Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

ΤΑΣΟΣ ΦΑΛΗΡΕΑΣ χαρισματική γραφή

Δεν γνώριζα από κοντά τον Τάσο Φαληρέα (τον είχα δει στο δισκάδικο Pop Eleven στα χρόνια του ’80, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα). Το λέω, γιατί διάφοροι, εσχάτως, γράφουν πως γνώριζαν, τάχα, το έναν ή τον άλλον που φεύγει ή έχει φύγει απ’ τη ζωή (μάλλον στο επίπεδο της «καλημέρας»), ανεβάζοντας απρεπώς τον προσωπικό τους πήχυ. Γνώριζα όμως τον Τάσο Φαληρέα (1941-2000) από τα κείμενά του (στα περιοδικά Τζαζ και Ντέφι βασικά, αλλά και σε μερικά ακόμη), από τις δισκογραφικές παραγωγές του και βεβαίως από τις συνεντεύξεις του (στον Ήχο, στο Δίφωνο κ.ά.). Η εικόνα που είχα σχηματίσει για ’κείνον και την οποίαν έρχεται να επιβεβαιώσει το πρόσφατο βιβλίο Χαριστική Βολή [Ιστός, Αθήνα 2011] είναι πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο αν όχι, σε κάθε φάση τόσο βαθιά πληροφορημένο (εν σχέσει με το rock ας πούμε), πάντως σε κάθε περίπτωση με τεράστιο αισθητήριο. Εν αντιθέσει δηλαδή μ’ εμάς, τους σημερινούς, που έχουμε την πληροφορία στο πιάτο και που παρ’ όλα αυτά μπορεί να γράφουμε παπαρίες (δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω), ο Φαληρέας, ο Τάσος Φαληρέας –καθότι υπάρχει πάντα και ο αδελφός του ο Γρηγόρης– επιχειρούσε να δει τι συνέβαινε πίσω από τα τείχη που ορθώνονταν μπροστά του. Και συνήθως το κατάφερνε. Κατάφερνε δηλαδή να αναρριχηθεί μέχρι την κορυφή, περιγράφοντας σε όσους έμεναν από κάτω ό,τι έβλεπε και δεν έβλεπε. Αυτήν την ικανότητα ο Φαληρέας την απέκτησε on the road, δεν την διδάχτηκε στα καλά σχολεία που φοίτησε. Τον βοήθησαν, βεβαίως, η εξυπνάδα και η καλλιέργειά του, περαιτέρω το ότι έζησε στην Αμερική και την Αγγλία ανά διαστήματα στα sixties, γνωρίζοντας συγχρόνως την αγγλική και κατανοώντας στην πορεία τα… φαινόμενα Bob Dylan, The Rolling Stones και Frank Zappa (ανάμεσα σε άλλα), τα οποία και απετέλεσαν τον πυρήνα της πρώτης νιότης του.
Περνώντας εν τάχει (όχι γιατί στερούνται ενδιαφέροντος) τα πρώτα κείμενα του βιβλίου, που αφορούν στις ποιητικές και λογοτεχνικές ανησυχίες τού τιμωμένου, μένω στα δημοσιογραφικά, που έχουν κατά τη γνώμη μου και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Από το πρώτο κιόλας κείμενο το «Σπύρος Μεϊμάρης» (δημοσιευμένο αρχικώς, στο παρθενικό τεύχος του περιοδικού Κούρος της δεύτερης εποχής, τον Απρίλιο του ’71 και όχι το 1974, όπως αναγράφεται στο βιβλίο, που έχει επιμεληθεί ο Μανόλης Σαββίδης – τότε προφανώς αναδημοσιεύτηκε) ο Φαληρέας επιχειρεί να συνδεθεί με το εγχώριο υπόγειο κύκλωμα  της εποχής, τον ποιητή Σπύρο Μεϊμάρη (ο συνδετικός κρίκος του Ginsberg στην Ελλάδα και άλλα τινά να υπενθυμίσω), ενώ θα ακολουθούσαν ανάλογα κείμενα για τον Λεωνίδα Χρηστάκη φερ’ ειπείν ή για τον Γιώργο Μακρή. Το κείμενο στην εφημερίδα Μουσική Γενιά «Μερικές σκέψεις για τον τίτλο και καλή χρονιά» (#2, 12/2/1972) φαίνεται πως καταγράφει –ανάμεσα σε άλλα– την πρώτη μεταστροφή του Φαληρέα (όχι πάντως ολοκληρωτική) εν σχέσει με το λαϊκό τραγούδι, το οποίον και αντιλαμβάνεται ως ένα κομμάτι του εγχώριου underground. Κι εδώ εντοπίζεται ένα πρώτο και σοβαρό πρόβλημα. Η Μπέλλου π.χ. δεν είχε ουδεμία σχέση με ό,τι κατανοούμε όλοι μας(;) ως underground (παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα του Φαληρέα). Η προσπάθεια να περιβληθούν μ’ αυτόν τον απίθανο μανδύα οι λαϊκοί δημιουργοί θα οδηγήσει σταδιακώς την κατάσταση σε ακατανόητες φαιδρότητες τύπου o Καζαντζίδης είναι ροκ (για τον Φαληρέα ροκ ήταν ο Διονυσίου πάντως, δες σελ.323), ο Βαμβακάρης είναι ο… Robert Johnson, ο Γιώργος Μαργαρίτης ο… Johnny Cash και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου η… θεία μου η χίπισσα. Ο κάθε βλαξ θα πάρει γραμμή, αρχίζοντας να λέει και από μία ανάλογη μπαρούφα, νομίζοντας πως έτσι θα υψωνόταν στα όμματα των… ιθαγενών αναγνωστών του. Εν πάση περιπτώσει. Βλέποντας λοιπόν το τέλμα τού ροκ (από αυτήν την περίοδο και το απολαυστικό «Γερομαλάκα Ντύλαν», Ντέφι 7, 6-8/1983), ο Φαληρέας σκύβει ακόμη περισσότερο προς την ελληνική πλευρά του μυαλού του (ακόμη και στο ροκ ελληνικό τραγούδι, ψάχνει να βρει τους επιγόνους του Σαββόπουλου, ενδιαφέρεται να το κάνει, και τους βρίσκει στους Φατμέ – ορθώς), διατηρώντας την ευαισθησία του, την οποίαν διοχετεύει προς πάσα κατεύθυνση (τζαζ, σινεμά, πολιτικό σχόλιο τουρλού-τουρλού, μπάσκετ – η μεγάλη του αγάπη), ακόμη και προς τους εχθρούς του. Γιατί ο Φαληρέας είχε εχθρούς. Ή, μάλλον, λάθος. Τους κατασκεύαζε με την πένα του. Τα κείμενά του ήταν τέτοια που τροφοδοτούσαν την αντιπαράθεση. Να πως τελειώνει στο «Καραμανλή Roll Over» (Τζαζ, #8, 9/1979): «…τώρα που η ιδεολογική μάχη μεταφέρεται στη μουσική και στον κινηματογράφο, τώρα που ουσιαστικά έληξε η ξεδιάντροπη συμμαχία των ‘προοδευτικών δυνάμεων’ μεταπολιτευτικά, τώρα αρχίζει το παιγνίδι και η αναπόφευκτη σύγκρουση». Μια σύγκρουση που παίρνει οριακές διαστάσεις σ’ ένα από τα ωραιότερα κείμενα τού βιβλίου, το «Πρέπει να ’ρθει η Δεξιά;» (Ντέφι, #14, 2-3/1987), στο οποίο συνοψίζονται ευφυώς όλες οι παραμύθες που μετάλλαξαν την ελληνική κοινωνία των 80s προς κάτι απροσδιόριστο (κοινωνικώς ανήθικο και αισθητικώς ανάπηρο).
Ο Μανόλης Σαββίδης, που επιμελήθηκε την 359 σελίδων Χαριστική Βολή έχει κάνει καλή δουλειά. Μάζεψε πολύ υλικό (κείμενα άλλων για τον Φαληρέα, τα κείμενα του Φαληρέα, συνεντεύξεις), το οποίον και χτένισε (διόρθωσε όσα λάθη ή μικρολάθη μπορούσε, ορθόγραψε, έκανε τον «Ντύλαν» “Dylan, υποσημείωσε). Μην περιμένετε, πάντως, να βρείτε τα άπαντα τού Τάσου Φαληρέα εδώ (υπάρχει πάντως –γιατί κάποιος με ρώτησε– το «Bob Dylan: Ελεύθερες πληροφορίες για όλους», ο πρόλογος δηλαδή στο βιβλίο με τους στίχους τού Dylan Bob Dylan: approximately complete works, που εκδόθηκε, μάλλον, το καλοκαίρι του 1974 με το ωραίο εξώφυλλο του Δημήτρη Αρβανίτη). Δεν κάθισα να ξεφυλλίσω όσα Τζαζ και Ντέφια έχω, όπως και άλλα περιοδικά ενδεχομένως, αλλά με μία πρώτη ματιά διαπίστωσα πως απουσιάζουν τα κείμενα της Δισκογραφίας (πιθανώς και άλλα). Ιδίως για το «Πότε θα κάνει ξαστεριά; Καλύτερα ποτέ. (μέρος Β)» λέω πως δεν θα έπρεπε...

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

THE LANDRUS KALEIDOSCOPE κάψουλα

Νεαρός ακόμη μουσικός, ο 34χρονος Αμερικανός Brian Landrus είναι ένα από τα ανερχόμενα «αστέρια» στα βαθιά όργανα (χειρίζεται βαρύτονο και μπάσο σαξόφωνο, μπάσο κλαρίνο και μπάσο φλάουτο). Έως ώρας, δε, μάς έχει απασχολήσει δύο φορές. Η πρώτη αφορούσε στο έξοχο “Forward” [Cadence Jazz, 2009], για το οποίον είχα γράψει τα σχετικά… διθυραμβικά εδώ http://is.gd/dUh9Xy, ενώ η δεύτερη στο “Traverse” [BlueLand, 2010], ένα επίσης άξιο CD με συμπαραστάτες τους Lonnie Plaxico, Michael Cain και Billy Hart. Η πιο καινούρια απόπειρα τού Landrus έχει τίτλο Capsule [BlueLand, 2011] και είναι ένα ακόμη εξαιρετικό CD, αρκετά διαφορετικό (και) από τα δύο προηγούμενα.
Εκείνο που πρέπει να τονιστεί από την αρχή είναι πως ο Landrus είναι ένας εμπνευσμένος, συνθέτης, αυτοσχεδιαστής και ενορχηστρωτής. Κάθε κομμάτι (άπαντα δικά του) είναι κι ένα καθαρό δείγμα των δυνατοτήτων και της ευφυΐας του – γιατί όχι; Ο αμερικανός πνευστός είναι φανερό πως αγαπά, εξ ίσου με την jazz, και το rock, και την μεγάλη μαύρη μουσική, την soul και το αδελφάκι της το funk. Συνθέτει λοιπόν έχοντας στη διάθεση του ένα βασικό… καλειδοσκόπιο, το οποίο στην πορεία εμπλουτίζει με… καραϊβικούς και λοιπούς latin ρυθμούς. Το σύνολο είναι ένα ακροαματικό χάρμα, για χάρη του οποίου τεντώνεις δίχως σκέψη το volume του ενισχυτή, προκειμένου να εισπράξεις το μέγιστο της απόλαυσης.
Οκτώ συνθέσεις λοιπόν (μία ώρα η διάρκεια), με τα περισσότερα από τα κομμάτια να κινούνται κοντά στα επτά με οκτώ λεπτά, άρα (και) ικανά από τη φύση τους να παράσχουν τον απαιτούμενο χώρο για τις αναπτύξεις των μελωδιών, τους νουνεχείς αυτοσχεδιασμούς, τα μετρημένα σόλι. Δύσκολο να ξεχωρίσεις κάτι. Δύσκολο να αντισταθείς στη μαγεία αυτού του άλμπουμ, αφού όλα τα κομμάτια κινούνται σε πολύ υψηλό επίπεδο, δημιουργώντας έναν δικό τους αυτοτελή κόσμο. Πάρτε για παράδειγμα το 7λεπτο “71 & on the road” με την εξοχότατη μελωδική βαρύτονη γραμμή και το απίθανο «πίσω» σόλο του Nir Felder στην ηλεκτρική κιθάρα. Ή το 8λεπτο κιθαριστικό blues Like the wind”, με την κάπως reggae(!) ρυθμική γραμμή (Matthew Parish κοντραμπάσο, Rudy Royston ντραμς) και το φανταχτερό σόλο στο μπάσο φλάουτο. Ή το επίσης 8λεπτο “Beauty” (ο άνθρωπος δεν είναι μετριόφρων και ορθώς πράττει!), εκεί όπου το ηλεκτρικό πιάνο του Michael Cain δρα απογειωτικώς.
Διάβασα κάτι στο δίκτυο, που μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Ο Landrus επινοεί στίχους σχεδόν για κάθε σύνθεση που παραδίδει! Τους στίχους μπορεί να μην τους ακούμε, του παρέχουν όμως (οι στίχοι) τη δυνατότητα να δίνει σχήμα στις συνθέσεις και τα σόλι του. Κάπως έτσι εξηγείται γιατί τα κομμάτια του αποκτούν αυτή τη μοναδική ρέουσα ομορφιά του απλού, αλλά υπερ-φροντισμένου άσματος.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

TERRY CALLIER λίγα λόγια

Έμαθαόπως πολλοί από τους συνομηλίκους μου για την περιπτωσάρα του Terry Callier (1945-28/10/2012) το 1998, με αφορμή το (τότε) άλμπουμ του “TimePeace” στις Verve και TalkinLoud. Ήταν ένας υπέροχος δίσκος, που είχε σταθεί αφορμή για μια πιο βαθιά επαφή με το διαχρονικό έργο τού αμερικανού τροβαδούρου, με ό,τι τέλος πάντων εκείνο συμβόλιζε ή ενεργοποιούσε. Και αναφέρομαι βασικά στο “The New Folk Sound of Terry Callier” [Prestige, 1965], που ήταν για μένα μία πραγματική αποκάλυψη όταν το εντόπισα σ’ ένα παζάρι στο Ρόδον, το 1999 (σ’ ένα από τα 1500 αντίτυπα της επανέκδοσής του στην εταιρεία BGP).
Χωρίς να αγνοώ τα hip άλμπουμ του Terry Callier στην Cadet από τα seventies που τον κατέστησαν μύθο στα nineties, έχω την εντύπωση πως το “Alive” [Mr.Bongo, 2001] είναι ένα από εκείνα που θα παρέχουν, πάντα, ένα υπερ-επαρκές βιογραφικό του. Γραμμένο στο λονδρέζικο Jazz Café, το Alive συλλαμβάνει τον Αμερικανό στην κορυφή της ερμηνευτικής του δύναμης.
Ως γνωστόν ο Callier υπήρξε ένας εκφραστικότατος τραγουδιστής. Δεν ήταν μόνον η βαθιά χαρακτηριστική φωνή του, ήταν κυρίως η απαράμιλλη υποκριτική στόφα του (ας το πω έτσι), που σπανίως συναντάς σε τροβαδούρους οποιασδήποτε γενιάς. Οργιζόσουν όταν οργιζόταν, χαιρόσουν όταν χαιρόταν, δάκρυζες όταν δάκρυζε… Και τα δέκα tracks εκείνου τού... alive ήταν μοναδικά, ένα set δουλεμένων ηχητικών εναλλαγών (jazz, blues, folk, soul), που υποστηριζόταν διακριτικώς από οκτώ μουσικούς (ανάμεσά τους και ο σπουδαίος κιθαρίστας Jim Mullen, από τους Piblokto! κ.λπ.), οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν βιογραφικά που χάνονταν στα χρόνια. Φυσικά, σ’ εκείνο το CD ακούγονταν μερικά από τα πιο σημαντικά τραγούδια που είχε γράψει, έως τότε, ο Terry Callier, όπως ας πούμε το “Ordinary Joe” (αδύνατον να μην το σφυρίξεις, από την πρώτη κιόλας φορά που θα το ακούσεις), το “Dancing girl”, το “What colour is love”, μα ακόμη και τα πιο πρόσφατα, το “Lazarus man” και το “I dont wanna see myself”. Το τραγούδι όμως που έκλεβε την παράσταση σ' εκείνο το set (και όχι μόνο γιατί ήταν καινούριο) ήταν το “Lament for the late A.D.” γραμμένο εις μνήμην του αδικοχαμένου Amadou Diallo. Την 4/2/1999 ο 24χρονος Λιβεριανός έπεφτε νεκρός σ’ ένα πεζοδρόμιο του Bronx, όταν δεχόταν 41 σφαίρες (οι 19 είχαν βρει στόχο όπως γράφει η wikipedia) από αστυνομικούς πεζής περιπολίας. Το «λάθος» του; Η κίνηση να βγάλει από την κωλότσεπη την ταυτότητά του… Ο Terry Callier ήταν εκεί…

Θρήνος για τον μακαρίτη A.D.

Έι Μανχάταν
Πίσω από το χαμόγελό σου ένα κρυμμένο μυστικό
Που σταμάτησε το ονειροπόλημά μου
Και μ’ έκανε στ’ αλήθεια άνω-κάτω για αρκετό καιρό
Εύχομαι να μπορούσα να το εκφράσω
Αλλά πρέπει να παραδεχθώ πως δεν έχω ιδέα
Νιου Γιορκ, Νιου Γιορκ
Νόμιζα πως μπορούσα να βασίζομαι σ’ εσένα.

Τι γίνεται Χάρλεμ;
Παιδί μου η καρδιά μου σε νοιώθει όπως κανένα άλλο
Ο Κολτρέιν έχει πλέον φύγει
Κι έτσι θα πρέπει να βρούμε μόνοι μας τις απαντήσεις
Γλυκέ μου δεν ακούς τη βροντή;
Με κάνει ν’ αναρωτιέμαι πώς τελειώνει η μέρα
Νιου Γιορκ, Νιου Γιορκ
Νόμιζα πως μπορούσα να βασίζομαι σ’ εσένα

Καίγεται το Μπρονξ
Ο κόσμος στέκει και κοιτάζει με βουβή μανία
Κάποιοι τύποι δεν νοιάζονται καθόλου
Άλλοι δεν τολμούν να ρίξουν ούτε μια ματιά
Στο χαρτί για την κηδεία
Όμως το ’χω δει το μήνυμα
Και το νόημα είναι σαφές δεν υπάρχει άλλο θέμα
Νιου Γιορκ, Νιου Γιορκ
Νόμιζα πως μπορούσα να βασίζομαι σ’ εσένα

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

σωστά ενήργησε ο Βαξεβάνης

Το ζήτημα με τις καταθέσεις στην Ελβετία είναι στραβό από τη μάνα του. Πέφτει πάνω στο δίπολο νόμιμο-ηθικό και, τις πιο πολλές φορές, συνθλίβεται ανάμεσα στις Συμπληγάδες.
Διατυμπανίζεται από παντού –κι είναι έτσι– πως το να βγάλει κάποιος λεφτά στην Ελβετία (ή αλλού) δεν είναι εκ των προτέρων παράνομο. Σιγά τα ωά. Και τι σημαίνει νόμιμο; Το να νομοθετείς στοχεύοντας, υποτίθεται, σε κάποιες μικρο-περιπτώσεις μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων ατόμων (που μπορεί να έχουν μιαν «αναγκαστική» δοσοληψία με τη συγκεκριμένη χώρα), αφήνοντας όχι παράθυρα, αλλά μπουκαπόρτες για μερικές χιλιάδες ή δεκάδες χιλιάδες άλλους, ώστε να πράττουν ό,τι πράττουν νομίμως ή παρανόμως, δεν σε καθιστά αυτομάτως άμωμο και αμόλυντο.
Κάπου διάβασα στη Lifo, σήμερα, στη στήλη Γνώμες το εξής απίθανο: «Κανένας δεν σκέφτηκε πως κάποιος μπορεί να έχει λογαριασμό στην Ελβετία επειδή απλώς εκεί ζει ή έζησε, επειδή κάνει δουλειές με την Ελβετία ή με γειτονικά κράτη, ή επειδή για λόγους ασφάλειας μετέφερε εκεί καταθέσεις». Γι’ αυτό συζητούμε; Αλλά και πάλι. Τι σημαίνει πως κάποιος σπουδάζει π.χ. στην Ελβετία; Σημαίνει πως μπορεί να έχει στον λογαριασμό του εκατομμύρια; Και τι σημαίνει πως κάποιος «απλώς εκεί ζει ή έζησε»; Πως πρέπει να ξεχειλίζουν τα «τούβλα» από τις τσέπες του; Και αν ξεχειλίζουν όντως, αυτός δεν πρέπει να δώσει λόγο σε κάποιες εγχώριες αρχές από την πρώτη κιόλας μέρα που τοποθέτησε εκεί τα συγκεκριμένα ποσά; Και αφού τα συγκεκριμένα ποσά διακινούνται υποτίθεται μέσω ελληνικών τραπεζών, οι ίδιες οι τράπεζες δεν θα έπρεπε να ενημερώνουν πάραυτα τις σχετικές ελεγκτικές αρχές, ώστε να διακριβώνεται η νομιμότητά τους (ότι δεν είναι προϊόντα εγκλήματος δηλαδή) και να προσδιορίζονται οι εκάστοτε φόροι; Είναι λυπηρό, τουλάχιστον, να κάνουν κάποιοι πως δεν καταλαβαίνουν…
Όσον αφορά εκείνο το «για λόγους ασφαλείας» τι να πω; Ακούγεται στ’ αυτιά μου ως εντελώς αμοραλιστικό, σχεδόν εγκληματικό. Όταν μια χώρα υπόκειται στη συγκεκριμένη δοκιμασία, όταν το χρήμα στην αγορά είναι «όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό», όταν η φτώχεια εξαθλιώνει μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, δεν είναι κάπως σαν εσχάτη προδοσία (ή και χωρίς το «σαν») πολιτικοί και λοιποί μεγαλοσχήμονες να βγάζουν… νομίμως λεφτά στην Ελβετία, κρυπτόμενοι πίσω από την ασφάλεια των λεγομένων «προσωπικών δεδομένων»;
Όταν τα κοινωνικά δεδομένα βάλλονται πανταχόθεν, όταν αμφισβητείται το δικαίωμα στην εργασία, στην υγεία, στην πρόνοια, στην ασφάλιση, στην παιδεία, στην ίδια τη ζωή, το να επικαλούμαστε τα «προσωπικά δεδομένα», για να μην αποκαλυφθούν οι νόμιμοι εξαγωγείς ή οι κλέφτες, είναι κάτι που αντιτίθεται στη λαϊκή απαίτηση. Και οτιδήποτε αντιτίθεται στη λαϊκή απαίτηση, αγνοώντας το κοινόν αίσθημα, απεμπολεί αυτομάτως τη νομιμότητά του.
Σωστά ενήργησε ο Βαξεβάνης.

Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2012

το δράμα της ΔΗΜ.ΑΡ.

Η υποκρισία της Δημοκρατικής Αριστεράς είναι απίστευτη. Τα στυλώνει στα εργασιακά, τα οποία είναι ήδη διαλυμένα και εντελώς παρατημένα στο έλεος των εργοδοτών (πολλάκις πριν καν τα μνημόνια), ενώ δεν φαίνεται να έχει κανένα απολύτως πρόβλημα με τα εισπρακτικά και φορολογικά μέτρα των 14,5 δισ. ευρώ, που θα εξοντώσουν ό,τι έχει απομείνει από τη λειτουργία της κοινωνίας και κυρίως τη συνοχή της.
Αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, και περαιτέρω τον εκμηδενισμό της, και ψάχνει από κάπου να πιαστεί για να την κάνει;
Εγώ πάντως τη λυπάμαι. Καθότι έχει δώσει λόγο (έως ώρας τουλάχιστον) να υπομένει την πιο ακραία νεοφιλελεύθερη συνταγή, που δεν πρόκειται να έχει ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας (όλα τα νούμερα αναθεωρούνται επί τα χείρω κάθε τρεις και λίγο) και από την άλλη να είναι υποχρεωμένη ν’ ακούει και τις εθνικοπατριωτικές κορώνες του Σαμαρά, που μας γυρίζουν αιώνες πίσω, στα αλήστου μνήμης χρόνια της Πολιτικής Άνοιξης και στο φιάσκο του λεγόμενου «Μακεδονικού»…
Η Παναγιά μαζί της...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗΣ πεντάλια

Τον Γιάννη Αναστασάκη (Jannis Anastasakis) τον ήξερα μέχρι σήμερα ως κιθαρίστα – βασικά στους neo-prog Intravenus. Μάλιστα πριν λίγο καιρό μου έφερε στο περιοδικό ν’ ακούσω και δύο κυκλοφορίες του –το DVD/CDElektronik Meditation”, καθώς και το καινούριο άλμπουμ των IntravenusOiseau”– για τα οποία θα γράψω το προσεχές διάστημα. Πριν λίγες ημέρες ο Γιάννης Αναστασάκης μού έστειλε ένα e-mail, το οποίο με εντυπωσίασε. Χωρίς να ζητήσω την άδειά του το δημοσιεύω. Διαβάστε και θα καταλάβετε…
Καλησπέρα κ.Τρούσα,
ήθελα απλά να σας ενημερώσω για τη δραστηριότητά μου ως κατασκευαστής πεταλιών για ηλεκτρική κιθάρα και μπάσο, η οποία έχει εξελιχθεί όσο καλύτερα θα μπορούσα να φανταστώ! Έχω τη χαρά να έχω όλους αυτούς τους μουσικούς ως χρήστες των JAM pedals: John Abercrombie, Nels Cline, Bill Frisell, Jim Campilongo, David Hidalgo, Cesar Rosas, Anthony Jackson, Jeff Berlin, Adrian Legg, Dweezil Zappa, Adrian Legg, Eivind Aarset, Guy Pratt, Warren Haynes, Steve Lukather, Kenny Wayne Shepherd, Doyle Bramhall, Robert Randolph ... Και από Έλληνες τους: Γιάννη Σπάθα, Τάκη Μπαρμπέρη, Βάσω Δημητρίου, Ηλία Ζάικο, Αλκίνοο Ιωαννίδη, Φώτη Σιώτα, Γιώργο Bandoek, Παύλο Παυλίδη, Σταύρο Λάντσια, Χρήστο Θηβαίο, Μιχάλη Ευδαίμων... Δεν ξέρω αν αφορά σαν θέμα το περιοδικό, αλλά ήθελα να ενημερώσω εσάς προσωπικά. 
Το site είναι: www.jampedals.com.
Ευχαριστώ,
Γιάννης Αναστασάκης

Δεν είναι δυνατόν να μην χαρείς, και να μην πεις «μπράβο», όταν βλέπεις τέτοια αποτελέσματα.

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

MELODY GARDOT τραγούδια με λατινική κομψότητα

Με τρία μόλις άλμπουμ στην κατοχή της –το σε ιδιωτική έκδοση “Worrisome Heart” (2006) ήταν το πρώτο και το “My One and Only Thrill” [Verve, 2009] το δεύτερο– και βεβαίως με τα live, που ανελλιπώς πραγματοποιεί ανά τον κόσμο (την 29/6/2010 είχε εμφανιστεί και στην Αθήνα, στο Κηποθέατρο του Παπάγου), η Melody Gardot είναι μία τραγουδοποιός, που δεν γίνεται να την προσπεράσεις. Πριν πω λοιπόν κάποια λόγια για το πρόσφατο-τελευταίο CD της δεν γίνεται να μην αναφερθώ κι εγώ σ’ εκείνο που αναφέρονται όλοι, όταν μιλούν ή γράφουν για την Αμερικανίδα, καθότι έχουμε να κάνουμε μ’ ένα περιστατικό που σημάδεψε, ταυτοχρόνως, τη ζωή και την καριέρα της.
Ήταν Νοέμβριος του 2003, όταν η 18χρονη Gardot είχε ένα σοβαρότατο ατύχημα. Ενώ έκανε ποδήλατο παρασύρθηκε από ένα αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να παραμείνει για ένα σχεδόν χρόνο σχεδόν ακίνητη σε νοσοκομείο, σπάζοντας τη λεκάνη της σε δύο σημεία. Και δεν ήταν μόνον αυτό. Προσβλήθηκε το νευρικό της σύστημα, αποκτώντας συν τοις άλλοις και μιαν υπερευαισθησία στον ήχο και το φως, φορώντας έκτοτε, σχεδόν πάντα, μαύρα γυαλιά ηλίου. Ευρισκόμενη μέσα σε μία διαδικασία βαθμιαίας αποκατάστασης, η Meldoy Gardot «διδάχθηκε» από την αρχή απλές καθημερινές κινήσεις, ώσπου, με τη βοήθεια εναλλακτικών θεραπευτικών μεθόδων, κατόρθωσε να ξαναπατήσει στα πόδια της (έστω και με τη βοήθεια μπαστουνιού), αξιοποιώντας στην πορεία όλες τις μουσικές της γνώσεις (είχε ξεκινήσει από τα εννέα της τα σχετικά μαθήματα, ενώ από τα δεκαέξι της εμφανιζόταν σε μπαρ της Φιλαδέλφεια ερμηνεύοντας pop, jazz και rock στάνταρντ). Φυσικά, μετά από ένα τέτοιο ατύχημα δεν θα μπορούσε παρά να αλλάξει και η σχέση της με τη μουσική. Και όντως. Η Melody Gardot αρχίζει ν’ ακούει πιο ήσυχα και cool κομμάτια (και να συνθέτει πάνω σ’ αυτές τις βάσεις), ενώ μαθαίνει και κιθάρα (αφήνοντας προς ώρας το πιάνο, που την κούραζε περισσότερο). Σε κάθε περίπτωση η ζωή της θα πάρει έκτοτε μία εντελώς διαφορετική τροπή (θα εντρυφήσει στον Βουδισμό, θα ακολουθήσει την μακροβιοτική διατροφή, ενώ θα γίνει κήρυκας και ενός νέου ανθρωπισμού, μιλώντας σε ευήκοα ακροατήρια για τα πλεονεκτήματα της μουσικοθεραπείας στη διαχείριση του πόνου κ.λπ.). Κάπως έτσι φθάνουμε και στο πλέον πρόσφατο CD της, που έχει τίτλο “The Absence” [Decca, 2012] και που αντανακλά μιαν άλλη πτυχή των μουσικών ενδιαφερόντων της.
Μετά το πέρας της My One and Only Thrill tour (Καλοκαίρι του 2010) η Melody Gardot –όπως διαβάζω και στο σχετικό press release– βγάζει ένα εισιτήριο για το Marrakesh, αποφασισμένη να διασχίσει τη Σαχάρα· ένα γεγονός που λειτουργεί για ’κείνην αποκαλυπτικώ τω τρόπω. Όπως είχε πει κι η ίδια: «Tόσες διαφορετικές γλώσσες και πολιτισμοί και την ίδια στιγμή η αίσθηση ότι η μουσική είναι παντού η ίδια». Τα ταξίδια όμως θα είναι συνεχή –θ’ ακολουθήσουν η Λισαβόνα, το Μπουένος Άιρες, το Ρίο ντε Τζανέιρο…– και, το κυριότερο, θα λειτουργήσουν ως εμπειρίες μουσικής ζωής, δίνοντας το έναυσμα για το υλικό τού “The Absence”. Πρώτο κομμάτι στο άλμπουμ της εξάλλου είναι το “Mira”, ένα καθαρό… βραζιλοτράκ με θαυμάσια ενορχηστρωτική προσέγγιση από τον παραγωγό της Heitor Pereira (ο κύριος υπεύθυνος για τον ήχο του άλμπουμ), που παίρνει αφορμή από την επαναλειτουργία μιας εκπαιδευτικής κοινότητας για την samba στο Ρίο. Όπως λέει και η ίδια η Gardot: «Το να αντιληφθώ την αγάπη μ’ ένα διαφορετικό τρόπο, να κατανοήσω τι σημαίνει αγάπη μέσα σε μια κοινότητα και να βιώσω πώς οι άνθρωποι πραγματικά μπορούν να συμβιώσουν, ήταν μια τεράστια αλλαγή για μένα, που με έφερε κοντά –ιδιαίτερα στη Βραζιλία– σε ανθρώπους που ζουν τη μουσική όπως μιαν αέναη γιορτή». “Amalia” τιτλοφορείται το επόμενο τραγούδι του άλμπουμ της και είναι πιθανώς γραμμένο για την… πιο γνωστή Amalia. Όμορφη, απέριττη μπαλάντα, απολύτως νυχτερινή και καλοκαιρινή· όπως εξάλλου και η “Lisboa”, μία ακόμη σύνθεση που παίρνει αφορμή από το ταξίδι της στην Πορτογαλία. Από την επίσκεψή της στο Μπουένος Άιρες και πιο συγκεκριμένα στην παλαιά γειτονιά San Telmo (εκεί όπου ζούνε συγγραφείς και ποιητές, ζωγράφοι και κινηματογραφιστές, μουσικοί και χορευτές του tango) η Melody Gardot θα εμπνευστεί το ερωτικό-μελαγχολικό “So we meet again my heartache”, μία έξοχη tango-ballad με φοβερό string section (βιολιά, πολλά βιολιά, βιόλες, πολλές βιόλες, τσέλο, πολλά τσέλο) και ακόμη με την πιο «σπασμένη» ερμηνεία που θα μπορούσε ποτέ να καταθέσει, όντας «ένα» με τους στίχους και τη θεσπέσια μελωδία. Υπάρχουν επίσης τραγούδια που κινούνται πιο κοντά στην αμερικανική τραγουδιστική παράδοση (και της jazz), όπως ας πούμε το “If I tell you I love you” που ακούγεται αρκούντως νέο-ορλεανικό και βεβαίως το “Goodbye” με την παράξενη ατμόσφαιρα που δημιουργούν το hammond και το κλαρινέτο (κι εδώ, φυσικά, το χωνευτήρι της Crescent City είναι παρόν, μπολιασμένο μ’ ένα πάθος αργεντινό). Το τελευταίο φανερό κομμάτι του άλμπουμ έχει τίτλο “Iemanja” και θυμίζει εντόνως την τραγουδοποιητική φόρμα του Caetano Veloso (τον οποίον η Melody Gardot φαίνεται να τον έχει περί πολλού – και καλώς δηλαδή!). Όπως είχε πει και η ίδια σε μια συνέντευξή της στον ιστότοπο the arts desk: “I love brazilian music, it’s one of my favourite genres. I love the Stan Getz bossa nova years, I love Getz/Giberto, Jobim, Caetano Veloso...”. Το “The Absence” θα κλείσει μ’ ένα ακόμη track, κρυφό και instro βασικά, εντελώς διαφορετικό, ως κλίμα, από το υπόλοιπο άλμπουμ (πρωταγωνιστεί η ηλεκτρική κιθάρα, δίνοντας έναν μυστηριακό τόνο), που, πιθανώς, να προαναγγέλλει το μελλούμενο…
Να προσθέσω ακόμη πως το “The Absence” κυκλοφορεί και σε limited edition CD/DVD, με το DVD να περιέχει δύο ακουστικές versions των “Mira” και “Iemanja” (των βραζιλιάνικων tracks δηλαδή) με το 5χορδο μαντολίνο του Hamilton de Holanda και την 7χορδη κιθάρα του Yamandu Costa (φυσικά και με τα φωνητικά τής Melody Gardot), μία ωραία version του κλασικού “La vie en rose” της Edith Piaf (πλούσια, αλλά λεπτή η ενορχήστρωση του Heitor Pereira), ένα βίντεο με το making of του τραγουδιού, καθώς κι ένα ακόμη βίντεο με την Gardot μπροστά στην κάμερα να αποκαλύπτει λεπτομέρειες των τραγουδιών τού “The Absence”.
Τέλος, αν κάτι παρέλειψα να πω είναι ορισμένα από τα ονόματα των μουσικών που πήραν μέρος στην ηχογράφηση. Κι επειδή είναι αδύνατον ν’ αναφερθούν οι πάντες ας σημειώσω τις παρουσίες των John Leftwitch μπάσο, Peter Erskine ντραμς, Paulihno DaCosta κρουστά και Jim Keltner επίσης ντραμς (με τις sessions των δύο τελευταίων να καλύπτονται μόνον από… εγκυκλοπαίδεια).

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

σιδερένιοι 'ερμαί' σε απόγνωση…

Σαν άδεια κουφάρια, σαν παρατημένες ερμαϊκές στήλες, τα stands των πάλαι ποτέ πολλαπλών free press. Πόσα έκλεισαν από δαύτα, πόσα απέμειναν; H Lifo και η Athens Voice σίγουρα (απέμειναν). Η ουσία όμως είναι πως, πλέον, στο διάβα μου δεν βρίσκω έντυπο τεύχος ούτε για δείγμα. Σε 2-3 καφετέριες κι έναν Γρηγόρη της Υμηττού (Παγκράτι – για όσους διαβάζουν εκτός Αθηνών), μια λεωφόρο που την κατέβαινα την Πέμπτη το πρωί και όλο και κάτι τσίμπαγα από ’δω κι από ’κει, δεν υπάρχει λέπι. Εξαφανίστηκαν από παντού. Δεν μιλάω πλέον για τα stands τής Συγγρού-Φιξ, που και αυτά τα περιδιαβαίνω καθημερινώς. Ok, μπορεί να τοποθετούνται μερικά, αλλά το τιράζ είναι τόσο μικρό που καταντάει ανύπαρκτο. Εκεί, μάλιστα, έχω να τα δω μήνες (τα free press), για να μην πω κανα-δυο χρόνια.
Ξέρω, τα πράγματα είναι δύσκολα και για τον ελεύθερο Τύπο και για τον… πληρωμένο και για τους πάντες, όμως για τα free press τα άδεια stands είναι εκεί –αν και κάποια πρέπει να τα έχουν φορτώσει οι Πακιστανοί για scrap– ίνα θυμίζουν τις ένδοξες ημέρες. Βεβαίως δεν μένουν εντελώς άδεια (εκείνα τα οποία παρατηρώ συχνά). Γεμίζουν με διαφημιστικά φυλλάδια (Κωτσόβολους, Media Markt και τέτοια), πολιτικές προκηρύξεις διαφόρων ειδών (αλλά, βασικά, τού αναρχοαυτόνομου χώρου) και συχνά, πολύ συχνά με το περιοδικό… Ιεραποστολικός Ταχυδρόμος· το οποίο το μαζεύω –καθότι περιοδικάκιας– και του ρίχνω μια ματιά, στα όρθια, στη Στάση. Στο τεύχος 77 (1-3/2002) μου έκανε εντύπωση μία φωτογραφία και κυρίως η λεζάντα της. Δείτε την…
Ο πατήρ Δοσίθεος και ο Μητροπολίτης Θεόδωρος έμπροσθεν Επισκοπείου Βορείου Καμερούν
Φίλε μου εσύ, που είσαι νέος, και λόγω της κρίσης σού περνάει από το μυαλό να την κάνεις για παπάς, μην το σκέπτεσαι καθόλου. Πήγαινε στην Αφρική. Φτύσε-ξέχνα τις πολυτέλειες, τις μερσεντάρες, τα μεγαθήρια με τις δεκάποντες μοκέτες και αμόλα. Καμερούν, Γουινέα, Ζάμπια, Ακτή Ελεφαντόδοντος, παντού… Αχυρένιο Επισκοπειό και για πρώτη φορά… Άγιος ο Θεός…

BABY GURU πρώτα ακούω, μετά παίζω…

Καθώς έχω στ’ αυτιά μου ακόμη το πρώτο άλμπουμ των Baby Guru [Inner Ear, 2011] και καθώς ξεκινά το “Necessary voodoo” από το δεύτερό τους, το Pieces [Inner Ear, 2012], έχω την αίσθηση πως δεν έχουν μεσολαβήσει και πολλά από τότε (αν και τούτο δεν μπορεί παρά να είναι μία αρχική εντύπωση). Το μετρονομημένο rhythm section εξακολουθεί να δηλώνει «παρών» (οι Can και οι Neu! παραμένουν πάντα μία βάση), όμως από το δεύτερο κιόλας κομμάτι το συγκρότημα δείχνει προς τα πού (αλλού) θέλει να το τραβήξει. Το “For naked sun” είναι μία pop σύνθεση, που θα μπορούσε να την υπογράψουν ακόμη και οι Beach Boys στα 90s και τα 00s αν εξακολουθούσε να βγάζουν δίσκους (κάτι έβγαλαν δηλαδή, αλλά άσε το…), ενώ στο “Say say” τα (πάντα;) ορατά pop στοιχεία αποκτούν και μία psych χροιά (κάπως σαν τα πιο χαλαρά κομμάτια των Can)· κάτι που γίνεται ακόμη πιο φανερό, όσον αφορά στην pop διάσταση, στο “The things you do”. Το “Amaye” είναι ένα πρώτο μικρό διαμάντι. Ένα πολύ όμορφο τραγούδι, με καθαρό λόγο και σαφή μελωδία, στηριγμένο σε μία απλή ρυθμική βάση, και που με το χρόνο αποκτά ένα κάπως exotica, τελετουργικό χαρακτήρα (λόγω των chorus vocals). Ειδικώς όταν μπήκε το hammond ανακάλεσα στη μνήμη μου ακόμη και τους Barrabas (“Wild safari” και τέτοια) και όχι μόνον τον Mike Oldfield. Στο “Dolomite jollity” η βάση είναι οι… Aphrodites Child. Οι Baby Guru επιχειρούν να αναπαραστήσουν το κλίμα κομματιών όπως το “Let me love, let me live” με τις κιθάρες τους να συναγωνίζονται τις… πληκτρονικές κιθάρες του Παπαθανασίου. Το κομμάτι είναι πολύ ενδιαφέρον, ασχέτως αν μοιάζει με patchwork από samples των Aphrodites. Το μόλις ενάμιση λεπτού “The letter” είναι επηρεασμένο από Syd Barrett, Kevin Ayers, τέτοια πράγματα, με το “Children” που ακολουθεί να καταγράφεται ως ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του “Pieces” (με την απολύτως ελεγχόμενη, όσο και εθιστική μονοτονία του). Η επαναφορά στο “The letter” μέσω του “The letter (reprise)” επιτείνει το κλίμα της british-psych του πρώτου μέρους, με το “For Trish” που έπεται να ροκάρει βασισμένο στην κλασική psych-pop συνταγή. Το νωχελικό “Last Summer” (ένα δεύτερο διαμάντι) υπογραμμίζει αυτό το magical feeling, που προωθεί το συγκρότημα στο “Pieces” και που είναι το πιο βασικό χαρακτηριστικό της νέας του δουλειάς. Λίγο πριν ολοκληρωθεί το άλμπουμ το “Cyclamen persicum” μοιάζει κάπως με lysergic trip, με το έσχατο “Bog” να πλάθει και να πλάθεται μέσα σ’ ένα heavy ψυχεδελικό κλίμα, με tribal-Oldfield υπαινιγμούς (“Ommadawn”)...
Ένα, πάντως, είναι σίγουρο. Οι Prins Obi, King Elephant και Sir Kosmiche εξακολουθούν να περιστρέφονται «χαμένοι» και σ’ αυτό το δεύτερο LP/CD τους.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ ένα ποίημα

Το ποίημα του Λεφτέρη Πούλιου «Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα» υπάρχει αναρτημένο σε μερικά blogs. Θέλω να υπάρχει κι εδώ. Με μία διαφορά – που έχει τη σημασία της. Το ποίημα δεν το κάνω copy-paste (θα μπορούσα). Το χτυπάω από την αρχή, τηρώντας τη στιχουργική δομή τού ποιητή έτσι όπως εκείνη αποτυπώνεται στο βιβλίο Έξη ποιητές [Ανεξάρτητη Έκδοση, Αθήνα 1971]. Η δομή αυτή δεν έχει αναπαραχθεί σωστά στα διάφορα ιστολόγια, επειδή κανείς δεν φαίνεται να το έχει αντιγράψει από το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά από… τρέχα-γύρευε.

Στους Έξη ποιητές αυτοανθολογούνται οι Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Τάσος Δενέγρης, Νανά Ησαΐα, Δημήτρης Ποταμίτης, Λεφτέρης Πούλιος και Βασίλης Στεριάδης, έξι από τους ποιητές δηλαδή που απετέλεσαν την περιώνυμη γενιά του ’70. Αν σκεφθούμε πως η προηγούμενη ποιητική γενιά ήταν εκείνη του ’30, μάλλον θα πρέπει να κοντοφθάνει η επόμενη, η γενιά του ’10· αν και δεν βλέπω πολλούς στη στάση. Το λεωφορείο φεύγει άδειο από την αφετηρία, ενώ όσοι ανεβαίνουν κατεβαίνουν πριν το τέρμα…
Το «Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα» το απαγγέλει προσέτι ο Λεωνίδας Χρηστάκης στο CD «Σχιζοφωνητικά», το οποίο μοιράστηκε με το τεύχος 2 του περιοδικού Heteron 1/2 τον Οκτώβριο του 2006. Εσείς θα το διαβάσετε μόνοι σας. Όπως κι εγώ εξάλλου…


ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ 

 Του Κίμον Φράιερ

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά.
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση·
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση.
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν·
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα.
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΧΥΤΗΡΙΟ «με τα κομμάτια μας δένει τ’ ατσάλι»

Το ζήτημα με τα επεισόδια έξω από το θέατρο Χυτήριο απασχόλησε πολύ τις προηγούμενες ημέρες. Έγινε θέμα συζήτησης παντού, το συζήτησα κι εγώ τηλεφωνικώς, αλλά και ενώπιος ενωπίω με μερικούς φίλους. Ειπώθηκαν, γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά, από τους πάντες. Τώρα που κάθισε κάπως η σκόνη (όχι πως δεν θα ξανασηκωθεί) ας πω κι εγώ δυο λόγια. Την άποψή μου δηλαδή, που είναι κάπως διαφορετική…
Ας πούμε κατ’ αρχάς πως έχουμε να κάνουμε με το θεατρικό έργο “Corpus Christi” γραμμένο το 1997 από τον αμερικανό γκέι θεατρικό συγγραφέα Terence McNally, ο οποίος είναι σήμερα 74 ετών. Το έργο –απ’ όσα διάβασα δηλαδή– παρουσιάζει τον Χριστό και τους Αποστόλους ως γκέι που ζουν, σήμερα, κάπου στο Texas (στην πόλη Corpus Christi; – μάλλον). Αυτό το έργο (με τις όποιες προεκτάσεις και τα μηνύματά του) ανέβασε στο Χυτήριο ο ελληνοαλβανός ηθοποιός και σκηνοθέτης Λαέρτης Βασιλείου. Είχα δει τους «Εμιγκρέδες» του πριν λίγα χρόνια (το φοβερό έργο του Sławomir Mrożek – για μένα το είχαν απογειώσει κάποτε οι Τάσος Χαλκιάς και Γιώργος Παρτσαλάκης, αλλά αυτό δεν είναι της ώρας) και γενικώς είχα και θέλω να έχω καλή γνώμη για τον Βασιλείου ως καλλιτέχνη, όμως γεννάται ένα ζήτημα.

Κατ’ αρχάς να πω –και αυτή είναι η ουσία– πως διαφωνώ μ’ εκείνους που υποστηρίζουν πως μπορεί να αλλάζει η όψη των «μύθων» (θρησκευτικών ή άλλων πιο… γήινων) καλλιτεχνική αδεία. Το βρίσκω λανθασμένο και γελοίο όταν συμβαίνει. (Το συζητήσαμε σε μία προηγούμενη ανάρτηση σε σχέση και με τον Μάνο Χατζιδάκι). Να προσπαθήσεις να ανατρέψεις ένα «μύθο» μέσα από μία διαφορετική προσέγγιση, που να εδράζεται σε κάποια επιχειρήματα, σε κάποια λογικά συμπεράσματα έχει ένα νόημα (κάτι τέτοιο έκανε ο Karl Kautsky π.χ., που δεν ήταν θεατρικός συγγραφέας, εν σχέσει με τον Χριστό παρουσιάζοντάς τον ως κόκκινο επαναστάτη, βλέποντας πίσω από τις πρωτόλειες και επιφανειακές μεταφράσεις χωρίων της Γραφής). Να επιχειρείς όμως να προκαλέσεις, μεταφράζοντας ένα (θρησκευτικό εν προκειμένω) «μύθο» με τρόπο ιδεοληπτικό, μετατρέποντάς τον σε υποχείριο του εαυτού σου, καλυπτόμενος μικροπρεπώς πίσω από το θέμα «Τέχνη», είναι ανέξοδο και ανάρμοστο και το λιγότερο που θα πρέπει να περιμένεις είναι να σε ραίνουν, όπου γης, με ροδοπέταλα. Φυσικά, δεν εννοώ ότι θα πρέπει να σε πλακώνουν με τα ρόπαλα… ανοίγει όμως ο ασκός του Αιόλου και άντε μετά να τον κλείσεις.

Βρε άνθρωπε (αν μπορούσα να απευθυνθώ στον McNally…) ακουμπούν κάπου όλα αυτά που μετέρχεσαι; Σε απασχόλησε καθόλου η πρώτη ουσία, ή όλα θα τα αναγάγουμε στο επίπεδο της Τέχνης και τού… σουρεαλισμού; Ανακάλυψες, μήπως, κανένα… απόκρυφο Ευαγγέλιο, στο οποίο μιλάνε οι… γκόμενοι του Χριστού; Βγες, τότε, και υποστήριξε ότι ο Χριστός είναι αδελφή. Κανένα πρόβλημα. Κι εγώ μαζί σου. Στο όνομα, όμως, ποιας Τέχνης έχεις το δικαίωμα να λες ό,τι σου κατέβει για ένα ιστορικό πρόσωπο (αφήνω το θρησκευτικό) που είναι αυτό που είναι εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια; Και στο λέω εγώ, που, άμα λάχει, έχω την «χριστοπαναγία» για ψωμοτύρι. Δεν εκκινώ δηλαδή από κάποια προσήλωση στο θείο.
Δηλαδή, για να το πω αλλιώς, αν ήμουν εγώ θεατρικός συγγραφέας –για να έλθω στα καθ’ ημάς– και έπιανα τον Κώστα Ταχτσή (άσε τον Χριστό κατά μέρος) και τον παρουσίαζα σ’ ένα έργο μου ως στρέιτ και επένδυα πάνω εκεί, διαστρεβλώνοντας το μύθο του, την αύρα του, την βιρτουοζιτέ του να περιγράφει την ομοφυλοφιλία μ’ έναν τέτοιο τρόπο που να φέρνει δάκρυα στα μάτια (ακόμη και σ’ έναν στρέιτ) δίκαιο δεν θα ήταν να μου την πέσουν όλοι οι ομοφυλόφιλοι και να με πλακώσουν; Τι θα τους έλεγα τότε εγώ; Sorry ρε παιδιά, Tέχνη έκανα;  
Αυτό το έργο λοιπόν, το “Corpus Christi”, που για έναν Αμερικανό μπορεί να λειτουργούσε ή να λειτουργεί σε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό (δεν ξέρω, ούτε με πολυενδιαφέρει), επιλέγει ο Βασιλείου για να το παρουσιάσει στην Ελλάδα, εν έτει 2012. Κι έρχομαι και ρωτώ τα εξής.

Πρώτον. Ρε Βασιλείου ήλθες από την Αλβανία το 1994. Ζεις και δουλεύεις στην Ελλάδα 18 χρόνια. Προφανώς(;) θα έχεις αντιληφθεί πως σ’ αυτή την κωλοχώρα, καλώς ή κακώς (εγώ να πω «κακώς», για να πάω με το μέρος των… προοδευτικών) υπάρχει μία ισχυρή χριστιανική κουλτούρα, που ξεκινά από την αμόλυντη πίστη τής μάνας μου, που είναι 88 χρονών και που σκύβει κάτω από το εικόνισμα της Παναγίας προσευχόμενη με την καρδιά της ανοιχτή σαν το πέλαγος, μέχρι τους… χριστιανοταλιμπάνους. Κι επειδή ο Χριστός έχει πολλά πρόσωπα, το πρόσωπο του καθενός μας (έτσι λέει η Θεολογία δηλαδή), εσύ τι έπραξες; Ανακάτωσες, φτύνοντας με την επιλογή σου, τα «σκατά» με τους αγγέλους.
Δεύτερον. Ρε Βασιλείου βρίσκεσαι στην Ελλάδα του 2012, στην Αθήνα του 2012. Βλέπεις, υποθέτω, τι γίνεται γύρω σου. Ζούμε σε μία πόλη διαλυμένη, βρώμικη, παρατημένη, σκέτη παρακμή, που προσπαθούμε –όσοι μπορούμε κι έχουμε ακόμη το κουράγιο να το πράττουμε– να την κρατήσουμε ζωντανή κι έρχεσαι εσύ, ως καλλιτέχνης που αφουγκράζεται υποτίθεται το αιτούμενο, ως ένας άνθρωπος που θα αρπάξει εκείνο που υποφώσκει στο βλέμμα κάθε ανθρώπου, το θυμό, την οργή, την απογοήτευση, την αγανάκτηση, την αδικία… και αντί αυτό το πράγμα, αυτό το σύννεφο του φόβου, να το πάρεις και να το μετατρέψεις με την Τέχνη σου σε ασπίδα για τον αδύναμο και σε όπλο για τον κλέφτη και τον απατεώνα, εσύ, τι έρχεσαι και προτείνεις; Πως ο Χριστός είναι αδελφή; E, χέστηκα ρε φίλε. Δεν με αφορά αυτό το πράγμα. Δείξε το έργο σου όπου θέλεις να το δείξεις, θέλω να είσαι ελεύθερος, αλλά σου λέω πως είσαι out. Πως είσαι εκτός τόπου και χρόνου. Οξύνεις τα πνεύματα χωρίς λόγο, ρίχνεις λάδι σε μια φωτιά που προσπαθούμε με νύχια και με δόντια να την περιορίσουμε, χωρίζεις τον κόσμο τεχνηέντως, εκεί όπου θα έπρεπε να τον ενώσεις (δεν υπάρχουν 500 χιλιάδες συνειδητοποιημένοι φασίστες στην Ελλάδα, στο ξαναλέω, αλλά με τέτοιες απερισκεψίες θα τους δημιουργήσουμε), κλωτσάς την μπάλα στα χωράφια, ενώ θα έπρεπε να την έχεις στα πόδια σου και να την προστατεύεις σαν τον Γιώργο Δεληκάρη.

Μας προέκυψαν οι Χρυσαυγίτες εσχάτως, υπάρχουν βεβαίως και όλα τα… παρεκκλησιαστικά θρησκόληπτα φρούτα που ξεκίνησαν το ταξίδι τους από τον Μεσαίωνα και που θα το συνεχίζουν μέχρι να σβήσει ο Ήλιος, και κάπου εκεί αρχίζουμε να φοβόμαστε να περιγράψουμε εκείνο που βλέπουμε μπροστά μας μήπως και συνταυτιστούμε· όσοι τέλος πάντων θέλουμε να σκεπτόμαστε πραγματικά ελεύθερα (όχι σαν κάτι επαναστάτες της φακής), κατά το… η ελευθερία του καθενός μας τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Προσωπικώς, αδιαφορώ για το που και πώς θα με αθροίσουν. Είμαι αναφανδόν εναντίον της λογοκρισίας, είμαι εναντίον της βίας και κυρίως της λεκτικής βίας, που είναι πιο άμεση και που ξεβράζεται ασύστολα κυρίως από τους… προοδευτικούς καναπέδες (που έχουν κι ένα λέγειν οι άτιμοι), αλλά από την άλλη δεν πρόκειται να αθωώσω κανέναν τυχάρπαστο –πείτε τον καλλιτέχνη, πείτε τον ό,τι θέλετε–, που σφυρίζει, αμέριμνος (τάχα) στον κόσμο του, καθώς πηγαίνει να ξυστεί πάνω στην γκλίτσα του τσοπάνη.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

ο ΜΑΝΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ σε τζαζ στάνταρντ

Ένας Έλληνας jazz πιανίστας, που συγχρόνως τραγουδά; Ναι, και δεν είναι καθόλου συνηθισμένη (ούτε εύκολη) η περίπτωση. Μερικά βασικά βιογραφικά, σε τρίτο πρόσωπο, έτσι όπως τα παραθέτει ο ίδιος ο Μάνος Αθανασιάδης στο site του (www.manosathanasiadis.com) κρίνονται ως απαραίτητα, προκειμένου να πάμε παρακάτω: «Ο Μάνος Αθανασιάδης γεννήθηκε στην Αθήνα. Ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη μουσική και το πιάνο σε ηλικία 6 ετών με το συνθέτη Γ. Κουρουπό και στη συνέχεια με τις Νύλιαν Περέζ και Μαρία Ευστρατιάδη. Σπούδασε Ανώτερα Θεωρητικά (Αρμονία-Αντίστιξη-Ενορχήστρωση) με το μαέστρο και συνθέτη Γ. Ιωαννίδη και φούγκα και σύνθεση με το συνθέτη Ε. Κοκκόρη. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα διεύθυνσης ορχήστρας με τον Φ. Παπαδόπουλο. Σπούδασε με εσωτερική υποτροφία στο μοντέρνο τμήμα του Ωδείου Φ. Νάκας από το 1993-97 με τον Τ. Πατερέλη. Έχει παρακολουθήσει μαθήματα αυτοσχεδιασμού με τον Μάρκο Αλεξίου. Το 1999 παρακολούθησε μαθήματα στο Μιλάνο με τον ιταλό πιανίστα Ε. Pieranunzi και μετέπειτα με τον αμερικανό πιανίστα Benny Green, καθώς και σεμινάρια τεχνοτροπίας μοντέρνας σύνθεσης του 20ου αιώνα με τον Θ. Αντωνίου. Από το 1996 εργάζεται ως καθηγητής Jazz Πιάνου και Aνώτερων Θεωρητικών στο Ωδείο Φ. Νάκας. Από το 1995 συνεργάζεται με γνωστούς έλληνες καλλιτέχνες, ενώ εμφανίζεται συχνά σε διάφορα jazz σχήματα, αλλά και με το δικό του trio σε αθηναϊκά clubs. Στο διάστημα 2002-2008 συνεργάστηκε με το σύνολο Cammer-ton, όπου εμφανίστηκαν σε πολλά φεστιβάλ και συναυλιακούς χώρους (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών κ.ά.). Το Σεπτέμβριο του 2007 παρουσίασαν σε δικές του ενορχηστρώσεις, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αποσπάσματα από τα Sacred Concerts του Duke Ellington στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Θρησκευτικής Μουσικής στην Πάτμο. Μέσα στην Άνοιξη του 2012 κυκλοφορεί το πρώτο του album με τίτλο “Everybody Swings” με γνωστά jazz standards σε δικές του arrangements».
Προφανώς, το Everybody Swings[Jadeo Music/Ankh] είναι μία από τις τελευταίες «εξόδους» τού Μάνου Αθανασιάδη, ένα άλμπουμ τραγουδιστικής όπως την αποκαλούμε jazz, που έρχεται να πάρει θέση ανάμεσα στις υπόλοιπες (που δεν είναι και λίγες, αναλογιζόμενοι τη συγκυρία) κυκλοφορίες του είδους. Ποίου είδους; Μα της jazz των Ελλήνων. Της jazz που αποδίδεται από έλληνες μουσικούς. Ένα τρίο λοιπόν αποτελούμενο από τον Μάνο Αθανασιάδη πιάνο, φωνή, τον Περικλή Τριβόλη κοντραμπάσο και τον Σπύρο Παναγιωτόπουλο ντραμς, ένα τρίο που μετατρέπεται σε κουαρτέτο με την προσθήκη του Τάκη Πατερέλη (άλτο σαξόφωνο σε δύο κομμάτια), και που αποφασίζει να αναμετρηθεί με μερικά από τα γνωστότερα τραγούδια της ιστορίας. Τραγούδια των Cole Porter, Irving Berlin, Harold Arlen, Fats Waller (και Harry Brooks και Andy Razaf), Ray Henderson (και Mort Dixon) κ.ά., τραγούδια όπως τα “Night and day”, “Ive got you under my skin”, “Cheek to cheek”, “Ive got the world on a string”, “Aint misbehavin’”, “Bye bye blackbird” κ.λπ., τα οποία δεν είναι απλώς πολλάκις ακουσμένα, αλλά και ερμηνευμένα από τις μεγαλύτερες φωνές της ιστορίας. Μια-δυο αλήθειες λοιπόν… 
Αν θέλεις να κάνεις το κέφι σου, αποδίδοντας jazz τραγουδιστικά standards, τότε το ρεπερτόριο είναι ένα – και είναι αυτό. Και επί του προκειμένου το τρίο τού Μάνου Αθανασιάδη τα καταφέρνει μια χαρά. Ο ίδιος ως «φωνή» είναι επαρκής (με περισσότερες δυνατότητες στις χαμηλές), ενώ και ως ερμηνευτής προσπαθεί, και το καταφέρνει, να μην προδώσει αυτά τα πασίγνωστα τραγούδια (τα οποία, σημειωτέον, τα σέβεται περισσότερο απ’ όσο –πολύ– τους πρέπει). Το rhythm section είναι εκεί για να στηρίξει την προσπάθεια (το ίδιο και ο Τάκης Πατερέλης), η ηχογράφηση είναι αρκετά καλή (Sierra studios), με το mix και το master να γίνονται στο Παρίσι (Custom studio) από τον Mark Haliday (έχει δουλέψει για τους Victoria Rummler, Francis Lockwood, Jean-Loup Longnon κ.ά.). Τι άλλο; Τι άλλο από το να περιμένουμε τον Μάνο Αθανασιάδη και με δικό του υλικό…