Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

ΝΙΚΟΣ ΤΑΤΣΗΣ Έρανα

Πρωτάκουσα τραγούδι από το «Έρανα» [EMI/ Columbia 14C 062-70895, 1978], έναν πολύ ενδιαφέροντα, πολύ μεστό δίσκο του Νίκου Τάτση, σε στίχους Κώστα Παπαγεωργίου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στο κρατικό ραδιόφωνο. Δεν θυμάμαι αν ήταν στο Πρώτο ή στο Δεύτερο Πρόγραμμα, δεν θυμάμαι αν παραγωγός ήταν ο Βασίλης Αγγελικόπουλος ή ο Ιωσήφ Βάγγερ (κάποιος από τους δύο, σίγουρα), εκείνο που θυμάμαι είναι τον Γιάννη Δημητρά και την Μαρία Κάτηρα να τραγουδούν το υπέροχο «Όμοια φιλί κι αλάτι» (το lead track του άλμπουμ). Αυτό το τραγούδι με είχε στοιχειώσει. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε, όταν κατόρθωσα να βρω, ν’ ακούσω και ν’ αντιγράψω σε κασέτα ολάκερο το άλμπουμ, να βάζω και να ξαναβάζω, σαν σ’ εμπλοκή, αυτό και μόνον το άσμα. Πέρασε καιρός για ν’ αφήσω την κασέτα να κυλήσει, ν’ ακούσω ολάκερο τον δίσκο δηλαδή, να συνειδητοποιήσω πως είχα να κάνω μ’ ένα έργο-κόσμημα τη εγχώριας… folk δισκογραφίας. Γιατί το «Έρανα» δεν ήταν, φυσικά, το άλμπουμ του ενός τραγουδιού. Ίσως «έφταιγε», τελικώς, και η συγκεκριμένη ραδιοφωνική εκπομπή, ο συγκεκριμένος παραγωγός, που μετέδιδε ξανά και ξανά το εν λόγω τραγούδι, αρνούμενος να πάει παρακάτω… Σε μιαν εποχή όπου οι δίσκοι είχαν ακόμη «ψαχνό», δεν επιτρεπόταν μία τέτοια εμμονή. Ας προχωρήσω όμως, καθότι έχουμε πολλά να πούμε…
Στο οπισθόφυλλο τού «Έρανα» υπάρχει ένα ανυπόγραφο σημείωμα, εκφράζοντας σαφώς τους συντελεστές τού δίσκου. Το αντιγράφω.
«Πιστεύουμε ότι δεν θα ήταν άσκοπο να πληροφορηθεί ο ακροατής των τραγουδιών αυτού του δίσκου το μικρό ιστορικό τους και, κυρίως, να ξέρει κάτω από ποιες συνθήκες πλάστηκαν, παίρνοντας σάρκα και οστά· τουλάχιστον τα περισσότερα. Γιατί η αλήθεια είναι πως, εκτός από τρία ή τέσσερα που η μελοποίησή τους έγινε πάνω σε ποιήματα του φερόμενου εδώ ως στιχουργού Κ.Γ. Παπαγεωργίου, όλα τα άλλα πήραν τη μορφή του τραγουδιού ομολογουμένως κάτω από ιδιαίτερα ασυνήθιστες, για την εποχή μας, συνθήκες. Και πρώτα-πρώτα θα πρέπει να τονιστεί ότι καμιά απολύτως πρόβλεψη ούτε πρόθεση υπήρχε, στον έναν ή στον άλλον από μας, για την τύχη που τελικά θα τα περίμενε – να περιληφθούν δηλαδή σε δίσκο με τη μορφή που κυκλοφορούν σήμερα, ή, τουλάχιστον, δεν υπήρχε καμιά παρόμοια συνειδητή πρόθεση. Αντίθετα τα τραγούδια αυτά δημιουργήθηκαν σε ανύποπτες ώρες, κάπου ανάμεσα στα 1970 και 1973, δείχνοντας ο ένας στον άλλο τη δουλειά του εμπιστευτικά, παίζοντας ένα σκοπό στην κιθάρα ή στο λαγούτο· κι απ’ την ανάγκη και των δυο να τραγουδήσουμε αυτό το σκοπό, φτιάχνονταν οι στίχοι, που προτιμότερο θα ήταν να λέγαμε ‘τα λόγια’. Άλλοτε πάλι με συντροφιά λιγοστούς φίλους, πίνοντας κρασί, η ίδια διαδικασία. Κάποτε μάλιστα άλλαζε ο στίχος ή διορθωνόταν με τη συμμετοχή τρίτων, ώστε να καλυφθούν καλύτερα τα διάφορα κενά και οι χασμωδίες· κάτι να πούμε δηλαδή σαν το δημοτικό τραγούδι. Σήμερα, χωρίς καμιά απολύτως πρόθεση να ισχυριστούμε ή και να επικαλεστούμε προσχήματα διάφορα περί ερασιτεχνισμού (μια κι από τότε κύλησε κάμποσο νερό στ’ αυλάκι και έχει φτιάξει ο καθένας ένα δικό του πρόσωπο στο χώρο του) επιζητώντας έμμεσα την επιείκεια του ακροατή, αισθανόμαστε την υποχρέωση να τον πληροφορήσουμε ότι η σκέψη για όλ’ αυτά (το γύρισμα του δίσκου) γεννήθηκε άξαφνα γύρω στο ’73 και ότι η ηχογράφηση έγινε το Νοέμβρη του ’74, με την παραίνεση και την πρωτοβουλία του παραγωγού αυτού του δίσκου, που άκουσε τη δουλειά και ίσως να σκέφτηκε ότι θα άξιζε τον κόπο ν’ ακουστεί από πιο πολλούς, πέρα από λίγους φίλους που ήδη την ήξεραν και την τραγουδούσαν».
Έχουμε να κάνουμε λοιπόν μ’ ένα περιπετειώδες άλμπουμ, το οποίον, ουσιαστικώς, δημιουργείται επί δικτατορίας, ηχογραφείται τους πρώτους μήνες της μεταπολίτευσης, για να κυκλοφορήσει, τελικώς, με τετραετή καθυστέρηση, το 1978. Δεν ήταν κάτι συνηθισμένο (δεν ήταν συνηθισμένη αυτού του τύπου η… χρονοτριβή)· και η αλήθεια είναι πως αν δεν υπήρχε η επιμονή του παραγωγού του άλμπουμ, που δεν ήταν άλλος από τον Μάνο Χατζιδάκι, το «Έρανα» είναι πολύ πιθανόν να το έτρωγε, για πάντα, το σκοτάδι.
Σε μια συνέντευξη του Νίκου Τάτση στον Τάσο Π. Καραντή, που δημοσιεύεται στο site e-orfeas.gr, μαθαίνουμε πως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον Τάτση και τον Χατζιδάκι ήταν ο ζωγράφος Γιώργος Σταθόπουλος, ο οποίος εκείνη την εποχή (1973-74) συνεργαζόταν με τον Χατζιδάκι ως γνωστόν, φιλοτεχνώντας το εξώφυλλο τού άλμπουμ «Ο Οδοιπόρος, Το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης» [Νότος, 1974 – ηχογράφηση 25/10/1973 και 16/1/1974]. Έτσι, ο Χατζιδάκις δεν είχε έτοιμους μόνον τους τραγουδιστές (οι Γιάννης Δημητράς και Μαρία Κάτηρα συμμετείχαν στον «Οδοιπόρο…»), είχε έτοιμους και κάποιους από τους μουσικούς (Βράσκος, Φάμπας, Μανωλιδάκης, Διακογιώργης, Ροδουσάκης…) και κυρίως είχε έτοιμες τις ενορχηστρώσεις του Νίκου Τάτση, που ήταν ένα από τα κύρια ατού τού «Έρανα» (τα έρανα είναι τα δώρα από συνεισφορά). Να λοιπόν και η σύνθεση της ορχήστρας: Δημήτρης Βράσκος βιολί, Θόδωρος Παρασκευόπουλος κλαρίνο, Δημήτρης Φάμπας κιθάρα, Γιάννης Μανωλιδάκης κιθάρα, Σταμάτης Πρωτοπαπάς φλάουτο, Κλαύδιος Σιελέ όμποε, Βαγγέλης Σκούρας γαλλικό κόρνο, Λευτέρης Τζίμας κρουστά, Γιώργος Κατσικάκης βιολοντσέλο, Τάσος Διακογιώργης σαντούρι, Νίκος Τάτσης λαγούτο και Ανδρέας Ροδουσάκης κοντραμπάσο.
Ο Νίκος Τάτσης (Ηπειρώτης στην καταγωγή) κουβαλούσε στις αποσκευές του, όπως λέμε, το δημοτικό τραγούδι τού τόπου του. Ανήκε κι αυτός στη γενιά που θέλησε –εκεί, μετά το ’68– να δημιουργήσει έναν καινούριο ελληνικό τραγουδιστικό ήχο, που να στηρίζεται στην παράδοση από τη μια μεριά, κοιτώντας όμως από την άλλη στο (τότε) τώρα. Άλλοι έστριψαν προς την folk-μπαλάντα (Χουλιαράς), άλλοι προς το rock (Σαββόπουλος-Μπουρμπούλια, Κωχ, Γκαϊφύλιας…), άλλοι προς την «έντεχνη» αντιμετώπιση, με τις όποιες ένθεν κι εκείθεν διαφοροποιήσεις (Μαρκόπουλος, Χατζιδάκις, Κουγιουμτζής, Κόκοτος…), η ουσία είναι πως το δημοτικό τραγούδι ήταν ένα κεφάλαιο προς εξερεύνηση εκεί στις αρχές του ’70.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα ο Νίκος Τάτσης επιστρέφει στις δικές του ρίζες, συγκεράζοντας στοιχεία που απεκόμισε από τις μουσικές σπουδές του και βεβαίως από το πατρογονικό τραγούδι τής Ηπείρου, προσφέροντας ένα ώριμο έργο, που έτυχε άξιας ερμηνευτικής διανομής (Δημητράς, Κάτηρα), λεπτομερούς και ευφάνταστης ενορχήστρωσης και βεβαίως των στίχων του Κώστα Παπαγεωργίου, που κι αυτοί κινούνται σ’ ένα ας-το-πω-παρεμφερές κλίμα. Το αποτέλεσμα είναι να προκύψουν τραγούδια-διαμάντια όπως τα «Όμοια φιλί κι αλάτι», «Γεμισ’ ο ύπνος μου πουλιά», «Δημοτικό», «Το σπίτι μου το σφάλισα», «Ερωτικό», δίχως να υποτιμώ κανένα από τα υπόλοιπα.
Όπως έγραψα και στην αρχή ο δίσκος κυκλοφόρησε σε ετικέτα EMI/Columbia, καταχωρίζεται όμως (και) στις παραγωγές του Μάνου Χατζιδάκι υπό τον τίτλο Πολύτροπον. Το Πολύτροπο ήταν ένας χώρος, στην Πλάκα, τον οποίον άνοιξε και διηύθυνε ο Χατζιδάκις το 1973 παρουσιάζοντας, όπως διάβασα στο δίκτυο… αποσπάσματα από το «Μεγάλο Ερωτικό», τη «Μυθολογία», τα «Πέριξ» και ολόκληρο τον κύκλο «Ο Οδοιπόρος, το Μεθυσμένο Κορίτσι και ο Αλκιβιάδης», καθώς και τις ‘δύο μπαλάντες για τον Ευτύχιο’, τις οποίες ερμήνευε ο Ευτύχιος Χατζηττοφής. Τη διετία 1977-78, ο Χατζιδάκις είχε εκδώσει στην EMI/ Columbia/ Πολύτροπον τρία τουλάχιστον LP, που έχουν (και τα τρία) ξεχωριστή σημασία στην κατεύθυνση της οικοδόμησης ενός ελληνικού φολκλορικού τραγουδιού με ευρωπαϊκά (διάβαζε δυτικά) χαρακτηριστικά. Το ένα ήταν το «Έρανα». Τα άλλα ήταν το «Κάψαμε Τα Καράβια Μας» [EMI/Columbia 14C 064-70813, 1977] της Ρίκας Δεληγιαννάκη και το «Κύπρια Έπη» [ΕΜΙ/Columbia 14C 062-70835, 1977] του Βασίλη Τενίδη. (Για την Ρίκα Δεληγιαννάκη και τον Βασίλη Τενίδη υπάρχουν ξεχωριστές αναρτήσεις στο δισκορυχείον).
Κάποιος… έξυπνος λοιπόν αντιλήφθηκε το τι παίζει και προώθησε το «Έρανα» στο εξωτερικό, στον γνωστό αυστριακό συλλέκτη Hans Pokora, o οποίος καλoέβαλε το εξώφυλλο σ’ ένα από τα γνωστά βιβλία του, το “3001 Record Collector Dreams”, βαθμολογώντας το στην κλίμακα σπανιότητος με… έξι δίσκους (που σημαίνει αξία πάνω από 1000 ευρώ!) και χαρακτηρίζοντάς το ως… folk-psychedelic (αυτό το παραμύθι με την... ελληνική ψυχεδέλεια έχει καταντήσει γελοίο). Στο popsike.com το «Έρανα» έχει καταχωριστεί τρεις φορές με τιμές πώλησης (στο eBay) $821 (το 2012), $760 (το 2010) και $611 (το 2006). Δεν λέω, ο δίσκος είναι σπάνιος (παρότι ποτέ δεν έπιασε σε δημοπρασία την τιμή του Αυστριακού), ενώ έχει και ελκυστικό εξώφυλλο (Στάθης Κούρτης). Παρά ταύτα εγώ λέω πως η τιμή του (αν δεν τον έπιανε στο χέρι του ο Pokora) δεν θα ήταν πάνω από 100-150 ευρώ. Όχι πως είναι λίγα, αλλά ουδεμία σχέση με τα 821 δολάρια ή 621 ευρώ (τιμή που έπιασε πριν κανα μήνα).
Ρίχνω λοιπόν την ιδέα να επανεκδοθούν τα τρία LP της EMI/ Columbia/ Πολύτροπον από τους γνωστούς μας μερακλήδες μικρο-ετερειάρχες (έχουν μεγαλύτερη σημασία από τους Reporters π.χ.), καθότι είναι άξια folk που μπορεί να πουλήσουν με λίγο σπρώξιμο (μεταφράσεις στίχων, σημειώματα κ.λπ.) και στο εξωτερικό – βοηθήσει δε βοηθήσει ο Αυστριακός... Έτσι, θα τ’ ακούσουν, σωστά (σωστά!), όσοι Έλληνες ενδιαφέρονται, αλλά θα περιοριστεί και ο βήχας κάποιων που επιχειρούν να βγάλουν από την μύγα… πλατίνα.

Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

FRANCIS "SCRAPPER" BLACKWELL τα ξαναφτιάχνουμε κι είμαστε φίλοι πάλι

Διαβάζοντας μέσα στα χρόνια κομμάτια κι αποσπάσματα του ταραγμένου βίου του Francis Hillman Blackwell, του επονομαζόμενου “Scrapper”, ένοιωθα σαν να ξανάβλεπα, να μην πω καρέ-καρέ, την ταινία του Rainer Werner FassbinderQuerelle” (ε.τ. Καυγατζής). Δεν ήταν μόνο το παρωνύμιο “Scrapper”, που παρέπεμπε ευθέως στο διάσημο τελευταίο φιλμ του γερμανού σκηνοθέτη, ήταν η ίδια η ιλιγγιώδης ζωή του αμερικανού μουσικού, που ανοιγότανε μπροστά μου όπως εκείνες οι φιάλες με το οινόπνευμα στα χαλκοπράσινα μπαρ της Βρέστης.
Ο Francis "Scrapper" Blackwell γεννήθηκε στη Syracuse της South Carolina την 21/2/1903 και όπως γράφει ο Paul Oliver στην Ιστορία του Blues [Απόπειρα, Αθήνα 1995]… o Scrapper, που είχε και αίμα Ινδιάνου Τσερόκι στις φλέβες του, ανήκε σε οικογένεια με παράδοση στη μουσική.(…). Όταν ήταν παιδί έφτιαξε μόνος του την πρώτη του κιθάρα, με το μπράτσο από ένα μαντολίνο και μ’ ένα κουτί από πούρα. Έμαθε να παίζει τα (παλαιά) κλασικά τραγούδια και όταν τα blues άρχισαν να διαδίδονται στην Ινδιανάπολη (όπου είχε βρεθεί από τριών ετών) δεν άργησε να μπει στο κλίμα. Στα είκοσί του είχε ήδη μία επικερδή επιχείρηση παράνομης παρασκευής αλκοόλ, ενώ περίπου τότε μπαίνει σιγά-σιγά στις ηχογραφήσεις.
Η ζωή και η καριέρα του Scrapper θ’ αλλάξουν όμως όταν περί τα μέσα της δεκαετίας του ’20 θα γνωρίσει τον πιανίστα Leroy Carr. Τους ένωναν πολλά τους δύο μουσικούς, κι ανάμεσα σε άλλα το ασυγκράτητο πάθος τους για το αλκοόλ. Αν ο Scrapper την είχε γλιτώσει για την ώρα, ο Leroy είχε μπει ήδη ένα χρόνο φυλακή για παράνομη διακίνηση ουίσκι. Δυστυχώς, όμως, για ’κείνον η ζωή δεν θα του δείξει το καθαρό της πρόσωπο. Οι μεγάλες ποσότητες νοθευμένων ποτών που συνήθως κατανάλωνε τον διέλυσαν, κι έτσι προς τα τέλη του Απρίλη του ’35 θα πεθάνει (ήταν 30 ετών) ύστερα από οξύτατη κρίση νεφρίτιδας, που ακολούθησε έναν καυγά του με τον Scrapper. Οι Carr και Blackwell, όμως, είχαν προλάβει να ηχογραφήσουν μαζί μερικά από τα καλύτερα blues που ακούστηκαν ποτέ, τραγουδώντας λόγια με αληθινή στιχουργική δύναμη, αγγίζοντας συγχρόνως το τέλειο στις μουσικές και τις ενοργανώσεις τους. Ανάμεσα σ’ αυτά τα ιστορικά τραγούδια τους περιλαμβάνονταν και τα “How long, how long blues”, “Blues before sunrise”, “Mean mistreater mama”, “Prison bound blues”, ενώ δεν υπολείπονταν σε αξία τα λιγότερο γνωστά κομμάτια τους όπως τα “Lets make up and be friends again”, “I know Ill be blue”, “Gone mother blues” κ.ά.
Ο Scrapper δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το σοκ του θανάτου του καλύτερού του φίλου. Πέρασε στην αφάνεια και για 23 ολόκληρα χρόνια κανείς δεν έμαθε τίποτα γι’ αυτόν. Το 1958, όμως, ένας επαγγελματίας φωτογράφος και ιθύνων νους του Indianapolis Jazz Club, ο Dunkan Schiedt, τον ανακαλύπτει κάπου στην Ινδιανάπολη και τον πείθει να ξαναμπεί στις ηχογραφήσεις, σχεδόν ένα τέταρτο του αιώνα μετά την τελευταία επίσκεψή του σε στούντιο (Bob Groom, The Blues Revival, Studio Vista, London 1970). Έτσι, τον Ιούνιο του 1958 θα γράψει έξι κομμάτια (εμφανίστηκαν σ’ ένα LP της βρετανικής Flyright και σ’ ένα EP της επίσης βρετανικής Collector) και σε τρεις δόσεις (τον Σεπτέμβριο του ’59, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του ’60) άλλα ένδεκα, ανάμεσά τους τα “How long blues” και “Blues before sunrise”, που θ’ αποτελέσουν το υλικό ενός άλμπουμ που βγήκε για λογαριασμό της βρετανικής 77 Records (οι δισκογραφικές πληροφορίες από το έργο των Mike Leadbitter & Neil Slaven Blues Records, 1943 to 1970, A Selective Discogrpahy, Volume One A to K, Record Information Services, London 1987).
Τα επόμενα δύο χρόνια ο Scrapper Blackwell θα κάνει αρκετές εμφανίσεις σε κλαμπ και συναυλίες, δίνοντας πάντα δυναμικά soli στην κιθάρα, ενώ θα γράψει τον Ιούλιο του ’61 ένα ακόμη LP (“Mr. Scrappers Blues”), που θα κυκλοφορήσει από την Bluesville στην Αμερική και την Xtra στη Βρετανία τo 1962.
Ο «Καυγατζής», όμως, φαίνεται πως δεν είχε πει ακόμη την τελευταία του λέξη. Το ζην επικινδύνως κυλούσε στο αίμα του από τότε που γεννήθηκε. Πρωταγωνιστής στην ίδια του την τέχνη θα βρεθεί άγρια δολοφονημένος (brutally murdered) σ’ ένα σοκάκι της Ινδιανάπολης τον Οκτώβριο του ’62 .

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

4η ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού υπήρξαν… έμπνευση της χούντας (διοργανώθηκαν έξι, από το 1968 έως το 1973) στην προσπάθειά της να ασκήσει πολιτιστική πολιτική, ποντάροντας, ταυτοχρόνως, και στην έξωθεν καλή μαρτυρία. Κάπως σαν μία επιβεβαίωση του καθεστώτος (θα το ήθελαν – το επεδίωξαν), το οποίον καθεστώς στρέφοντας τα όμματα της διεθνούς κοινής γνώμης (κάποιας κοινής γνώμης, τέλος πάντων) προς τις γιορτές και τα πανηγύρια, θα μπορούσε να συνεχίσει ανενόχλητο την… αποκατάσταση της υγείας του ασθενούς επί της χειρουργικής κλίνης. Εκείνο, πάντως, που πρέπει να ειπωθεί είναι πως στις Ολυμπιάδες έδωσαν το παρόν διακεκριμένοι καλλιτέχνες και συγκροτήματα (δεν αναφέρομαι μόνο στους εκτός συναγωνισμού) και, βεβαίως, ακούστηκαν κάμποσα καλά τραγούδια, τα οποία δεν είχαν ουδεμία σχέση με ό,τι θα χαρακτηρίζαμε, επιτιμητικώς ή υποτιμητικώς, ως χουντοτράγουδα.
Οι Ολυμπιάδες Τραγουδιού, όπως διαβάζουμε στο… χουντοπεριοδικό Θέσεις και Ιδέαι (τόμος Α, τεύχος 4, Απρίλιος 1969), εθεωρούντο από τη γέννησή τους προϊόν της «Πνευματικής Ελλάδος», μαζί με το Φεστιβάλ Αθηνών (που είχε ξεκινήσει πολύ πριν τη δικτατορία βεβαίως, αλλά παρουσίασε αύξηση θεατών, το 1968, της τάξεως του… 298% εν σχέσει με το ’67, πράγμα που σημαίνει πως το καθεστώς το στήριξε και το προώθησε), την Πολεμική Έκθεση του Ζαππείου (1968), τους επαίνους της Ακαδημίας Αθηνών, τα λογοτεχνικά βραβεία του (χουντικού) Υπουργείου Παιδείας (με την συντριπτική πλειονότητα των βραβευθέντων να τα αποδέχονται…) κ.λπ., κ.λπ.
Στην τετάρτη Ολυμπιάδα που διεξήχθη στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στο διάστημα 9-11/7/1971, συμμετείχαν 40 χώρες (ρεκόρ συμμετοχών), ακούστηκαν 41 τραγούδια (η Ελλάδα συμμετείχε με δύο, τα οποία ερμήνευσαν οι Τέρης Χρυσός και Τζίμης Μακούλης), ενώ οι εκτός συναγωνισμού συμμετοχές περιελάμβαναν την Mireille Mathieu, τον Johnny Hallyday, τον Massimo Ranieri, τον Little Tony (μ’ ένα απίστευτο “Summertime blues”, όπως διαπιστώνουμε από το φιλμάκι των επικαίρων της εποχής, που διασώζεται στο Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο), τις δίδυμες αδελφές Kessler, τους Σκωτσέζους Marmalade και τους Golden Gate Quartet.
Η Claudia καθώς ερμηνεύει το τραγούδι τού Marcos Valle
Το πρώτο βραβείο της 4ης Ολυμπιάδος κατέκτησε η Βραζιλιάνα Claudia, με το τραγούδι των Marcos Valle και Paulo Sérgio Valle “Minha voz virá do sol da América” (οι τρεις μοιράστηκαν περί τις 140 χιλιάδες δραχμές, με τ’ αδέλφια Valle να παίρνουν από 60 καφετιά ο καθείς, ήτοι 2000 ντόλαρς – όχι κι άσχημα). Δεύτερο ήταν το We must forget με την Samantha Jones, που αντιπροσώπευε την Αγγλία (τα φράγκα εδώ ήταν πολύ λιγότερα, μόλις 45 χιλιάρικα), ενώ τρίτο κατετάγη το ισραηλίτικο “Shoov e’et hem”, σε μουσική Nurit Hirsh και στίχους Dudu Barak, με την Ilanit, οι συντελεστές του οποίου μοιράστηκαν 25 χιλιάρικα. (Επειδή το τραγούδι γράφεται με λατινικούς χαρακτήρες, έτσι όπως μεταφέρεται από τα εβραίικα, μπορεί να το δείτε και ως “Veshuv itchem”, “Shouv itchem”, “Shuv itchem”, “Shuv itkhem”, ακόμη δε και ως… “Together forever”). Τέταρτο ήταν το “Poema pena” με την Πορτογαλίδα Tonicha, για ν’ ακολουθήσουν τα υπόλοιπα… Απονεμήθηκε επίσης βραβείο δημοφιλέστερου τραγουδιού, το οποίον έλαβε ο Αμερικανός Jimmy Helms για το The only thing that matters.
Η Ilanit στο "Πάλι μαζί σου" - το τρίτο βραβείο
Το πρώτο βραβείο της κριτικής επιτροπής (Ray Conniff, Les Reed κ.ά.) δεν άρεσε στο κοινό –το Billboard της 24/7/1971 δημοσίευσε ανταπόκριση του Brian Mulligan από την Αθήνα υπό τον δίστηλο τίτλο “Audience Disapproval at Song Olympiad”–, το οποίον (κοινό) έδειξε σαφή προτίμηση προς το ισραηλίτικο τραγούδι, που πάραυτα μεταφράστηκε για να γίνει μεγάλη επιτυχία (και) στη χώρα μας. Φυσικά, μιλάμε για την «Μαριλού» [Columbia SCDG 4057] που τραγούδησε με τη φωνάρα της η Νάντια Κωνσταντοπούλου σε στίχους δικούς της (με την ωραία ενορχήστρωση του Τάκη Μωράκη), το 1972.
Οι υπόλοιπες συμμετοχές καταγράφονται στη συνέχεια: Jairo (Αργεντινή), Alfredo (Αυστρία), Evelyne Manuel (Βέλγιο), Γιορντάνκα Κρίστοβα (Βουλγαρία), Claude Steben (Καναδάς), Marisa (Χιλή), Hyun Mi (Κορέα), Helena Vondráčková (Τσεχοσλοβακία), Lisa Linn (Δανία), Manar (Αίγυπτος), Jean-Marie Leoni (Γαλλία), Anki Lindqvist (Φινλανδία), Jerry Rix (Γερμανία), Lenny Kuhr (Ολλανδία), Péter Máté (Ουγγαρία), Ziaollah Heravi Orooji (Ιράν), Ennio Sangiusto (Ιταλία), Romi Yamada (Ιαπωνία), Marie-Christina (Λουξεμβούργο), Sammy Clark (Λίβανος), Helen Aquilina (Μάλτα), Roberto Cantoral (Μεξικό), Ingjerd Helén (Νορβηγία), Irena Santor (Πολωνία), Dennis John (Ροδεσία), Doina Spătaru (Ρουμανία), Awa Sy (Σενεγάλη), Peter Vee (Νότια Αφρική), Marcos (Ισπανία), Cia Löwgren (Σουηδία), Anita Traversi (Ελβετία), Naim Hamdi (Συρία), Senay (Τουρκία) και Ibrica Jusić (Γιουγκοσλαβία). Πολλοί απ’ αυτούς τους τραγουδιστές/ τραγουδίστριες υπήρξαν φίρμες στις χώρες τους με συμμετοχές σε διαγωνισμούς της Eurovision και αλλού, και φυσικά με εκτεταμένη δισκογραφία.
Τέλος, από πλευράς κυκλοφοριών, ν’ αναφέρω μόνο το ελληνικό 45άρι με το πρώτο βραβείο. Είναι το single της Claudia “Minha voz virá do sol da América/ Jesus Cristo” [Odeon MSOG 61]. Είμαι, δε, σίγουρος πως σε άλλες χώρες τυπώθηκαν πολλά από τα υπόλοιπα τραγούδια, αλλά το ψάξιμο τραβάει σε μάκρος και, ίσως, δεν έχει και τόσο νόημα.
Ακούμε το Minha voz virá do sol da América”, αυτήν την πανέμορφη μελωδία του Marcos Valle, από μεταγενέστερη ορχηστρική εκτέλεση

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

τζαζολογώντας

Jazz από το Puerto Rico; Εννοώ jazz γραμμένη-ερμηνευμένη από πορτορικανό μουσικό και επιπλέον ηχογραφημένη σε πορτορικανικό στούντιο και με τον παίκτη –τον κιθαριστή Gabriel Vicéns–, να ποζάρει με φόντο τοπίο της πατρίδας του; Εντάξει, δεν είναι απίθανο, αλλά δεν είναι και το πλέον συνηθισμένο. Ο Vicéns ντεμπουτάρει λοιπόν μ’ ένα φισκαρισμένο προσωπικό CD, που έχει τίτλοPoint In Time[Private Pressing, 2012] και που περιλαμβάνει δώδεκα δικές του συνθέσεις, διαρκώντας σχεδόν 80 λεπτά!
Με καλές σπουδές στο Berklee και το Music Conservatory of Puerto Rico και ακόμη φίλος με πολλούς διάσημους συμπατριώτες του (όπως τους σαξοφωνίστες David Sánchez και Miguel Zenón ή τον ιστορικό κοντραμπασίστα Eddie Gómez), ο Vicéns κατορθώνει αρχικώς (αν και νέος) να δημιουργήσει ένα άλμπουμ με «συμμετοχές», άρα και με εξασφαλισμένα top παιξίματα. Έτσι λοιπόν στο “Point In Time” παίρνουν μέρος ο τενορίστας David Sánchez και ο μπασίστας Eddie Gómez, συν μία τετράδα νεότερων παικτών (ο αλτίστας Jonathan Suazo, ο πιανίστας Eduardo Zayas, ο ντράμερ Vladimir Coronel, αλλά και ένας από τους πιο αναγνωρισμένους μπασίστες της νεότερης γενιάς, ο Αυστραλός Matt Clohesy), συμβάλλοντας, απαξάπαντες, στη δημιουργία ενός πληθωρικού CD, το οποίο διακρίνεται για το λεπτολογημένο πνεύμα του. Ορισμένες από τις συνθέσεις του Vicéns (τέσσερις στον αριθμό – ήτοι οκτώ από τα δώδεκα κομμάτια) έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Αποτελούνται από δύο μέρη, με το πρώτο να είναι κάπως σαν εισαγωγή και με το δεύτερο να προβάλλει την ανάπτυξη των θεμάτων με τους προσήκοντες αυτοσχεδιασμούς. Φερ’ ειπείν το “Intro to la diferencia/ La diferencia” ξεκινά με ήπιο παίξιμο από τον Zayas στο πιάνο, για να «μπει» σταδιακώς ο Vicéns παίζοντας σε χαλαρές ταχύτητες. Τελικώς, το “La diferencia” εξελίσσεται σ’ ένα mid-tempo και κάπως nostalgic track, με τον αλτίστα Suazo να κυριαρχεί στην αρχή και τον Vicéns να αυτοσχεδιάζει εν συνεχεία, με… γεροντική στόφα. Στην “Intro to cuardo/ Cuadro” το τενόρο του David Sánchez είναι στα πάνω του (με ήχο πυκνό και μεστό), με την κιθάρα να δρα περιγραφικώς και το rhythm section (Eddie Gómez, Vladimir Coronel) να κατευθύνει με μαεστρία τις αλλαγές στα tempi. Τo κομψό συνθετικό ύφος τού Vicéns είναι παρόν και στο “Intro to frame of mind/ Frame of mind”, όπως είναι παρούσες και οι μεταστροφές του κλίματος, σε μια σύνθεση που αλλάζει προσωπεία τρεις και τέσσερις φορές στη διάρκειά της. ΤoIntro to el camino/ El camino” στηρίζεται στο μπάσο του Gómez. Μόνο του ανοίγει τη σύνθεση, πρωταγωνιστώντας στην πορεία είτε μέσω της cool συνοδείας, είτε μέσα από εκρηκτικά γεμίσματα. Η ρυθμική γραμμή μπορεί να είναι λατίνικη, η κιθάρα όμως του Vicéns και το πιάνο του Zayas πηγαίνουν το κομμάτι σε πιο contemporary πλαίσια. Από τις υπόλοιπες τέσσερις συνθέσεις θα ξεχώριζα την έσχατη “The world in my view” με τους Zayas, Sánchez και Vicéns να επενδύουν σε ωραία soli, σ’ ένα περισσότερο bop, εδώ, περιβάλλον. Άψογο άλμπουμ.
Το να φτιάξεις ένα άξιο, σύγχρονο, jazz popular τραγουδιστικό CD δεν χρειάζονται πολλά. Μία καλή φωνή (άλλο τίποτα), μερικοί καλοί μουσικοί (κι εδώ «άλλο τίποτα») και βεβαίως μία σωστή επιλογή ρεπερτορίου ενός κάποιου ύφους, ώστε το πράγμα να κάθεται χωρίς πολλά-πολλά. Φαίνονται όλα εύκολα κι απλά, έτσι όπως τα γράφω και τα περιγράφω, αλλά τελικώς δεν είναι. Στην περίπτωση όμως του Volando[Feral Flight Productions, 2012] και της Anna Estrada η «ευκολία» είναι γεγονός, αν κρίνω ακόμη και από μία πρώτη (πρόχειρη) ακρόαση… Μία σωστή mezzo τραγουδίστρια  και με κάπως «ανεβασμένες» μπάσες περιοχές («ώριμη» όπως θα λέγαμε), η Anna Estrada μπορεί να μην είναι η μεγάλη φωνή, είναι όμως μια ερμηνεύτρια με ξεχωριστή επιτυχία στην Bay Area του San Francisco, ούσα και ηθοποιός στα νειάτα της στο θέατρο και την τηλεόραση. Έτσι, έχοντας δίπλα της έναν παραγωγό λάτρη της βραζιλιάνικης και γενικότερα της latin μουσικής (Ray Scott) η Estrada εντάσσει στο ρεπερτόριο της και “Mais que nada” (για το “Mas que nada” του Jorge Ben πρόκειται) και “Paciencia” (Lenine & Falcão) και “É preciso perdoar” (Torreão de Costa & Luz) και “Cuando vuelva a tu lado” (María Méndez Grever) –ένα τραγούδι που ως “What a diff'rence a day made” διέτρεξε μεγάλη αγγλόφωνη διαδρομή– συμπληρώνοντας με “Wild is the wind”, Beatles (“Happiness is a warm gun/I want you”), Cole Porter και Fred Neil (“Everybodys talking”)… Το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικώς ευχάριστο· κάτι που θα πρέπει να αποδοθεί και στην δυνατή ορχήστρα, που βρίσκεται στο πλευρό της τραγουδίστριας (διάφοροι μουσικοί που χειρίζονται κιθάρες, πιάνο, rhodes, μπάσο, ντραμς, κρουστά, ακορντεόν, όργανο, βιμπράφωνο, μαρίμπα, τενόρο, τρομπόνι και φλάουτο).
Επαφή: www.annaestrada.net
Πιανίστας από το San Diego είναι ο Danny Green και το A Thousand Ways Home [Tapestry, 2012] είναι το δεύτερο CD του. Έχοντας δίπλα του βασικά το ρυθμικό του τμήμα, τον κοντραμπασίστα Justin Grinnell, τον ντράμερ Julien Cantelm, αλλά και τον σαξοφωνίστα Tripp Sprague, ο Green –τη βοηθεία έξι ακόμη μουσικών, που συμμετέχουν ανά περίπτωση σε διάφορα κομμάτια– περιπλανιέται σ’ ένα δικό του latin και βραζιλιάνικο ρεπερτόριο, προτείνοντας ένα 67λεπτο άλμπουμ, που κυλά με χαρακτηριστική άνεση. Συνθέσεις μεστές, με μελωδικά προτερήματα και συγκρατημένα soli, φαίνεται πως πιάνουν κορυφή στις πιο νωχελικές στιγμές τους (“Over too soon”) εκεί όπου το μαντολίνο της Eva Scow κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις. Φυσικά, από ένα jazz-latin-brazilian άλμπουμ δεν θα μπορούσε να απουσιάζει το τραγούδι (Claudia Villela), όπως και οι κιθάρες (Chico Pinheiro, Peter Sprague, Dusty Brough)· και πράγματι στις συνθέσεις εκείνες στις οποίες εμφανίζονται –όπως, ας πούμε, στην έσχατη “Running out of time”– το αποτέλεσμα μας μεταφέρει κάτι από το μαγικό πνεύμα της latin και brazilian jazz αλλοτινών καιρών. Όταν μάλιστα αυτός ο συνδυασμός εμπεριέχει και dawg jazz ηχοχρώματα το πράγμα αγγίζει το απολύτως νοσταλγικό και ευχάριστο.
Επαφή: www.caprirecords.com
Γεννημένος πριν 33 χρόνια στο Phoenix της Arizona, ο πιανίστας Ezra Weiss είναι ένα ανερχόμενο «αστέρι» (με την έννοια που δίνουν οι Αμερικανοί στον χαρακτηρισμό, όταν κάποιος επιλέγεται φερ’ ειπείν από τα Critics Poll του Down Beat). Από το 2002 στη Νέα Υόρκη και με τα άλμπουμ να διαδέχονται το ένα το άλλο (“Five A.M. Strut” το 2003, “ Persephone” το 2005, “Get Happy” το 2007, “Alice in Wonderland” το 2009, “The Shirley Horn Suite” το 2011), ο Ezra Weiss δεν έχει παύσει, αυτήν την δεκαετία που δραστηριοποιείται στο jazz circuit, να δοκιμάζει καινούρια πράγματα, μετρώντας τις δυνάμεις του σε πολλαπλά επίπεδα. Στο παρόν 54λεπτο Our Path to This Moment [Roark, 2012] συνεργάζεται με την Rob Scheps Big Band τού σαξοφωνίστα Rob Scheps, ένα 17μελές σύνολο που μετατρέπεται σε 19μελές, σε κάποια tracks, με τις προσθήκες του Weiss στο πιάνο και του τρομπετίστα Greg Gisbert (έχει εμφανιστεί με τις μπάντες των Buddy Rich, Mel Lewis και Gil Evans). Με πέντε πρωτότυπα κομμάτια (συνθέσεις του Weiss) και δύο διασκευές (η μία στο στάνταρντ “Its you or no one” των Jule Styne/Sammy Cahn και η άλλη στο spiritual Wayfering stranger”) το άλμπουμ αντανακλά τις απόψεις του Weiss για έναν πολυεπίπεδο «μπιγκ-μπαντικό» ήχο, μέσα από τον οποίον αναδεικνύεται το πάθος του για τις πλούσιες «πνευστές» ενορχηστρώσεις και τις ρυθμικές εναλλαγές –στις οποίες, ενίοτε, συμβάλλουν τρεις κρουστοί παίκτες (ειδικώς στο “Wayfaring stranger” η συμβολή τους είναι αποφασιστική, αναδεικνύοντας το κομμάτι στο κορυφαίο τού άλμπουμ). Απλό, όμορφο και ουσιαστικό CD, με την… αγάπη τού Ezra Weiss για την ορχήστρα (και τους μουσικούς της) να τίθεται πάνω απ’ όλα.
Επαφή: www.ezraweiss.com
Ο ντράμερ-συνθέτης Devin Gray μπορεί να είναι μόλις 28 ετών, έχει όμως τη δύναμη ή την άνεση αν θέλετε να έχει δίπλα του, σ’ αυτό το ντεμπούτο του ως leader, παίκτες πρώτης κλάσης, όπως τον μπασίστα Michael Formanek (γνωστός από τα προσωπικά άλμπουμ του στην ECM, την Enja και αλλαχού), τον τρομπετίστα Dave Ballou (με εννέα άλμπουμ στην κατοχή του ως leader ή co-leader και με συνεργασίες με τους Gunther Schuller, Andrew Hill, Maria Schneider…) και τον τενορίστα Ellery Eskelin (συνεργάτης των Joey Baron, Marc Ribot, Grassy Knoll…). Το αποτέλεσμα τής συνεργασίας τους καταγράφεται στο 55λεπτο CD Dirigo Rataplan[Skirl, 2012], το οποίον περιέχει οκτώ συνθέσεις του Gray, οι οποίες ανασκαλεύουν διαδρομές όχι μόνο της σύγχρονης jazz, αλλά και της σύγχρονης μουσικής γενικότερα. Το τι εννοείται με το «γενικότερα» μπορούμε να το αντιληφθούμε ακούγοντας φερ’ ειπείν το “Prospect park in the dark”, μία ιδιότροπη σύνθεση –ένας συνδυασμός «ελεύθερης» jazz και (πνευστών) ηχοχρωμάτων δωματίου– αφιερωμένη στον Charles Ives. Η improv αντίληψη πάντως είναι, και γενικώς και ειδικώς, πανταχού παρούσα στην ηχογράφηση. Στο εισαγωγικό “Quadrophonically” είναι προφανείς οι αναφορές σ’ έναν τύπο spiritual jazz (κοντά σ’ εκείνον των Ed Blackwell/Don Cherry), ενώ σε track όπως το “Cancel the cancel” καταγράφεται ένας όχι και τόσο τυπικός συνδυασμός καθορισμένων ρυθμικών δομών και… δυσανάλογης σολιστικής ελευθερίας. Αλλού πάλι (“Down time”) η αρχική παρουσία της τρομπέτας και του τενόρου προσδίδει μια σίγουρη bop αίσθηση, με το blues στοιχείο να κυριαρχεί, ενώ σε συνθέσεις όπως η “Otaku” το ρέον ρυθμικό τμήμα των Formanek/Gray μάς οδηγεί σε αυθόρμητες, εν γένει, καταστάσεις. Στιβαρό άλμπουμ, το “Dirigo Rataplan” επιβεβαιώνει τη σημασία της… ενδοεπικοινωνίας των παικτών και της προσαρμοστικότητάς τους στα ιστορικά διδάγματα του improv παρελθόντος.
Επαφή: www.skirlrecords.com

SHIRLEY BASSEY «κάψε-κάψε, τι θα κάψεις από μια καρδιά καμένη…»

Μια συλλογή με παλαιές (και άρα δυσεύρετες) εγγραφές της Shirley Bassey εμπίπτει μέσα στα γενικότερα ενδιαφέροντα του δισκορυχείου. Επί του προκειμένου, έχουμε να κάνουμε με το 2CD Burn my Candle, The Complete Early Years 1956-58 [Fantastic Voyage, 2009], ένα άλμπουμ που μεγεθύνει στα πρώτα κατορθώματα της κυρίας από το Cardiff  (Νιγηριανός ο πατήρ, Αγγλίδα η μήτηρ), πριν η ίδια καταστεί ασυναγώνιστο pop σύμβολο (ελέω “Oliver!”, “Goldfinger” κ.λπ.).
Η συλλογή ξεκινά με το πρώτο 78άρι της καλλιτέχνιδος, το “Burn my candle (At Both Ends)/ Stormy weather” [Philips, 1956], που έκανε αμέσως εντύπωση· βασικά το πρώτο τραγούδι, το οποίον απαγορεύτηκε από το BBC λόγω των σεξουαλικών υπαινιγμών του. Θ’ ακολουθήσουν άλλα οκτώ singles (όλα στην Philips), ένα σύνολο 18 τραγουδιών δηλαδή (όλα στο πρώτο CD) που θα κυκλοφορούσαν μέχρι τον Οκτώβριο του 1958, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η μπαλάντα –με την τρία Α ερμηνεία– “As I love you” (έφθασε στο νούμερο 1, τον Ιανουάριο του ’59). Εδώ, ακόμη, το κλασικό “Banana boat song”, το γνωστό mento που αναδείχθηκε από τον Harry Belafonte το 1956 και απετέλεσε το πρώτο hit της Bassey (έφθασε μέχρι το νούμερο 7 την Άνοιξη του ’57), και ακόμη τo Kiss me, honey honey, kiss me”, το “Born to sing the blues” κ.ά. Αυτό, μάλιστα, το “Born to sing the blues” ακούγεται ακόμη δύο φορές στην έκδοση· στο δεύτερο CD, που περιλαμβάνει το 5-track live EPShirley Bassey at The Café De Paris” (rec. 1957) και στο πρώτο (10ιντσο) LP της υπό τον τίτλο… “Born to Sing the Blues” (1957). To EP πήγε άπατο καθότι ένα από τα πέντε τραγούδια του είχε τίτλο “Sex” –αδιανόητο για τα ήθη της εποχής–, ενώ εντυπωσιακός είναι, ανάμεσα σε άλλα, ο τρόπος που αποδίδεται (από ένα 20χρονο κορίτσι) το κλασικό “Ive got you under my skin” (Cole Porter). Πάντως, και μόνον το γεγονός ότι πρόκειται για ένα pop-jazz live από το 1957, το “At The Café de Paris” είναι ένα ντοκουμέντο. Το 10ιντσο long-play περιέχει ποικίλα standards (“Beale street blues”, “The St. Louis blues”…) κινούμενο ολάκερο προς ένα (τυπικό στον ήχο του) jazz-blues άλλης εποχής. Μάλιστα, όπως διαβάζω στις liner notes, δεν προξένησε κάποιαν αίσθηση στην εποχή του· ίσως επειδή το LP δεν είχε καθιερωθεί ακόμη στη συνείδηση των μουσικόφιλων, ίσως για άλλους λόγους. Η ουσία είναι πως με τούτα και μ’ εκείνα η περιπέτεια της Shirley Bassey στην Philips κάπου θα περατωθεί, μιας και από το 1959 θ’ άνοιγε για τη σπουδαία φωνή το κεφάλαιο “Columbia”.

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

καλά Χριστούγεννα!

Και τα δύο άλμπουμ, για τα οποία θα διαβάσετε πιο κάτω, παρουσιάζουν κάτι κοινό. Δεν έχουν απλώς χριστουγεννιάτικο θέμα, αλλά εντάσσονται και τα δύο στο ευρύτερο πλαίσιο της acoustic music, που βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα πριν καμμιά 15ετία (εννοώ πως ασχολούνταν δισκογραφικές και έντυπα, και κατ’ επέκτασιν ο κόσμος). Αρκεί να θυμηθούμε το αφιερωμένο εξώφυλλο του περιοδικού The Wire (Issue 174, August 1998) στον John Fahey, όπως και το ευρύτερο ενδιαφέρον που αναπτύχθηκε εκείνη την εποχή γύρω από τους ανάλογους κιθαρίστες Robbie Basho, Leo Kottke και ορισμένους ακόμη.
Ο John Fahey (1939-2001) ενεπλάκη από πολύ μικρός με την βαθειά παράδοση των blues του Δέλτα μελετώντας το έργο του Blind Willie Johnson, του Mississippi John Hurt και του Charley Patton (για τον τελευταίο θα γράψει μάλιστα το κλασικό σήμερα φερώνυμο βιβλίο, που βγήκε στις λονδρέζικες εκδόσεις Studio Vista, το 1970). Τις ηχογραφήσεις θα τις ξεκινήσει το 1958(;), κυκλοφορώντας τότε κάποια 78άρια σε ετικέτα Fonotone με το ψευδώνυμο Blind Thomas, αναπτύσσοντας παραλλήλως την μυθολογία του Blind Joe Death (υποκρινόμενος κάποιον άγνωστο μαύρο bluesman από τον Νότο), που έκτοτε θα εμφανισθεί κι άλλες φορές στο έργο του. Το 1959 ο Fahey θα ιδρύσει την Takoma Records (μαζί με τους Norman Pierce και ED Denson), ηχογραφώντας το πρώτο του άλμπουμ ως Blind Joe Death, ενώ το 1963 θ’ ανακαλύψει (μαζί με τον ED Denson) τον παροπλισμένο Bukka White, επαναφέροντάς τον στη δισκογραφία. Τo 1964 θα εντοπίσει μάλιστα και τον Skip James, μαζί με τους Bill Barth και Henry Vestine – τον μετέπειτα γνωστό κιθαρίστα των Canned Heat. (Αυτά γράφει, μεταξύ άλλων, ο Bob Groom στο βιβλίο του The Blues Revival, επίσης από το Studio Vista το 1971).
Στην Takoma Records, ο Fahey θα δώσει βήμα σε αρκετούς μουσικούς (Bukka White, Robert Pete Williams, Leo Kottke, Robbie Basho, Phil Yost, Max Ochs κ.ά.), οι οποίοι, ή μάλλον κάποιοι από αυτούς, θαναπτύξουν τις ιδέες τους σε καινούριους ήχους ανακατεύοντας folk, blues, classical και world στοιχεία, δημιουργώντας ένα παράξενο, minimal οπωσδήποτε, ακουστικό κιθαριστικό σύμπαν, το οποίον αγαπήθηκε ιδιαιτέρως (πρώτα-πρώτα στην ψυχεδελική περίοδο). Φυσικά, στο ίδιο label (και αλλού) έβλεπαν το φως και οι προσωπικές δουλειές του Fahey, με το χριστουγεννιάτικο The New Possibility: John Faheys Guitar Soli Christmas Album [Takoma C-1020, 1968] ν’ αποτελεί την πιο εμπορική δουλειά του (πούλησε την περίοδο 1968-69 πάνω από 100 χιλιάδες αντίτυπα). Εξαιρετική περίπτωση acoustic άλμπουμ, με το “Hark, the herald angels sing” του Mendelssohn και το 10λεπτο “Christs saints of god fantacy” να κλέβουν την παράσταση.
Ο μεγαλύτερος μαντολινίστας του rock (ου μην και της jazz) είναι ο David Grisman. Γνωστός σε κάποιους ως μέλος των Even Dozen Jug Band και των ψυχεδελικών Earth Opera στα sixties (συνεργάτης των Jerry Garcia, John Sebastian και δεκάδων άλλων), πραγματοποίησε το καλλιτεχνικό του όνειρο, όταν έπαιξε με τον Stéphane Grappelli σε δίσκους και συναυλίες, αφού η μουσική του Quintette du Hot Club de France ήταν από εκείνες που τον είχαν περισσότερο επηρεάσει. Δεξιοτέχνης μουσικός δίνει ρέστα στο χριστουγεννιάτικο David Grismans Acoustic Christmas [Rounder 0190, 1983], σε κομμάτια όπως τα “White Christmas” του Irving Berlin (αφιερωμένο στον Ben Webster), “God rest ye merry gentlemen” (εκπληκτικό!) και “Santa Claus is coming to town” (μαζί με τον Béla Fleck).
Υπάρχουν όντως ωραίοι τρόποι για να εορτάσει κάποιος τα Χριστούγεννα…