Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013

τα άκουσα προσφάτως...

Spectralfire είναι το alter ego του Λάμπη Κουντουρόγιαννη (κιθάρα, φωνή στους Modrec να υπενθυμίσω). Αν και στη σκηνή από το 2006 μ’ αυτό το όνομα, ο Κουντουρόγιαννης μόλις τώρα επιχειρεί μία προσωπική έξοδο μέσω του φερώνυμου 53λεπτου CD του (2012) στην αθηναϊκή Restless Wind. Το άλμπουμ, ως άκουσμα, δεν έχει σχέση με τους punky Modrec. Είναι πιο χαμηλών τόνων, πιο βατό, πιο ατμοσφαιρικό (μάλλον χωρίς το «πιο»). Είναι ένα άλλο πράγμα εν πάση περιπτώσει.
Ο Spectralife γράφει ενδιαφέροντα και κάπως ιδιόρρυθμα τραγούδια, τα οποία θα μπορούσε να αφορούν σε μιαν experimental pop. Είναι κάπως… αβαντ-γκαρντίστικα δηλαδή. Εμφανίζουν εδώ κι εκεί κάποια ελαφρά θορυβοποιά ή minimal στοιχεία, τα οποία επιτείνονται μέσω μιας… παραγωγικής λιτότητας (ο ίδιος και ο Ορέστης Φαληρέας). Ορισμένα δε έχουν και υπερβολικές διάρκειες. Το “Bulletproof beliefs” ξεπερνά φερ’ ειπείν τα επτά λεπτά, ενώ το “Protagonist” τα εννέα· αυτό το τελευταίο είναι κι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τού άλμπουμ. Ένα mid-tempo τραγούδι, με εκτεταμένα οργανικά και «ανοιχτά» μελωδικά μέρη, που θα μπορούσε να χαρακτηρίζει απ’ άκρη σε άκρη ολάκερο το CD (μπορεί ν’ ακούγεται… minimal, αλλά είναι λεπτολογημένο). Παρότι τα τραγούδια του Κουντουρόγιαννη δεν είναι εύκολα στο αυτί ή μάλλον στο… στόμα (δεν έχουν τα μελωδικά αγκίστρια, ώστε να καρφωθούν και να μείνουν) –και δεν αναφέρομαι στα 7λεπτα και 9λεπτα, αλλά στα 2λεπτα και 3λεπτα– έχουν κάτι εντός τους δια του οποίου ταξιδεύεις. Να, ας πούμε, το “Trust in time”, που είναι άψογα ενοργανωμένο (με ωραία 80s ηχοχρώματα στα πλήκτρα)· μία (άλλη μία δηλαδή) ξεχωριστή στιγμή.
Επαφή: www.restlesswind.com
Για τους Coral Caves έχω ξαναγράψει. Πρόκειται για ένα σχήμα από το Leeds, που οδηγεί ο Χρήστος Παππάς (τραγουδά και παίζει κιθάρες). Άλλα μέλη των Coral Caves είναι οι Matt Johnson τενόρο σαξόφωνο, Dan Hudson ντραμς και Oliver Tsakonas μπάσο. Το πρώτο άλμπουμ τους είχε τίτλο “Labyrinth’s Path” [Private Pressing, 2010] και άγγιζε κάπως folk περιοχές, διαμορφωμένες μέσα από μία περισσότερο rock αντίληψη. Ένα είδος progressive-folk; Ίσως. Τώρα, στο παρόν 13λεπτης διάρκειας 3-tracks EP που έχει τίτλο Sometimes Shine[CPS, 2011] και το οποίον είναι προάγγελος ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ, τους ακούω πιο κοντά στο rock – ένα rock που δανείζεται εξ ίσου θα έλεγα από τα 70s και τα 80s προκειμένου να περιγράψει το ερωτικό (με κάποια δόση απελπισίας) ενδεχόμενο. Τρία τραγούδια λοιπόν, καλοπαιγμένα με καλά/ ωραία φωνητικά και καθαρή/ λαμπερή παραγωγή, που θα μπορούσε να ενδιαφέρουν και όσους αρέσκονται στα κλασικά Pink Floyd-ικά έπη, αλλά και σε περισσότερο προσγειωμένες (από πλευράς όγκου) eighties καταστάσεις (τύπου Joy Division, The Cure και τα λοιπά). Αναμένουμε το long play, προκειμένου να πούμε περισσότερα.
Τα συγκροτήματα δεν συντηρούν μόνο την εγχώρια δισκοαγορά, με τις μικροποσότητες και τις ωραίες, από εικαστικής πλευράς, εκδόσεις, την εφοδιάζουν κιόλας (την αγορά) από καιρού εις καιρόν με ενδιαφέροντα άλμπουμ. Στο Muzga [Inner Ear, 2012] των Sancho 003 αναφέρομαι, ένα ντούο κατά βάση αποτελούμενο εκ των Φώτη Σιώτα βιολί, βιόλα, φωνές, αναλογικά σύνθια και Κώστα Παντέλη κιθάρες. Οι μουσικοί, γνωστοί από τις συνεργασίες τους με τους Θανάση Παπακωνσταντίνου, Σωκράτη Μάλαμα, Γιάννη Αγγελάκα κ.ά., αυτοσχεδιάζουν με γνώση, οριοθετώντας περιβάλλοντα επί των οποίων έχουν λόγο ύπαρξης από τη μια μεριά η μνήμη (μέσω της εισβολής των παραδοσιακών θραυσμάτων) και από την άλλη οι εκπεφρασμένες τάσεις τής jazz και rock-electronica. Η συνομιλία, μέσα από τις αντιθέσεις και τις ταυτίσεις, δεν είναι απλώς εποικοδομητική. Σε κομμάτια όπως το 13λεπτο “Teqeaut” ή το 14λεπτο “The cleaner” οι δύο μουσικοί, ξεπερνώντας τα όποια στυλιστικά/ αισθητικά αναχώματα, προβάλλουν έναν κώδικα επικοινωνίας ικανόν να τους οδηγήσει παρακάτω – σε μιαν απολύτως συναρπαστική πορεία. Η μεγάλη χρονική διάρκεια μπορεί να συμβάλλει στην ανάδειξη της επανάληψης σε οργανικό δεδομένο, αλλά, από την άλλη, είναι η απλή/ βασική ρυθμική ιδέα, όπως και τα εκάστοτε πλαίσια/ γεμίσματα, που τεντώνουν τη μουσική των Sancho 003 στα όρια μιας «προσωπικής» δημιουργίας.
Ο «Άνθρωπος Βόμβα» [Inner Ear, 2012] είναι το καινούριο LP του Μανώλη Αγγελάκη. Ένα χρόνο μετά το «Τι Κάνουν οι Σκιές τη Νύχτα;» (κι αυτό για την πατρινή εταιρεία) ο Αγγελάκης ξανακάνει μια βουτιά στο σύγχρονο κοινωνικό γίγνεσθαι, ανασύροντας από ’κει στίχους, μουσικές, τραγούδια. Με λόγια δικά του και άλλων (ανάμεσα και ποιήματα των Καβάφη, Λειβαδίτη, Σουρή κι ενός νέου ποιητή από την Πάτρα, του Τηλέμαχου Τσαρδάκα), και με ήχο ηλεκτρικό (με στοιχεία desert rock, blues, americana, «παρεκτροπών»…) ο Αγγελάκης απαγγέλει περισσότερο και λιγότερο τραγουδά, στοχεύοντας κυρίως στην καταγραφή μιας κατάστασης, μιας ατμόσφαιρας. Μιας ατμόσφαιρας σκληρής, άνυδρης, φοβικής σχεδόν, μέσα από την οποία δύσκολα «σηκώνεις κεφάλι» (για δίσκο πρόκειται, ok, δεν το ξεχνάμε αυτό).
Η αλήθεια είναι –για να μεταφερθούμε στο ρεαλιστικό, καθημερινό επίπεδο– πως τα πράγματα για πολλούς από εμάς είναι άσχημα, για κάποιους δε απεδείχθησαν ακόμη και ανεπανόρθωτα... Κανέναν δεν μπορούμε να ψέξουμε, όταν περιγράφει μια πραγματικότητα (όσο σκληρή κι αν είναι), όταν ονοματίζει το σκοτάδι, την απελπισία, την πλάνη. Έχω όμως την εντύπωση πως, κάποιες φορές, η μουσική, από μόνη της, μπορεί να πει (να υποδηλώσει) ακόμη περισσότερα. Δεν έχει δηλαδή, εκ των προτέρων, την ανάγκη τού λόγου, προκειμένου να δείξει την «αθέατη πλευρά» των πραγμάτων. Ο Αγγελάκης μπορεί να τα καταφέρει δηλαδή και… άνευ λόγου· το λέω κρίνοντας από τα instros «Τα δάκρυα που χύνω» και «Το τελευταίο τρένο». Πιθανώς και o ίδιος να το δοκιμάσει στο μέλλον…
Επαφή: www.inner-ear.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου