Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΜΕΙΣ / UNSERE WELT για την ελληνική τζαζ

Το κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο στη γερμανική γλώσσα από τον Παντελή Παντελούρη, δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1 του περιοδικού Εμείς/Unsere Welt, που κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1962. Επρόκειτο για το δίγλωσσο περιοδικό της Γερμανικής Σχολής Αθηνών, στο οποίο έγραφαν μεταξύ άλλων (μαθητές τότε) ο μετέπειτα καθηγητής φιλοσοφίας Κοσμάς Ψυχοπαίδης και ο σκηνοθέτης Νίκος Περάκης, που είχε επιμεληθεί και το εξώφυλλο. Έχω την πεποίθηση πως με τις επεξηγηματικές σημειώσεις που ακολουθούν ντοκουμεντάρεται σε ικανοποιητικό βαθμό ένα κομμάτι τής ιστορίας της ελληνικής τζαζ στα χρόνια του ’50 και στις αρχές του ’60.
Παντού, στα μπαρ όλων των χωρών, στις μουσικές σκηνές της Αγγλίας, στα τζαζ κλαμπ της Γερμανίας, στα café της Γαλλίας, σε όλη την Αμερική, οι μουσικοί παίζουν τζαζ. Μικροί και μεγάλοι σε όλον τον κόσμο παίζουν τζαζ και χορεύουν στους ρυθμούς της. Από το Τόκιο μέχρι το Σαν Φρανσίσκο, από τον έναν πόλο μέχρι τον άλλον, μπορείτε ν’ ακούσετε παντού τους ήχους της τζαζ. Σήμερα, δε, μπορεί να ονομάζεται ακόμη και «συμφωνική τζαζ» και ν’ ακούγεται σε μεγάλες αίθουσες συναυλιών. Αυτά συμβαίνουν σε άλλες χώρες. Τι γίνεται όμως εδώ;
Πριν από είκοσι χρόνια –μα σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και σήμερα–, η γνώμη των Ελλήνων για την τζαζ ήταν πως επρόκειτο για μία μουσική χαμηλής ποιότητας· αν και αυτή η παρεξήγηση οφείλεται στο γεγονός ότι οι περισσότεροι έχουν γνωρίσει την τζαζ μόνον επιφανειακά. Άλλοι, πάλι, την συγχέουν με το θορυβώδες rock nroll, ενώ άλλοι νομίζουν ότι ακούν κομμάτια που είναι τζαζ, δίχως στην πραγματικότητα να συμβαίνει κάτι τέτοιο.
Το 1946 στην Αθήνα, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, μια ομάδα αποτελούμενη από λάτρεις της τζαζ ίδρυσαν τη Ρυθμική Λέσχη, εκεί όπου οι φίλοι αυτής της μουσικής άρχισαν να συγκεντρώνονται πιο συχνά· αν και πολλοί πήγαιναν από περιέργεια ή για απλούς κοινωνικούς λόγους. Εκείνοι που πήγαιναν για την πραγματική χαρά της μουσικής ήταν ελάχιστοι, με αποτέλεσμα, όταν οι νεότεροι κλήθηκαν να υπηρετήσουν τη θητεία τους, η Λέσχη να διαλυθεί. Κάπως έτσι έκλεισε τις πόρτες της, τον Ιούλιο του 1951.
Προσπάθειες για να διορθωθεί αυτή η κατάσταση συνέβησαν το 1954-55, αλλά και το 1957 από τον Ελληνοαμερικανικό Σύνδεσμο, χωρίς, όμως, ιδιαίτερη επιτυχία, ενώ το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τις προσπάθειες του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (Κολλέγιο). Ένας σημαντικός, επίσης, λόγος αυτής της αποτυχίας ήταν και το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν δρούσαν μαζικά ελληνικά ή μη συγκροτήματα, ενώ και από το ραδιόφωνο μόλις που ακουγόταν τζαζ. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα προερχόταν από το ίδιο το κοινό, το οποίον εξακολουθούσε να θεωρεί πως η τζαζ ήταν μία μουσική χαμηλής ποιότητας. Η θέση αυτή υπονόμευε την ίδια τη φύση τής τζαζ, η οποία στα μυαλά ορισμένων μπορεί να έμοιαζε με το rock nroll ή ακόμη και με την λατινοαμερικανική μουσική.
Το 1957 πραγματοποιήθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο μία διάλεξη για την τζαζ από κάποιον κ. Βαλαβάνη. Το 1958 πραγματοποιήθηκαν διαλέξεις, σε συνεργασία με την Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών[sic]. Στις συναντήσεις αυτές οι αίθουσες ήταν γεμάτες, φανερώνοντας πως η τζαζ έμοιαζε πλέον να κατακτά και τους έλληνες μουσικόφιλους. Ειδικά μετά την άφιξη των Dizzy Gillespie1 και Louis Armstrong2, αλλά και των Five Pennies3, η τζαζ απασχολεί πλέον εταιρείες δίσκων και μουσικόφιλους.
Η ίδρυση της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης το 19574 και βεβαίως το Jazz Club5 της βοήθησαν και βοηθούν τους φίλους της αμερικανικής μουσικής να βρεθούν κοντά, εκδηλώνοντας το ενδιαφέρον τους για τη μουσική που αγαπούν με τον πιο σωστό τρόπο. Μάλιστα, οι Έλληνες μπορούμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι επειδή έχουμε να επιδείξουμε και κάποιους καλούς μουσικούς στο είδος όπως τον σαξοφωνίστα John Zorbas6, τον πιανίστα Ανδρέα Οικονόμου, τον μαέστρο μιας διεθνούς τζαζ μπάντας το όνομα του οποίου τώρα μου διαφεύγει7, τον πιανίστα και συνθέτη Μίμη Πλέσσα, τζαζ μουσική τού οποίου ακούσαμε στην ταινία Εφιάλτης, που βραβεύτηκε στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Νέου Δελχί8 κ.ά. Κάποιοι από αυτούς τους μουσικούς έλαβαν επίσης μέρος σε διεθνές τζαζ φεστιβάλ, που διοργάνωσε μία αμερικανική ραδιοφωνική εκπομπή, με τους αμερικανικούς μουσικούς να μιλούν με πολύ ενθαρρυντικά λόγια για τους έλληνες συναδέλφους τους9.
Η αρχή, και αυτό είναι πάντα το πιο δύσκολο, έχει ήδη γίνει…

Σημειώσεις
1. Ο Dizzy Gillespie εμφανίστηκε στο Θέατρον Κοτοπούλη στο διάστημα 12-21/5/1956
2. Ο Louis Armstrong εμφανίστηκε στον Ορφέα την 3/4/1959
3. Οι Red Nichols and His Five Pennies εμφανίστηκαν στο Θέατρον Κεντρικόν την 4/1/1960
4. Σε προγράμματα της εποχής αναφέρεται πως η Ελληνο-Αμερικανική Ένωση ιδρύθηκε τον Μάρτιο του ’58
5. Η Ελληνο-Αμερικανική Ένωση φιλοξενούσε στο Εντευκτήριό της, επί της Ηρώδου Αττικού 25, το Jazz Club των Αθηνών, το οποίο παρουσίαζε ανάλογα προγράμματα για τους φίλους της τζαζ
6. Ελληνοαμερικανός τενορίστας, ο οποίος εκείνη την εποχή ζούσε στην Ελλάδα
7. Για τον Γιάννη Σπάρτακο πρόκειται ή μήπως για τον Γεράσιμο Λαβράνο;
8. Το 1961
9. Στο τεύχος 15 (4/2006) του περιοδικού Μουσικής Πολύτονον είχε γραφεί πως υπάρχει ντοκουμέντο όπου επαινείται ο Ανδρέας Οικονόμου από μουσικούς του κουιντέτου του Cannonball Adderley! Κάτι σχετικό, αλλά μεταγενέστερο της έκδοσης του Εμείς/Unsere Welt, αναφέρει και ο Μίμης Πλέσσας στο περιοδικό Μουσική (τεύχος 39, 2/1981): «Κάτι που δεν είναι πολύ γνωστό σ’ αυτή τη χώρα είναι ότι το 1965 έλαβα μέρος σ’ ένα διεθνή διαγωνισμό που λεγόταν Jazz Clinic Festival παίρνοντας ένα βραβείο ενορχήστρωσης. Μάλιστα ο Cannonball Adderley μου ζήτησε να του γράψω κομμάτια. Την ίδια εποχή όμως εγώ είχα ήδη κάνει μια καριέρα σαν συνθέτης κι είχα βρει το ίδιο ενδιαφέρον στα δικά μας μονοφωνικά ακούσματα».

3 σχόλια: