Δευτέρα, 30 Απριλίου 2012

ÖZDEMİR ERDOĞAN… οθωμανικό συρτό

Οι Τούρκοι νοιώθουν πολύ κοντά τους την ελληνική λαϊκή μουσική, είναι γνωστό αυτό. Ήδη από τα χρόνια του ’60 τραγούδια του Καζαντζίδη, του Μενιδιάτη, του Αγγελόπουλου, του Γαβαλά μεταφράζονταν στην τουρκική και ερμηνεύονταν από τα δικά τους ανάλογα αστέρια. Για ένα απ’ αυτά τα αθάνατα ελληνικά λαϊκά γίνεται εδώ κουβέντα. Πρόκειται για το “Duyduk duymadιk demeyin” που δεν είναι άλλο από το κλασικό συρτό «Έφυγε, έφυγε» των Βασίλη Βασιλειάδη-Πυθαγόρα, που είχε πρωτοπεί ο Στέλιος Καζαντζίδης το 1966 (δεύτερη φωνή η Λίτσα Διαμάντη), και που έγινε τρανή επιτυχία στην Τουρκία, τρία χρόνια αργότερα, με τον Özdemir Erdoğan.
Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1940, ο Erdoğan γνώρισε μεγάλη φήμη στα τέλη του ’60 και κυρίως στη δεκαετία του ’70, ηχογραφώντας πολυάριθμα singles και LP, ανακατεύοντας δυτικά (jazz, rock, soul-funk) και τοπικά στοιχεία, προτείνοντας και αυτός (ιδίως με το παίξιμό του στην κιθάρα) το γνωστό μας anadolu pop ιδίωμα. Πριν επικεντρωθώ στο τραγούδι και το 45άρι “Duyduk duymadιk demeyin/ Uzaklasma benden öyle” [EMI/ Sahibinin Sesi 45-AXAS 3375, 1969], ας πω ακόμη (διευρύνοντας τις… ελληνικές σχέσεις τού Τούρκου) πως ο Erdogan είχε στείλει τη σύνθεσή του “Gurbet” (Ξενητειά) να διαγωνιστεί στην 5η Ολυμπιάδα Τραγουδιού στο Παναθηναϊκό Στάδιο (7-9/7/1972) με ερμηνεύτρια τη σύζυγό του Ayşen Erdoğan. Το τραγούδι δεν διακρίθηκε, αλλά πέρασε στη δισκογραφία ερμηνευμένο από τον ίδιο στο 45άρι “Gurbet/ El ele” [Yonca, 1972]· το “El ele” ήταν το “Jesahel” των Ιταλών Delirium, που είχαν πει στην Ελλάδα και οι Daltons.
Το ζεύγος Erdoğan μπροστά από τον Άγνωστο Στρατιώτη...
Αν κάτι εντυπωσιάζει στην τουρκική εκτέλεση τού «Έφυγε, έφυγε» τούτο είναι η ενορχήστρωση του μπασίστα τής Özdemir Erdoğan Orkestrasi, του Günnur Perin. Κυρίως η χρήση του σαζ και του πνευστού (που μοιράζονται τη μελωδία) η οξύτητα του οποίου μοιάζει μ’ εκείνη του τενόρου (δεν παίρνω όρκο ότι είναι – πάντως το παίξιμο είναι εντυπωσιακό). Όπως εντυπωσιακό είναι και το hammond τού Ugur Dikmen που παίζει καθ’ όλη τη διάρκεια, αλλά χρειάζεται να στήσεις αυτί για να τ’ ακούσεις. Από την άλλη ο Erdoğan μπορεί να μην είναι Καζαντζίδης, αλλά το τραγούδι το υποστηρίζει με άνεση.
Εκείνο που πρέπει να πω για το “Duyduk duymadιk demeyin” είναι πως έγινε χρυσός δίσκος και πως, μέχρι και τα πρώτα χρόνια του ’70, είχε γνωρίσει απανωτές διασκευές και μάλιστα με τρεις(!) τουλάχιστον διαφορετικούς τίτλους/στίχους. Ως “O gitti” το είχε πει η Nermin Candan (είναι η… ψυχεδελική version) και ως “Nereye” η Ayla Dikmen. Ακόμη, με τους πρώτους στίχους του top τούρκου στιχουργού Sezen Cumhur Önal το τραγούδησαν η Türkan Soray, η Nesrin Sipahi και πριν από μια δεκαετία (2002) η Hande Yener (κορυφαία σημερινή pop icon της γείτονος). Αναφερόμαστε δηλαδή σ’ ένα ελληνικό τραγούδι με απίστευτη εμπορική πορεία στην Τουρκία. Εννοείται, δε, πως τα ακόμη πιο πρόσφατα χρόνια το έχουν περιλάβει και DJs (DJ Senol)…
Ας πω, όμως, λίγα λόγια και για το flip-side, το “Uzaklasma benden öyle”, που είναι και αυτό διασκευή· πρόκειται για το “The harem” των Dorothy Hodas/ Mack Wolfson/ Eddie Cooper, με πρόσθετους τουρκικούς στίχους του Sezen Cumhur Önal και ερμηνεία-ενορχήστρωση από τον Özdemir Erdoğan. Το τραγούδι είναι αμερικανική σύνθεση και πρέπει να το είχαν αποδώσει για πρώτη φορά οι Don Costa and His Orchestra σ’ ένα 45άρι της Columbia, το 1963. Πρόκειται για ένα ψευτο-ανατολίτικο ορχηστρικό, που πέρασε στο διεθνές ρεπερτόριο (το απέδωσε την ίδια περίοδο ο Mr.Acker Bilk, οι Ολλανδοί Explosions και διάφοροι άλλοι) και που κάποια στιγμή πρέπει να έπεσε και στ’ αυτιά του Erdogan, ο οποίος, όλως περιέργως, πιο πολύ το τζαζ-ποποιεί, παρά το οριενταλίζει.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

MARBIN top (american) progressive

Να το πω από την αρχή. Το “Breaking the Cycle” [MoonJune MJR038, 2011] των Marbin, είναι ένα εξαιρετικό CD, διάρκειας 41 λεπτών, που σου φτιάχνει αμέσως το κέφι. Εκείνο, που, με την πρώτη, προξενεί εντύπωση στους Marbin είναι ο μελωδικός τους οίστρος. Τέτοια πληθώρα μελωδιών σ’ ένα γενικώς fusion άλμπουμ δεν συναντάς συχνά. Και δεν είναι μόνον οι μελωδίες –που ως πρωτογενές υλικό έχει την αξία που έχει–, είναι ο τρόπος που υποστηρίζονται από τους μουσικούς της ηχογράφησης. Βασικά, αναφέρομαι στο duo των Dani Rabin κιθάρες και Danny Markovitch σαξόφωνα, οι οποίοι πλαισιώνονται στη διαδρομή από διάφορους guests και special guests (Paul Wertico ντραμς, κρουστά, Steve Rodby μπάσο, αλλά και άλλα ντραμς και φωνητικά). Το αποτέλεσμα είναι μαγικό, με όλα τα κομμάτια να… ξεπερνούν τον εαυτό τους.
Το εισαγωγικό “Loopy”, που θυμίζει το “Chasing shadows” των Deep Purple στην εισαγωγή, διατηρώντας στην πορεία την ίδια ρυθμική συνοχή, είναι μία φανταχτερή ροκιά με τον Rabin να παίζει ακαταπόνητα σόλι και τον Paul Wertico να δείχνει και να αποδείχνει το λόγο για τον οποίον θεωρείται, από πολλούς, ως ο «νούμερο 1» session ντράμερ της εποχής μας. Στο “A serious man” τη σκυτάλη αναλαμβάνει ο Markovitch. Εδώ, η μελωδία που έχει έναν κάπως cosmic χαρακτήρα (όσο και αν αποτίνει φόρο τιμής στο κλασικό “Caravan”) θα μπορούσε να αφορά στον Jan Garbarek, τον Paul McCandless ή τον Paul Winter. Ένα απλό στη σύλληψή του, αλλά μαγικό κομμάτι. Το δίλεπτο “Moms song” ένα chill-out track με γυναικεία φωνητικά έχει το δικό του νόημα, όπως και το “Bar stomp”, που είναι ένα κιθαριστικό, κατακερματισμένο… summertime. Κομμάτια όπως το “Outdoor revelation” ανήκουν στην οικογένεια των euro-erotic-soundtracks, ενώ άλλα (“Burning match”) διατηρούν κάτι από τον ντελικάτο ήχο των Oregon, πριν το κιθαριστικό break. Το σχεδόν έσχατο “Winds of grace”, στο οποίον έχει γράψει στίχους και τραγουδά κάποιος Daniel White, είναι ένα περίτεχνο άσμα, βασισμένο σε μιαν ουράνια μελωδική γραμμή, με τα σαξόφωνα του Markovitch στον πρώτο ρόλο να επιτείνουν ένα κλίμα νοσταλγίας.
Επαφή: www.moonjune.com

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2012

MISUSE κάτι και για τα δύο

Με αφορμή το πρόσφατο (δεύτερο) άλμπουμ των Misuse, ανακαλώ λίγα λόγια που είχα δημοσιεύσει γι’ αυτούς πριν τέσσερα χρόνια (για το πρώτο τους CD), προκειμένου να έχουμε μία κάπως πιο ολοκληρωμένη εικόνα…
Τι είχαν γράψει λοιπόν οι Misuse, στο “Misuse” [Puzzlemusik PIECE 006, 2008]; Κατά πάσα πιθανότητα ένα ακαριαίο... γερμανο-ροκ CD, που κρατούσε από τους Amon Düül II και τα μακροσκελή κιθαριστικά blocks των Jane, πριν καταλήξει στους Space Debris και τη σύγχρονη stoner αίσθηση. Η αλήθεια είναι πως αν εξαιρέσει κανείς τους Into the Abyss ποτέ άλλοτε ελληνικό γκρουπ δεν έχει χωθεί τόσο βαθειά στο κιθαριστικό prog συνονθύλευμα (σ.σ. οι Manticores Breath ήρθαν αργότερα), κάτι που, οπωσδήποτε, αποτελεί κατάκτηση για μία παρέα νέων μουσικών, οι οποίοι, κάποτε, τα πήγαν περίφημα δίπλα (δηλαδή πριν) τους A Silver Mt.Zion.
Οι Misuse είναι αναμφισβήτητα ταλαντούχοι. Γνωρίζουν ν’ αναπτύσσουν τις συνθέσεις τους, γνωρίζουν να μελωδούν, έχουν μελετήσει τους κώδικες λειτουργίας του είδους (οι έντεχνες πινελιές και το κατέβασμα του volume δεν είναι άσχετα με τις ποικίλες ατμόσφαιρες που θέλουν να εμφανίσουν) και αν υπάρχει κάτι το οποίο θα πρέπει, ενδεχομένως, να προσέξουν στην πορεία, τούτο έχει να κάνει πρωτίστως με τις ίδιες τις συνθέσεις, οι οποίες θα πρέπει να γίνουν ακόμη περισσότερο διαυγείς και κυρίως… πυρηνικές, στην απόπειρά τους να προσεγγίσουν τα ιστορικά vinyl κατορθώματα. Το “Misuse” έχει υπερβολικώς μεγάλη διάρκεια (αγγίζει τα 74 λεπτά) για να μπορεί να πιέζει, δίχως ν’ απλώνει.
Τα συγκροτήματα, ενίοτε, εμφανίζουν αλλαγές στον ήχο τους – ένα γεγονός που έχει να κάνει με τις προσθαφαιρέσεις μελών, την «ανακάλυψη» νέων κατευθύνσεων, την ανάγκη για συνολικότερο και περιεκτικότερο δόσιμο. Έτσι κάπως συμβαίνει και με τούτους εδώ τους Αθηναίους, οι οποίοι, κάνοντας το επόμενο βήμα, αφήνουν πίσω τους το βαρύ/ολιγοκίνητο “Misuse” προτείνοντας το περισσότερο electro/ατμοσφαιρικό, αλλά πάντα κιθαριστικό “April” [Puzzlemusik/ Spinalonga PIECE 020, 2011].
Αν μου επιτρέπεται να εκφράσω προτίμηση, προσωπικώς, είμαι υπέρ των βαρέων και των ασήκωτων, ασχέτως αν, στην περίπτωση του “Misuse”, χρειαζόταν μία πιο σαφής διευθέτηση. Παρά ταύτα, εδώ, θα επιχειρήσω να προσεγγίσω μ’ έναν κάπως πιο… αντικειμενικό τρόπο αυτόν το νέο –ας τον πω– ήχο του συγκροτήματος. Πριν προχωρήσω, όμως, ας σημειώσω και τούτο που μπορεί να υπήρξε (μπορεί λέω) λίαν καθοριστικό. Η αποχώρηση δηλαδή, το 2010, του βασικού κιθαρίστα Τίτου Μοσχάκη και αντικατάστασή του από έναν άλλο μουσικό (με το γκρουπ να συνεχίζει να έχει δύο κιθαρωδούς). Έτσι, σήμερα, οι Misuse αποτελούνται από τους Δημήτρη Πατσαρό κιθάρα, programming, Κώστα Στεργίου πλήκτρα, programming, Λευτέρη Βολάνη κιθάρα, Νίκο Δημητρακάκο ντραμς, programming και Σταύρο Μαραγκό μπάσο. Αποτέλεσμα της συνεργασίας αυτής τής συγκεκριμένης ομάδας υπήρξε το 51λεπτο “April”, που ηχογραφήθηκε το περασμένο καλοκαίρι.
Το άλμπουμ των Misuse αποτελείται από δέκα κομμάτια (δίχως εμφανή κενά), αν και, όπως υποστηρίζουν οι ίδιοι δια του track list, τα κομμάτια είναι πέντε… διπλά. Τα “Marsupial”, “8”, “Dear hunter”, “Bela” και “Techtris”, άπαντα αποτελούμενα από δύο μέρη. Έτσι, διπλά, τ’ ακούω...
Το “Marsupial” ξεκινά με electro ήχους (πιθανώς να είναι συνθετικοί, πιθανώς να προέρχονται από μανιπουλάρισμα φυσικών οργάνων) σ’ ένα κάπως νωχελικό, abstract πλαίσιο, για να εξελιχθεί προς ένα electro-rock, με το rhythm section και τις κιθάρες σε πρώτο πλάνο και τις electr-ότητες διαρκώς παρούσες. Στο “8” η νωχελική space εισαγωγή καθορίζει το γενικότερο slow tempo, με το συνθετικό πιάνο/ηλεκτρικό πιάνο α λα Vangelis να προσθέτει σε «ατμόσφαιρες»· με τη σταδιακή συσσωμάτωση του κιθαριστικού γδούπου να ανακαλεί τον ήχο του πρώτου CD. Tο πιάνο, στο “Dear hunter”, είναι εκείνο που προκαλεί τη γενικότερη δράση στο part1, με το part 2 να διαφοροποιείται και όσον αφορά στην ένταση και όσον αφορά στη λειτουργικότητα (του νεφελώδους κιθαρο-παραληρήματος). Το “Bela” που ακολουθεί είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα συνθέματα του CD. Στα 10 λεπτά που διαρκεί συμπυκνώνονται όλες οι σημερινές τάσεις των Misuse. Εισαγωγή… ηλεκτρακουστικής (λέμε) εμπνεύσεως, kraut ρυθμικό σχήμα το οποίο πλαισιώνεται από πλήκτρα και κιθάρες, κάπως ελεύθερη εξέλιξη, επαναφορά με πακτωμένο prog ήχο, συνέχεια με χαμηλούς τόνους, η έσχατη κορύφωση (είναι ολοφάνερο πως το συγκρότημα γνωρίζει να εκμεταλλεύεται τη μεγάλη φόρμα). Στο έσχατο “Techtris” καταγράφεται μία σταδιακή, αργή εξέλιξη σ’ ένα κομμάτι που ξεκινά  από το ανεπαίσθητο, για να καταλήξει στο κρεσέντο της κιθάρας.
Η γενική εντύπωση είναι πως οι Misuse βρίσκονται σ’ έναν μέσο δρόμο. Δουλεύουν, ανακαλύπτουν καινούριους ήχους, τους επεξεργάζονται, δίχως να ξεχνούν το… από πού ξεκίνησαν. Κι εκεί, νομίζω, πως βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.

Τετάρτη, 25 Απριλίου 2012

βραζιλολάτιν

To Grupo Falso Baiano έχει για έδρα του την Bay Area (San Francisco). Από ’κει εξαπολύει τη βραζιλότητά του, την οποίαν καταγράφει σε στούντιο και ζωντανές δουλειές, όπως ζωντανό είναι και το παρόν CD Simplicidade: Live at Yoshi’s [Massaroca, 2011], επί τόπου ηχογραφημένο στο Yoshis, στο Oakland της Καλιφόρνια, την 5/7/2010. Οι Zack Pitt-Smith σαξόφωνα, φλάουτο, Jesse Appelman μαντολίνο, Brian Moran 7χορδες κιθάρες και Ami Molinelli κρουστά, οι Grupo Falso Baiano δηλαδή, έχοντας δίπλα τους τον Jovino Santos Neto σε πιάνο, ακορντεόν και φλάουτο (παλαιός συνεργάτης του Hermeto Pascoal) παρουσιάζουν μία σειρά εκδοχών (συνθέσεις των Nelson Cavaquinho, Pixinguinha, Sivuca, Jacob do Bandolim, Altamiro Carrilho, αλλά και του Jovino Santos Neto) άψογα ενταγμένων μέσα σ’ ένα acoustic περιβάλλον. Οι ενορχηστρώσεις, δε, που φέρνουν στη μνήμη μου το dwag στυλ τού μαντολινίστα David Grisman είναι όλα τα λεφτά, σ’ ένα άλμπουμ που ακούγεται νεράκι και που μπορεί, εν τέλει, να υπεραμύνεται όχι μόνον της βραζιλότητας, αλλά και της… αμερικανικότητάς του. Βραζιλιάνικο bluegrass; Παράξενο, ως όρος, αλλά στέκει…
Γεννημένος στο Queens πριν 36 χρόνια από κουβανό πατέρα και κολομβιανή μητέρα, ο Oscar Perez είναι ένας πιανίστας της ευρείας latin-jazz· κάτι το οποίον επιβεβαιώνεται εξάλλου και με το δεύτερο CD του, το “Afropean Affair” [Chandra, 2011], που ηχογραφείται στο Warren του New Jersey από το συγκρότημά του τους Nuevo Comienzo (Greg Glassman τρομπέτα, φλούγκελχορν, Stacy Dillard τενόρο, σοπράνο, Anthony Perez μπάσο, Jerome Jennings ντραμς, Emiliano Valerio κρουστά, Charenee Wade φωνή, Oscar Perez πιάνο, fender rhodes). Αν πρέπει, δε, να σπάσω τη λέξη “afropean” στα συστατικά της (“african” και “european” προφανώς), τότε δεν μπορεί παρά να οριοθετηθεί καλύτερα εκείνο το “latin-jazz” που ανέφερα στην αρχή, ώστε να οδηγηθούμε σταδιακώς και προς τη μεριά του afro-cuban. Υπάρχουν, με άλλα λόγια, συνθέσεις, όπως η “Canaria”, που συνδυάζουν καθαρά latin-jazz στοιχεία (με επιρροές από Chick Corea των seventies π.χ.), αλλά και άλλες όπως η εισαγωγική “The illusive number”, εκεί όπου το αφρικανικό στοιχείο (ή έστω το afro-latin) κάνει περισσότερο αισθητή την παρουσία του. High-light του άλμπουμ είναι, πάντως, η (τριμερής) σουίτα “The afropean suite”, με το πρώτο μέρος (“Cosas lindas que viven ahora”) να χαρακτηρίζεται από τo άψογο scat-singing της Charenee Wade και τα ωραία πνευστά soli, το δεύτερο (“Last seasons sorrow”) να κινείται σε πιο χαλαρούς, νοσταλγικούς τόνους και με το τρίτο (“A new day emerging”) να εμφανίζει τους Nuevo Comienzo εν πλήρη εξαρτήσει να τα «χώνουν», βασισμένοι σ’ ένα ακαταπόνητο ρυθμικό τμήμα.
Το Mozik [Private Pressing, 2011], νέτα-σκέτα, είναι ένα απολαυστικό άλμπουμ brazilian jazz, όπως οφείλει, δηλαδή, να είναι απολαυστικό κάθε άλμπουμ brazilian jazz. Δύο Βραζιλιάνοι από το Sao Paulo εγκατεστημένοι εδώ και κάποια χρόνια στη Βοστώνη, ο κιμπορντίστας Gilson Schachnik και ο ντράμερ Mauricio Zottarelli, συναντώνται με τον συμπατριώτη τους κιθαρίστα Gustavo Assis-Brasil, τον αργεντινό μπασίστα Fernando Huergo και την ρωσίδα φλαουτίστα Yulia Musayelyan και όλοι μαζί (ως Mozik) επανατοποθετούν στη δική τους βάση όχι μόνο το κλασικό ρεπερτόριο (τρεις συνθέσεις του A.C. Jobim, έναν Hancock, έναν Monk…), αλλά και το γενικότερο αεράτο πνεύμα της νοτιο-ατλαντικής jazz, μέσω δύο πρωτότυπων συνθετικών διαμαντιών (“Webs samba”, “Zelia”) και βεβαίως της συνολικότερης άποψης και αντίληψης που διέπει κάθε βραζιλιάνο παίκτη, ο οποίος καλείται να αποδώσει όπου γης τη μουσική του. Η εισαγωγή, ας πούμε, με το φουριόζο “Webs samba” είναι ό,τι πρέπει. Μία καταπληκτική… bossa στην αρχή (που στριφογυρίζει όσο και όπως πρέπει), στηριγμένη στο όργανο μυστικό σύμβολο του στυλ, που δεν είναι άλλο από το φλάουτο, τα breaks των κρουστών και τις κιθάρας, την ωραία πιανιστική συνοδεία. Κι εντάξει, το “A felicidade” και το “Desafinado” όπως και να βγάλεις, άμα είσαι… πατριώτης, δεν υπάρχει περίπτωση να τ’ αδικήσεις, εκεί όμως που σκύβεις το κεφάλι, βγάζοντας καπέλο, είναι στην απόδοση της “Pannonica” (του Monk), μία ούτως ή άλλως αξέχαστη σύνθεση, που μετατρέπεται εδώ σ’ ένα θείο άκουσμα.
Οι εκπλήξεις σ’ αυτό το «σκέτη απόλαυση» 55λεπτο άλμπουμ είναι συνεχείς και όσο κι αν απολαμβάνεις ακόμη και το πιο smooth track τού “Mozik”, που δεν είναι άλλο από το “Eye of the hurricane” του Hancock, το κλείσιμο με το φοβερό “Canto das tres racas” (των Mauro Duarte/ Paulo Cezar Pinheiro, που τραγούδησε η πρόωρα χαμένη Clara Nunes το 1976 – ύμνος!) είναι το απόλυτο άλμα. Αδυσώπητο κρουστό παιγνίδι, εξώκοσμη μελωδία που αποδίδεται μαγευτικά από το πιάνο και το φλάουτο. Ιδίως στα μέτρα όπου παίζει soli το φλάουτο, γεμίζει το πιάνο και μπαίνουν τα φωνητικά η… πυρκαγιά είναι ανεξέλεγκτη.

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

KAΪMAKI mataroa

Παράξενη περίπτωση concept άλμπουμ, αλλά έχει τη σημασία του (και το concept και το άλμπουμ). Το Καϊμάκι, είναι γαλλικό συγκρότημα το οποίον αποτελούν οι Dimitra Kontou τραγούδι, ανάγνωση κειμένων, Arnaud Biscay ντραμς, Adrien Daoud σαξόφωνα, Mathieu Donarier σοπράνο, κλαρίνο, μπάσο κλαρίνο, Stepahne Tsapis πιάνο, fender rhodes, συνθέσεις, ενορχηστρώσεις, Matthieu Boccaren ακορντεόν, Arthur Decloedt κοντραμπάσο και Andreas Tsapis ανάγνωση κειμένων. Όπως αντιλαμβάνεστε, από τα ονόματα ήδη, η σύμπραξη είναι ελληνο-γαλλική, αφού οι Στέφανος Τσάπης (υιός), Ανδρέας Τσάπης (πατήρ) και Δήμητρα Κόντου είναι συμπατριώτες μας, ενώ τόσο το θέμα, όσο και τα κείμενα, αλλά και κάποια από τα τραγούδια του Mataroaέχουν ξεκάθαρη ελληνική προέλευση. Ορισμένες βασικές επεξηγήσεις.
Ο τίτλος του άλμπουμ καθορίζει πολλά (και στο ηχο-ακουστικό πεδίο). Το Mataroa ήταν το καράβι που θα μετέφερε (στα τέλη του 1945) μία μερίδα της ελληνικής διανόησης, κυρίως Αριστερούς, από τον Πειραιά, στον Τάραντα της Απουλίας, έχοντας ως βασικό προορισμό το Παρίσι. Ανάμεσα στους επιβαίνοντες και οι Κορνήλιος Καστοριάδης, Γιάννης Ξενάκης, Κώστας Παπαϊωάννου, Μάτση Χατζηλαζάρου, Νίκος Σβορώνος, Άδωνις Κύρου, Αριστομένης Προβελέγγιος, Ανδρέας Κέδρος, Μιμίκα Κρανάκη… Έτσι λοιπόν η ομάδα Καϊμάκι συγκροτεί ένα jazz άλμπουμ, ή ethnic-jazz ας το πούμε καλύτερα, με ωραία ενταγμένα αυτοσχεδιαστικά στοιχεία και ακόμη ωραιότερες εναρμονίσεις, στηριγμένο σε κείμενα του Γιάννη Ρίτσου και του Ανδρέα Κέδρου, σε συνδυασμό με δημοτικά τραγούδια («Στη στεριά δε ζει το ψάρι»), αντάρτικα («Το τραγούδι του Άρη»), ρεμπετο-λαϊκά («Πριν το χάραμα» των Γ. Παπαϊωάννου-Χ. Βασιλειάδη), και βεβαίως original συνθέσεις του Στέφανου Τσάπη. Όπως γράφει και ο ίδιος:
«Για κάποια χρόνια τώρα η ιστορία του Mataroa με ακολουθούσε. Διαβάζοντας το βιβλίο του Ανδρέα Κέδρου ‘Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο’ θέλησα να γράψω ένα κομμάτι για την ιστορία αυτού του πλοίου και του ταξιδιού του νεαρού Έλληνα προς το Παρίσι, μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο πρώτο μέρος οι πρωτότυπες συνθέσεις του άλμπουμ είναι χτισμένες γύρω από τη μαρτυρία του Κέδρου, ακολουθώντας το ταξίδι του· το ταξίδι της ελπίδας. Ο Εμφύλιος ξέσπασε μετά το τέλος του Πολέμου. Είκοσι χρόνια αργότερα συνέβη η δικτατορία των συνταγματαρχών. Έτσι κάπως ενσωματώσαμε στο δίσκο ποιήματα που έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος, κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Στο δεύτερο μέρος του δίσκου θα ερμηνεύαμε τραγούδια του λαϊκού ρεπερτορίου, ένα τραγούδι των Κλεφτών από τα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά κι ένα τραγούδι αφιερωμένο στον καπετάνιο Άρη Βελουχιώτη. Βρήκα ενδιαφέρον το να βάλω δίπλα-δίπλα κείμενα του Κέδρου και του Ρίτσου. Ο ένας έμεινε στην Ελλάδα(…). Είναι κάπως σαν ένας φανταστικός διάλογος που αναπτύσσεται μεταξύ των δύο ανδρών. Ένα από τα κείμενα του Ρίτσου έχει τίτλο ‘Επιστολή προς τη Γαλλία’. Πρόκειται για ένα λόγο που διαβάστηκε από τον ίδιο τον Ρίτσο στην Πλατεία Συντάγματος, την 14/7/1945. Λίγους μήνες αργότερα, ο Κέδρος και άλλοι 200 ​​νέοι φοιτητές θα επιβιβάζονταν στο Mataroa, για να έρχονταν στο Παρίσι.(…) Ο πατέρας μου γεννήθηκε το 1945 στον Πειραιά κι έφυγε το 1969 υπό την Ελλάδα (επί χούντας), για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Παρίσι. Είναι τελικά η ιστορία του πατέρα μου, που λέγεται συγκρατημένα και μ’ έναν έμμεσο τρόπο… Είναι αυτός που διαβάζει τα κείμενα του Ανδρέα Κέδρου στο άλμπουμ».
Ίσως δεν χρειάζεται να πω κάτι περισσότερο, παρ’ εκτός ότι το “Mataroa” [gunukmusic, 2011] είναι ένα σύγχρονο, φορτισμένο συγκινησιακώς άλμπουμ, που σε κερδίζει, ως ακροατή, από πολλά και διαφορετικά σημεία… 
Επαφή: www.kaimaki.fr

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

περί μουσικού Βυζαντίου και Προτεσταντών

Παρακολουθώ την ευγενή κόντρα Κώστα Γεωργουσόπουλου - Νίκου Δήμου –που δεν είναι ακριβώς κόντρα, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε τέτοια– και χωρίς να ταυτίζομαι με κανέναν εκ των δύο, έρχομαι να σημειώσω κάτι λίγα εν σχέσει με όσα γράφει ο δεύτερος στην τελευταία Lifo (τεύχος 291, 19-25/4/2012).
Να πω, εν ολίγοις, σε τι συνίσταται η κόντρα, προκειμένου να μπείτε γρήγορα στο νόημα. Ο Γεωργουσόπουλος υποστηρίζει σε άρθρο του στην εφημερίδα Τα Νέα (Τετάρτη 11 Απριλίου 2012) πως η euro-τρόικα (Μέρκελ, Ρεν, Τόμσεν) δεν μπορεί να μας νοιώσει ως ψυχοσυνθέσεις (δεν χρησιμοποιώ τη δική του ορολογία, το νόημα αποδίδω), καθότι έχει ένα δικό της κώδικα ανάλυσης πραγμάτων και καταστάσεων ο οποίος διαμορφώνεται, βασικά, από τα προτεσταντικά πολιτιστικά και ηθικά ιδεώδη. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση ο Γεωργουσόπουλος αρχίζει ν’ αραδιάζει το τι ψάλει ο Έλλην τη Μεγάλη Εβδομάδα (αναφερόμενος στην βυζαντινή υμνωδία), και πως όλος αυτός ο μουσικός πλούτος είναι κάτι ξένο για τον Δανό, τον Φινλανδό και τον Γερμανό… εντοπίζοντας εκεί μία ρίζα του προβλήματος. Ο Δήμου, θιγμένος προφανώς λόγω της… αντι-ευρωπαϊκής διάθεσης του Γεωργουσόπουλου, σηκώνει το γάντι και αρχίζει να γράφει περί της «τεράστιας παράδοσης» της δυτικής θρησκευτικής μουσικής, για τα ορατόρια, τις λειτουργίες, τα μοτέτα, τις καντάτες, τα Stabat Mater, τα Requiem, τις Missae κλπ., κλπ., καταλήγοντας σ’ ένα πρώτο συμπέρασμα πως «ειδικά ο προτεσταντισμός εκδημοκράτισε τη μουσική» και σ’ ένα δεύτερο, πως εκείνο που μας χωρίζει από τους Προτεστάντες είναι πως «δεν γνωρίζουμε σωστά ο ένας τον άλλο».
Εκείνο που θέλω να πω, αντικρούοντας κατά έναν τρόπο τα συμπεράσματα του Δήμου (δίχως να ταυτίζομαι, επαναλαμβάνω, με τις απόψεις Γεωργουσόπουλου) είναι πως ένα μέρος του προβλήματος έχει να κάνει με το γεγονός πως δεν γνωρίζουμε όχι εμείς τους Προτεστάντες και οι Προτεστάντες εμάς, αλλά, βασικά, εμείς, τον ίδιο μας τον (ελληνικό) εαυτό.
Δηλαδή, για μένα, είναι ανεπίτρεπτο να λέμε πως ο «προτεσταντισμός εκδημοκράτισε τη μουσική» (λες και οι Ορθόδοξοι δεν ψάλλουν κατά μόνας και χαμηλόφωνα στις εκκλησίες, λες και δεν συμμετέχουν ενεργά στις Λειτουργίες – γιατί εκείνο προβάλλει ο Δήμου), όταν το τόσο συκοφαντημένο, από τους Ευρωπαϊστές, Βυζάντιο ήταν εκείνο που δίδαξε τον φιλελευθερισμό στη μουσική, διαχωρίζοντας –πρώτο– τη θρησκεία από την εθνικότητα (κάτι που το Βατικανό π.χ. δεν ξεπέρασε ποτέ).
Ήτοι, η ευελιξία που επέδειξε το Βυζάντιο, δεχόμενο να μεταφραστεί η Θεία Λειτουργία στα σλαβικά, είναι η ύπατη και η πρωταρχική κίνηση δημοκρατικοποίησης της μουσικής, κάτι το οποίον αντέγραψαν (αιώνες μετά) και οι Προτεστάντες, όταν ήλθαν στα μαχαίρια με την Καθολική Εκκλησία, μεταφράζοντας τη Θεία Λειτουργία στις κατά τόπους (αγγλοσαξονικές σήμερα) γλώσσες.
Και το άλλο. Αν δεν υπήρχε βυζαντινή μουσική (που είναι ό,τι πιο κοντινό στην αρχαία ελληνική μουσική) είναι σίγουρο πως δεν θα υπήρχε και δυτική μουσική (τουλάχιστον με τον τρόπο που την ξέρουμε). Η Δύση παρέλαβε και χρησιμοποίησε, προσαρμόζοντας στα ελάχιστα μέτρα της, το βυζαντινό μουσικό σύστημα (που παρέμεινε πυθαγόρειο στη βάση του, όντας νευματοποιημένο), απλοποιώντας με τον πιο άτσαλο και κακομοίρικο τρόπο την πυθαγόρεια σκέψη.

Ρίξτε μια ματιά κι εδώ http://www.lifo.gr/mag/columns/4814. Κάπου ανάμεσα στα σχόλια υπάρχει κι ένα μέρος του κειμένου που διαβάσατε πιο πάνω.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Τι άκουγαν στη χούντα; Έλα ντε…

Είναι θλιβερό 45 χρόνια μετά το πραξικόπημα και 38 μετά την πτώση της χούντας να μην είναι σε θέση ορισμένοι να πουν δυο λόγια σαφή και καθαρά, και πάνω απ’ όλα νηφάλια και ιστορικώς τεκμηριωμένα, για τα θέματα της επταετίας. Αφορμή, για τα λίγα που θ’ ακολουθήσουν, παίρνω από το άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα Σαββατοκύριακο (21-22 Απριλίου 2012), στο ένθετο Νσυν, που είχε-έχει τίτλο «Τι άκουγαν στη χούντα». Ένα κείμενο που επιχειρεί –υποτίθεται– να μας ξεναγήσει στο μουσικό περιβάλλον της εποχής.
Το άρθρο δεν ξεκινάει καλά, όταν στο lead του διαβάζουμε π.χ. για το «ναρκοπέδιο της λογοκρισίας το 1967». Λες και δεν υπήρχε λογοκρισία πριν το ’67 και μετά τα ’74, λες και η χούντα είχε την ίδια λογοκριτική πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια της επταετίας. Λες και η προληπτική λογοκρισία (στα έντυπα) δεν είχε αρθεί από το Φθινόπωρο του 1969. Ψιλά γράμματα… για να δούμε πόσες φορές θα το πούμε ακόμη.

Διαβάζουμε εν συνεχεία πως «εκείνη ακριβώς την εποχή δρα υπογείως η δύναμη μιας νέας γενιάς με Σαββόπουλο, Μαρκόπουλο, Κουγιουμτζή, Μούτση, Κηλαηδόνη, Λοΐζο, Λεοντή κ.ά. που, παρά τη σκληρή λογοκρισία της εποχής, γράφουν αριστουργηματικά τραγούδια. Το ίδιο και καταξιωμένοι συνθέτες όπως ο Χατζιδάκις, ο Πλέσσας, ο Σπανός, ο Ξαρχάκος...». Κι ενώ δεν ξεκαθαρίζεται για ποιαν ακριβώς εποχή συζητάμε (για το ’67, το ’72, ή το ’74;), δεν αντιλαμβανόμαστε κιόλας πώς είναι δυνατόν να γράφονται «αριστουργηματικά τραγούδια», παρά την «σκληρή λογοκρισία της εποχής». Γιατί αν υπήρχε «σκληρή λογοκρισία» τα τραγούδια μπορεί ναι μεν να γράφονταν, αλλά δεν θα τ’ ακούγαμε· άρα δεν θα γινόταν να συμπεράνουμε πως ήταν «αριστουργηματικά». Οι Σαββόπουλος, Μαρκόπουλος, Μούτσης και Λοΐζος κυκλοφορούσαν τους δίσκους τους δίχως πρόβλημα, τα τραγούδια τους γίνονταν επιτυχίες γιατί μεταδίδονταν από το (χουντικό) ραδιόφωνο και τη (χουντική) τηλεόραση, ενώ κάποιοι απ’ αυτούς τους συνθέτες, όπως ο Γιάννης Μαρκόπουλος π.χ. έδιναν και ανοιχτές συναυλίες στα Διονύσια και στο Σπόρτινγκ (1972). Για δε τον Χατζιδάκι τα έχουμε πει. Ποια λογοκρισία και τρίχες κατσαρές; Ο άνθρωπος είχε ηχογραφήσει την πρώτη εκδοχή του «Σκληρού Απρίλη του ’45» υπό τας ευλογίας του χουντικού ΕΟΤ, τον Οκτώβριο του 1972, ενώ και ο Ξαρχάκος έδινε κι αυτός ανενόχλητος συναυλίες ήδη από το 1969 (παρουσιάζοντας, μάλιστα, τη Δήμητρα Γαλάνη). Αντιλαμβάνεστε λοιπόν πως εκείνο το «δρα υπογείως» είναι τελείως μπαρούφα. Τα πάντα συνέβαιναν υπό το φως των προβολέων.

Παρακάτω διαβάζουμε: «Την ώρα που ο κόσμος όλος ερχόταν ανάποδα στα τέλη του ’60 –το Βιετνάμ, η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάης του ’68, η έξοδος[sic] των χίπις, το LSD, οι μεγάλες συναυλίες της[sic] ροκ στο Σαν Φρανσίσκο κ.ά.–, εμείς εδώ συνεχίζαμε το ‘πάρτι’ με άγρια ξενύχτια, βουνό τα πιατικά στην Παραλιακή και παρελάσεις αρμάτων στις Ολυμπιάδες Τραγουδιού. Καλό είναι να θυμάται κανείς;». Φυσικά είναι καλό να θυμάται κανείς, αλλά τι ακριβώς να θυμάται; Να θυμάται ό,τι συνέβαινε ή μήπως τις κοτσάνες του ενός και του άλλου; Δεν έχει πάρει τίποτα το αυτί της κυρίας Ποντίδα περί Ελλάδας (στα sixties) και LSD; Εδώ, μέχρι και ο Πάνος Σαββόπουλος συνέθεσε σχετικό κομμάτι στο «Επεισόδιο», το 1971 (“Lord Simson Dark”). Δεν έχει ακούσει τίποτα για hippies και Μάταλα η κυρία Ποντίδα, που, την περίοδο της χούντας, ήταν παγκόσμιο «χίπικο» κέντρο; Και γιατί ανακατεύει τις Ολυμπιάδες Tραγουδιού, που ήταν πολύ σοβαρές όσον αφορά στο καλλιτεχνικό τους μέρος, με τις όντως βλακώδεις Εορτές Πολεμικής Αρετής των Ελλήνων; Έτσι, για να έχουμε να λέμε…

Οι ανακρίβειες του κειμένου είναι τόσες και τέτοιες που γενικώς… χάνεται η μπάλα.
Διαβάζουμε πως «στην Παραλιακή συνεχίζουν να παίρνουν φωτιά τα τέλια με τη φόρα που τους έδιναν ονόματα όπως του… Χιώτη, της Μαίρης Λίντα», όταν επί χούντας (1967-68) ο Χιώτης ήταν στην Αμερική, ενώ όταν επέστρεψε και μέχρι να πεθάνει (Μάρτιος του ’70) ήταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Διαβάζουμε για το «‘Πού ναν' ο ίσκιος σου Θεέ’… σουξέ που είχε βραβευτεί και στην 3η Ολυμπιάδα Τραγουδιού του 1969», όταν ακόμη και στην πίσω πλευρά τού –δανεισμένου από το Δισκορυχείον– εξωφύλλου που εικονίζεται, αναγράφεται φαρδιά-πλατιά πως το εν λόγω τραγούδι βραβεύτηκε στην 2α Ολυμπιάδα, εκεί όπου πάλι συγχέεται η Ολυμπιάδα με τις Εορτές Πολεμικής Αρετής («εν μέσω πυροτεχνημάτων, λογυδρίων, στρατιωτικών επιδείξεων και εθνικών χορών»). Διαβάζουμε πως «τα ‘Τραγούδια του δρόμου’ του Λοΐζου (που έτυχε να κυκλοφορήσουν την εποχή του πραξικοπήματος) αποσύρθηκαν από τα καταστήματα δίσκων», όταν είναι γνωστό πως ο δίσκος κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα τέλη του ’74/αρχές του ’75 (επί Μεταπολίτευσης δηλαδή) και πως ποτέ δεν αποσύρθηκε. Διαβάζουμε πως «λέξεις όπως ‘ελευθερία’ απαγορεύονταν διά ροπάλου στους στίχους», ασχέτως αν το «άμα λευτερωθεί η Κρήτη/ θα λευτερωθεί κι εμένα η καρδιά μου» (του Μάνου Χατζιδάκι, από τον «Καπετάν Μιχάλη») ήταν κάτι σαν ύμνος της χούντας, αφού το είχαν τραγουδήσει, μέσα στην επταετία, η Κλειώ Δενάρδου, η Λίτσα Σακελλαρίου, η Ξανθίππη Καραθανάση (σε ενορχήστρωση Γιώργου Μουζάκη!), o Πάνος Κόκκινος με τους Faces, η Νάνα Μούσχουρη και η Μαρίνα… Αλλά και ο Σαββόπουλος πώς αφέθηκε στο «Μπάλλο» να πει «γουστάρω ελεύθερη και πλούσια ζωή» και «ελευθερία ή θάνατος/ ο κόσμος είν’ αδιάβατος» και λίγο αργότερα στο «Βρώμικο Ψωμί» να ξανατραγουδήσει «νόμιζα πως ήμουν ελεύθερο πουλί/ και όμως ελεύθερη ήσουν μονάχα εσύ»; Γιατί εκείνον δεν τον έκοψε η λογοκρισία; Εδώ ο Νίκος Μαμαγκάκης κυκλοφόρησε ολάκερο δίσκο με τον τίτλο «Αγωνιστές της Λευτεριάς» (1971) και λίγο αργότερα (1972) έκανε κι ένα δίσκο πάνω σε ποίηση του (κομμουνιστή) Γιάννη Ρίτσου, το «11 Λαϊκά Τραγούδια», όπου ακούμε μάλιστα τον Πουλόπουλο να τραγουδά για «πέντε οκάδες κόκκινα σταφύλια» και για «κόκκινες φωνές και ιδρώτας»! Πάλι καλά δηλαδή πως δεν μάθαμε ότι απαγορευόταν δια ροπάλου και η λέξη «κόκκινο»…
Τα ανάλογα παραδείγματα είναι δεκάδες, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχε λογοκρισία και επί Χούντας (όπως υπήρχε και επί Μεταπολίτευσης και επί Αλλαγής). Άλλο αυτό όμως, και άλλο να πετάμε μια κουβέντα στον αέρα –του τύπου «λέξεις όπως ‘ελευθερία’ απαγορεύονταν διά ροπάλου»– και όποιον πάρει ο χάρος…
Θυμάμαι μάλιστα κι ένα σχετικό γελοίο παράδειγμα από το Δίφωνο (τεύχος 160, Απρίλιος 2009), όπου κάποιος Μιχάλης Γελασάκης σ’ ένα αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία έγραψε σχετικώς αναφερόμενος στο «Επεισόδιο» (1971) του Πάνου Σαββόπουλου (η έμφαση δική μου): «Το ποίημα που μελοποιήθηκε ήταν η Αρμίδα, φυσικά λογοκριμένο από τη χούντα. Στο τραγούδι αναφέρεται ότι το πειρατικό είναι φορτωμένο με κρασί και όχι με χασίς, όπως στο πρωτότυπο και αργότερα ακούγεται ότι το φορτίο θα το έχουμε κοπανήσει και όχι καπνίσει». Παρακάτω όμως ο Γελασάκης, όταν αναφέρεται στο «Σταυρό του Νότου» (1979) συμμαχεί απ’ ό,τι φαίνεται με τους μετα-πολιτευτικούς λογοκριτές και κάνει γαργάρα το γεγονός πως στο «Ένας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί» ακούμε τον Παπακωνσταντίνου να τραγουδά «Μου ’λεγε πώς καπνίζουνε στο Αλγέρι τον καπνό» αντί για «μου ’λεγε πως καπνίζουνε στο Αλγέρι το χασίς». Εκεί δεν υπάρχει ούτε «φυσικά», ούτε «αφύσικα»… Αυτά τα πράγματα (τα δύο μέτρα και δύο σταθμά) δεν συνιστούν έρευνα, συνιστούν μία αηδία και μισή.

Ενώ το κείμενο έχει να κάνει υποτίθεται με τα τραγούδια της χούντας, αναφέρεται εντός και η «Οδός Αριστοτέλους», που προέρχεται από τα τέλη του ’74 (είναι δηλαδή μετά τη χούντα) και όχι γενικώς από «το ’74», ενώ παρακάτω διαβάζουμε πως παρά «την αστυνομική επιτήρηση της μουσικής, από την αρχή της δικτατορίας» θα «ξεπεταχτούν συγκροτήματα όπως οι Socrates Drank the Conium, Πελόμα Μποκιού, Νοστραδάμος, Poll, Εξαδάκτυλος», από τη στιγμή που είναι γνωστό πως τα γκρουπ αυτά (και άλλα τόσα και περισσότερα) καλοπέρασαν επί χούντας με εμφανίσεις στην τηλεόραση, με tv-παρουσιάσεις συναυλιών, με εξώφυλλα σε οικογενειακά περιοδικά, με… με… με… Μαθαίνουμε ακόμη και για το «πραγματικό ελληνικό ροκ» του Σαββόπουλου, λες και του Ρωμανού, που είχε προηγηθεί, ήταν… φανταστικό (ναι ήταν), ενώ πληροφορούμαστε πως ο... Άσημος «στις αρχές του ’70 ήταν στα… βαρέα και ανθυγιεινά του ελληνικού ροκ», όταν ο Άσιμος (και όχι «Άσημος»), εκείνη την εποχή, δεν είχε την παραμικρή σχέση με το ροκ. Μετά απ’ αυτά το ότι βλέπουμε, στις φωτογραφίες, ανύπαρκτο εξώφυλλο «χαρακτηριστικού δίσκου» των Poll είναι το λιγότερο…

Και σαν να μην έφθαναν τα προηγούμενα έρχεται και η Ρούλα Γεωργακοπούλου να μας αποτελειώσει μ’ ένα μονόστηλο, που φιλοξενείται στο ίδιο τυπογραφικό σαλόνι. Εκεί, μέσα σε λίγες αράδες, μαθαίνουμε πως η λογοκρισία (της χούντας προφανώς) δεν ανέκοψε «την επιρροή του Νέου Κύματος», όταν είναι γνωστόν(;) πως το Νέο Κύμα το ενταφίασε ο ηλεκτρισμός που μπήκε στις μπουάτ (δεν είχε καμμιά πρεμούρα η λογοκρισία να το ανακόψει), διαβάζουμε το ακατανόητο πως «παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα (σ.σ. εννοεί το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια) ήταν και ο ήχος από πέταλα αλόγων (το ένα άσπρο, το άλλο μαύρο) που αξιώθηκε τη φωνή ενός Γρηγόρη Μπιθικώτση», και πως «για να αποπροσανατολίσουν τους λογοκριτές, η Columbia δειγμάτιζε τις νέες κυκλοφορίες της με μουσική τίτλων από τη ‘Συννεφιασμένη Κυριακή’ του Βασίλη Τσιτσανη, η Odeon Parlophone (πρόδρομος της MINOS) με τους ‘Γλάρους’ του Πάνου Γαβαλά ενώ η LYRA του πεφωτισμένου Πατσιφά έκανε intro το ‘Ρολόι’ του Γιώργου Ρωμανού». Αυτό το τελευταίο είναι η μεγαλύτερη μπαρούφα που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Ότι δηλαδή οι πληρωμένες διαφημιστικές εκπομπές του Λαμπρόπουλου, του Μάτσα και του Πατσιφά λειτουργούσαν ως… αντιστασιακά μετερίζια. Μπροστά σ’ αυτό το να παρουσιάζεται το «καθεστωτικό[sic] ‘Πού ναν' ο ίσκιος σου Θεέ’ της Κλειώς Δενάρδου» ως τραγούδι του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (όπως είπαμε πιο πάνω ακούστηκε στην 2α Ολυμπιάδα) είναι μία ασήμαντη λεπτομέρεια…

Κρίμα το δίφραγκο...

Σάββατο, 21 Απριλίου 2012

ΑΡΗΣ ΓΚΡΟΥΕΖΑΣ πολιτικά τραγούδια…

Το επώνυμο «Γκρούεζας» είναι πασίγνωστο, αφού όλοι θυμούνται τον κομματάρχη που υποδυόταν ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος στην έξυπνη ταινία τού Αλέκου Σακελλάριου «Υπάρχει και Φιλότιμο» (1965). Δεν είμαι σίγουρος από πού εμπνεύστηκε το συγκεκριμένο επώνυμο ο Σακελλάριος (ή ο Χρήστος Γιαννακόπουλος), όμως εκείνη την εποχή, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ένας άλλος… Γκρούεζας, πραγματικός αυτή τη φορά και ουχί κινηματογραφικός, παρήγαγε κι έκοβε… διακομματικούς δίσκους (45άρια βασικά) στη δική του εταιρεία Αρίων, που είχε την έδρα της στο Καματερό.
Οι δίσκοι αυτοί –οι δίσκοι για τους οποίους γράφω εδώ– είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Περιείχαν… στρατευμένα ο-θεός-να-τα-κάνει πολιτικά τραγούδια, γραμμένα ή διασκευασμένα από τον ίδιον τον Άρη Γκρούεζα και κάποιους Α. Αθηναίο, Γ. Μαργιολά και Δ. Ιλισσιώτη (πιθανώς ορισμένοι απ’ αυτούς να τραγουδούσαν κιόλας). Αν εξαιρέσεις τον Μαργιολά, που μάλλον πρόκειται για τον Γιώργο Μαργιολά –τραγούδια του οποίου είχαν ερμηνεύσει οι Μανώλης Αγγελόπουλος, Στράτος Διονυσίου, Γιώτα Λύδια κ.ά.– οι υπόλοιποι δεν μου λένε κάτι ως… τραγουδοφτιάχτες.
Τα κομμάτια αυτά (τα πολιτικά εννοώ, γιατί ο Γκρούεζας έκανε κι άλλες παραγωγές), μουσικώς κινούνταν σε λαϊκό-δημοτικό ύφος, άλλα αποδίδονταν από μπάντα και χορωδία, ενώ στιχουργικώς έπαιρναν αφορμή από τα σχετικά γεγονότα και τους πρωταγωνιστές της εποχής, περιγράφοντας μ’ έναν τρόπο, απλοϊκό οπωσδήποτε, πρόσωπα και καταστάσεις. Κι επειδή οι άνθρωποι αυτοί ήταν… επαγγελματίες, φαίνεται πως δεν ήθελαν να δυσαρεστήσουν κανέναν (Κέντρο, Δεξιά, ακόμη και τη Χούντα), φροντίζοντας να δισκογραφούν κομμάτια με-και-για τους πάντες. Για τους πραξικοπηματίες, για τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο, για τον Ανδρέα Παπανδρέου, για την ΕΔΗΝ (τη Νεολαία του Κέντρου) και την ΕΡΕΝ (τη Νεολαία της Δεξιάς), για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή... Διαβάστε τους στίχους τριών τραγουδιών, έτσι όπως καταγράφονται στα οπισθόφυλλα των δίσκων (διατηρώ την τότε ορθογραφία), παραγωγής Άρη Γκρούεζα…
Δεν χρειάζεται να γράψω, εδώ, κάτι για τα στιχάκια (2-3 στροφές βγάζουν πολύ γέλιο). Αν, πάντως, χρειαστεί τα λέμε στα σχόλια…
 
Ε… Ε… ΕΡΧΕΤΑΙ
Το καμάρι της Ελλάδος
και του έθνους η ελπίς
να μας κυβερνήση πάλι
Κώστας ο Καραμανλής

Στην πατρίδα μας να δώση
την πορεία την σωστή
που την καρτερούσε πάντα
καθ’ ελληνική ψυχή

Καραμανλή, Καραμανλή
μεγάλε αρχηγέ μας
να θριαμβεύση η Φυλή
εσύ οδήγησέ μας

Ε. Ε. Έρχεται, Ε. Ε. Έρχεται

Με τους άξιους συνεργάτες
υπουργούς και βουλευτές
θα μας ξαναδώση πάλι
σφρίγος δόξα και τιμές

Με τα έργα τα σπουδαία
που εχάραξε αυτός
και που θα τα συνεχίση
ο Λαμπρός Δημιουργός
ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Του μεγάλου σου πατέρα
είσαι το δεξί το χέρι
και της χώρας μας θα γίνης
το πιο λαμπερό αστέρι

Παπανδρέου, Παπανδρέου
γιος του ένδοξου αρχηγού
Βράχος της Δημοκρατίας
και προστάτης του λαού

Την μεγάλη σου αξία
την θαυμάζουν κι άλλα κράτη
ως κι’ ο Κένεντυ σε είχε
πιο στενό του συνεργάτη

Στον αγώνα που απεδόθης
συ κ’ οι φίλοι οι πιστοί σου
θα θριαμβεύσης γιατί έχεις
όλο το λαό μαζύ σου

Καινούργιοι πάλι θα φυσήξουν
άνεμοι ελευθερίας
και η πατρίς θα ζήση πάλι
εποχές ευημερίας
 
ΝΑ ΜΑΣ ΖΗΣΗ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ
Στις είκοσι μια τ’ Απρίλη
σηκωθήκαν έξι φίλοι
του στρατού μας οι φωστήρες
και του έθνους μας σωτήρες

Να μας ζήση ο Στρατός
Σπαντιδάκης, Πατακός
Κόλιας ο Πρωθυπουργός
Μακαρέζος, Αγγελής
κι’ όλοι οι επιτελείς

Την πατρίδα μας να σώσουν
και την πρόοδο να δώσουν
στο λαό μας που αξίζει
και για προκοπή φροντίζει

Οι εργάτες κι’ αγρότες
που με αίμα και ιδρώτες
στη σκληρή δουλειά μοχθούνε
τώρα την στοργή θα βρούνε

Θα ζηλεύουν οι εχθροί μας
για την δόξα τη δική μας
και το μέλλον το λαμπρό μας
θα χρωστάμε στο στρατό μας

Φυσικά, η… επιθεώρηση συνεχίστηκε με αμείωτους ρυθμούς και μετά τη χούντα, όπως έχουμε δείξει και παλαιότερα http://is.gd/sPGEKj...