τον Nougaro· μία απογοήτευση, η οποία, εν πάση περιπτώσει, δεν διήρκεσε πολύ.
Στο Lapin Agile, ο Nougaro είχε την ευκαιρία να γνωρίσει διαφόρους πιανίστες-συνοδούς, ανάμεσα στους οποίους οι Jean-Michel Arnaud και Jimmy Walter (βασικός συνεργάτης, την ίδιαν εποχή, και του Boris Vian). Με τον Arnaud έγραψαν, ανάμεσα σε άλλα, το “Au niveau des paquerettes” (1958) που απέδωσε η Lucette Raillat και το… εμβατηριακό “Le balayeur du Roy” (1958) που είπε ο Marcel Amont, ενώ με τον Walter συνέθεσαν το “Jour et nuit” (1956) που τραγούδησε ο Paul Roby, το “Seulement” (1956) με την Lucienne Delyle, το “Maman m’l’a dit” (1958) με τον Stephen Bruce, την πανέμορφη ρομαντική μπαλάντα “Serge et Nathalie” (1958) για τη φωνή της Colette Renard (κρατούσε το ρόλο της Irma, στο musical “Irma La Douce”, το 1956, με τις μουσικές της Marguerite Monnot – είχε ανεβεί, ως γνωστόν, και στην Ελλάδα, με την Έλλη Λαμπέτη και τις διασκευές του Γιάννη Σπανού, το 1972), το “Vole, vole” (1959) για το κουιντέτο των (Les) Jazz Baladins και διάφορα άλλα· άπαντα ακούγονται στο δεύτερο CD, εκεί όπου θα πρέπει να αναφερθεί ακόμη μία ξεχωριστή συνεργασία του Nougaro. Αναφέρομαι στη γνωριμία του με τον τραγουδοποιό Jean Constantin, που θα δώσει το “Vise la poupee” (1955) για τον Philippe Clay (μίμος, ηθοποιός και τραγουδιστής με ιδιαίτερο hook στην εποχή), το “Les pantoufles a papa” (1956), κομμάτι γραμμένο από τον Nougaro για τον πατέρα του, που απέδωσε ο ίδιος ο Constantin κ.ά.
Στο πρώτο CD της έκδοσης ακούγεται, βασικά, το παρθενικό προσωπικό άλμπουμ του τραγουδοποιού, που κυκλοφόρησε από την President, εκείνη την εποχή (1958). Παρουσιάζονται εννέα τραγούδια (συνθέσεις των Jean-Michel Arnaud, Jimmy Walter, Michel Legrand, Henri Salvador, Gerry Mulligan), στηριγμένα, φυσικά, στους στίχους και τις ερμηνείες, πια, του ιδίου του Claude Nougaro. Οι τίτλοι τους: “Maman m’la dit”, “Tiens toi bien mon Coeur”, “Toutes les musiques”, “Vachement décontracté “, Il y avait une ville”, “Marguerite”, “Les anges”, “Le piano de mauvaise vie” και “Serge et Nathalie”. Περιττό να πω πως μερικά από τα τραγούδια αυτά είναι καταπληκτικά, όπως π.χ. το “Maman m’la dit” (μουσική: Jimmy Walter), που είχε πρωτοπεί ο Stephen Bruce (υπάρχει στο δεύτερο CD) και βεβαίως το “Serge et Nathalie” (με την πρώτη ερμηνεία της Colette Renard), το οποίον εδώ απογειώνεται τη βοηθεία του harpsichord. To CD θα κλείσει με το “Jesus”, ένα σκετς του Nougaro, από την εποχή του Lapin Agile (early 50s) σε ηχογράφηση του 2002, που παραχώρησε, για την έκδοση, η σύζυγός του Helene Nougaro.
Τραγούδι της εποχής, από εκείνα που έψαχνα, δεν βρήκα στο YouTube. Ας ξαναθυμηθούμε λοιπόν το “Paris Mai”…