Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

ΚΩΣΤΑΣ ΦΕΡΡΗΣ – ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΟΓΑΡΙΔΗΣ η Φόνισσα

Αν με ρωτούσε κάποιος, μέχρι πέρυσι το καλοκαίρι, ποιες είναι οι αγαπημένες μου ελληνικές ταινίες θα του ανέφερα οπωσδήποτε την Ευδοκία, την Αναπαράσταση, το Κιέριον, την Εκδρομή, το Πρόσωπο με Πρόσωπο, την Από την Άκρη της Πόλης, το Σπιρτόκουτο, μπορεί και κάποιες ακόμη, αλλά με τίποτα δεν θα του ανέφερα την Φόνισσα. Συμπληρώνω λοιπόν τις δικές μου «καλύτερες» και ανάμεσά τους τοποθετώ, και μάλιστα σε περίοπτη θέση, την πανέμορφη και ουσιαστική ταινία του Κώστα Φέρρη· το απόλυτο ελληνικό οπτικό και ηχητικό ποίημα.
Είχα δει την Φόνισσα, για πρώτη και τελευταία φορά (μέχρι τον περασμένο Ιούλη) πριν 30 χρόνια στην κρατική τηλεόραση και, όσο να ’ναι, δεν θυμόμουν και πολλά πράγματα. Έτσι, λίγο καιρό πριν την προβολή της ταινίας πέρυσι στο CAMP! (10/7/2012) –στο πλαίσιο των εκδηλώσεων Αθηναϊκό Underground 1964-1983–, την ξαναείδα εντελώς τυχαίως στο YouTube, σε μιαν ολοκάθαρη, άψογη κόπια, η οποία είχε ανεβεί για ελάχιστες μέρες (σπάνια απόλαυση!). Όταν, λοιπόν, η ταινία επαναπροβλήθηκε στο CAMP! –δεύτερη θέαση για μένα μέσα σε λίγες ημέρες δηλαδή– απλώς επιβεβαίωσα κάποια συμπεράσματα και κυρίως ξανάκουσα το έξοχο… krautrock του Σταύρου Λογαρίδη.
Δεν είμαι τεχνικός κινηματογράφου και δεν μπορώ να διακρίνω όλες τις πατέντες που εφάρμοσαν ο Φέρρης και οι συνεργάτες του (ο φωτογράφος Σταύρος Χασάπης βασικά), στη φιλμοσκόπηση της νουβέλας του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πώς δηλαδή φωτίστηκε το έξοχο σκηνικό του Τάσου Ζωγράφου, πώς αποδόθηκαν τα χρώματα της ταινίας (δεν έχω ξαναδεί τέτοια νατουραλιστική πανδαισία σε ελληνικό φιλμ), πως εισήχθησαν τα οπτικά εφφέ, πώς δρομολογήθηκε το μοντάζ, πώς αποτυπώθηκε, με τον τρόπο που αποτυπώθηκε, και κυρίως πώς λειτούργησε η σπάνιας δύναμης μουσική του Λογαρίδη. Σίγουρα, προηγήθηκε μελέτη και ανάλυση όχι μόνο για να διακριβωθούν τα στοιχεία του μύθου της Φόνισσας, που θα έπρεπε να τονιστούν στο φιλμ (να αλλάξουν, όπως το «τέλος» της Φραγκογιαννούς, ή να διασκευαστούν), αλλά κυρίως για να σχεδιαστεί το τεχνικό οπλοστάσιο (και από ’κει και πέρα να εφαρμοστεί, ώστε να αποδοθούν όλα εκείνα που είχαν στο μυαλό τους ο Φέρρης κι οι συνεργάτες του). Και βεβαίως οι διάλογοι, η γλώσσα που επιλέχθηκε για να γραφούν (οι διάλογοι), οι ερμηνείες (με την ανεπανάληπτη Μαρία Αλκαίου), το σενάριο, το ντεκουπάζ, και πάνω απ’ όλα η μουσική.
Δεν ξέρω, μπορεί να κάνω λάθος, αλλά έχω τη γνώμη πως μεγάλο μέρος της ουσίας και του βάθους της ταινίας είναι η μουσική του Σταύρου Λογαρίδη. Είναι από τις σπάνιες εκείνες περιπτώσεις όπου η μουσική παίζει κυρίαρχο ρόλο σε μια ταινία, την διαμορφώνει παραλλήλως με την εξέλιξή της. Μερικά χρόνια αργότερα (1986), ο Δήμος Αβδελιώδης γύρισε το ναΐφ Το Δένδρο που Πληγώναμε βασισμένος εξ ολοκλήρου σ’ έναν δίσκο (που είχε προηγηθεί)· τα ηλεκτρονικά «Τοπία» (1982) του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Εκεί, η μουσική ανακάλεσε μια ταινία. Συνέβαλε δηλαδή (η μουσική) στην… επινόηση μιας ιστορίας. Εδώ, η ιστορία του Παπαδιαμάντη και το σενάριο των Δήμου Θέου-Κώστα Φέρρη υπάρχει, άρα η μουσική δεν έρχεται για να βάλει τη σπίθα (κι από ’κει και πέρα να υπενθυμίζει την παρουσία της), έρχεται για να συμβάλει στην ολοκλήρωση του σεναρίου, καθιστώντας τον «εαυτό» της πρωταγωνιστή. Μπορεί ν’ ακουστεί ανόητο αυτό που θα γράψω, αλλά η μουσική του Λογαρίδη είναι ο πιο σημαντικός ρόλος στην ταινία, είναι κάτι σαν το… χέρι (όταν γράφει) και το πνεύμα του Παπαδιαμάντη. Σαν ο σκιαθίτης συγγραφέας να σκεπτόταν με νότες, με ήχους, κατευθύνοντας τους ήρωές του.
Είναι απίστευτο πώς ένα 21χρονο παιδί (όπως ήταν, το 1974, ο Σταύρος Λογαρίδης) έσπευσε να δημιουργήσει ένα έργο σχεδόν εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικό, διαμορφωμένο μέσω ενός μοντέλου του VCS 3 –πιθανώς το Synthi (VCS 3) II των Electronic Music Studios του Λονδίνου–, δίχως να παρασυρθεί από τον χρονικό/ ιστορικό ορίζοντα του σεναρίου (και του βιβλίου), φτιάχνοντας ενδεχομένως ένα soundtrack εποχής. Έτσι, η μουσική δρα εντελώς αυτονομημένη, σε πλήρη αντίστιξη με την εικόνα. Έρχεται δηλαδή από «αλλού», μέσα από μιαν ανεξάρτητη διαδικασία, υπηρετώντας όμως την ίδια αισθητική και ιδεολογική σχέση μ’ εκείνο που φαίνεται (και με ό,τι δεν φαίνεται). Είναι δε λυπηρό, αυτή η μουσική, η κορωνίδα των ελληνικών soundtracks (ένα ακροτελεύτιο krautrock, που θα έκανε τους Popol Vuh και τον Deuter να γίνουν… καστανάδες) να μην κυκλοφορεί ολάκερη σε δίσκο. Υπάρχουν μόνον κάποια ελάχιστα αποσπάσματα στο LP του Λογαρίδη «Προσεχώς» [Polydor 2421 172] από το 1982, στριμωγμένα ανάμεσα στις μουσικές από τους Απέναντι του Πανουσόπουλου, το αγαπημένο «Γλύστρισα μεσ’ το κενό» και άλλα διάφορα… Προσέξτε μόνον πώς λειτουργούν ήχος και εικόνα στη σκηνή του πνιγμού των δύο μικρών κοριτσιών στη στέρνα (από το 34:45 έως το 42:40) και θα αντιληφθείτε τι εννοώ.
Ο Κώστας Φέρρης γνώριζε τον Σταύρο Λογαρίδη πριν από τον «Ακρίτα», που ηχογραφήθηκε τον Ιούλιο του 1973. (Ως γνωστόν, ο Φέρρης ήταν ο στιχουργός του άλμπουμ – πλην ενός track, τους στίχους του οποίου είχε γράψει ο Λογαρίδης). Σε μια παλαιά και πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη που είχε δημοσιευθεί στο περιοδικό Μουσική & Μουσικοί (#6, Σεπτέμβριος 1988) ο Φέρρης λέει στον Μιχάλη Κουμπιό…
«Με τον Σταύρο Λογαρίδη θα συναντηθούμε στο Λονδίνο το Δεκέμβρη του 1972. Τότε που ήρθε για ν’ αγοράσει το πρώτο του synthesizer. Ήταν μάλιστα το πρώτο που ήρθε στην Ελλάδα. Ένα VCS 3 της Synthie (σ.σ. όπως έχει ξαναγραφτεί, το πρώτο στούντιο ηλεκτρονικής μουσικής με δικά του μηχανήματα το είχε ιδρύσει ο Μιχάλης Αδάμης το 1965). Τότε υπήρχαν δύο μάρκες synthesizer. Η Moog και η Synthie (σ.σ. προφανώς εννοούνται τα βρετανικά σύνθια του EMS) και τα synthesizers που έβγαζαν ήταν μονοφωνικά. Θα μου τον συστήσει λοιπόν ο Σπανουδάκης έτσι απλά σαν γαμπρό του, χωρίς να μου πει άλλες λεπτομέρειες. Εγώ έλειπα τότε από την Ελλάδα. Έτσι ούτε για τους Poll ήξερα, ούτε τίποτα για τις δραστηριότητες του Σταύρου. Εγώ τον γνώρισα από τον Σπανουδάκη σαν ένα παιδάκι που έπαιζε έτσι γενικά μουσική.(…). Αργότερα θα με καλέσει στην Ελλάδα για να του γράψω στίχους για το πρώτο του solo LP μετά την διάλυση των Poll. Ήρθα λοιπόν και γράφω το λιμπρέτο του Ακρίτα. Ένας πολύ καλός δίσκος. Είναι ουσιαστικά μια σουίτα χορού. Rock ας πούμε. Που κάπου για μένα είναι μπαρόκ πιο πολύ. Με την καλή όμως έννοια. Ξεκινάει από jazz, πάει σε στυλ Emerson Lake & Palmer, σε Μπαχ και ξαναγυρίζει σε rock.(…) Είχε όμως την ατυχία να κυκλοφορήσει το ’74 (σ.σ. ο δίσκος κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του ’73), λίγο μετά τη Μεταπολίτευση που ήταν τα δισκάδικα γεμάτα από Θεοδωράκη και χάθηκε».
Πιο κάτω ο Κουμπιός ρωτάει για την Φόνισσα και τη μουσική του Λογαρίδη. Λέει ο Φέρρης: «Τότε θυμάμαι κατηγορήθηκα επειδή λέει έκανα ταινία τη “Φόνισσα” του Παπαδιαμάντη με pop μουσική. Έτσι είχε γράψει ο Μπακογιαννόπουλος στην Καθημερινή. Που την είδε την pop ο άνθρωπος; Μόνο αυτός ξέρει. Παραλίγο ήταν να πάρει το Βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης». Ο Κουμπιός ρωτάει εν συνεχεία ποιος πήρε το Βραβείο, και ο Φέρρης απαντά: «Κανένας. Κι έγινε χαμός. Προτάθηκε ο Λογαρίδης, κι ο μακαρίτης ο Μάνος Λοΐζος που ήταν στην επιτροπή είπε ότι θυμίζει Pink Floyd κι άφησε να εννοηθεί πως η μουσική ήταν κλεμμένη από τους Pink Floyd. Ότι έμοιαζε λιγάκι σαν ήχος Pink Floyd ήτανε Pink Floyd. Πάντως έγινε χαμός στη Θεσσαλονίκη. Όταν είπαν ότι δεν δίνουν Βραβείο Μουσικής άρχισαν όλοι στην αίθουσα να φωνάζουν: “ντροπή Λοΐζο, ντροπή Λοΐζο”».
Να πούμε πως η Φόνισσα πήρε δύο Βραβεία (Σκηνοθεσίας και Α Γυναικείου Ρόλου), ενώ, εκείνη τη χρονιά, δεν είχαν απονεμηθεί καθόλου Βραβεία Σεναρίου, Μουσικής, Β γυναικείου και ανδρικού ρόλου, καθώς και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη σε μικρού μήκους ντοκυμαντέρ. Το 1974 θα περάσει έτσι στην ιστορία –τούτο το υποστηρίζω εγώ δηλαδή– ως η «μαύρη χρονιά» για το ελληνικό soundtrack.
Να σημειώσω ακόμη πως στη συνέντευξη αυτή, στο περιοδικό Μουσική & Μουσικοί, ο Φέρρης λέει κι άλλα, πολλά κι ενδιαφέροντα, όπως ότι ξεκίνησε επαγγελματικά με τη μουσική και όχι με τον κινηματογράφο, όντας μέλος ενός vocal (και ροκεντρολίστικου) γκρουπ των Three Aces μετά τα μέσα των 50s, όταν βρισκόταν ακόμη στην Αίγυπτο. Mε το που ήρθε στην Ελλάδα το ’58 έρχονται μαζί του και οι άλλοι δύο (των Three Aces) και αφού μπει στο γκρουπ κι ένας τέταρτος μετασχηματίζονται σε… Four Devils, δίνοντας παραστάσεις σε αναψυκτήρια και καμπαρέ της εποχής με «γνωστές» επιτυχίες και δικά τους τραγούδια «που έμοιαζαν με rock nroll»… Τα γράφω αυτά γι’ όσους ψάχνουν τις ροκεντρολάδικες ρίζες στην Ελλάδα (είναι δυο-τρεις), αλλά δεν έχουν φθάσει ακόμη τόσο βαθειά...

18 σχόλια:

  1. Ακόμη δύο εξαιρετικές ταινίες, με φοβερή μουσική.. "Η Φωτογραφία" του Παπατάκη (μαζί με την "Ευδοκία" και την "Αναπαράσταση" οι τρεις δικές μου καλύτερες ελληνικές ταινίες) με τη μουσική του Χάλαρη και οι "Δυο Ήλιοι στον Ουρανό" του Σταμπουλόπουλου με την μουσική του Μιχάλη Χριστοδουλίδη.


    ΧΙΚΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Συμφωνώ απολύτως.

    Ιδίως για τη μουσική του Χριστοδουλίδη (για τη «Φωτογραφία» έχω γράψει) στους… κατατρεγμένους «δύο ήλιους στον ουρανό» (τη φιλμική ταυτότητα των Ελλήνων Εθνικών). Ασυναγώνιστο medieval folk.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Οι Four Devils έλεγαν τραγούδια που "έμοιαζαν με rock n’ roll" - Έμοιαζαν λέει ο άνθρωπος, δεν λέει ήταν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Γιατί, ποιών άλλων «ήταν»; Μήπως των… ΤΖΑΒΑΔΑΜΑΣΚΟΥΚΑ;

      Διαγραφή
  4. Ένα εξαίρετο ποστ, μια εξαίρετη ταινία (που δεν έχει βρει τη θέση που της αξίζει μέσα στον ΝΕΚ και τον ελληνικό κινηματογράφο γενικότερα) και ένα εξαίρετο σάουντρακ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. και ενα αλλο φοβερο σαουντρακ το η καθοδος των εννέα σε μουσική χριστοδουλίδη.επισης και η ταινία ειναι αριστουργηματικη και ηδη θρυλική σε καποιους ιδιαιτερους κυκλους.
    διαβασε το σημερινο αθηνοραμα τι λεει για την φονισσα,θα φριξεις.μέσα στην μεγ.εβδομαδα το παιζει η τηλεοραση,την φονισσα.όσοι εχουν βιντεο..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Για δώσε κανα link ανώνυμε (τι γράφει το Αθηνόραμα για τη Φόνισσα;) - γιατί μ' ένα πρώτο ψάξιμο στο δίκτυο δεν βρήκα τίποτα.

      Διαγραφή
  6. Την ψιλοθάβει την ταινία το Αθηνόραμα («Οι ταινίες της εβδομάδας»). Έχω την αίσθηση πως απλώς δημοσίευσαν ξανά την κριτική του Άκτσογλου. Ο μακαρίτης ήταν υπεύθυνος της εν λόγω στήλης του περιοδικού για πολλά χρόνια, οπότε δεν είχαν παρά να ανατρέξουν στο αρχείο τους...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. τι την ψιλοθαβει,την θαβει κανονικά.στο ιντερνετ δεν ξερω αν υπάρχει η κριτική.
      ο ραφαηλιδης παντως την παραδεχοταν σαν ταινια

      Διαγραφή
  7. Τι να πω;

    Η ταινία υπάρχει στο YouTube και μπορεί να τη δει ο καθείς, ώστε να σχηματίσει γνώμη.

    Το ζήτημα, για ’μένα, είναι ένα. Αν ο Λογαρίδης, ο Φέρρης, ή κάποιος άλλος, έχει ολάκερο το soundtrack και αν μπορεί –έστω και σήμερα– να δισκογραφηθεί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. και μια κομματαρα από βλάσση μπονατσο σε μια αξιοπρεπη ταινια

    http://www.youtube.com/watch?v=h4n7kiJCCUg

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Η ταινία μετράει απ'όποια άποψη και να το δεις. Καλά είναι γνωστό το μίσος των κριτικών για τις ελληνικές ταινίες...(και ίσως όχι άδικα αλλά όχι πάντα). Ο Ακτσόγλου ήταν και αυστηρός απ' ότι θυμάμαι. Σίγουρα πάντως είναι η καλύτερη ταινία του Φέρρη.

    Αλέξανδρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. http://nms-tv.com/blog/h_fonissa_1974_dvb_trip_x264_bwgt/2013-05-14-17497

    http://turbobit.net/qjw8m83wi8f4.html?ps=9891

    Την ειχα απ το Youtube αλλα εδω νομιζω ειναι σε καλυτερη ποιοτητα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Αγαπητέ Φώντα, απευθύνομαι σε σένα γιατί ίσως λόγω εκτενούς αρχείο που διατηρείς να ξέρεις κάτι. 1986, Πάσχα, παραγωγή ΕΡΤ, τηλεοπτικό αφιέρωμα στην Σταύρωση-Ανάσταση του Χριστού, του Κώστα Φέρρη & Γιώργου Πήττα (τότε έκανε στο ράδιο τα μονοπάτια του Γαλαξία στο Β') με Σωτηρία Λεονάρδου. Ηταν ένα τηλεοπτικό παραμύθυι-αλληγορία , κολλάζ εικόνων και ροκ,ρέγκε, ambient κ.α ήχων. ΤΟ ΨΆΧΝΩ! (ήταν η πρώτη φορά που είδα το όνομα μου γραμμένο στους τίτλους τέλους, αφού είχα σκιστεί να βρω και να συνεισφέρω άπειρο οπτικό υλικό, κυρίως σελίδες περιοδικών που χρησιμοποιήθηκαν στα κολλάζ). Ο Γιώργος δεν το έχει, τα είπαμε την περασμένη εβδομάδα. Ξέρεις τίποτα? Nicholas Hatziyiannis

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Δυστυχώς δεν ξέρω τίποτα.

      Τον Πήττα τον άκουγα, μετά τα μεσάνυχτα, στο Δεύτερο. Αν και δεν θυμάμαι, τώρα, ποια μέρα…

      Διαγραφή
    2. Βρε παιδιά, μ' έχετε κατασυγκινήσει, είναι η πρώτη φορά που με αντιμετωπίζουν σ' όλη την ευρύτητα των ασχολιών μου, και όχι μόνο ως... ρεμπέτη γιά τους μεν, ή ροκά του 666 γιά τους (λιγότερους) δε... Γιά την ώρα θα περιοριστώ σε 2 σημειώσεις γύρω από όσα γρέφτηκαν, με την επιφύλαξη να σας πω περισσότερα μόλις βρω το χρόνο. (1) Τα τραγούδια που λέγαμε με τους Aces και τους Devils, μπορούν να ταξινομηθούν εν μέρει στην κατηγορία του doo-wap. Από το Istanbul ως το Only you, αλλά ακόμα και το Rock around the clock. Μαέστρος ήταν ο Νίκος Πίτσικας, που ακόμα σήμερα τραγουδάει, τον χειμώνα στη Θεσσαλονίκη, το καλοκαίρι στο Ρέθυμνο. (2) Ο Γιώργος Πήττας είχε την εκπομπή "Τα μονοπάτια του Γαλαξία", και είναι εκείνος που με σύστησε στη Θέσια Παναγιώτου, που την ίδια εποχή είχε την εκπομπή Νυχτερινή Πτήση. Τόσο ο Γιώργος (στην Κύπρο) όσο η Θέσια και εγώ, έχομε ανοιχτές σελίδες στο fb. Ευχαριστώ και πάλι, και θα επικοινωνήσομε μόλις βρω λίγο καιρό. ΥΓ Με το Σταύρο επιχειρούμε αυτή την εποχή να "καθαρίσομε" το soundtrack της Φόνισσας.

      Διαγραφή
    3. Ευχαριστώ τον κ. Κώστα Φέρρη για τις πληροφορίες.

      Είναι ΕΙΔΗΣΗ αυτό για τη "Φόνισσα".

      Διαγραφή