Τρίτη, 14 Μαΐου 2013

ΔΙΑΛΟΓΟΣ το περιοδικό της Αμερικανικής Πρεσβείας

Στο περιοδικό Διάλογος, που εξέδιδε η Αμερικανική Πρεσβεία στην Αθήνα από τις αρχές του ’70 έως και τη δεκαετία του ’90, έχω ήδη αναφερθεί κάποιες φορές στο Δισκορυχείον. Η μία ήταν όταν έκανα κριτική (7/3/2013) στο βιβλίο του Κώστα Κατσάπη Το «Πρόβλημα Νεολαία» [εκδόσεις Απρόβλεπτες, Αθήνα 2013]. Εκεί ανέφερα τον Διάλογο ως ένα περιοδικό της… πεφωτισμένης συντήρησης, που συνομολογούσε μια «δεξιά αντεπίθεση, έχοντας ως στόχο, βασικά, την κατασυκοφάντηση της Νέας Αριστεράς (στις ΗΠΑ), προαλείφοντας το έδαφος για την επικράτηση (στις ΗΠΑ και αλλαχού) της νεοφιλελεύθερης Σχολής του Σικάγο», δίνοντας συγχρόνως τους τίτλους κάποιων άρθρων του, π.χ. «‘Μια Άποψη Συντηρητική’ υπό Arnold Steinberg στο τεύχος 3 του Διαλόγου από το Φθινόπωρο του ’70, ‘Ερασιτεχνισμός στην Παιδεία: Ο Μεγάλος Κίνδυνος’ υπό Robert Brustein τεύχος 4 από τον Φεβρουάριο του ’71, ‘Σπουδασταί και Κοινωνική Αλλαγή’ υπό James L. Mayer, τεύχος 9 από το Καλοκαίρι του ’72». Λίγες ημέρες νωρίτερα, την 4/3/2013, είχα ξανα-αναφέρει τον Διάλογο στην ανάρτηση Κάτι Περί Ροκ Ποίησης, όταν θυμήθηκα το πιο σοβαρό κείμενο που είχε γραφεί έως τότε, γύρω από το rock, σε ελληνικό περιοδικό (δεν γνωρίζω παλαιότερο)· το Η λαϊκή παράδοση και η ποίηση του ροκ του Gene Bluestein (καθηγητής στο Fresno στην California), είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 6 του Διαλόγου, το Φθινόπωρο του 1971. Τι ήταν λοιπόν αυτό το περιοδικό, που έμοιαζε εκ πρώτης αντιφατικό, αλλά που, επί της ουσίας, έθετε ζητήματα προκαλώντας έναν διάλογο;  
Στο πρώτο μέσα εσώφυλλο κάθε τεύχους διαβάζουμε: «Ο ‘Διάλογος αποτελεί έκδοση γνώμης και απολογισμού σημερινών θεμάτων πνευματικού προσανατολισμού κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι απόψεις που εκφράζονται στις σελίδες του είναι οι απόψεις των συγγραφέων και δεν αντιπροσωπεύουν την επίσημη πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών». Το περιοδικό μοιραζόταν δωρεάν (κυρίως ταχυδρομικώς σε φορείς και πρόσωπα) και δεν είχε συγκεκριμένη συντακτική ομάδα. Το εξέδιδε, γενικώς, η Αμερικανική Πρεσβεία. Κρατείστε το αυτό, γιατί έχει σημασία, όπως θα δούμε προς το τέλος της ιστορίας…
Ο πρώτος Διάλογος κυκλοφορεί την Άνοιξη του 1970 και ήδη από τα τρία πρώτα τεύχη (Άνοιξη, Θέρος και Φθινόπωρο ’70) είναι φανερή η θεματολογία του εντύπου, αλλά και η ιδεολογική του θέση – ιδίως στα θέματα που άπτονται της πολιτικής, της κοινωνίας και της οικονομίας· καθότι στα ζητήματα της Τέχνης ο (νεο)φιλελευθερισμός δεν αποτελούσε επαρκές «εμπόδιο» στο να εξεταστεί η μουσική, ο κινηματογράφος, η Τέχνη γενικότερα, μέσα από ένα λαϊκό πρίσμα. Βασικά, θέτονται εγκαίρως οι δύο πόλοι, μεταξύ των οποίων θα παιζόταν όλα τα επόμενα χρόνια το ιδεολογικοπολιτικό παιγνίδι. Από την μια μεριά υπάρχει η, ωσεί παρούσα, ριζοσπαστική Αριστερά με τις διάφορες εκφάνσεις της μέσα στα χρόνια και από την άλλη η φιλελεύθερη Δεξιά, ενίοτε κι ένα κομμάτι της… συνομιλούσας Αριστεράς –η… ΔΗΜΑΡ της εκάστοτε εποχής δηλαδή–, επίσης με τα δικά τους προσωπεία. Η «μάχη» θα κερδιζόταν, πάντα, από την Δεξιά, μέσα από συνθήκες προκατασκευασμένης ιδεολογικής πάλης (κάποιοι αρθρογράφοι παρίσταναν τον δικηγόρο του διαβόλου) και, πάντως, ευπρεπούς «διαλόγου». Γράφει ο  Arnold Steinberg στο τεύχος 3 του Διαλόγου από το Φθινόπωρο του ’70: «Οι φοιτηταί, οι γνωστοί ως Νέα Αριστερά, έχουν προσελκύσει την προσοχή του κοινού σε βαθμό εντελώς δυσανάλογο προς τον μικρό αριθμό τους, επειδή οι εξτρεμιστικές απόψεις τους και η εντυπωσιακή τους τακτική προβάλλεται σε μεγάλη κλίμακα από όλα τα μέσα της δημοσιότητας. Υπάρχουν και πολλοί άλλοι φοιτηταί, που έχουν επίσης επίγνωση των προβλημάτων στα πανεπιστήμια και την κοινωνία. Αλλά επειδή ενδιαφέρονται περισσότερο για την λύση των προβλημάτων αυτών παρά για τα συνθήματα και επειδή αποφεύγουν την μέθοδο των ταραχών, είναι λιγώτερο γνωστοί στο ευρύ κοινό». Κινούμενο εντός των πλαισίων της πολιτικής ευπρέπειας (να αποδώσω έτσι το συντηρητικό προφίλ του περιοδικού), την εποχή κατά την οποίαν τα αμερικανικά πανεπιστήμια ήταν στις φλόγες (αναφέρομαι π.χ. στον ταραγμένο και αιματηρό αμερικανικό Μάη του 1970, που κορυφώθηκε με τους τέσσερις νεκρούς φοιτητές στο Πανεπιστήμιο του Kent, μετά από πυροβολισμούς της Εθνοφρουράς του Ohio, «χτύπα» Kent State shootings ή Kent State massacre για περισσότερα), το περιοδικό Διάλογος μπορεί να έθετε ζητήματα που αφορούσαν στη φοιτητική αμερικανική νεολαία, απέκρυβε όμως, από την άλλη, την έμπρακτη ιδεολογικοπολιτική και κοινωνική πάλη που (αμερικανικού) φοιτητικού κινήματος, αποσυνδέοντάς το μάλιστα (το κίνημα) από τον ριζοσπαστικό αντιπολεμικό του χαρακτήρα.
Παρά ταύτα δεν είχε πρόβλημα ο Διάλογος, στο τεύχος 4, τον Χειμώνα του ’71 (Φεβρουάριος) να καταπιαστεί με την μεταπολεμική αμερικανική ποίηση, στο σχετικό κείμενο του Richard Kostelanetz, προτείνοντας ποιήματα του Allen Ginsberg (ένα απόσπασμα από τον Μαγικό Ψαλμό σε μετάφραση Σπύρου Μεϊμάρη – ο Μεϊμάρης είχε καταπιαστεί για πρώτη φορά με το εν λόγω ποίημα του Ginsberg στο τεύχος 5 του Πάλι, τέλη του ’65), του Lawrence Ferlinghetti (Αυτός σε μετάφραση Ιουλίας Ραλλίδη), της Sylvia Plath (Λαίδη Λάζαρος σε μετάφραση Νανάς Ησαΐα) κ.ά., ενώ, στο ίδιο τεύχος, ο Eric Salzman, στο κείμενό του Η Επανάσταση στη Μουσική, ξεκινά από τη «βασιλεία της εγγραφής» και την «παρακμή της παρτιτούρας», για να καταλήξει στον John Cage, αλλά και στο δικό του Verses and Cantos (a.k.a Foxes and Hedgehogs, ήτοι Αλεπούδες και Σκαντζόχοιροι)μια γιγαντιαία σύγκρουση αυτοσχεδιασμού με κολλάζ από ροκ, που ξεχύνεται απ’ όλα τα μεγάφωνα. Στο #6 τεύχος (Φθινόπωρο, 1971) ξεχωρίζει το πολύ καλό κείμενο του Gene Bluestein Η λαϊκή παράδοση και η ποίηση του ροκ, στο οποίο ήδη αναφέρθηκα (θα το ξαναπώ – δεν γνωρίζω παλαιότερο σοβαρό κείμενο για το rock στη γλώσσα μας) και βεβαίως η απολαυστική συνέντευξη του Orson Welles στο Playboy και στον βρετανό κριτικό Kenneth Tynan – η ωραιότερη, ίσως, συνέντευξη που έχω ποτέ διαβάσει! Μία μόνον ερώτηση-απάντηση (με την υπόσχεση κάποια στιγμή να δακτυλογραφήσω όσο περισσότερες μπορέσω). Ρωτά ο Tynan: Συμφωνείτε με τον σημερινό καλλιτέχνη που λέει: ‘Δεν με ενδιαφέρει τι θα συμβεί αύριο στην δουλειά μου – προορισμός της είναι το τώρα’; Και απαντά ο Orson Welles: «Όχι. Γιατί ο καλλιτέχνης που δεν νοιάζεται για το αύριο δεν θα έπρεπε να νοιάζεται ούτε για το σήμερα. Όταν νοιάζεσαι μόνο για το σήμερα, αγνοώντας όλο τον άλλο χρόνο, όταν γίνεσαι τόσο συνειδητά σύγχρονος, καταντάς, παράδοξα ξεπερασμένος. Αυτό το μειονέκτημα έχει ο συνεταιρισμός του καλλιτέχνη με τον διαφημιστή. Στην εποχή μας το σήμερα εξαγιάζεται και εξιδανικεύεται. Αλλά το σήμερα δεν είναι παρά μια μέρα μέσα στην Ιστορία. Μόνο για τον διαφημιστή, για κάποιον δηλαδή που επιδιώκει να πουλήση κάτι, έχει κάποια σημασία…».
Το τεύχος 8 του Διαλόγου (Άνοιξη 1972) έχει ιδιαίτερο μουσικό ενδιαφέρον. Οι 36 από τις 118 σελίδες του περιοδικού αναφέρονται σε ζητήματα της Νέας Μουσικής, ξεκινώντας από τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνοντας προοδευτικώς μέχρι τον Lou Harrison, τον John Cage, τον Karlheinz Stockhausen, τον Pierre Boulez και τον αυτοσχεδιασμό. Τα κείμενα: Robert Middleton Το Νόημα της Νέας Μουσικής, Leonard Bernstein Ο Συνθέτης και το Κοινό, Chou Wen-chung Ασιατικές επιρροές στην Δυτική Μουσική, Charles Ives Δοκίμια Πριν Από μια Σονάτα. Σπανίως, στον Διάλογο, φιλοξενούνταν πρωτότυπα ελληνικά κείμενα. Μία απ’ αυτές τις σπάνιες φορές αφορά στο άρθρο του αρχιτέκτονα, μουσικολόγου, ερευνητή, πιανίστα, συνθέτη, εμπνευστή των Ελληνικών Εβδομάδων Συγχρόνου Μουσικής και άλλα τινά  Γιάννη Γ. Παπαϊωάννου, που είχε τίτλο Πλαστικά και Γλυπτική (πάντα στο τεύχος 8 του Διαλόγου). Όπως γράφει ο Παπαϊωάννου: «Η πρωτοβουλία της Ελληνοαμερκανικής Ενώσεως να καλέση έναν αριθμό Ελλήνων γλυπτών και άλλων καλλιτεχνών να δοκιμάσουν τις δυνατότητες ενός καινούργιου σχετικά υλικού, των πλαστικών, και η ανταπόκριση δεκατριών καλλιτεχνών, τόσο καθιερωμένων όσο και νέων, με κάπου 60 έργα που δημιούργησαν με αυτή την ευκαιρία, από τα οποία εξετέθησαν 34 (22/9 μέχρι 13/10/1971), δίνει λαβή σε πολλές σκέψεις γύρω από μια τόσο γόνιμη προσπάθεια». Η έκθεση αυτή συναποτελούσε ένα από τα 14 Ειδικά Χαρακτηριστικά της 4ης Ελληνικής Εβδομάδος Συγχρόνου Μουσικής (19-26/11/1971) και περιέγραφε κατά βάση τις απόψεις του Παπαϊωάννου για μιαν επικοινωνία Τεχνών και Επιστημών, έτσι όπως δημοσιοποιούνταν αυτές (οι απόψεις) με άρθρα σε περιοδικά, εισηγήσεις, εκθέσεις, διαλέξεις κ.λπ. (Άλλη φορά θα γράψουμε περισσότερα).
Στο τεύχος 10 του Διαλόγου (Φθινόπωρο 1972) ο αμερικανός θεατρικός σκηνοθέτης και κριτικός Harold Clurman γράφει για το Νέο Θέατρο, το America Hurrah του Jean-Claude van Itallie, το Dionysus in ’69 του Richard Schechner, τον Jerzy Grotowski, το Living Theatre του Julian Beck και της Judith Malina, το Open Theater του Joseph Chaikin, τις σκηνές του La MaMa και του Caffe Cino, ενώ στο τεύχος 14 (Χειμώνας 1974-75) ο Harold Schonberg, μουσικοκριτικός στους New York Times, γράφει για τον Charles Ives (Η Επαναστατική Μουσική του Τσαρλζ Άιβζ). Στο ίδιο τεύχος και η βιβλιοκριτική του Theodore Roszak (συγγραφέας του The Making of a Counter Culture, το 1969, που έχει κυκλοφορήσει και στην Ελλάδα, το 2008, από τις εκδόσεις Futura) για το ανάγνωσμα του Paul Goodman Little Prayers and Finite Experience [Harper & Row, New York 1972]. Ο Goodman είχε πεθάνει τον Αύγουστο του 1972 –δεν είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα, αφού έχουν κυκλοφορήσει ελάχιστα βιβλία του στη γλώσσα μας (πιθανώς μόλις ένα)– και ήταν ένας από τους στοχαστές που καθόρισαν το πνεύμα της counter culture στη δεκαετία του ’60. Γράφει ο Roszak: «Τα βιβλία του επάνω στους νέους και την εκπαίδευση, που υπογραμμίζουν την ανάγκη της εξωσχολικής μάθησης και της ικανοποιητικής εργατικής απασχόλησης είχαν γίνει ανάρπαστα από τους αμφισβητίες και τους ακτιβιστές φοιτητές(…). Ο Γκούντμαν έμεινε μέχρι τέλους ανθρωπιστής και πραγματικιστής, αντίθετος στον κρατικό υδροκεφαλισμό και τις οργανώσεις μαμούθ. Το ιδεώδες του ήταν η ζωή στο πλαίσιο των μικρών κοινωνικών ομάδων, που μόνες μπορούν να εξασφαλίσουν επίπεδο διαβίωσης στα ανθρώπινα μέτρα». Αυτά και άλλα ωραία θα μπορούσε να διαβάσει κανείς στον Διάλογο το 1974-75…
Στο τεύχος 15 (Άνοιξη 1975) η Joyce Carol Oates γράφει για την Sylvia Plath, ενώ στο τεύχος 17 (Φθινόπωρο 1975, Χειμώνας 1975-76) υπάρχουν κείμενα για την ποίηση, το θέατρο, τον κινηματογράφο, καθώς και μια συνέντευξη του πάπα του νεοφιλελευθερισμού Milton Friedman στον βρετανό οικονομολόγο και καθηγητή John Vaizey. Ο Friedman υποστηρίζει τα γνωστά (σήμερα, αλλά πρωτάκουστα τότε στην Ελλάδα) περί κατάργησης των κλιμακωμένων φόρων στα υψηλά εισοδήματα – φόρους που τους θεωρούσε εμπόδιο στην μεταπήδηση των ατόμων από μία οικονομική/κοινωνική τάξη σε μία άλλη ανώτερη. Βασικά, εκείνο που έθετε ο καθηγητής τού Πανεπιστημίου του Σικάγο ήταν η εξασφάλιση ενός κατωτέρου εισοδήματος για τους φτωχούς (ίσα-ίσα για να μην πεθαίνουν από την πείνα) και από ’κει και πέρα η δυνατότητα να απολαμβάνεις (από παιδεία και υγεία, μέχρι ταξίδια και λοιπές υλικές απολαύσεις) ανάλογα με το πόσα έχεις ή βγάζεις. Δεν υπάρχει λόγος να πω περισσότερα.
Το τεύχος 19 (Φθινόπωρο 1976) έχει επίσης ενδιαφέρον κυρίως λόγω του άρθρου τού Donal Henahan (μουσικοκριτικός στους New York Times) για τον συνθέτη της πρωτοπορίας George Crumb, ενώ προσεγγίζονται τα περισσότερα από τα γνωστά –έως τότε– έργα του, όπως τα Makrokosmos I, II και III, Night of the Four Moons, Black Angels (έργο του 1969-70, που… γεννά στον ακροατή αισθήματα θυμού και φρίκης, όταν ο πόλεμος στο Βιετνάμ βρισκόταν στην μεγαλύτερή του ένταση), Eleven Echoes of Autumn, 1965 κ.ά. Ο Crumb έχει επισκεφθεί τουλάχιστον δύο φορές την Ελλάδα (1998-99) και θυμάμαι ακόμη τη συνέντευξή του στο Jazz & Τζαζ (#84, 3/2000) στην πιανίστα Λορέντα Ράμου. Επίσης, από το τεύχος 21 (1977/Β) ξεχωρίζει το άρθρο του John Russell (κριτικός τέχνης στους New York Times) για τον αμερικανό ζωγράφο Mark Tobey, έργα του οποίου… θυμίζουν τους αυτοσχεδιασμούς της τζαζ – ένα κέντημα από ήχους και ενέργειες.
Από ’κει και έως τα τέλη της δεκαετίας του ’70 θα τυπωθούν καμμιά δεκαριά ακόμη τεύχη του Διαλόγου (τέσσερα το ’77, δύο το ’78 και πιθανώς δύο ή τρία το ’79), τα οποία θα είναι προσανατολισμένα, περισσότερο, σε πολιτικά, κοινωνικά, επιστημονικά και οικονομικά θέματα. Στο τελευταίο seventies τεύχος που διαθέτω (#26, 1979/Α) κυριαρχεί το ενεργειακό ζήτημα, ως Ενεργειακό Δίλημμα (βασικά μία καταμέτρηση των… πυρηνικών και αντιπυρηνικών επιχειρημάτων). Ο Διάλογος θα συνεχίσει βεβαίως να τυπώνεται τόσο στη δεκαετία του ’80, όσο και στις αρχές εκείνης του ’90, αλλά αυτή η περίοδος θα μας απασχολήσει άλλη φορά.
Πάνε πολλά χρόνια από τότε που είχα διαβάσει στο αντιφατικό βιογραφικό του Λεωνίδα Χρηστάκη, στο τέλος του βιβλίου του Χάος & Κουλτούρα [Απόπειρα, Αθήνα 1983], το ακόλουθο: «(Ο Χρηστάκης) είναι ο πρώτος που μήνυσε για ‘διατάραξη οικιακής γαλήνης’ την Αμερικάνικη Υπηρεσία Πληροφοριών, επειδή του έστελνε τα διάφορα προπαγανδιστικά έντυπά της, παρά τις επανειλημμένες τηλεφωνικές του διαμαρτυρίες». Εκείνη την εποχή δεν μπορούσα να καταλάβω το παραμέσα της συγκεκριμένης μήνυσης, πράγμα το οποίον ξεκαθάρισα πολλά χρόνια αργότερα, όταν έπεσε στα χέρια μου ένα τεύχος του περιοδικού Panderma – το υπ’ αριθμόν 11, από τον Μάρτιο του ’75. Εκεί, λοιπόν, με χοντρούς τίτλους διαβάζουμε: «πώς μήνυσα τους αμερικανούς μέσα στη χούντα 1972». Και πιο κάτω, δια χειρός Χρηστάκη: «Η παρακάτω δημοσίευση δεν έχει χαρακτήρα αυτοπροβολής, έχει όμως το στοιχείο πως όποιος θέλει να αντισταθεί στην κάθε λογής προπαγάνδα που γίνεται στην Ελλάδα, μπορεί μόνο με την προσθήκη μιας επιμονής και μιας φαντασίας, αρκεί να το τραβά… η ψυχή του. Εξ άλλου και σήμερα ακόμα – που κυριαρχεί ένα καθολικό αντιαμερικάνικο πνεύμα – αρκετές υπηρεσίες των ξένων πρεσβειών εργάζονται προπαγανδίζοντας όχι μόνο τις επιτεύξεις τους στους μορφωτικούς και στους τεχνολογικούς τομείς τους, αλλά και στην πολιτική.(…) Ξέρω ότι είναι ουτοπιστικό να σας καλέσω να σ τ έ λ ν ε τ ε  π ί σ ω κάθε έντυπο και πρόσκληση που λαβαίνετε από ξενοκίνητα Ιδρύματα, Συμβούλια, Υπηρεσίες Πληροφοριών, Πρεσβείες και Ινστιτούτα που δρουν στην Αθήνα σε βάρος της ελλιπούς ντόπιας δραστηριότητας. Στέλνοντας πίσω το έντυπο ή την πρόσκληση που έχετε λάβει τους δίνεται να καταλάβουν πως ο ελληνικός χώρος δεν είναι ένα ξέφραγο αμπέλι, χωρίς προσωπικότητα, αλλά οι κάτοικοι αυτού του κομματιού της γης, έχουν ακόμη αντιστάσεις…».
Τι είχε συμβεί; O Χρηστάκης είχε μηνύσει το γραφείο τύπου της Αμερικανικής Πρεσβείας επειδή του έστελνε τζάμπα έντυπο, προπαγανδιστικό υλικό (βασικά το περιοδικό Διάλογος), χωρίς να το έχει ζητήσει ο ίδιος! Το πράγμα είχε πάρει κάποια δημοσιότητα και η εφημερίδα Βραδυνή (12/5/1972) είχε γράψει (μεταφέρω το σχετικό απόσπασμα από το Panderma): «Μήνυση εναντίον δύο υπαλλήλων του γραφείου Τύπου της αμερικανικής πρεσβείας κατέθεσε ο γνωστός ζωγράφος και εκδότης κ. Λεων. Χρηστάκης. Ως αιτιολογικό της μηνύσεως αναφέρεται η κατ’ εξακολούθησιν αποστολή διαφόρων εντύπων της αμερικανικής πρεσβείας με παραλήπτη τον κ. Χρηστάκην ο οποίος και επανειλημμένως εξέφρασε εις τους αρμοδίους ότι δεν επιθυμεί να τα παραλαμβάνη. Δια της αποστολής αυτής, ισχυρίζεται ο κ. Χρηστάκης, ‘διαταράσσεται σφόδρα η οικιακή του ειρήνη, αφού συνεχώς είναι ηναγκασμένος να παραλμβάνη τα έντυπα και να τα μεταφέρη εις το ταχυδρομείον δια να τα επαναστείλλη εις τους εκδότας των’. Επίσης, ο κ. Χρηστάκης μηνύει τους υπευθύνους των εκδόσεων αυτών δια παραβάσεις του περί Τύπου νόμου διότι δεν αναγράφεται εις τα έντυπα το ονοματεπώνυμον και η διεύθυνσις κατοικίας του ιδιοκτήτου, εκδότου, του διευθυντού συντάξεως και του προϊσταμένου του τυπογραφείου, η ημερομηνία εκτυπώσεως, η τιμή πωλήσεως κλπ.». Επί της ουσίας πολύ κακό για το τίποτα, καθώς όπως είχε γράψει και η Εστία (12/5/1972): «Είναι, πράγματι, βάσανο η συνεχής λήψις ανεπιθύμητων εντύπων. Εις το κάτω-κάτω, όμως, ουδεμία υποχρέωσις επιστροφής υπάρχει, ο δε κάλαθος των αχρήστων είναι, πάντοτε, πρόθυμος να τα καταβροχθίση!...». Να πούμε λοιπόν πως το δικαστήριο είχε αθωώσει τους κατηγορουμένους και πως ο Χρηστάκης επιφυλασσόταν να ασκήσει έφεση κατά της αθωωτικής απόφασης!
Ο Διάλογος δεν ήταν ένα πρωτότυπο, να το πούμε, ελληνικό περιοδικό. Ήταν μία μεταφορά στη γλώσσα μας του αμερικανικού Dialogue (επί της ουσίας άρθρα από τα διάφορα τεύχη του Dialogue απάρτιζαν τον ελληνικό Διάλογο), που αν και τυπωνόταν από την U.S. Information Agency (με έδρα την Washington, D.C.) διέθετε editor, associate editor, assistant editor, art director και editorial assistant. Στην ελληνική έκδοση καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70 αναγραφόταν μόνον το… Έκδοση Αμερικανικής Πρεσβείας. Στα χρόνια του ’80 όμως μπήκαν στην agenda τού περιοδικού τα ονόματα των αμερικανών εκδοτών, του επιμελητή της ελληνικής έκδοσης, του ελληνικού τυπογραφείου κ.λπ., δεν αναφέρονταν όμως τα ονόματα των μεταφραστών.
Και για να ξαναγυρίσουμε στο Panderma και τον Λεωνίδα Χρηστάκη. Σε μια σφόδρα αντιαμερικανική περίοδο και με την αμερικανική κυβέρνηση να στηρίζει το ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς (μην ξεχνάμε τη «συγγνώμη» του Προέδρου Clinton, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα, τον Νοέμβριο του 1999, για την στήριξη των ΗΠΑ στη χούντα) μία κίνηση, όπως εκείνη του Χρηστάκη, είχε μία συμβολική, οπωσδήποτε, σημασία. Συμβολική όμως, γιατί επί της ουσίας κανένα έντυπο, ακόμη και προπαγανδιστικό, ακόμη και ό,τι να ’ναι, δεν μπορεί να είναι «επικίνδυνο» για κάποιον, που έχει μάθει να σκέφτεται και να κρίνει. (Για να μη μιλήσω, ειδικώς, για τα κείμενα για τη μουσική που δημοσιεύονταν στον Διάλογο, τα οποία ήταν πολύ καλά… η μέρα με τη νύχτα δηλαδή εν σχέσει με τις ασυναρτησίες περί τα μουσικά, που γράφονταν π.χ. στο Ιδεοδρόμιο). Οι λόγοι του Χρηστάκη, θέλω να πω, πως δεν ήταν καθαρώς αντιαμερικανικοί. Ούτε αθροιζόταν ο Χρηστάκης στις οργανώσεις και τα κόμματα της Αριστεράς, που εμάχοντο τις παρεμβάσεις του υπερατλαντικού παράγοντα· εξάλλου, όπως είχε αναφέρει και ο ίδιος στο βιογραφικό του… αν και ως νέος ήταν μέλος της ΕΠΟΝ, λίγο μεγαλύτερος (1947-49) εργάστηκε στο κλιμάκιο της βασίλισσας Φρειδερίκης, που συγκέντρωνε παιδιά για να γλιτώσουν από το παιδομάζωμα (σ.σ. έτσι τα έλεγε αυτά ή του ξέφευγαν;). Αφήνω το γεγονός πως οι περισσότεροι από τους έλληνες συνεργάτες του Διαλόγου παρουσιάζονταν συχνά και μέσα από τα περιοδικά του, τον Κούρο και το Panderma. (Η ποιήτρια της αμφισβήτησης Νανά Ησαΐα φερ’ ειπείν, που συνεργαζόταν με τον Διάλογο, αν και εμφανίζεται με ποίημά της στο πρώτο τεύχος του Κούρου, τον Απρίλιο του ’71, στο #11 του Panderma, τον Μάρτιο του ’75, αποκαλείται «αμερικανόπληχτη ποιήτρια»). Άλλος ήταν, λοιπόν, ο λόγος. Το πρόβλημα είχε προκύψει λόγω των περίφημων χορηγιών του (αμερικανικού) Ιδρύματος Ford, που είχαν χωρίσει την ελληνική διανόηση του ’70 σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Σε όσους επιχορηγούντο και σε όσους όχι. Αλλά γι’ αυτό, πιθανώς, να τα πούμε άλλη φορά…

1 σχόλιο: