Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

greek jazz & beyond…

Ρίχνοντας μια ματιά στο ονόματα των μουσικών που αποτελούν το DKQ (Dimitris Kakavoulis Quartet) και που αναγράφονται στο μέσα μέρος του digipak Curves[Private Pressing, 2012], αναγνώρισα εκείνα του τενορίστα Δημήτρη Κόλλια (μέλος παλαιότερα των Pyros Ether) και του μπασίστα Περικλή Τριβόλη (από τους Nukeleus του Σάμι Αμίρη)· οι υπόλοιποι δύο που αποτελούν τους DKQ είναι ο Δημήτρης Κακαβούλης πιάνο και ο Λέανδρος Φράτνικ τύμπανα.
Αν και το μπροστινό μέρος του cover με παραπέμπει σε εξώφυλλα spiritual jazz από τα late 60s-early 70s, η μουσική του αθηναϊκού γκρουπ είναι περισσότερο γήινη, παρουσιάζοντας ισχυρούς δεσμούς τόσο με την ελληνική παράδοση («Σιγανοπαπαδιά»), όσο και με το γενικότερο latin (“Mondo azul”) και το κλασικό hard bop (“DoDeDahDum”) με τις όποιες blues ή αφρικανικές αναφορές. Η ουσία, σε κάθε περίπτωση, είναι πως έχουμε να κάνουμε, για ακόμη μια φορά, μ’ έναν καλοπαιγμένο και καλοηχογραφημένο ελληνικό δίσκο, που δείχνει (και αυτός) τις δυνατότητες και τα ποικίλα «πρόσωπα» της σκηνής. Στην «Σιγανοπαπαδιά» φερ’ ειπείν καταγράφεται η δύναμη και η ικανότητα του γκρουπ να οικειοποιείται παραδοσιακά μοτίβο, επεξεργασμένα με άψογο τρόπο από αρμονικής πλευράς ανακαλώντας στη μνήμη μου ένα έργο ορόσημο του στυλ, το «Χωρίς Σύνορα» [EMI/ Columbia, 1980] του Κυριάκου Σφέτσα. Από την άλλη, σε κομμάτια όπως το “Conviction in blue” δείχνουν πόσο ωραία τα καταφέρνουν και στον μελωδικό τομέα (στα tracks δεν υπάρχουν credits, άρα να υποθέσω πως η δουλειά είναι ομαδική), με τα soli και τους αυτοσχεδιασμούς να πατούν γερά πάνω στη μελωδία, αποτυπώνοντας ένα ωραίο κομμάτι «σύγχρονης», ας την πω έτσι, jazz. Αλλά και όταν αποφασίζουν να επιταχύνουν, όπως στο “Now what you thought”, οι DKQ αποδεικνύονται «μανούλες». Με rhythm section στην αρχή σε μπάσο-ντραμς-πιάνο και με σολιστικό όργανο το τενόρο και εν συνεχεία σε μπάσο-ντραμς και με σολιστικό το πιάνο οι τέσσερις μουσικοί δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους, παρουσιάζοντας ένα άψογο κομμάτι. Το “Curves” θα ολοκληρωθεί με το «Βράδυασε», ένα track που ξεκινά με σόλο πιάνο (θυμίζει Ran Blake), για να ολοκληρωθεί με όλο το γκρουπ παρόν και με το τενόρο και το πιάνο να αυτοσχεδιάζουν διαδοχικώς πάνω σε μιαν ισχυρή ρυθμική βάση.
Επαφή: rimshot_d@talk21.com
Η ελληνική παροικία στον κατάλογο της Konnex αβγατίζει. Μετά τον πιανίστα Αντώνη Ανισέγκο με τα άλμπουμ “Amoebas 5” [Konnex KCD 5131, 2004] και “Phoobsering” [Konnex KCD 5157, 2005] (αυτό με τον Frank Paul Schubert) και τον κιθαρίστα Τάσο Σπηλιωτόπουλο με το “Wait for Dusk” [Konnex kcd 5166, 2006], ένα ακόμη CD, δύο ακόμη έλληνες μουσικοί έρχονται να προστεθούν στο ρόστερ τής γερμανικής εταιρείας. Αναφέρομαι στο άλμπουμ τού Iori Trio που έχει ως τίτλο το όνομά του [Konnex KCD 5290, 2012], ένα σχήμα το οποίον αποτελούν οι Τάσος Σαββόπουλος κιθάρες, Δημήτρης Χρηστίδης ντραμς και ο Σλοβένος Bostjan Simon τενόρο σαξόφωνο. Οι Iori Trio, όπως παρατηρείτε, είναι ένα συγκρότημα χωρίς μπασίστα και πιανίστα. Τούτο τους προσφέρει μιαν επιπρόσθετη ελευθερία, οπωσδήποτε, ίνα κινηθούν σε… αχαρτογράφητους δρόμους, εκεί όπου οι συνεχείς ρυθμικές εναλλαγές, οι «διακεκομμένες» μελωδίες, οι αυθόρμητες εκρήξεις και βεβαίως οι χαμηλές εντάσεις οδηγούν σ’ ένα εξωφρενικό (με τη θετική έννοια το λέω) ώρες-ώρες αποτέλεσμα. Ως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα θα ανέφερα το 7λεπτο “Scepter”, που ξεκινά ως ένα αβαντ-γκαρντίστικο free jazz κομμάτι, πριν εξελιχθεί σ’ ένα φλογερό jazz-rock με σαφή ρυθμική δυναμική (έφερε στη μνήμη μου παλαιόν –και όχι μόνον παλαιόν– John Abercrombie). Πολύ καλό. Υπάρχουν φυσικά και τα πιο low-profile θέματα, όπως το “Equanimity”, το “Debonair” με τις «κρατημένες» μελωδικές φράσεις του σαξοφώνου, τις ωραίες αρμονικές προσαρμογές και τον υποβολιμαίο ρυθμικό ρόλο της κιθάρας (πριν μπει κι αυτή στο παιγνίδι των soli), αλλά κυρίως το έσχατο “Ubi sunt” (πρόκειται για ένα track για σόλο ηλεκτρική κιθάρα), το οποίον αναδεικνύει ακόμη περισσότερο τις συνθετικές-αυτοσχεδιαστικές ικανότητες του Τάσου Σαββόπουλου (την απόπειρά του δηλαδή να συνομιλήσει με τον εαυτό του, μέσα σ’ ένα κλίμα… ασκητικής προσήλωσης).
Επαφή: www.konnex-records.de
Είναι πολύ τιμητικό για μία πρωταφανέρωτη ελληνική (swinging) μπάντα να συμμετέχει με τραγούδι της σε συλλογή «ξένης» εταιρείας μαζί με κομμάτια των Jamie Cullum, Bryan Ferry, Eartha Kitt, Anita ODay, The Puppini Sisters κ.ά. Για τους Speakeasies Swing Band ο λόγος, που σχηματίστηκαν πριν τρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη, και στο τραγούδι τους “Bright lights late nights”, το οποίο ακούγεται στο γερμανικό άλμπουμ “Swing Style Vol.3” [Lolas World, 2012]. Ταυτοχρόνως με την «έξω» παρουσία τους, οι έλληνες μουσικοί κυκλοφόρησαν κι ένα 12ινστσο βινύλιο (500 αντίτυπα) με τέσσερα κομμάτια τους υπό τον τίτλο Bathtub Gin[Liquid Bass, 2012], στο οποίο καινοτομούν· καινοτομούν επί της ουσίας δηλαδή. Που έγκειται η πρωτοτυπία τους; Στο γεγονός ότι εν αντιθέσει με τα περισσότερα από τα ελληνικά swinging γκρουπ του καιρού μας δεν προβάλλονται μέσα από διασκευές «κλασικών» κομματιών της ιστορίας, επιχειρώντας να γράψουν δικά τους τραγούδια, κάποια εκ των οποίων (ένα εκ των οποίων) έχει και ελληνικό στίχο! Φυσικά, swing με ελληνικό στίχο ακούν οι Έλληνες από τη δεκαετία του ’30, τούτον όμως επ’ ουδενί δεν μειώνει την προσπάθεια των Speakeasies Swing Band να διαμορφώσουν ένα νέο πρότυπο σουινγκάτης δυναμικής (παρότι οι λέξεις δεν ακούγονται όλες, ολοκληρωμένες και όπως πρέπει), που να αφορά στο σήμερα· καθότι «Η ιστορία του Ζορμπά», ενός άλλου Ζορμπά (όχι του γνωστού), θα μπορούσε να είναι και σημερινή (με τους πάσης φύσεως γκλαμουράτους απατεώνες, που κατέκλυσαν τη χώρα – νησιωτική τε και ηπειρωτική). Όμως και τα αγγλόφωνα κομμάτια της μπάντας είναι μια χαρά, δείχνοντας πως οι Speakeasies Swing Band (Κατερίνα Σισίννι φωνητικά, Παναγιώτης Καρνούτσος σόλο κιθάρα, Γιάννης Νταλιάνης ρυθμική κιθάρα, Παναγιώτης Βουλγαράκης κοντραμπάσο, Ηλίας Γκίρμπας κλαρινέτο, Θάνος Αναγνωστόπουλος βιολί, Μανώλης Σταματιάδης πιάνο, Στέργιος Κόιας ντραμς) είναι μουσικοί που ξέρουν τι ζητούν, προβαίνοντας από καιρού εις καιρόν και στις λελογισμένες ενορχηστρωτικές ανατροπές, δίχως να επηρεάζεται το γενικότερο πλάνο (στη θερεμίνη της May Roosevelt στο εξαιρετικό “Black swamp village” αναφέρομαι).
Επαφή: contact@liquidbass.gr
Από το site της εταιρείας Hidden Track διαβάζω το βιογραφικό τού κιθαρίστα Τάσου Τσαλαπάτη: «Ο Τσαλαπάτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1972. Ξεκίνησε σε μικρή ηλικία μαθήματα κλασικής κιθάρας και πιάνου. Συνέχισε με μαθήματα ηλεκτρικής κιθάρας με καθηγητή τον Γιάννη Δρόλαπα και jazz κιθάρας με καθηγητή τον Παναγιώτη Σαμαρά. Έχει συμμετάσχει στην Bienalle νέων μουσικών στην Αθήνα το 2001 κα έχει παρακολουθήσει σεμινάρια με τους Pat Mαrtino, John Scofield και Mike Stern. Εμφανίζεται για πολλά χρόνια με το κουαρτέτο του, παρουσιάζοντας τις συνθέσεις του στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας». Εκείνο που παρουσιάζει ο Tassos Tsalapatis στο άλμπουμ του Heterotopia [Hidden Track, 2011] είναι μία σειρά groovy συνθέσεων –επτά δικές του και μία του κιμπορντίστα του γκρουπ Μιχάλη Κατσαρού–, οι οποίες πάλλονται τη βοηθεία acid, latin, contemporary, electro-jazz ακόμη και reggae ηχοχρωμάτων. Οι τέσσερις μουσικοί (Τσαλαπάτης κιθάρες, Κατσαρός πιάνο, keyboards, Παρασκευάς Κίτσος μπάσο, Σπύρος Καραμήτσος ντραμς) απόλυτοι κυρίαρχοι των οργάνων τους εμφανίζονται με τη σιγουριά του επαγγελματία, βοηθώντας περαιτέρω με τα παιξίματά τους στην ανάδειξη του υλικού. Καλοφτιαγμένο και ευχάριστο άλμπουμ, προσεγμένο και στον τομέα ηχογράφησης-παραγωγής, που δείχνει (και αυτό) το υψηλό επίπεδο της εγχώριας jazz σκηνής.
Επαφή: www.hiddentrack.gr
«Το Σεπτέμβριο του 2009, μετά από την καταστροφική πυρκαγιά στην Πεντέλη, η πρώτη μορφή ζωής που ξεπήδησε μέσα από τις στάχτες, ήτανε τα κυκλάμινα. Σαν νότες μίας αισιόδοξης μουσικής προσπαθούσαν να αλλάξουν τη διάθεση που μου προκαλούσε η θέα του καμμένου τοπίου. Και πάντα το κατάφερναν». Αυτό το μικρό σημείωμα, εν είδει επεξήγησης, αναγράφεται στο booklet του άλμπουμ «φτάνουν λίγες νότες… για ν’ αλλάξει ο κόσμος» [Protasis, 2011] του πιανίστα (και συνθέτη) Κώστα Μπουκουβάλα. Πρόκειται για μία σειρά δώδεκα πιανιστικών συνθέσεων-ασκήσεων, συνολικής διάρκειας 57 λεπτών, ρομαντικής οπωσδήποτε εκκίνησης και αναλόγου (ρομαντικού) περιεχομένου. Βεβαίως, το ερώτημα που τίθεται είναι αν λίγες νότες, ή έστω περισσότερες, έστω και πιανιστικές, είναι ποτέ δυνατόν να μεταβάλλουν τη ροή του κόσμου; Φρονώ πως ο Μπουκουβάλας αναφέρεται σε μία εσωτερική επανάσταση/ανάταση (του ατόμου), η οποία δύναται να υποβάλλεται από την αέναη δύναμη της φύσης, από την ικανότητά της εν ολίγοις να ανασυντίθεται από τις στάχτες της. Αν είναι έτσι, τότε εντάξει. Η μουσική όντως μπορεί να ομορφύνει τη ζωή μας· και γιατί όχι και η συγκεκριμένη μουσική που έχει τη χαρά της αφήγησης και τη χάρη της ονειροπόλησης.
Συνεχίζω αυτή την γραπτή/ ηχητική περιπέτεια μ’ ένα παράξενο άλμπουμ, το Bass Fairy Tales[Subways, rec. 5/2011] των Δημήτρη Οικονομάκη (Dimitris Ikonomakis) και Τάκη Καπογιάννη (Takis Kapogiannis), έναν instrumental δίσκο, που έχει ως βάση του το κοντραμπάσο (με δοξάρι από τον Καπογιάννη, με τσίμπημα από τον Οικονομάκη). Jazz δίσκος; Θα μπορούσε να το πούμε, αλλά όχι μόνον jazz. Υπάρχουν κλασικά, ρομαντικά/μελωδικά, ισπανικά, tango και λοιπά folk στοιχεία, τα οποία αναδύονται από το εκάστοτε setting. Κι εδώ είναι μία ακόμη ιδιαιτερότητα του “Bass Fairy Tales”. Σε κάθε σύνθεση, από την πρώτη έως την εβδόμη, προστίθεται διαδοχικώς κι ένα διαφορετικό όργανο. Έτσι, στην πρώτη (“Solo”) ακούμε μόνο κοντραμπάσο, στη δεύτερη (“Duet”) κοντραμπάσο και κιθάρα, στην τρίτη (“Trio”) κοντραμπάσο, κιθάρα και φλάουτο, στην τέταρτη (“Quartet”) κοντραμπάσο, κιθάρα, ακορντίνα, σοπράνο σαξόφωνο κ.ο.κ. Το αποτέλεσμα είναι στιγμές-στιγμές συναρπαστικό, υπό την έννοια ότι ενώ αντιλαμβάνεσαι διαρκώς την παρουσία του βαθυχόρδου ως κάτι σαφές και «κάθετο», διαπιστώνεις παραλλήλως και την ιδιότητα τού οργάνου να στήνει, μόνο του κατ’ ουσίαν, ένα πολυμορφικό σκηνικό, επί του οποίου συμβάλλουν τα επιμέρους ηχοχρώματα. Όχι μόνο για τους λάτρεις του οργάνου.
Το τελευταίο CD έχει τίτλο Seven Miles East [Private Pressing, 2012] και μας έρχεται από την Κύπρο. Υπεύθυνοι ο πιανίστας Marios Takoushis και ο μπασίστας Gabriel Karapatakis. Οι δυο τους, μαζί με τον λυράρη Ζαχαρία Σπυριδάκη, τον σαξοφωνίστα David Lynch και τον ντράμερ Στέλιο Ξυδιά εμφανίστηκαν πέρυσι στο 12th European Jazz Festival στο Γκάζι, δίνοντας μία από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της διοργάνωσης. Τώρα, έχω στο πλατώ το δεύτερο CD τους, ηχογραφημένο προσφάτως στη Μεγαλόνησο από τους ίδιους μουσικούς. Η jazz των Τακούση/ Καραπατάκη (συνθέτες ολάκερου του υλικού) είναι πολυδιάστατη. Χονδρικώς, θα την αποκαλούσα ethnic-jazz, δίχως, όμως, να την προσδιορίζω στις λεπτομέρειές της. Υπάρχει μία μεσογειακή αίσθηση (που μπορεί να περιλαμβάνει από την Κρήτη και την Κύπρο, έως και τα ασιατικά μεσογειακά παράλια), υπάρχει ο μελωδικός διάκοσμος που είναι παντού και πάντα φανερός (με κορυφαία στιγμή, ίσως, «Το βαλς του ξεχασμένου Απρίλη»), αλλά από ’κει και πέρα υπάρχει μία επεξεργασία και μία ανάπτυξη των θεμάτων που φανερώνει μουσικούς με ιδιαίτερη έφεση όχι μόνο στη σύνθεση, αλλά και στον αυτοσχεδιασμό. Τούτο δε το διαπιστώνει ο καθείς ακούγοντας μία προς μία όλες τις συνθέσεις. Από το εισαγωγικό “Lazarus smile” (με τα scat/ συνοδευτικά φωνητικά του Τακούση να τονίζουν και με το παραπάνω τη «γλυκιά» μελωδία) και το 11λεπτο “Three steps above” (με τη στακάτη ρυθμική εισαγωγή, τα «έξω» ηχοχρώματα της κρητικής λύρας και την μελετημένη ανάπτυξη), μέχρι τα trad μοτίβο τού «Στα λόγια του γιασεμιού», το duo (πιάνο, μπάσο) τού “Seven moments in a clear day” και το 13λεπτο ζωντανό East lost garden” (ένα από τα κομμάτια που φανερώνουν το ταλέντο των κυπρίων μουσικών και των συνεργατών τους στο να διαχειρίζονται τη μεγάλη φόρμα, με ξεχωριστό αποτέλεσμα) ένα είναι σίγουρο. Οι Τακούσης/ Καραπατάκης θα μας απασχολήσουν και στο μέλλον με αναπάντεχα ακούσματα.
Επαφή: www.mt-gk.com

4 σχόλια:

  1. Οι Iori Trio και οι DKQ που τούς άκουσα είναι εξαιρετικοί. Τουλάχιστον πιο κοντά στα δικά μου γούστα, δεν μπορώ να ακούσω πουθενά τον δίσκο του Οικονομάκη.
    Φ.Ν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φ.Ν. κυκλοφορεί πολύ υλικό. Όλα τα άλμπουμ είναι καλά, υπό την έννοια ότι οι μουσικοί έχουν, όλοι, θεωρητική κατάρτιση, δίνοντας συνέχεια live. Οπότε ξετρίβουν ακόμη περισσότερο, πριν μπουν στη δισκογραφία. Φυσικά, τα άλμπουμ που ξεχωρίζουν πραγματικά, που δίνουν το κάτι παραπάνω δηλαδή, είναι λίγα –όπως πάντα–, όμως, το ξαναλέω, όλα κινούνται από ένα (καλό) επίπεδο και πάνω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Συμφωνώ απολύτως.Πάντως υπάρχει μέγα πρόβλημα με τη διανομή των δίσκων τους. Ασε δε, που μερικά βρίσκονται μονο digital που δεν τρελαινομαι ούτε εγώ ούτε η οικογένεια. Τα ιδια λέγαμε χθές στον Πάνο στο υπόγειο.
    Φ.Ν

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Εγώ θα πω ένα στέκι, στο οποίο μπορεί να βρει κανείς πολλά CD – τ' αφήνουν εκεί οι μουσικοί, όταν πάνε να παίξουν. Το Jazz Point στην Ακαδημίας 18 (μέσα στη στοά).

    ΑπάντησηΔιαγραφή