Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

τζαζ κυκλοφορίες του καιρού

ROB MOSHER: Polebridge [MAPL, 2013]
Το Polebridge είναι ένα χωριό στη Montana, πολύ κοντά στα αμερικανο-καναδικά σύνορα. Έχει πληθυσμό 88 ανθρώπους (όσα και τα πλήκτρα του πιάνου…) και είναι φημισμένο (και) για το… εμπορικό του κέντρο. Τo Polebridge Mercantile είναι ένα παλαιό κτήριο, που λειτουργεί ως παραδοσιακό… πολυκατάστημα στην περιοχή· μια περιοχή, που ενδείκνυται, εξ όσων αντιλήφθηκα, για χειμερινό τουρισμό. Φούρνος, γενικό εμπορικό, καφεστιατόριο κ.λπ., το Polebridge Mercantile, που θυμίζει μαγαζί του… προπερασμένου αιώνα (είδα φωτογραφίες), το επισκέπτονται εξ ίσου Αμερικανοί και Καναδοί. Καναδός είναι και ο συνθέτης και πνευστός Rob Mosher, ο οποίος σε μιαν επίσκεψή του στο κατάστημα εντόπισε ένα παροπλισμένο saloon-πιάνο, που τον εξανάγκασε να δει τη δική του δημιουργία με άλλο μάτι. Αποφάσισε εν ολίγοις να συνθέσει μία μουσική, η οποία να συνάδει με το χώρο, το περιβάλλον, αλλά –γιατί όχι;– και με τα βαθύτερα μουσικά ενδιαφέροντά του.
ΤoPolebridge” είναι ένα ασυνήθιστο CD. Υπό την έννοια ότι συνδυάζει εντελώς ετερόκλητες αναφορές. Από κλασικά και δωματίου ηχοχρώματα, έως παραδοσιακά «λευκά» αμερικανικά, klezmer, jazz-improv και σύγχρονη country. Το αποτέλεσμα είναι πάντως θελκτικό. (Δεν πρόκειται επ’ ουδενί περί αχταρμά). Ο Mosher, που χειρίζεται σοπράνο, κλαρινέτο και εγγλέζικο κόρνο, έχει δίπλα του μία σειρά μουσικών (Micah Killion τρομπέτα, John Marcus βιολί, Stephanie Nilles πιάνο, όργανο, φωνή, Andrew Small κοντραμπάσο, βιολί, Peter Lutek μπασούν, κόντρα άλτο κλαρινέτο, Petr Cancura μαντολίνο), οι οποίοι προσθέτουν σε γνώση και παικτικό μεράκι, επιτυγχάνοντας ένα «τέλειο» αποτέλεσμα. Η μουσική, δηλαδή, του “Polebridge” –δημιουργική, αλλά ταυτοχρόνως και ευχάριστη–, διακρίνεται για την πρωτοτυπία και τον δυναμισμό της, εκπέμποντας θετικά vibes· ένα γεγονός που πηγάζει από το συνθετικό κύρος και την… καλπάζουσα έμπνευση/φαντασία τού πρώτου τη τάξει.
NICKY SCHRIRE: Space and Time [Private Pressing, 2013]
Κοιτώντας την παλιομοδίτικη φωτογραφία της 27χρονης Nicky Schrire στο εξώφυλλο του άλμπουμ ένοιωσα μια περίεργη έλξη· να βάλω το CD στο player, ν’ ακούσω, να γράψω… Φωνή και πιάνο (με κυρίαρχη τη φωνή και το πιάνο να συνοδεύει) σε τραγούδια γνωστά και άγνωστα – σε τραγούδια των Gershwins, του Irving Berlin, των Massive Attack, των Beatles, αλλά και της ίδιας της Schrire.
Έχει κάτι το «τραβηχτικό» αυτό το άλμπουμ. Έχει κατ’ αρχάς μία εξαιρετική, πλούσια και γεμάτη, mezzo φωνή. Φωνή, που μπορεί να σταθεί απολύτως μόνη της (a cappella δηλαδή), με ήπια, απαλή συνοδεία, με πιο δυναμικό piano-playing, μα ακόμη και με τα σχετικά overdubs, όταν η Schrire καλείται να αποδώσει απλά φωνητικά, chorus vocals κτλ. (π.χ. στο “Here comes the sun”). Έτσι, και παρά το φαινομενικώς old-fashioned του πράγματος, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μ’ ένα modern άλμπουμ φωνητικής jazz, μέσα από το οποίο δεν αναδεικνύονται μόνον τα συγκεκριμένα άσματα (πολλά εκ των οποίων –ok– δεν το είχαν καν ανάγκη), αλλά και η ερμηνευτική περσόνα της Schrire (ιδίως αυτή), που εξουσιάζει τις μελωδίες, πλάθοντάς τες με τον δικό της τρόπο (και δίχως να μεταπλάθονται οι αρμονίες). Φυσικά, η παρουσία των (τριών) πιανιστών κάθε άλλο παρά αμελητέα είναι. Οι Fabian Almazan, Gerald Clayton και Gil Goldstein έχουν το δικό τους ύφος, το οποίο διαμορφώνει και διαμορφώνεται από την φωνητική παρουσία. Ο Almazan ας πούμε, και λόγω κουβανικής καταγωγής, έχει ένα πιο ρυθμικό χτύπημα (ας πούμε κρουστού), ο Clayton είναι περισσότερο contemporary (ίσως η συνεργασία του με την Gretchen Parlato κάτι να αποκαλύπτει), ενώ ο Goldstein σε κομμάτια όπως στο “Seliyana” (σύνθεση του Νοτιοαφρικανού Victor Ntoni), αλλά και στο “Someone to watch over me”, φανερώνει στοιχεία πρωτοπορίας που σχετίζονται με τους ρυθμικούς πειραματισμούς ή το μινιμαλιστικό παίξιμο. Σε κάθε περίπτωση το “Space and Time” είναι ένα πολύ ενδιαφέρον, φαινομενικώς χαμηλών τόνων, πιάνο-φωνή άλμπουμ, μέσα από το οποίο προβάλλεται οπωσδήποτε η φωνή της Nicky Schrire, αλλά και τα, πάντα σε θέση συν-διαμορφωτή, πιανιστικά παιξίματα.
Επαφή: www.nickyschrire.com
NEW YORK VOICES: Let it Snow [Five Cent Records, 2013]
Τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια, που συμβάλλουν και αυτά με τον τρόπο τους στο όλον εμπορικό πακέτο που τιτλοφορείται… Christmas Τime, έχουν τη δική τους ξεχωριστή σημασία. Μια σημασία που αγγίζει και την jazz, η οποία αντιμετωπίζει παλαιόθεν το εορταστικό ρεπερτόριο ως ένα κομμάτι του εαυτού της. Έτσι, πολύ συχνά, κορυφαίοι και αδιαφιλονίκητοι jazzmen και jazzwomen εντάσσουν στο υλικό που καλούνται να ερμηνεύσουν κάλαντα, ύμνους και άλλα συναφή, ενώ αναρίθμητα είναι τα μουσικά projects (και όχι μόνο στην jazz, και όχι μόνο στην Αμερική) που παίρνουν αφορμή από τις... ημέρες των γιορτών, συμβάλλοντας στην εορταστική ατμόσφαιρα. Κι επειδή στην Αμερική, ως γιορτή, νοούνται μόνον τα Χριστούγεννα (ούτε το Πάσχα… με τη Στανίση, ούτε το Δεκαπενταύγουστο… με τα υπαίθρια πανηγύρια) κι επειδή οι άνθρωποι που ασχολούνται με αυτά τα πράγματα είναι επαγγελματίες (και ουχί τυχάρπαστοι promoters), ξέρουν πώς να χειριστούν το πακέτο και κυρίως πώς να το ντύσουν με την απαραίτητη λάμψη και αίγλη, απευθυνόμενοι στο πλατύ κοινό. Έτσι, λοιπόν, την 29η Οκτωβρίου (και όχι… την παραμονή των Χριστουγέννων, όπως συχνά συμβαίνει αλλαχού…) κυκλοφορεί το άλμπουμ “Let it Snow” των New York Voices (Kim Nazarian, Lauren Kinhan, Darmon Meader, Peter Eldridge), μιας φωνητικής ομάδας που συμπληρώνει 25 χρόνια δημιουργικής παρουσίας σ’ ένα χώρο που καλύπτει classical, pop, r&b brazilian και jazz εκφραστικές και άλλες τινές ανάγκες.
Όχι, το “Let it Snow” δεν είναι ένα νέτα-σκέτα φωνητικό CD, αν αφέθηκε αυτό να εννοηθεί. Είναι ακριβώς το αντίθετο. Ένα πλήρες μουσικό έργο, στο οποίο συμμετέχουν ρυθμικό τμήμα, big band (με σαξόφωνα, τρομπέτες, τρομπόνια) και στούντιο ορχήστρα (με strings, φλάουτα, κλαρινέτα, όμποε, μπασούν κ.λπ.). Το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πλήρες δηλαδή, και όσο κι αν οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει και ξανακούσει αυτά τα κομμάτια, πάντα θα υπάρχει περιθώριο και για κάτι ακόμη. Πόσω μάλλον όταν ο εγκρατής τζαζ συμφωνισμός συνάδει με τα “The Christmas song/ Christmas time is here”, “We three Kings”, “Santa Claus is coming to town”, καθώς και με ορισμένα από τα υπόλοιπα.
Προσωπικό. Οι γιορτές, δηλαδή η περίοδος Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά, πάντα μου άρεσαν (και συνεχίζει να μου αρέσουν). Ίσως επειδή πάντα μου άρεσαν (και συνεχίζει να μου αρέσουν) τα λαμπερά, αλλά προφανή και καλο-σερβιρισμένα ψέμματα…
Επαφή: www.newyorkvoices.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου