Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΠΛΑΤΗΣ 74

Τον Νίκο Πλατή –γνωστός ευρύτερα τα τελευταία χρόνια από τα λεξικά του Ουαλικό Λεξικό του Σεξ, Μπαχαρικό Λεξικό, Blackout/ Το Μαύρο Λεξικό, Αθωνικό Λεξικό, Γατικό Λεξικό, Presto O Tardi…– τον «γνώρισα» στα μέσα της δεκαετίας του ’80 όταν είχε πέσει στα χέρια μου το Κάμα Τσούχτρα του [Εξάντας, 1983], ο… μείζων οδηγός του περιθωρίου. Αργότερα διάβασα κι άλλα βιβλία του, όμως, τώρα, ενδιαφέρομαι να γράψω λίγα λόγια για τρεις παλαιές ιστορίες από τις οποίες δεν απουσιάζει (και) το μουσικό ενδιαφέρον. Και οι τρεις τους αφορούν στο 1974...
Η πρώτη έχει να κάνει με το βιβλίο του Νοσταλγική Επιστροφή του Μπούμερανγκ [Σχήμα, Αθήνα 2/1974]. Ήταν το τέταρτο(;) βιβλίο του Πλατή (είχαν προηγηθεί τα Περίπτωση αχρωματοψίας το 1972, Όταν ο Βαχράμ-Γκουρ Σκότωσε το Δρακόλυκο στο Δάσος το 1973 και Οι Σταυρωτίδες του Πέμπτου Τομέα το 1973 επίσης), το οποίον είχε τυπωθεί σε 350 αριθμημένα αντίτυπα (το δικό μου είναι το… 381), περιέχον 23 πεζά και ποιήματα. Να το Πέντε
Μέσα
σε μια ομπρέλα πυροτεχνήματα
και συχνές εναλλαγές
παραιστησιογόνων
ήλθε
ο κύριος γενικός
του υπουργείου εθνικής καταπίεσης
χαμένος
στο καλοραμμένο κουστούμι
και τη μετριότητά του
διάβασε
τις τελευταίες στατιστικές
καθολικής ευημερίας
και η επανάσταση
έμεινε μόνο στα χαρτιά
αφού δεν υπήρχε πια
κανένας λόγος
για να γίνει.
Λίγες μέρες αργότερα, την 10/3/1974 το Κέντρο Πειραματικών Κειμένων & Ανακοινώσεων του Λεωνίδα Χρηστάκη θα διοργανώσει ένα ποιητικό απογευματινό στο Μικρό Θέατρο της Κυψέλης (Κερκύρας & Ρίου) στο οποίο θα διάβαζαν ποιήματά τους ο Νίκος Πλατής και ο Νίκος Μοσχοβάκος, ενώ ο πατρινός τραγουδοποιός Αργύρης Λόντος θα ερμήνευε με την κιθάρα του δικά του τραγούδια (σε στίχους Σουρή, Λαπαθιώτη, Κωστούλας Μητροπούλου και του ιδίου) από τον κύκλο «Ψωμί και Νερό», απαγγέλλοντας περαιτέρω, τη συνοδεία κιθάρας, τον κύκλο «Δούρειος Ίππος» (στίχοι δικοί του, συν ένα ποίημα του Paul Éluard). Για τον Αργύρη Λόντο ψάχνω καιρό να βρω στοιχεία, αλλά δεν έχω καταφέρει, έως σήμερα, να εντοπίσω κάτι συγκεκριμένο…
Στο φυλλάδιο της εκδήλωσης, το οποίο βρήκα κάποτε στο Μοναστηράκι μέσα σ’ ένα τεύχος του περιοδικού Προσανατολισμοί –από ’κει αντλώ τα στοιχεία–, υπάρχει ένα πρώτο βιογραφικό του Πλατή, το οποίον αντιγράφω:
Ο Νίκος Πλατής γεννήθηκε στον Πειραιά το 1950 (σ.σ. δηλαδή το ’51, όπως αναγράφεται παντού στο δίκτυο). Σπούδασε σκηνογραφία και διακόσμηση στη Σχολή Βακαλό, συντήρηση και αγιογραφία στο μουσείο Μπενάκη, καθώς και αρχιτεκτονική στη Beaux Arts στο Παρίσι. Παρουσιάστηκε με μια λαογραφική μελέτη το 1971, με τον τίτλο ‘Αιγαιοπελαγίτικα Μοτίβα’ (σ.σ. για το βιβλίο αυτό δεν έχω δει να γίνεται πουθενά λόγος). Τo 1972 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή ‘Περίπτωση Αχρωματοψίας’. Το 1973 τη συλλογή ‘Όταν ο Βαχράμ-Γκουρ Σκότωσε το Δρακόλυκο στο Δάσος’, τον ίδιο χρόνο τη συλλογή ‘Οι Σταυρωτήδες του 5ου Τομέα’ και φέτος τη συλλογή ‘Νοσταλγική Επιστροφή του Μπούμερανγκ’. Είναι μόνιμος κάτοικος του Παρισιού. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά γαλλικά περιοδικά αντεργκράουντ, όπως επίσης στην εφημερίδα ‘La Angoise’ (Η Αγωνία).
Το Κέντρο Πειραματικών Κειμένων και Ανακοινώσεων είχε πάρει στρογγυλή σφραγίδα από το Πρωτοδικείο το 1973, ενώ είχε μέλη που παρακολουθούσαν ελεύθερα τις εκδηλώσεις, λαμβάνοντας τα περιοδικά Κούρος και Panderma, έχοντας προπληρώσει τη σχετική εισφορά – ένα 50άρι το μήνα, ή τρία κατοστάρικα το χρόνο. Αμφιβάλλω αν το Κέντρο έκλεισε χρόνο… Πάντως, το επόμενο έτος ο Χρηστάκης θα κυκλοφορήσει έναν ολόκληρο Κούρο (36/75) αφιερωμένον στον Πλατή, υπό τον τίτλο «Μικρή περιγραφή της επιστροφής του»…
Ο Νίκος Πλατής ασχολιόταν επίσης με το κόμικ (κάτι παγκοίνως γνωστό, στους φίλους των κόμιξ πρώτα-πρώτα). Το 1974 συμμετέχει ως συντάκτης ύλης και επιμελητής στην έκδοση του περιοδικού Χαρακίρι (εκδότρια: Ελένη Κουκόλη) ένα από τα πρώτα… underground κόμιξ που κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα. Βγήκαν κάποια τεύχη μέσα στο ’74 (ο Νεκτάριος Παπαδημητρίου στο σχετικό section από το βιβλίο Το Αθηναϊκό Underground γράφει για έξι τεύχη), μεταξύ των οποίων και ορισμένα (ή ορισμένο) εκτός σειράς τα οποία δεν ήταν κόμιξ. Το υπ’ αριθμόν 4α φερ’ ειπείν, από τον Οκτώβρη του ’74, ήταν αφιερωμένο στις εκλογές που θα διεξήγοντο την 17/11/1974, με το εξώφυλλό του να αποτελεί μια διασκευή από το Charlie, όπως αναφέρεται εντός. (Προφανώς επρόκειτο για το γαλλικό αριστεροαναρχίζον σατιρικό περιοδικό Charlie Hebdo. Εξάλλου και ο ελληνικός τίτλος Χαρακίρι, φαίνεται πως ήταν δανεισμένος από το αντίστοιχο γαλλικό Hara Kiri, που έβγαζαν περίπου οι ίδιοι άνθρωποι –αυτοί που έβγαζαν και το Charlie Hebdo εννοώ– στα sixties). Ο Πλατής αναδημοσιεύει λοιπόν ένα απόσπασμα από το βιβλίο τού Γιώργου Καρανικόλα Νόθες Εκλογές στην Ελλάδα, που είχε κυκλοφορήσει το 1963 κι ήταν (τότε) εξαντλημένο. Επιλέγει, μάλιστα, το κομμάτι που αφορούσε στις νόθες εκλογές του 1961 (της γνωστές ως βίας και νοθείας τής κυβέρνησης Καραμανλή). Η αποχουντοποίηση κινείται με αργά βήματα και ο Πλατής δεν μασάει τα λόγια του: «Σήμερα (σ.σ. τον Οκτώβρη του ’74) μετά την αλλαγή του περασμένου Ιούλη (σ.σ. την πτώση της χούντας του Ιωαννίδη) δημιουργήθηκε οπωσδήποτε μία καινούργια πραγματικότητα (έστω κι αν αυτή είναι διαφορετική από την προηγούμενη μόνο στα χαρτιά και στα λόγια) που μόνο την λήθη δεν δικαιολογεί. Χθες ο Μαρκεζίνης ορκιζόταν στη δημοκρατία του Παπαδόπουλου, σήμερα ο Καραμανλής στη δημοκρατία του Γκιζίκη. Επιδημία από εθνοσωτήρες με λίγα λόγια. Ο κόσμος πρέπει να μάθει, πρέπει να θυμηθεί».
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, το 1976, οι Λεωνίδας Χρηστάκης και Νίκος Πλατής θα προβούν στην έκδοση ενός ακόμη κόμικ υπό τον τίτλο Ο Μικρός Δημοκράτης και με υπότιτλο Ο ‘Πιτσιρικάς Φάντασμα’ στην Αντίσταση και άλλες συναρπαστικές περιπέτειες. Βγήκε μόνον ένα τεύχος με σκίτσα του Νίκου Λυμπερόπουλου (να θυμίσω πως ο Λυμπερόπουλος, θα φιλοτεχνούσε το εξώφυλλο του «Εν Λευκώ» του Παύλου Σιδηρόπουλου και των Απροσάρμοστων έξι χρόνια αργότερα), στο οποίο περιγραφόταν, ανάμεσα σε άλλα, το… νέο πραξικόπημα Ιωαννίδη· ο οποίος Ιωαννίδης υποτίθεται πως κινούσε τα νήματα από τη φυλακή (τα στοιχεία από το comicdom.gr). Το 1976, ως γνωστόν(;), τα σταγονίδια ήταν ακόμη πλούσια στον αέρα και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος να μαζευτούν και να γίνουν βροχή…

Αστέρι-αστεράκι.
Άκουγα το “Love 74” των Stone the Crows κι έτσι… εμπνεύστηκα τον υπότιτλο της ανάρτησης. Όπως θα διαπιστώσατε από το κείμενο ανέφερα μόλις μία φορά τη λέξη “underground” (και μάλιστα κατόπιν τριών τελειών), και καθόλου τις λέξεις «ελληνικό underground». Ήμουν έτσι κι αλλιώς φειδωλός, τώρα όμως θα γίνω περισσότερο. Καθότι πολύ… underground μπαλαμούτι έχει πέσει τελευταίως. Η ετικέτα “greek underground”, που μπαίνει από κάτω, έχει καθαρή χρηστική, προσωπική, αξία. Κάνοντας κλικ επάνω της βρίσκω αμέσως τα σχετικά κείμενα.

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

SMASH RECORDS παλαιά-πρόσφατα νέα

Η ελληνική Smash Records, που έδειξε πρόσωπο λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’80, δραστηριοποιήθηκε ξανά προσφάτως μέσω δύο νέων παραγωγών με παλαιό, βαρύ και εν μέρει σκοτεινό υλικό, βγαλμένο φυσικά από τα… ανεπανάληπτα eighties (και nineties).
Στα mid-eighties λοιπόν μία εταιρεία από τη Θεσσαλονίκη –δεν ήταν η μόνη, ούτε η πρώτη– επιχειρεί να περιγράψει, βασικά, κάτι από τον rock ήχο της πόλης. Έτσι, αποφασίζει να εκδώσει σε ωραίες παραγωγές βινυλίου (ο Γιώργος Πεντζίκης, ως μηχανικός ήχου, βρισκόταν πίσω απ’ αυτές) τα παρθενικά LP των Fear Condition (“…Till Night Comes Again”) και των Stained Veil (“Livin on Leavin”). Οι πρώτοι περισσότερο dark και… post-punk (και με σαξοφωνίστα στη σύνθεσή τους) και οι δεύτεροι περισσότερο σκληροί και δυναμικοί, αλλά και με σκοτεινές ανταύγειες, πρωταγωνίστησαν στην τοπική σκηνή στον λίγο καιρό που βρέθηκαν στην επικαιρότητα, αφήνοντας δύο ενδιαφέροντα άλμπουμ. Η τελευταία eighties κυκλοφορία τής Smash αφορούσε στο δεύτερο (τότε) LP των Αθηναίων Yell-O-Yell, οι οποίοι –αν και είχαν περάσει 3-4 χρόνια από τις ηχογραφήσεις τους στην Creep– , εξακολουθούσε να κινούνται στο ίδιο παθιασμένο, όσο και αποστασιοποιημένο dark wave κλίμα. Είκοσι έξι χρόνια αργότερα, η εταιρεία από τη Θεσσαλονίκη πιάνει και πάλι το νήμα, και μέσα στον σημερινό καταιγισμό κυκλοφοριών εκείνης της περιόδου (με επανεκδόσεις, αλλά και με ανέκδοτο υλικό), έρχεται να προσθέσει δύο νέα βινύλια. Το πρώτο αφορά στους Yell-O-Yell και σε 15 ανέκδοτες εγγραφές τους από το 1991 (ζωντανές από το An Club, αλλά και στουντιακές). Αναφέρομαι στο 2LP “(Still) Warm Like Worms...
Το συγκρότημα στις αρχές της δεκαετίας του ’90 έχει κλείσει μια δεκαετία στην αθηναϊκή σκηνή, κινούμενο κάπως μακριά από τα ηχητικά δεδομένα της εποχής, κοντά όμως στο δικό του ύφος, στη δική του προβληματική. Με νέα σύνθεση και με μόνο τον Φιλώτα Βασκαλή ή Fill Scars (φωνή, κιθάρες) από την πρώτη-πρώτη line-up (οι υπόλοιποι τρεις ήταν ο Σπύρος Φάρος ή Spy Spider στο μπάσο, η Κατερίνα Τζεδάκη σε πλήκτρα και ηλεκτρονικά και ο Δ.Κ. Στεφανόπουλος στα ντραμς, από τους Stained Veil), οι Yell-O-Yell παραμένουν το πυκνό, ταραγμένο σχήμα που γνωρίσαμε στις αρχές του ’80, με τις μουσικές του να έχουν κάπως «κάτσει» σε εξωτερική ένταση, βγάζοντας όμως την ίδιαν εσωτερική απελπισία. Τα πλήκτρα τής Τζεδάκη δίνουν ενίοτε ένα ακόμη πιο τελετουργικό σχήμα στις συνθέσεις (άκου π.χ. το “Warm like worms”) όπως βεβαίως και το μονότονο, αποστασιοποιημένο και μπροστά γραμμένο rhythm section, αλλά θα είναι οι κιθάρες και οι ιδίως τα άκομψα φωνητικά του Fill Scars εκείνα που πάντα θα παρέχουν ταυτότητα στο σχήμα. Αν και οι εγγραφές δεν είναι/βρέθηκαν στην καλύτερη δυνατή (τεχνική) κατάσταση, εντούτοις είναι φανερό πως οι Yell-O-Yell είχαν καινούρια πράγματα να προτείνουν (το βαλς “Queen of the heart” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα του άλμπουμ, όπως και η ψυχεδελική εκτέλεση του “Immitation of the real”, track γνωστό από το 45άρι της Creep). Βεβαίως και υπάρχει παλαιότερο υλικό εδώ (“Hell o hell”, “Drifters”), είναι όμως τα «άγνωστα» κομμάτια που δείχνουν πως οι Yell-O-Yell θα μπορούσε να πάνε παραπέρα· εννοώ πως θα μπορούσε να φτιάξουν τραγούδια που να αφορούν σε περισσότερο κόσμο. Τέτοια, ας πούμε, είναι τα “Soul den” και “24th of July”, που μοιάζουν επηρεασμένα από τους Can –ο Fill Scars είχε πει στο περιοδικό Ήχος & Hi-Fi, τον Νοέμβριο του ’87: «οι Can είναι ένα από τα πιο αγαπημένα μου γκρουπ όλων των εποχών, έχω ακούσει οτιδήποτε έχουν βγάλει»–, τα οποία όμως «θάβονται», λόγω της μέτριας κατάστασης στην οποίαν εντοπίστηκαν· και αυτό είναι το βασικό μειονέκτημα του άλμπουμ. Επειδή, όμως, κάθε έκδοση με ιστορικό υλικό είναι χρήσιμη ως τέτοια χαιρετίζω και την “(Still) Warm Like Worms”.
Οι Stained Veil ήταν ένα παράξενο συγκρότημα – τουλάχιστον όπως τους (ξανα)κούω στο “Livin on Leavin” του 1986. Ενώ αλλού προβάλλουν μία ξεκάθαρη punk-rock (αμερικανική) αισθητική, αλλού πηγαίνουν προς το dark και σε πιο μελαγχολικά μοτίβο (εννοώ από ηχητικής πλευράς, καθότι στιχουργικώς η «μαυρίλα» είναι δεδομένη). Τετράδα ήταν οι Stained Veil. Ο Δ.Κ. Στεφανόπουλος έπαιζε ντραμς, ο Σωτήρης Ζήσης (από τους Blues Gang) έπαιζε μπάσο και κιθάρες, ο Νίκος Μοδιότης τραγουδούσε και ο Γιώργος Πάττας ήταν επίσης στις κιθάρες (ταυτοχρόνως και στους Fear Condition; – μάλλον). Με αυτή τη σύνθεση, και με λίγες βοήθειες σε πλήκτρα, οι Stained Veil ηχογραφούν το “Livin On Leavin” για την Smash (3-4/1986) απ’ όπου ξεχώριζαν με την πρώτη μερικά κομμάτια (όλα ανήκαν στον Ζήση), όπως ας πούμε το “Lost”. Την επόμενη χρονιά (1987) το συγκρότημα ξαναμπαίνει στο στούντιο και ως τριάδα (Στεφανόπουλος, Ζήσης, Μοδιότης) ηχογραφεί ένα δεύτερο άλμπουμ, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πριν από λίγους μήνες. Ο τίτλος του είναι Endless Hours και περιέχει δέκα συνθέσεις του Σωτήρη Ζήση. Εν ολίγοις...
Το “Endless Hours” είναι μία κλάση πάνω (για να μην πω δύο…) από το “Livin on Leavin”. Λογικό μού φαίνεται. Το συγκρότημα έχει προχωρήσει, έχει ροκέψει ακόμη περισσότερο, έχει βγει εντελώς στο ξέφωτο (σημαντικό), έχει σκληρύνει τη στιχουργική του (αναφερόμενο σε πιο καθημερινά και υπαρκτά ζητήματα – ανεκπλήρωτοι έρωτες, χωρισμοί, απώλειες αισθημάτων, μοναξιά…), προτείνοντας κομμάτια που ακούγονται δυνατά, έχοντας το χάρισμα να ταρακουνούν ακόμη. Πάθος, ιδέες, στιβαρά παιξίματα, τυπική και στα όριά της παραγωγή που βοηθά στο τραχύ και το ακατέργαστο, άπαντα συντελούν στο να καταγραφεί το “Endless Hours” ως ένα άλμπουμ που έρχεται να προσφέρει νέα προωθητική δύναμη στο rock, έχοντας όμως το… μειονέκτημα να κουβαλά ένα τέταρτο του αιώνα στην πλάτη του. Μειονέκτημα είπα; Τρόπος του λέγειν. Ας τους αντιγράψουν κάποιοι, σήμερα, δημιουργώντας το δικό τους πλεονέκτημα. 
Τα άλμπουμ της Smash Records
1. FEAR CONDITION - …Till Night Comes AgainSmash SR 001 – 1986
2. STAINED VEILLivin on LeavinSmash SR 002 – 1986
3. THE YELL-O-YELL – XIII/ Thirteen – Smash SR 003 – 1986
4. YELL-O-YELL – (Still) Warm Like Worms – Smash SR 004 – 2012
5. STAINED VEIL – Endless Hours – Smash SR 005 – 2012 
Επαφή: www.smashrecords.gr

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

JAY FARRAR, WILL JOHNSON, ANDERS PARKER, YIM YAMES new multitudes

Εφέτος συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την γέννηση του Woody Guthrie (1912-1967). Ήταν μία ευκαιρία λοιπόν για γιορτές και πανηγύρια, όπως λέμε, στην Αμερική. Το New Multitudes [Rounder, 2012] υπήρξε ένα άλμπουμ που εντάχθηκε σ’ αυτό το πλαίσιο, προβάλλοντας πέραν της όποιας αξίας του και κάτι παραπάνω. Οι κιθαρίστες-τραγουδιστές Jay Farrar (από τους Uncle Tupelo και Son Volt), Will Johnson (από τους Centro-matic), Anders Parker (από τους Varnaline και Space Needle) και Yim Yames (από τους My Morning Jacket) δεν αναλώθηκαν σε μιαν απόδοση κάποιων γνωστών ή λιγότερο γνωστών τραγουδιών του Guthrie (πράγμα εύκολο σχετικώς, που θα μπορούσε να αποφέρει και τα σχετικά κέρδη – και δεν εννοώ τα χρηματικά), αλλά επικοινωνώντας με την οικογένειά του (την θυγατέρα Nora Guthrie) έλαβαν την άδεια να ψάξουν στο στιχουργικό αρχείο ανασύροντας από ’κει δώδεκα τραγούδια, για τα οποία ο Guthrie είχε αφήσει ελάχιστες ή καθόλου σημειώσεις αναφορικώς με τη μελοποίησή τους.
Άρα, κατά βάση, εδώ έχουμε δώδεκα (καινούρια) τραγούδια σε μουσικές των Farrar, Johnson, Parker, Yames και σε στίχους του Guthrie, τα οποία επιχειρούν να μεταφέρουν στο τώρα τον απόηχο, αν όχι τον ήχο, του μεγάλου τραγουδοποιού. Υπάρχουν δηλαδή τραγούδια που είναι ενοργανωμένα με τρόπο απλό (κατά τον τρόπο του Guthrie δηλαδή) όπως το “Talking empty bed blues” ή το “New multitudes”, άλλα κατά τα folk-rock, ακόμη και psych, sixties πρότυπα (όταν τα κομμάτια του διάσημου τροβαδούρου γνώρισαν μία νέα πορεία μέσω των singer-songwriters της περιόδου) και άλλα σε πιο ροκάδικο-desert-americana στυλ, που αντανακλά στα πιο πρόσφατα χρόνια, από τη δεκαετία του ’80 μέχρι τις ημέρες μας, όταν και πάλι η τραγουδοποιία του Guthrie «ανακαλύφθηκε» από τη νεότερη γενιά. Γενικώς, η τετράς έπαιξε σ’ ένα δύσκολο γήπεδο και κέρδισε. Βασικά, λόγω της πλουραλιστικής και με γνώση αντιμετώπισης του πακέτου, δανειζόμενη στοιχεία απ’ όλο το σώμα του λευκού αμερικανικού τραγουδιού και όχι μόνον από εκείνο που θα γειτνίαζε περισσότερο με τον τιμώμενο. Το αποτέλεσμα είναι να προκύπτουν ενδιαφέροντα έως πολύ ενδιαφέροντα τραγούδια, όπως είναι το “My revolutionary mind”, που ξεκινά κάπως γυμνό, για να καταλήξει σ’ ένα ψυχεδελικό παραλήρημα, το “V.D. City” που θα μπορούσε να θυμίζει τον πιο ροκά Neil Young, το country-rockOld L.A.”, το “No fear” που ακούγεται σαν ένα κομμάτι του… Lou Reed. Και όσον αφορά στο μήνυμα; Αυτό θα έλεγα πως περικλείεται με τρόπο γλαφυρό στο προτελευταίο “Changing world”, εκεί όπου ο Guthrie καλεί σε μία αναδιοργάνωση εκ του μηδενός, προκειμένου να γίνει εφικτή η ποθούμενη κοινωνική αλλαγή. Εύκολο δεν είναι, αλλά, εν πάση περιπτώσει, με τραγούδι έχουμε να κάνουμε…

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

ο ψυχεδελικός νεολαίος ΜΑΝΩΛΗΣ ΝΤΑΛΟΥΚΑΣ

Υπάρχουν ορισμένοι οι οποίοι έχουν την εντύπωση πως αν βρουν κάποιο λάθος δικό μου σ’ ένα κείμενο 20ετίας αυτομάτως διαγράφονται οι δικές τους σημερινές αρλούμπες. Είναι για γέλια οι άνθρωποι. Ήδη γελάει μαζί τους ο κόσμος. Ας ξέρουν όμως πως τα λάθη είναι ανθρώπινα και διορθώνονται. Εκείνοι που δεν διορθώνονται είναι οι… κάλοι στον εγκέφαλο. Αυτούς τους κουβαλάς μια ζωή. Σε καθοδηγούν μονίμως στην ηλιθιότητα και τη βλακεία. Το να διορθώσεις κάποια λάθη μπορείς να το επιτύχεις. Την πληροφορία την βρίσκεις πια. Το να την αξιολογήσεις είναι το δύσκολο. Το ν’ αρχίσεις, ξαφνικά, να σκέφτεσαι με βάση την πραγματικότητα και όχι να φαντασιώνεσαι τις μπούρδες, αυτό είναι το δύσκολο· και το οποίο δεν αλλάζει από τη μια μέρα στην άλλη. Πρόκειται για τον εαυτό σου. Δύσκολα τον απαρνιέσαι…
Να πω δυο λόγια λοιπόν για το «Ραντεβού στο Κύτταρο» [Δελφίνι] ένα δικό μου βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1996 και που, ως θέμα, μάλλον ενδιαφέρει λίγους.
Εγώ, όντας στην επαρχία στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αποφάσισα –με την προτροπή ενός πολύ καλού φίλου– να γράψω ένα βιβλίο, παρουσιάζοντας την ελληνική ποπ και ροκ μουσική μέσα από τη δισκογραφία της. Δίσκους, κυρίως, διέθετα εκείνη την εποχή, μακριά από τα… κέντρα των αποφάσεων ήμουν, internet δεν υπήρχε… εκείνο μου άρεσε και μ’ ενδιέφερε να κάνω. Πέραν των δίσκων πρέπει να είχα 5-6 Μοντέρνους Ρυθμούς, διάφορα, πολλά Ποπ+Ροκ, Ήχους, Μουσικές και ποικίλα άλλα περιοδικά (μουσικά ή μη), κάποια σχετικά με την υπόθεση βιβλία (τα λίγα που υπήρχαν τότε – τα αναφέρω στη βιβλιογραφία και στις σημειώσεις εκείνου του βιβλίου) και αυτό ήταν όλο. Είχα όμως δίσκους, πολλούς δίσκους, και κυρίως (αν και νεαρός – κάτω από 30) είχα μία διαμορφωμένη άποψη για τη ροκ κατάσταση στην Ελλάδα, που δεν σχετιζόταν με βλακείες, φαντασιοπληξίες και ηλιθιότητες. Με ψυχεδελικές νεολαίες και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Έδινα πληροφορίες για δίσκους, αρκετοί εκ των οποίων εκείνη την εποχή αγνοούνταν ακόμη και από συλλέκτες, και προέβαινα σε κρίσεις, αποτιμώντας δεκάδες άλμπουμ και 45άρια της ελληνικής ποπ και ροκ σκηνής. Κρίσεις τις οποίες σε γενικές γραμμές ασπάζομαι ακόμη και σήμερα. (Και αυτό ήταν η επιτυχία εκείνης της εργασίας – για τα δικά μου μέτρα και σταθμά).

Υπήρχαν λάθη σ’ εκείνο το βιβλίο; Υπήρχαν. Δεν γινόταν να μην υπάρχουν. Γι’ αυτό κι εγώ, ήδη από την εισαγωγή, και γνωρίζοντας τα τότε όριά μου έγραψα: «Μία επισήμανση. Ορισμένοι, ενδεχομένως, ίσως εντοπίσουν ελλείψεις στα δισκογραφικά στοιχεία ή ακόμα και στα ονόματα, πιθανώς και κάποια λάθη. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να συμπεριληφθεί το καθετί σε μια τέτοιου είδους εργασία. Υπάρχουν βεβαίως τα περισσότερα. Επικοινωνήστε μαζί μας και βοηθήστε μας σε κάποια επόμενη συμπληρωματική έκδοση να είμαστε πιο πλήρεις». Αναγνώριζα δηλαδή το… άπειρον του πράγματος. Υποψιαζόμουν, εν ολίγοις, το… μέχρι που μπορούσα να φθάσω. Δεν θέλω να δικαιολογηθώ –για ποιο πράγμα άλλωστε;– αλλά αυτή ήταν, τότε, η πραγματικότητα.
Εγώ δεν ξεκίνησα λοιπόν να γράψω καμμία ιστορία του ελληνικού ροκ (γιατί, παρότι πιτσιρικάς, είχα μάθει να προφυλάσσομαι), δίσκους είχα και γι’ αυτούς θα μιλούσα. Αυτό φαινόταν εξάλλου και στο εξώφυλλο. Παρουσίαση θα έκανα. Δεν θα έγραφα ιστορία. Τους είδαμε στην πορεία τους ανιστόρητους… ιστορικούς, οι οποίοι με τα άχυρα που έχουν στο κεφάλι τους νομίζουν πως η… ψυχεδελική νεολαία ενόχλησε τη χούντα. Θα τρίζουν τα κόκκαλα του Κωνσταντάρα και του Τζανετάκου…
Ο Νταλούκας την γλιτώνει, προς το παρόν (καθότι έχω κι άλλα πράγματα να κάνω σ’ αυτή τη ζωή, από το να ασχολούμαι με αηδίες) γιατί το βιβλίο του δεν διορθώνεται –έχει αυτό το πλεονέκτημα…– αφού το μεγαλύτερο κομμάτι του, από το κεφάλαιο 4 και μετά (σελ.157-396) είναι για πέταμα. Μία ακατάσχετη μπουρδολογία, προϊόν στυγνής ασχετοσύνης και φαντασιοπληξίας, εκεί όπου οι γιεγιέδες και τα υπόλοιπα χαϊδεμένα παιδιά της χούντας παρουσιάζονται ως… ψυχεδελική νεολαία, που προέβη τάχα σε αντίσταση προετοιμάζοντας το Πολυτεχνείο. Τρικυμία εν κρανίω.
Πιάνει λοιπόν σήμερα ο θρασύς και άσχετος-μαρκουτσοφόρος και κρίνει εκείνο το παλαιό δικό μου πόνημα από μια-δυο σελίδες του, από μερικά λάθη – και δεν κοιτάει τα σημερινά και παντοτινά του χάλια. 

Το 1992 όταν έγραφα το «Ραντεβού στο Κύτταρο» εγώ ήξερα τους Play Boys, δεν ήξερα τους Τζαβ-Αδάμας-Κούκα. Γιατί οι Play Boys ήταν εκείνοι που είχαν ηχογραφήσει ποπ κομμάτια στα μέσα του ’60 και όχι οι Τζαβ-Αδάμας-Κούκα (που ηχογράφησαν κάτι τουίστ – κι εμένα τα τουίστ δεν με ενδιέφεραν, επειδή τουίστ τραγουδούσε ακόμη και ο Μακούλης και λοιποί… μεσήλικες του ελαφρού και άκρη δεν θα έβγαινε με τη δισκογραφία, που ήταν το αντικείμενό μου). Και τι έγραψα; Ότι οι Play Boys φτιάχτηκαν το 1959 από τους Τζαβάρα, Αδάμα και Κούκα. Λάθος; Λάθος. Ωραία. Αλλά εμένα με ένοιαζε (τότε) η δισκογραφία και όχι η ιστορία του... ελληνικού rock nroll. Και σχετική δισκογραφία («ποπ-ροκ») είχαν οι Play Boys – όχι οι Τζαβ - Αδάμας - Κούκα. Έρχεται λοιπόν μετά από τόσον καιρό ο μαρκουτσοφόρος και με αποκαλεί «άσχετο», επειδή έγραψα πριν 16 (και βάλε) χρόνια πως οι Play Boys ήταν οι πρώτοι (Τζαβάρας, Αδάμας, Κούκα συν κάποιοι ακόμη) και όχι οι Τζαβ - Αδάμας - Κούκα (Τζαβάρας, Αδάμας, Κούκα), που ήταν κατ' ουσίαν το ίδιο γκρουπ (οι Play Boys δηλαδή πλην τις προσθήκες). Να του δώσω το… altin mikrofon (που γράφουν και οι φίλοι μας οι Τούρκοι).

Το ξαναλέω για να κλείσω αυτό το κείμενο. Σημασία έχει να κοντράρονται απόψεις και όχι στοιχεία, για τα οποία δεν υπάρχει αμφισβήτηση. Σημασία έχει να εκμεταλλευόμαστε τα στοιχεία και τις πληροφορίες και να οδηγούμαστε σε ορθά συμπεράσματα. Εγώ το ξαναλέω –δεν μου αρέσει να μιλώ για τον εαυτό μου, αλλά οφείλω να τον υπερασπιστώ– παρότι όταν έγραφα το «Ραντεβού στο Κύτταρο» ήμουν 27-28 χρονών (και όχι… 40βάλε χοντροκεφάλας), δεν υπέπεσα σε λάθη ολκής. Δεν έδωσα περισσότερη αξία σε κάτι που έχει την αξία που έχει, ούτε φαντασιώθηκα… επαναστάσεις και εξεγέρσεις πολυτεχνείων υπό τους ήχους των Νοστράδαμος. Δεν έγραψα για ψυχεδελικές νεολαίες, για φάσεις της ελληνικής ψυχεδέλειας, για καλοκαίρια της αγάπης, για τρέλες του LSD, για ψυχεδελικά παράδοξα, για χτυπήματα στην ψυχεδελική νεολαία, για τον… ροκά Πάνο Τζαβέλλα, για μελαγχολικές δεκαετίες, κίτρινα σούρουπα και… πράσινες κατσαρίδες. Όλα αυτά για μένα αποτελούν μία ακατάσχετη μπουρδολογία, ένα αποκύημα φαντασιοπληξίας, ανιστόρητου λόγου και ακούραστης προχειρολογίας που, κάποιοι, έχουν το θράσος να το εμφανίζουν ως Ιστορία. Αλλά τι να περιμένεις από ένα… ιστορικό βιβλίο, από το οποίο απουσιάζει η βιβλιογραφία; Είναι κι αυτό μία ακόμη «νταλούκειος» πατέντα.
Αν υπάρξει λόγος θα είμαι εδώ για να συνεχίσω…

THE NORWEGIAN JAZZ GROUP featuring Tore Birkedal

Η jazz στη Νορβηγία, στα sixties, δεν υπήρξε υπόθεση μόνον των Jan Garbarek, Terje Rypdal, Arild Andersen και Jon Christensen – του βαρέως πυροβολικού της ECM δηλαδή, όπως θα αποδεικνυόταν στην πορεία. Υπήρχαν δεκάδες μουσικοί (και με δισκογραφία), οι οποίοι έγιναν ελαχίστως γνωστοί πέραν της επικράτειας, συμβάλλοντας με το έργο και τις ιδέες τους στην ταυτοποίηση ενός ήχου, με άλλοτε ιδιαίτερα και άλλοτε λιγότερο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά· ένας ήχος που συνδέθηκε αυθωρεί με το κίνημα του μοντερνισμού και της επικοινωνίας των Τεχνών στη βορειοευρωπαϊκή χώρα. Ένας από αυτούς τους μουσικούς υπήρξε και ο ντράμερ Tore Birkedal και κατ’ επέκταση το συγκρότημα The Norwegian Jazz Group
Ο Birkedal έχει βαθειά ιστορία στο χώρο της norwegian jazz και από ένα πρόχειρο ψάξιμο που επιχείρησα στο δίκτυο έμαθα πως, στα fifties (1954), υπήρξε μέλος του τρίο του πιανίστα Carsten Klouman (μπασίστας κάποιος Frank Cook) και λίγο πιο μετά στέλεχος ενός εκ των πιο αναγνωρισμένων σχημάτων εκείνης της περιόδου, του κουαρτέτου του πιανίστα, τραγουδιστή και ηθοποιού Per Asplin (Mikkel Flagstad τενόρο, Frank Cook μπάσο και Tore Birkedal ντραμς οι υπόλοιποι τρεις), συνοδεύοντας μάλιστα (μαζί με άλλους, όπως τον πιανίστα Einar Iversen) το αμερικανικό φωνητικό gospel γκρουπ Deep River Boys, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Νορβηγία.
Στη δεκαετία του ’60 οι παρουσίες του Birkedal υπήρξαν πιο… σποραδικές, αν και η συμμετοχή του σ’ ένα τουλάχιστον άλμπουμ θα πρέπει να σημειωθεί. Αναφέρομαι στο “Rosemalt Sound  [Nor-Disc, 1967] του συνθέτη-ενορχηστρωτή Alf Cranner και του ακορντεονίστα Alfred Janson. Οι Cranner και Janson έπραξαν κάτι ανάλογο (κάτι…) εκείνου των Σουηδών Bengt-Arne Wallin και Jan Johansson. Πήραν κάποια παραδοσιακά τραγούδια της χώρας και τα διασκεύασαν για jazz-folk σύνολο (το “Knut liten og sylvelin” π.χ. είναι μαγικό), φέρνοντάς τα πιο κοντά στα νεανικά ακροατήρια.
Την ίδιαν εποχή (1967), ο Tore Birkedal είναι πίσω (και) από τις μουσικές των jazz μπαλέτων, που χορογραφούσε στο Όσλο ο Αμερικανός Gene Nettles (1928-1994). Από μια νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στις New York Times (23/4/1994) μαθαίνουμε πως ο Nettles (χορευτής και χορογράφος) εργαζόταν στο Broadway-κύκλωμα (είχε συμμετάσχει, μεταξύ άλλων, στο “My Fair Lady” με τον Rex Harrison και την Julie Andrews) και πως το 1958 βρέθηκε στη Νορβηγία, ενώ λίγο αργότερα θα μετακόμιζε στη Δανία, όπου και θα έκανε χορογραφίες για τα “Cabaret”, “Fiddler on the Roof “ και “Guys and Dolls”. Στο “Music for Jazz Ballett supervised by Gene Nettles” [Troll TRLP 2, 1967] μία τετράδα μουσικών υπό τον Birkedal (Svein Christiansen κρουστά, Tor Hauge μπάσο, Einar Iversen πιάνο οι υπόλοιποι) παίζει jazz και latin ρυθμούς –όπως φαίνεται και από τους τίτλους των κομματιών “Carribean jazz moods”, “Jazz cha-cha”, “Work-out mambo”, “Jazzwaltz”, “Drumtime”, “Midnight-sun go-go”…– οι οποίοι θα χρησιμοποιούνταν από τον Nettles σε προγράμματα εκμάθησης και κατάρτισης (νορβηγών χορευτών και χορευτριών). Ένα κάπως-σαν-library-άλμπουμ λοιπόν, από μια σκηνή που, στην πορεία, είχε πολλά να δώσει.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

VOLCANO THE BEAR ένα εξαιρετικό γκρουπ

Οι Volcano The Bear (Βρετανοί από το Leicester) είναι παλαιοί γνώριμοι· γνωστοί, εν πάση περιπτώσει, σε όσους διάβαζαν το περιοδικό Audion (ή και το Wire) στα mid-90s, ψωνίζοντας από το δισκάδικο Ultima Thule (του Leicester), που διέθετε βεβαίως και mail-order.
Από το 1995 στη σκηνή, οι Volcano The Bear έχουν ηχογραφήσει πάμπολλες κασέτες, CD/CD-R και βινύλια, με τη δισκογραφία τους να είναι κατά το μάλλον ή ήττον περιπλεγμένη. Το Golden Rhythm/ Ink Music [Rune Grammofon, 2012], που τυπώνεται και σε LP, είναι πάντως το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, πράγμα που δείχνει πως η τριάδα (πλέον) αυτή από το Λέστερ (Clarence Manuelo tapes, electronics, Aaron Moore ντραμς, τρομπέτα, φωνητικά, Daniel Padden πλήκτρα, κιθάρες, κλαρινέτο, φωνή – ο παλαιός τέταρτος, o σαξοφωνίστας Nick Mott μοιάζει σαν guest) έχει ακόμη πράγματα να δώσει. Και όντως!
Το “Golden Rhythm/ Ink Music” είναι ό,τι θα αποκαλούσαμε «ένα σφόδρα πειραματικό» άλμπουμ, μια δουλειά που εκπλήσσει με τη δύναμη και την ευρηματικότητά της σε κάθε της σημείο. Με πολλές, διαφορετικές και ουσιαστικές επιρροές (από τον σκληρό, αυθόρμητο ήχο των Edgar Broughton Band, μέχρι το avant-kraut των Faust και από τον συναισθηματικό μινιμαλισμό του Robert Wyatt, έως την ανατρεπτική ηχητική λογική των γκρουπ του Rock In Opposition), οι Volcano The Bear σε κάθε σύνθεση του 42λεπτου άλμπουμ τους (που περιλαμβάνει υλικό από το 2006 και μετά, δοκιμασμένο στα live), ακούγονται καλύτεροι από ποτέ!
Είναι δύσκολο να περιγράψεις κάτι, όταν σε συνεπαίρνει. Όταν δεν σου αφήνει χρόνο να σκεφτείς, εγκλωβίζοντάς σε στην ηχητική πλημμυρίδα του. (Μόνο και μόνο για το έσχατο δεκάλεπτο “Fireman show”, το “Golden Rhythm/ Ink Music” συγκαταλέγεται μεταξύ των καλυτέρων άλμπουμ, που άκουσα μέσα στο 2012).

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

ΛΟΥΚΑΣ ΣΙΔΕΡΑΣ Melt

Το 45άρι του συγκροτήματος Melt, για το οποίο θα γράψω τώρα λίγα λόγια, το είχα αγοράσει από έναν γαλλικό κατάλογο στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Ο Stephane Rebeschini (νομίζω αυτός ήταν) που διαχειριζόταν εκείνη τη λίστα κάτι έγραφε περί… greek connection, κι έτσι δεν ήθελα πολύ για να τσιμπήσω· κι επειδή η τιμή ήταν αστεία παρήγγειλα τελικώς τους Melt, ένα ελληνικό συγκρότημα όπως διαπίστωσα στην πορεία, στο οποίον ηγείτο ο Λουκάς Σιδεράς.
Οι Melt ηχογράφησαν εκείνο το μοναδικό 45άρι τους με τα κομμάτια Chin chin/ Maroco [Polydor 2056 261] το 1973, ένα χρόνο δηλαδή μετά την κυκλοφορία τού “One Day” [Polydor], του πρώτου προσωπικού LP του έλληνα ντράμερ. Το “Chin chin” ήταν σύνθεση του Σιδερά, ενώ το flip-side Maroco” ήταν γραμμένο από τον Σιδερά και τον Alex Spyropoulos. Το 1973 οι (Βρετανοί) Nirvana ήταν πλέον παρελθόν και o Spyropoulos φαίνεται πως πριν επιστρέψει, προσωρινώς, στην Ελλάδα, μπαίνοντας στους Αχ-Βαχ το 1974 –οι οποίοι αποτελούνταν από τους Νίκο Πολίτη, Δημήτρη Πουλικάκο, Δήμη Παπαχρήστου, Δημήτρη Πολύτιμο, Σταμάτη Σπανουδάκη και Γιάννη Πανταζή– βρέθηκε στη Γαλλία και τακιμιάζοντας με τον Σιδερά (και κάποιους άλλους προφανώς) σχημάτισαν τους Melt.
Το πρώτο κομμάτι, το “Chin chin” είχε chorus vocals, ultra βαρύ rhythm section, τραγουδούσε ο Σιδεράς και θυμίζει, γενικώς, το κλίμα του “One Day”. Το δεύτερο κομμάτι ήταν πιο ροκάδικο (και προτιμότερο). Ο Σιδεράς τραγουδά και παίζει ντραμς, υπάρχει «πίσω» πενιά (που θα μπορούσε να ανήκει στον Αλέκο Καρακαντά, αν και…), αλλά και ρυθμική κιθάρα (που θα μπορούσε να ανήκει στον Αργύρη Κουλούρη – αν και…). Όσοι γνωρίζουν και μπορούν να πουν κάτι περισσότερο, ας το πουν…
Για τους άπιστους μαρκουτσοφόρους...
Αλήθεια τι απέγινε εκείνη η ταινία του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου “Aphrodites ChildLucas Sideras”, η οποία είναι έτοιμη από πέρυσι και για την οποίαν διαβάζαμε στο blog τού Αντώνη Μποσκοΐτη;

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ rock και νεανική κουλτούρα στα sixties

Με τον Κώστα Αρβανίτη γνωριζόμαστε από το 1996, είμαστε φίλοι. Το λέω αυτό από την αρχή για να προλάβω ορισμένους, που θα σπεύσουν να πουν (επειδή θα γράψω για ένα βιβλίο του) πως είμαι αβανταδόρος· σαν εκείνο τον κακοήθη, ο οποίος στα σχόλια για τους Aphrodites Child έγραψε πως αβαντάρω τους δίσκους συγκεκριμένου παραγωγού. Το να με πει κάποιος «άσχετο», όπως ο Μανώλης Νταλούκας, δεν μ’ ενδιαφέρει, αλλά το να υπονοήσει πως είμαι υστερόβουλος, πως γράφω κάτι για να εξυπηρετήσω καταστάσεις που δεν τις πιστεύω, αυτό ηχεί με προσβλητικό τρόπο απέναντί μου και δεν το σηκώνω. Για μιαν αξιοπιστία ζούμε. Μπορεί να κοντραριζόμαστε ή να βριζόμαστε με τον Νταλούκα, αλλά είχα την παρρησία να συμπεριλάβω το βιβλίο του «Ωλεσίοικον, το ροκ σαν ένας κάποιος τρόπος ζωής» στη σχετική λίστα (πριν λίγο καιρό), ανάμεσα στα 33 μουσικά πονήματα τα οποία (κατά τη γνώμη μου) αξίζει να διαβαστούν και σήμερα. Και φυσικά δεν το μετανιώνω. Θέλω να πω πως ό,τι γράφω το εννοώ, πέραν από γνωριμίες, φιλίες, κόντρες, βρισίδια ή ό,τι άλλο. Έτσι, λοιπόν και για το βιβλίο του Κώστα θα έγραφα τα καλύτερα λόγια, ακόμη και αν δεν τον ήξερα προσωπικώς.
Τον Κώστα τον «γνώρισα» στις αρχές της δεκαετίας του ’80 μέσω των άρθρων του στο περιοδικό Μουσική. Όποιοι έχουν υπ' όψιν τους εκείνα τα κείμενα ξέρουν σε τι αναφέρομαι. Σε όσους δεν τα γνωρίζουν να πω πως ο Αρβανίτης αρθρογραφούσε με θαυμαστή οξυδέρκεια για το ροκ, για τις διάφορες παραμέτρους του ροκ, δίνοντας... κιλά πληροφοριών και κυρίως αξιολογώντας κρίσεις και απόψεις, καταθέτοντας συγχρόνως τις δικές του, εμμένοντας και αναζητώντας με βασανιστικό τρόπο την ουσία. Μας έμαθε πολλά ο Κώστας και αυτό, εγώ τουλάχιστον, το αναγνωρίζω και το καταθέτω. Αυτήν την ουσία αναζητούσε αργότερα και στα περιοδικά ZOO και ΠΟΠ+ΡΟΚ (στα ανάλογα κείμενα), ενώ πριν απ’ αυτά είχε υπάρξει το ακρογωνιαίο δικό του κεφάλαιο «Ροκ και Νεανική Κουλτούρα στη Δεκαετία του ’60» στον συλλογικό τόμο «Το Φάντασμα μιας Δεκαετίας» [Δελφίνι, Αθήνα 1994], που είχαν επιμεληθεί ο Φώτης Τερζάκης και η Σώτη Τριανταφύλλου.
Επειδή το βιβλίο αυτό είναι πλέον δυσεύρετο (και ακριβό αν βρεθεί), ο Κώστας τύπωσε ιδίοις εξόδοις σε ψηφιακό ανάτυπο το συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου (120 σελίδες) το οποίον και διαθέτει ο ίδιος σε τιμή κόστους (11 ευρώ). Το δισκορυχείον προτείνει το βιβλίο αυτό, σε όσους ενδιαφέρονται για το ροκ του ’60, με κλειστά μάτια. Να τα περιεχόμενά του:
Κεφάλαιο 1
Βeatniks, juvenile delinquents, James Dean «Επαναστάτης χωρίς Aιτία», Τσάρλυ Σταρκγουέδερ, Bill Haley, “Rock Around the Clock”, «H Ζούγκλα του Μαυροπίνακα», teddy boys, Marlon Brando «Ο Ατίθασος», “West Side Story”, Hunter S. Thomson, Kenneth AngerScorpio Rising”, η Αμερική του κινηματογράφου, Elvis Presley
Κεφάλαιο 2
John Osborne, trad-jazz, skiffle, ΕwanMcColl, CND (Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό), Bertrand Russel, πορείες ειρήνης στο Aldermaston, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Κίνημα για τα Πολιτικά Δικαιώματα, αναβίωση του φολκ τραγουδιού, Kingston Trio, Peter Paul and Mary, Pete Seeger, Bob Dylan, πορεία στην Ουάσιγκτον 1963, topical/protest song, δολοφονία του Τζον Φ. Κέννεντυ, SDS, SNCC, Βιετνάμ, Beatles, βρετανικό r&b, Alexis Korner, Rolling Stones, Anrew Loog Oldham, το Κουρδιστό Πορτοκάλι (βιβλίο), Leroi Jones (για τα λευκά ποπ συγκροτήματα)
Κεφάλαιο 3
Mods (ρούχα-μουσική-αξεσουάρ-συμπεριφορά)/ rockers, συγκρούσεις μεταξύ τους, Swinging London, Richard Hamilton, η ποπ μουσική νέα πηγή εισοδήματος για τη Βρετανία, Radio Caroline και πειρατικοί ραδιοσταθμοί, op art και kinetic art στη μόδα, βρετανική εισβολή στην Αμερική, παγκόσμια έκρηξη των συγκροτημάτων, garage bands, συνάντηση των Beatles με τον Dylan (’64) και αλληλεπίδραση, φολκ-ροκ, Searchers, Byrds, “Eve of Destruction”, Donovan, τελευταία περιοδεία των Beatles στην Αμερική, «η ψυχεδελική Αριστερά αναδύεται ως underground αισθητική»
Κεφάλαιο 4
Ken Kesey «Στη Φωλιά του Κούκου», Merry Pranksters, πειράματα με LSD από τη CIA και τον στρατό, Timothy Leary, Warlocks (μετέπειτα Grateful Dead), πάρτυ του Kesey στο Λα Χόντα, acid tests, Jefferson Airplane, Bill Graham, San Francisco Mime Troupe, Chet Helms, Family Dog, ψυχεδελικές αφίσες (Rick Griffin, Stanley Mouse, Alton Kelly), Trips Festival, Haight Ashbury, hippies, San Francisco Oracle (εφημερίδα), Fillmore και Avalon, Augustus Owsley Stanley III, Human Be-in, Beatles Rubber Soul” “Revolver”, “Sgt Peppers…”, Peter Blake, pop art, Maharishi, Μαύροι Πάνθηρες, Black Power, φοιτητικό κίνημα και hippies, Scott McKenzieSan Francisco”, Eden AhbezNature Boy”, αντιπολεμικές διαδηλώσεις
Κεφάλαιο 5
Dylan, Beatles, Byrds, Zappa, Yardbirds, Stones, Donovan, Jefferson Airplane, Love, Blues Project, Tim Buckley, Paul Butterfield Blues Band, Seeds (’65-’66), Country Joe, 13th Floor Elevators, Blues Magoos, Great Society, Grateful Dead, Big Brother & the Holding Company, acid rock, Monterey Pop Festival, Lou Adler, Phil Ochs (για τα ψυχεδελικά συγκροτήματα), Μ. Αντονιόνι “Blow Up”, οι βρετανοί ποιητές Pete Brown, Adrian Mitchell κ.ά., Alex Trocci, Project Sigma, Adrian Henry, International Poetry Incarnation, Peter Whitehead, Allen Ginsberg, it (περιοδικό), πάρτυ στο Roundhouse, Pink Floyd, Soft Machine, η διεθνής συνδιάσκεψη «Διαλεκτική της Απελευθέρωσης», Emmett Grogan
Κεφάλαιο 6
Underground και αντικουλτούρα, ΟZ (περιοδικό), δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και του Ρόμπερτ Κέννεντυ, Νίξον, αστυνομική βία στην Αμερική, Πρόβος, γερμανικό φοιτητικό κίνημα και Μάης ’68 επηρεάζουν τους αγγλοαμερικάνους της αντικουλτούρας, Rudi Dutschke με παραποιημένη συνέντευξη στο it ώστε να ταιριάζει στο απλοϊκό «επαναστατικό» πνεύμα του underground, White Panther Party, Mick Farren, διαφορά υποκουλτούρας και αντικουλτούρας, William Burroughs και Frank Zappa περί επανάστασης, Συνέδριο των Δημοκρατικών στο Σικάγο και «φεστιβάλ ζωής» των yippies με MC5, Phil Ochs, Ed Sanders, το ροκ σχολιάζει  την επανάσταση, Elephant’s Memory, Third World War, skinheads, National Front, “What’s so funny ‘bout Peace Love and Understanding?”
Κεφάλαιο 7
Οι Rolling Stones το ’69 στο Ώκλαντ και στο Άλταμοντ, Hells Angels, Charles Manson, Bob Beausoleil, Kenneth Anger, Λευκό Άλμπουμ των Beatles
Κεφάλαιο 8
Sympathy for the Devil”, σατανισμός, Coven, Black Widow, Kenneth Anger, Weathermen, o Manson πρόσωπο της χρονιάς, Angry Brigade, αμερικανικές εκλογές του ’72, Zippies, τέλος του ριζοσπαστικού κινήματος, το ροκ σε όλο τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του ’70, σύγκριση μεταξύ 1957, 1977 και 1967

Ο Τύπος όμως εκμεταλλευόταν τους hippies σαν καθαρά αμερικανικό φαινόμενο που αποδείκνυε ότι σ’ αυτή τη χώρα υπήρχε ελευθερία κι ο καθένας μπορούσε να κάνει ό,τι θέλει. Για το περιοδικό Time ο κύριος λόγος που οι διαδηλωτές συγκεντρώθηκαν στη Νέα Υόρκη [σε αντιπολεμική διαδήλωση], ήταν το ότι «οι Αμερικανοί, την άνοιξη, αρέσκονται στο να διασκεδάζουν».
“Η κάλυψη της διαδήλωσης από το Time συνοδευόταν από επτά φωτογραφίες 1) ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από μια ρωσική σημαία και μια αναποδογυρισμένη αμερικανική, (...) 5) ένα hippie μ’ ένα ντέφι περασμένο στο λαιμό του, 6) μια κοπέλα hippie με μια μπανάνα κρεμασμένη στο λαιμό, 7) μια κοπέλα hippie που είχε γράψει «Ειρήνη» κάτω από το ένα της μάτι. Κάτω από τις τρεις φωτογραφίες των hippies υπήρχε μια λεζάντα που έλεγε, «μιλούν εύγλωττα για ό,τι οι ΗΠΑ προσπαθούν να υπερασπίσουν», αφήνοντας κάθε αναγνώστη που δεν είχε κριτική σκέψη με την ιδέα ότι οι ΗΠΑ έχουν ένα εκατομμύριο στρατό εγκατεστημένο σ’ όλο τον κόσμο με σκοπό να υπερασπίζουν το δικαίωμα των απανταχού ανθρώπων να φορούν ντέφια και μπανάνες στο λαιμό τους”.

Όποιος ενδιαφέρεται για το βιβλίο πάει κατ’ ευθείαν στο facebook http://is.gd/Aus6Ki και επικοινωνεί από εκεί με τον Κώστα ή αν δεν έχει facebook αφήνει το e-mail του στα σχόλια και θα επικοινωνήσει ο Κώστας μαζί του…